Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

23/2/19

Είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη…


    
Οπωσδήποτε  μας κάνει μεγάλη εντύπωση η πορεία του ασώτου υιού, δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στον υιό παρά στον πατέρα που μας παρουσιάζει η παραβολή.
 Όμως είναι τόσο παρήγορα τα λόγια και το δίδαγμα που μας δίδει ο Κύριος που πολύ συχνά θα έπρεπε να την έχουμε στο μυαλό μας και να παραδειγματιζόμαστε..

    «Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς», και εξακολουθούσε να έχει δύο υιούς, όμως τα δύο αυτά παιδιά ακολούθησαν διαφορετικούς και παράλληλους δρόμους.
 Παιδιά του ήταν και τα δύο.
 Ό ένα, ο νεότερος του ζήτησε «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» και έφυγε μακριά… από το σπίτι του, από τον πατέρα του, από την οικογένεια, από τους φίλους, από τη σιγουριά για να ζήσει όπως εκείνος νόμιζε καλύτερα.
 Ο πατέρας όμως τον νιώθει παιδί του, παρότι το παιδί του το σπλάχνο του δεν έπραξε όπως θα έπρεπε και τον στενοχώρησε.
 Ο πατέρας όλο τον σκέπτεται και τον περιμένει. 
Μήνυμα κανένα δεν έχει έρθει που να λέει ότι θα έρθει ο γιός του, όμως εκείνος τον περιμένει να γυρίσει.
 Το μυαλό του, η καρδιά του είναι στο χαμένο του παιδί, κοιτάζει προσεχτικά το δρόμο, μήπως και τον δει να έρχεται.
 «Έτι αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού». Και τι κάνει;
 Αρχίζει να φωτίζεται όλος, μα μάτια του ανοίγουν, ένα χαμόγελο ανθίζει στο πρόσωπο του μόλις αντικρίζει τη μορφή του χαμένου παιδιού του.
 Ο πατέρας δεν δυσκολεύεται να τον αναγνωρίσει παρόλο που είναι παραμορφωμένος από τις στερήσεις και τυλιγμένος μέσα στα κουρέλια.
    Πόσο καταπληκτική είναι αυτή η σκηνή!
 Ένας πατέρας, ηλικιωμένος  πλέον, να περιμένει να επιστρέψει το παιδί του.
 Η Αγάπη που περιμένει, δεν σβήνει και δεν λησμονιέται, αλλά περιμένει να δείξει όλη την αγάπη και την στοργή.
 Ο Κύριος αυτό το βεβαιώνει: «ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν».
    Ο άσωτος γιος δεν απελπίστηκε.
 Αυτή η πίστη και η πεποίθηση στην αγάπη του Θεού Πατέρα ήταν στην καρδιά του νέου έστω και αν από πριγκιπόπουλο κατάντησε χοιροβοσκός.
 Το όραμα του στοργικού πατέρα που τον περίμενε, η σκέψη ότι «πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι;»,
 ήταν τα κίνητρα προς τη μεγάλη, την ηρωική απόφαση:
 «αναστάς  πορεύσομαι προς τον πατέρα μου!».
     Αγαπητοί μου, αδελφοί.
Ας φωλιάσει και στις δικές μας καρδιές η μεγάλη αυτή πεποίθηση!
 Να είναι πάντα ζωντανή μπροστά μας η μεγάλη αλήθεια, ότι, κι’ όταν για οποιονδήποτε λόγο ακολουθούμε τα ίχνη του νεότερου γιού, εξακολουθούμε να είμαστε παιδιά του Θεού!
 Και ότι ο στοργικός Πατέρας, μας περιμένει να αποτινάξουμε το λήθαργο της αμαρτίας.
 Και να γυρίσουμε πίσω στο θείο προορισμό μας.
    Συχνά όμως λησμονούμε αυτή την αλήθεια.
 Πέφτουμε στην απαισιοδοξία.
 «Δεν γίνεται τίποτα με μένα!». 
 Όμως ποτέ σε καμιά ψυχή, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, εφ’ όσον δεν έφθασε στην πώρωση, δεν κόβεται οριστικά η επικοινωνία με τον Θεό.
 Μόνο που η ομίχλη της αμαρτίας την δυσκολεύει.
 Πρέπει αυτή να φύγει για να δούμε τον Πατέρα που μας περιμένει.
 Που μας παρακολουθεί κι όταν εμείς παραβαίνουμε το νόμο Του.
    Αυτό είναι το μεγάλο κίνητρο προς τη μετάνοια, την επιστροφή:
 Η πίστη πως όταν απλώσουμε σ’ Αυτόν τα χέρια μας θα δούμε ότι Αυτός πρώτα έχει απλώσει προς εμάς τα δικά Του παντοδύναμα χέρια.     Αμήν!

