Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

31/8/18

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

νδικτον μν ελγει νου Χρνου,
κα Παλαι, κα δι᾿ νθρπους Νε.
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, δηλαδὴ ἀρχὴ τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει στὸν Συναξαριστή του:
«Πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, ἀδελφοί, ὅτι ἡ τοῦ Θεοῦ ἁγία Ἐκκλησία ἑορτάζει σήμερον τὴν Ἰνδικτιῶνα, διὰ τρία αἴτια. Πρῶτον, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ τοῦ χρόνου. Διὰ τοῦτο καὶ κοντὰ εἰς τοὺς παλαιοὺς Ρωμάνους πολλὰ ἐτιμάτο αὐτὴ ἐξ ἀρχαίων χρόνων. Ἰνδικτιὼν δὲ κατὰ τὴν ρωμαϊκήν, ἤτοι λατινικὴν γλῶσσαν, θέλει νὰ εἰπῆ ὁρισμός. Καὶ δεύτερον ἑορτάζει ταύτην ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, ἐπῆγεν ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μέσα εἰς τὴν Συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν τὸ Βιβλίον τοῦ Προφήτου Ἠσαΐου, καθὼς γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Λουκ. δ΄). Τὸ ὁποῖον Βιβλίον ἀνοίξας ὁ Κύριος, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς εὗρε τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἤτοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ Ἠσαΐου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον διὰ λόγου τοῦ τὰ λόγια ταῦτα: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὐ ἕνεκεν ἔχρισε μέ, εὐαγγελίσασθαι πτωχοὶς ἀπέσταλκε μέ, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοὶς ἀνάβλεψιν, ἀποστείλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν». Ἀφ’ οὐ δὲ ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος τὰ περὶ αὐτοῦ λόγια ταῦτα, ἐσφάλισε τὸ Βιβλίον καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπηρέτην. Ἔπειτα καθίσας, εἶπεν εἰς τὸν λαὸν «ὅτι σήμερον ἐτελειώθησαν οἱ λόγοι τῆς Προφητείας ταύτης εἰς τὰ ἐδικά σας αὐτία». Ὅθεν ὁ λαὸς ταῦτα ἀκούων, ἐθαύμαζε διὰ τὰ χαριτωμένα λόγια, ὀποῦ εὔγαινον ἐκ τοῦ στόματός του, ὡς τοῦτο γράφει ὁ αὐτὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.
Εἶναι δὲ καὶ τρίτη αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κάμνει σήμερον ἐνθύμησιν τῆς Ἰνδίκτου, καὶ ἑορτάζει τὴν ἀρχὴν τοῦ νέου χρόνου: ἤγουν, ἶνα διὰ μέσου τῆς ὑμνῳδίας καὶ ἱκεσίας, ὀποῦ προσφέρομεν εἰς τὸν Θεὸν ἐν τὴ ἑορτὴ ταύτη, γένη ὁ Θεὸς ἴλεως εἰς ἡμᾶς, καὶ εὐλογήση τὸν νέον χρόνον, καὶ χαρίση τοῦτον εἰς ἠμᾶς εὐτυχῆ καὶ γεμάτον ἀπὸ ὅλα τὰ σωματικὰ ἀγαθά. Καὶ ἶνα φωτίση τᾶς διανοίας μας, εἰς τὸ νὰ περάσωμεν ὅλον τὸν χρόνον καθαρῶς καὶ μὲ ἀγαθὴν συνείδησιν, καὶ εἰς τὸ νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ, μὲ τὴν φύλαξιν τῶν ἐντολῶν του. Καὶ οὕτω νὰ τύχωμεν τῶν ἐν Οὐρανοῖς αἰωνίων ἀγαθῶν».
πολυτκιον
Ἦχος β’.
Ὁ πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου Κύριε, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Κοντκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ ἀρρήτῳ σύμπαντα, δημιουργήσας σοφίᾳ, καὶ καιροὺς ὁ θέμενος, ἐν τῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ, δώρησαι, τῷ φιλοχρίστῳ λαῷ σου νίκας· ἔτους δέ, τάς τε εἰσόδους καὶ τάς ἐξόδους, εὐλογήσαις κατευθύνων, ἡμῶν τὰ ἔργα πρὸς θεῖόν σου θέλημα.