14/2/19

Ἐκεῖνο τὸ παντοδύναμο «γενηθήτω».

Φαίνεται κάποτε ὁ ἄνθρωπος δυνατός.
 Ἐπιχειρεῖ ἐγ­χειρήματα μεγάλα καὶ πετυχαίνει.
 Σχεδιάζει ἔργα θαυμαστὰ καὶ τὰ πραγματοποιεῖ.
 Προσπαθεῖ νὰ δαμάζει τὶς δυνάμεις τῆς φύσεως, νὰ ἀλλάζει τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς,
 νὰ ἐπινοεῖ νέους τρόπους ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πλούτου τῆς γῆς, καὶ τὸ κατορθώνει.
 Δυνατὸς ὁ ἄνθρωπος!
Πολὺ συχνὰ ὅμως ἀποδεικνύεται τελείως ἀδύνατος.
 Ὅταν ἕνα ἀδιόρατο μικρόβιο τὸν ἐξαντλεῖ τελείως.
 Ὅταν μία ἀποτυχία στὰ σχέδιά του τὸν ἀπογοητεύει πλήρως.
 Ὅταν ἡ κακία τῶν συν­ανθρώπων του τὸν σημαδεύει καὶ τὸν ἐξουθενώνει.
 Ὅ­ταν δὲν μπορεῖ νὰ διαχειρισθεῖ τὶς ψυχικές του καταστάσεις καὶ νὰ ξεπεράσει τὸν ἑαυτό του.
 Ὅταν ἕνας σεισμὸς σωριάζει σὲ ἐρείπια τὰ ἔργα του.
 Ὅταν ὁ θάνατος κόβει ἀναπάν­τεχα τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του.
Ναί!
 Εἶναι πλῆθος οἱ περιστάσεις ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε μικροὶ καὶ ἀδύναμοι, ἀνήμποροι νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὶς μικρὲς δυσκολίες τῆς σύντομης καὶ πρόσκαιρης ζωῆς μας.
Ἕνας εἶναι ὁ Δυνατός, ποὺ ἔχει ἄπειρη δύναμη, ποὺ εἶναι πηγὴ κάθε δυνάμεως.
 Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὁ Κυβερνήτης τοῦ κόσμου, ὁ παντοδύναμος Δημιουργός.
 Αὐτὸς ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ἦλθαν ὅλα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη.
 «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν» (Ψαλ. λβ΄ [32] 9). 
Εἶπε.
 Ἕνα λόγο εἶπε.
 Ἐκεῖνο τὸ παντοδύναμο «γενηθήτω».
 Καὶ ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιουργήθηκε ὁ ὑπέροχος κόσμος μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ τὸν ὁποῖο ἀπολαμβάνουμε.
 «Τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (Ψαλ. λβ΄ [32] 6).
 Τὸ στερέωμα, οἱ θαυμαστοὶ καὶ ἀχανεῖς κόσμοι τοῦ οὐρανοῦ,
 τὰ ἀναρίθμητα ἀστέρια καὶ οἱ γαλαξίες στερεώθηκαν ἀμετακίνητα στὶς πολύπλοκες τροχιές τους
 μὲ ἕνα μόνο λόγο, μὲ τὸ ἐπιβλητικὸ πρόσταγμα τοῦ παντοδύναμου Δημιουργοῦ. 
Ποιὸς ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν «ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί»; (Ἡσ. μ΄ [40] 12).
 Τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανοὺς τὰ ὁρίζει ὁ Ἴδιος καὶ μετρᾶ τὶς τεράστιες ποσότητες τοῦ νεροῦ.
 Τὸν οὐρανὸ τὸν μετρᾶ μὲ τὴν πιθαμή του, 
τὴ γῆ τὴν κρατεῖ στὴ χούφτα του.
 Αὐτὸς «καλεῖ τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα» (Ρωμ. δ΄ 17). 
Ὅπως γιὰ μᾶς εἶναι εὔκολο νὰ δώσουμε ὄνομα σ’ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν,
 ἔτσι γιὰ Ἐ­κεῖνον εἶναι εὔκολο νὰ δώσει τὴν ὕπαρξη σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν.