13/8/18

ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ


Ειπέ μοι τι είπεν ο Απόστολος Πέτρος προς την Παναγίαν όπου ήκουσεν ότι πλέον μετατίθεται εις τους Ουρανούς;
Μόλις από τα κλαύματα άνοιξε και ο Απόστολος Πέτρος το στόμα του και μετά δακρύων λέγει προς την Παναγίαν. Κυρία Θεοτόκε αληθώς μέλλεις να αποθάνης; αμή εγώ τι εκαθήμην πλησίον εδώ και δεν επήγαινα μακράν; Εθάρρουν να σε βλέπω και εις τας θλίψεις μου και διωγμούς να με παρηγορής τον Γέροντα, και τώρα με αφήνεις και εσύ; δεν σώνει μας ο σωματικός χωρισμός του Υιού σου, αλλά θέλεις να μας αφήσης και εσύ Παναγιά;
Λέγει του η Παναγία, αγαπημένε μου Πέτρε μη λυπάσαι τίποτε, ωσάν με είχετε εις την γην σωματικά, έτσι χάριτι του Χριστού μου να με έχητε και νοητά βοηθόν σας και παρηγορίαν σας από την σήμερον ημέραν, και επειδή εσύ Πέτρε είσαι ο γεροντότερος από όλους, δια τούτο τώρα μίαν δύο ημέρας παρηγόρησε τους νεωτέρους, στήριξε τους αδυνατοτέρους να μη λυπούνται δια τον θάνατόν μου.
Τότε και οι επίλοιποι Απόστολοι απηλογήθησαν προς την Παναγίαν και λέγουσι.
 Επειδή συ μεν Κυρία Θεοτόκε εγνωρίσαμεν ότι μετατίθεσαι εις τους ουρανούς, δια τούτο έστω άφησέ μας τίποτε λόγον προς παρηγορίαν μας εκ τού αγίου στόματός σου προς ενθύμησίν μας. Όθεν λέγει τους η Παναγία.
Τέκνα μου αγαπημένα, ακούσατε λόγον ολίγον και διδαχήν μικράν επειδή ζητάτε και αγαπάτε. Βλέπετε τέκνα μου τον κόσμον τούτον ωσάν εμπόρευμα είναι, ο δε Θεός είναι Βασιλεύς, εσείς δε, οι δούλοι του αγαπημένου μου Υιού, είσθε ωσάν οι εμπορευόμενοι.
 Λοιπόν να σας το ειπώ ωσάν παραβολήν.
Ήτο τις Βασιλεύς μέγας και ισχυρός και είχε δύο δούλους, και ήκουσεν ότι εις τον δείνα τόπον γίνεται μέγα πανηγύριον, και μέγα συμφέρον και κέρδος έχει εκεί, λοιπόν κράζει τους δύο του δούλους και τους λέγει.
 Επάρετε χρήματα πολλά και πηγαίνετε εις τον δείνα τόπον όπου γίνεται το πανηγύριον και εμπορευθήτε εκεί, αλλά εις ένα μήνα πάλιν να επιστρέψητε και όποιος αργήση περισσότερον του μηνός να είναι χαμένον το κεφάλι του.
 Επήραν λοιπόν οι δούλοι εκείνοι τα χρήματα και επήγαν εις το πανηγύριον, και ο μεν ένας ως μωρός όπου ήτο δεν αγόρασε πράγματα όπου λείπουν τον Βασιλέα και τα έχει ανάγκην, και να υπάγη γρήγορα αλλά ηγόρασε σπίτια και εργαστήρια και χωράφια και όσα ο Βασιλεύς χρειαζόμενα δεν τα είχε, μηδέ κέρδος και συμφέρον έδιναν εκείνα τον Βασιλέα, και όσον να σπείρη τα χωράφια και να φκιάση τα εργατήρια και τα σπίτια όπου ήσαν χαλασμένα επέρασαν τρεις τέσσαρες μήνες και περισσότερον.
Ο δε άλλος δούλος ως φρονιμώτερος όπου ήτο αγόρασε λίθους πολύτιμους και επήγεν εις τον Βασιλέα, και ο Βασιλεύς τον ετίμησε και τον εδόξασε επειδή εφάνη έμπιστος· τον δε άλλον απέστειλεν ορισμόν και τον απεκεφάλισαν ως εχθρόν και εναντίον του Βασιλέως. Έτσι είσθε και εσείς όλοι οι Απόστολοι του Υιού μου· σας έστειλε ο Υιός μου ο ηγαπημένος να υπάγητε εις τον Κόσμον ως πραγματευτάδες και να κερδίσητε τας ψυχάς των πεπλανημένων ανθρώπων όπου δεν ήκουσαν το όνομά του.
 Αλλά είτις είναι από εσάς, φίλοι μου και τέκνα μου, όπου φανή φίλος του Διδασκάλου του, του Υιού μου, τον θέλει τον τιμήσει και αυτός εις την Βασιλείαν του, εάν δε είναι ότι δεν προσπαθήσητε να αρέσητε τον Διδάσκαλόν σας, μοναχοί σας ηξεύρετε τι θέλετε να πάθητε.
Δια τούτο τέκνα μου αγαπημένα σπουδάσατε να κηρύξητε, να φωτίσητε, να καθοδηγήσητε τον πεπλανημένον Κόσμον μήπως τον κερδίσητε και τον υπάτε εις την Βασιλείαν του Υιού μου. Μην φοβήσθε από τους Βασιλείς όπου δύνανται μόνον το σώμα σας να βλάψουν και την ψυχήν σας δεν δύνανται να την κάμωσι τίποτε, αλλά να φοβάσθε από τον Θεόν όπου δύναται και το σώμα σας και την ψυχήν σας να ζημιώση, ωσάν σας το έλεγεν ο Υιός μου.
Έχετε αγάπην και ειρήνην μετ’ αλλήλων σας και χαίρεσθε και ευφραίνεσθε ότι πολύς είναι ο μισθός σας εις την Βασιλείαν των ουρανών. Και εάν εγώ, φίλοι μου, υπάγω εις την βασιλείαν του Υιού μου, αλλά αείποτε θέλω είσθε με εσάς να σας στηρίζω και να σας παρηγορώ εις τας θλίψεις σας.
Τότε η Θεοτόκος Μαριάμ αναστάσα και εξελθούσα εξέτεινε τας χείρας αυτής προς τον Θεόν και προσηύξατο υπέρ παντός του λαού, και σχήμα αποχαιρετισμού ποιήσασα εις τους εκεί ευρεθέντας, και μετά ταύτα εισήλθε και ανακλίνεται επί του νεκροκραββάτου σχηματίζει το πανάχραντον αυτής Σώμα καθώς ηθέλησε, είτα περί την τρίτην ώραν της ημέρας μηνός Αυγούστου τη 15η βροντή εγένετο εκ του ουρανού φερομένη και μεγαλειοτάτη οσμή ευδωδίας άφατος και ιδού ο Κύριος παραγίνεται εκεί επί νεφελών του ουρανού ερχόμενος μετά δόξης πολλής και πλήθους Αγγέλων.
Τότε ο Κύριος κλίνας την κεφαλήν εισήλθεν εις το Ταμείον της Μητρός αυτού και ησπάσατο την Μητέρα αυτού Παρθένον Μαρίαν· ήτις ανοίξασα το στόμα αυτής ευλόγησεν τον Θεόν και είπεν. Και τις ειμί εγώ η αναξία δούλη του Κυρίου μου τις τοιαύτης δόξης αξιωθήναι: Ιδού εγένετό μοι κατά το ρήμα σου. Και ταύτα λέγουσα παρέδωκε το τίμιον αυτής και άμωμον και πανάξιον Πνεύμα εις τας χείρας του Κυρίου και Υιού αυτής ως υπομειδιώντος του προσώπου αυτής·
 ο δε Σωτήρ παραλαβών την ψυχήν αυτής παρέδωκεν εις τας χείρας των δεδοξασμένων αυτού Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Τότε και πάντες οι Απόστολοι εθεάσαντο την ψυχήν της Θεομήτορος ως εν είδει ανθρωπίνου σχήματος κατά πάντα τα μέλη και είδη ως ούτε άρρενος ούτε θήλεως λευκήν ούσαν πολύ σφόδρα και λάμπουσαν υπέρ τον ήλιον. Ο Απόστολος Πέτρος, χαράς πολλής πλησθείς επυνθάνετο τον Κύριον λέγων «Κύριε, τίνος ημών άρα η ψυχή τοιαύτη έσεται, ως η ψυχή της Μητρός σου αειπαρθένου Μαρίας;»· λέγει αυτώ ο Κύριος «Λέγω σοι Πέτρε, ότι πάντων των δικαίων και πιστών αι ψυχαί τοιαύται έσονται, αλλά και τα σώματα αυτών εν τη κοινή αναστάσει ούτως εκλάμψωσι· των δε αμαρτωλών ως αι ψυχαί σκοτειναί εισίν, ούτω και τα σώματα, ότι ηγάπησαν μάλλον το σκότος ή το φως».
Και ταύτα ειπών ο Κύριος ανελήφθη εις τους ουρανούς μετά των Αγγέλων δοξάζοντες οι Άγγελοι και υμνούντες εν αλαλαγμώ.