Τόση εἶναι ἡ δύναμή Του, ὥστε μόνο νὰ σκεφθεῖ κάτι καὶ νὰ τὸ θελήσει, αὐτὸ ἀμέσως πρα­γματοποιεῖται.
 «Μόνον αὐτοῦ τὸ βούλημα (ἐγένετο) κοσμοποιΐα».
 «Ψιλῷ τῷ βούλεσθαι δημιουργεῖ καὶ τῷ μόνον ἐθελῆσαι αὐτὸν ἕπεται τὸ γεγενῆσθαι».
 Μὲ μόνη τὴ θέλησή Του δημιουργεῖ, καὶ μόνο νὰ θελήσει,
 ἀκολουθεῖ ἀμέσως ἡ πραγματοποίηση ἐκείνου ποὺ θέλησε.
Καὶ δὲν δημιουργεῖ μόνο, ἀλλὰ καὶ συγκρατεῖ τὰ ­πάντα μὲ τὴν ἀπεριόριστη δύναμή Του καὶ τὰ κυβερνᾶ καὶ τὰ κατευθύνει στὸ σκοπὸ ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει θέσει.
 Τὸ ὄνομα «Θεὸς» κατὰ μία ἑρμηνεία παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «τίθημι» ἢ ἀπὸ τὸ «θέω».
 Λέγεται Θεὸς «διὰ τὸ τεθεικέναι τὰ πάντα ἐπὶ τῇ αὐτοῦ ἀσφαλείᾳ καὶ διὰ τὸ θέειν· τὸ δὲ θέειν ἐστὶ τὸ τρέχειν καὶ κινεῖν καὶ ἐνεργεῖν καὶ τρέφειν καὶ προνοεῖν καὶ κυβερνᾶν καὶ ζωοποιεῖν τὰ πάντα». Ἐπειδὴ δὲ Αὐτὸς «τὰ πάντα κρατεῖ καὶ ἐμπεριέχει», καλεῖται καὶ παντοκράτωρ.
Ὅλα τὰ μπορεῖ ὁ παντοδύναμος Θεός.
 Ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα.
 Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ κακό.
 Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ ψέματα, δὲν μπορεῖ νὰ φερθεῖ στὸν ἄν­θρωπο μὲ κακία, δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήσει, δὲν μπορεῖ μὲ ­κανέναν τρόπο νὰ ἁμαρτήσει.
 Αὐτὸ ὅμως δὲν φανερώνει ἀδυναμία.
 Αὐτὸ προβάλλει περισσότερο τὴν παν­τοδυναμία Του. 
Διότι ἁμαρτία εἶναι ἀδυναμία, εἶναι ἀ­τέλεια τῆς φύσεως τοῦ ἁμαρτάνοντος, καὶ ὁ Θεὸς εἶ­ναι παντέλειος, δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει.
 «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε», τονίζει ὁ θεοκίνητος Ψαλμωδός (Ψαλ. ριγ΄ [113] 11).
 Ὁ Θεὸς ὅλα ὅσα θέλει τὰ μπορεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλει ὅλα ὅσα μπορεῖ.
 Δὲν θέλει τὸ κακό.
 Νικᾶ τὸ κακό, νικᾶ τὴν πηγὴ τοῦ κακοῦ, τὸν μισόκαλο διάβολο, ἀφοῦ εἶναι παντοδύναμος.
Ἂς καταφεύγουμε λοιπὸν στὸν παν­τοδύναμο Θεό,
 ὥστε καὶ ἐμεῖς, μὲ τὴ δική Του χάρη,
 νὰ νικοῦμε τὸ κακὸ μέσα μας καὶ γύρω μας.
 Ἂς καταφεύγουμε σ’ Αὐτὸν κάθε φορὰ ποὺ οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς λυγίζουν τὴν ψυχή μας, διώχνουν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ φανερώνουν τὴ μεγάλη ἀδυναμία μας.
 Νὰ προστρέχουμε τότε οἱ ἀδύνατοι ἄνθρωποι στὸ μόνο Δυνατό, στὸν παν­τοδύναμο Θεό. 
Καὶ Αὐτός, ποὺ δὲν εἶναι μόνο παν­τοδύναμος, ἀλλὰ εἶναι καὶ πανάγαθος Πατέρας,
 μᾶς καταλαβαίνει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ,
 θὰ μᾶς δίνει δύναμη, 
θὰ μᾶς δίνει θάρρος· γιὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε περισσότερο καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε πιστὰ στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μεγαλύτερη νίκη, στὴν αἰώνια δόξα καὶ χαρά.