9/8/18

Κλαψε, Παναγια μου !!!!!


Γράφω την φράση και τρέμει το χέρι μου.
Γράφω τις τρεις αυτές λέξεις και μουρχεται να κλάψω σαν μικρό παιδί έρημο κι'εγκαταλειμμένο μέσα στην σκοτεινή και άγρια νύχτα.
Δεν είναι δικιά μου η φράση αυτή.
Την βρήκα τώρα,  που έχω μπροστά μου το ''Ευχολόγιον' 
'και διαβαζω την «Ακολουθία είς Ψυχορραγούντα».
 Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το κείμενο το θεοστάλαχτο και υγραίνονται τα μάτια μου και δαγκώνεται η καρδιά μου και δεν ξέρω πως να πω τον θαυμασμό μου και να εκφράσω τα χίλια-μύρια ευχαριστώ μου στον Κύριον,
που πάντα μας φροντίζει και μας οικονομεί με αμέτρητους τρόπους για να σωθούμε και να πάμε κοντά Του,
όπου είναι η αιώνια και τέλεια ευτυχία!
 Η ψυχή μου πλαντάζει με όλα τούτα τα θαυμαστά και τα ξεχωριστά και τα ασυνήθιστα.
Νοιώθω και σκέφτομαι αλλιώτικα πράγματα.
Μία χαρμολύπη παράξενη,  σπαραγμό κι ελπίδα και χαρά και θέλω να γράψω σε τούτο το χαρτί,
που έχω στο τραπέζι μου.  Αύριο ποιος ξέρει αν θα ζει;
Σκέφτομαι πως και εγώ θα πεθάνω μία μέρα,  σήμερα ,αύριο, μεθαύριο;  
Ποιος το γνωρίζει αυτό;
Μπορεί και σε μίαν ώρα,σκέφτομαι...
Κι είμαι τόσο αμαρτωλός άνθρωπος,τόσο ανέτοιμος για το μεγάλο αυτό ταξίδι,  για τον οδυνηρό χωρισμό της ψυχής από το σώμα...
Θέλω να προλάβω να βάλω αρχή μετανοίας:
-Αχ,  Δέσποινα,  Δέσποινα,  άρτι ελέησον,   ψυχήν  απορουμένην!...
 Όσοι δεν έχετε ''Ευχολόγιον''τρέξτε αμέσως να βρείτε και να διαβάσετε όλες τις ''Ακολουθίες'' του και πρώτη-πρώτη ετούτη την πικρά και θλιβερήν «Ακολουθία είς Ψυχορραγούντα»,
 γιατί όλοι βρισκόμαστε μέσα στα λόγια της και μέσα στον ουρανόπλοκον Κανόνα της και τον σπαραχτικόν της πόνον θα τον βρούμε βαθιά φωλιασμένο μέσα στα σπλάγχνα μας, αφού όλοι το ξέρουμε πως θα πεθάνουμε μία μέρα,  αργά ή γρήγορα,  θα χωριστούμε από το σώμα και θα φύγουμε για τον άλλον κόσμο...
Σε τούτην λοιπόν την έξοχη «Ακολουθία»  βρήκα την φράση όπου έβαλα στην αρχή και είναι από το τελευταίο «Θεοτοκίον»του Κανόνος,  που το αντιγράφω εδώ,  κατά λέξιν,  ολόκληρο:
«Θεού Μήτηρ βλέψον εις άβυσσον, ίδε ψυχήν βασάνοις εκδοθείσαν κολάζεσθαι,
 και τα γόνατα κλίνασα,
 δάκρυσον˙ ίνα επικαμφθείς σου ταις παρακλήσεσιν, 
ο το αίμα δους υπέρ εμού, ανακαλέση με».
Και σε μία πρόχειρη μετάφραση στον καθημερινό μας λόγο,  λέγει τα εξής:
«Ω, Μητέρα του Θεού, κοίταξε την άβυσσον όπου βρίσκομαι και δες την ψυχήν μου, που έχει παραδοθεί στα βάσανα για να τιμωρηθή, και αφού γονατίσεις,  κλάψε Παναγιά μου!  Για να καμφθή από τις παρακλήσεις σου,  εκείνος,  που έδωσε το αίμα του για μένα,  και να με ανακαλέση κοντά του».
  Ακού μέχρι που έφτασε αυτός ο ευλογημένος και κατανυκτικός αυτός υμνογράφος,
ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης,
να παρακαλή την Υπεραγία Θεοτόκον να γονατίσει και να κλάψει,
για να σωθεί την ώρα εκείνη του αμαρτωλού η ψυχή.
 Πόσος όμως είναι και ο πόνος,  ο φόβος,η αγωνία και ο συγκλονισμός της ψυχής, που ψυχορραγεί και πάσχει και βλέπει μπροστά της τον «όχλον των πονηρών πνευματών»  να φωνάζει και να ζητεί «αναιδώς την ταπεινήν μου ψυχήν»  Φρίκη και τρόμος και κλαυθμός πολύς...