Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

22/2/18

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΑΡΙΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


Τα χείλη του μουδιασμένα ζητούσαν νερό.
 Είχε τρεις μέρες να φάει και να πιει κάτι. 
Ακολουθίες πολύωρες, μετάνοιες, μελέτη, ο κανόνας στο κελί του, η κατα μόνας αγρυπνία.
 Όλα μαζί του δίνανε μια μικρή γεύση από την άσκηση των μεγάλων ασκητών της ερήμου που ζούσανε έτσι όχι για μερικές ημέρες αλλά σχεδόν όλη τους την ζωή.
Ήταν τυπικό του μοναστηριού του να κρατούνε τριήμερη -απόλυτη- νηστεία οι πατέρες μέχρι την πρώτη Προηγιασμένη.
 Ήταν παράδοση να κάνουνε ένα γερό ξεκίνημα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Δίψα. Αυτό το αίσθημα ήταν φοβερό.
 Ήταν πλέον Τετάρτη απόγευμα.
 Η Προηγιασμένη έφτανε στο τέλος της.
 Έφτανε η στιγμή που μετά από σχεδόν τρεις ημέρες πλήρους νηστείας θα άνοιγε το στόμα του για να φάει.
 Ο ιερέας κάλεσε τους πιστούς. «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
 Μια μικρή ζαλάδα τον έκανε να πιάσει την κολόνα του ναού. 
 Ένας ένας οι μοναχοί σαν πουλάκια άνοιγαν το στόμα τους περιμένοντας την μάνα τους Εκκλησία να τα ταΐσει. 
Ήρθε η σειρά του. Άνοιξε το στόμα του.
 Ο ιερέας λέγοντας «…εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον» τον μετάλαβε Σώμα και Αίμα Κυρίου. Το στόμα του γέμισε τροφή ουράνια.
 Για πρώτη φορά, εκείνη την στιγμή κατάλαβε, σαν να είχε κάποια Θεία επίσκεψη, ότι τρώει τον Θεό.
 Χρόνια μοναχός, εκείνη η στιγμή όμως άνοιξε ο πνευματικός κόσμος μέσα του, μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. 
 Πίστευε όμως τότε κατάλαβε.
 Κατάλαβε χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει πώς κατάλαβε.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γεμάτος φόβο, χαρά, αγωνία, ειρήνη, πλήρη κατανόηση.
 Κατακλύστηκε από ευγνωμοσύνη.
 Απομακρυνθήκε από το Άγιο Ποτήριο.
 Πήγε και κάθισε και πάλι στο στασίδι του. 
Τα μάτια του ήταν διαφορετικά.
 Το κορμί του πλέον στεκόταν όπως οι αγιογραφίες του τοίχου.
 Ήταν και δεν ήταν πλέον εκεί.
 Όλα είχανε χαθεί πλέον.
 Η κούραση, η δίψα, η πείνα, οι λογισμοί, όλα χάθηκαν.
 Ένα πράγμα κυριαρχούσε πάνω στο είναι του.
 Αυτή η γεύση του Χριστού.
Η πρώτη Προηγισμένη Θεία Λειτουργία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μόλις είχε τελειώσει. 
Καθώς όλοι βγαίνανε από το Καθολικό του μοναστηριού μερικοί πατέρες τον άκουσαν να μονολογεί «πώς είναι δυνατόν να έφαγα εγώ τον Θεό; τί πήρα μέσα μου; έφαγα τον Χριστό, ξεδίψασα από το Αίμα Του, χόρτασα από το Σώμα Του…».
 Το βήμα του γοργό, λες και βιαζόταν να πάει κάπου.
 Πρόλαβε και μπήκε στο κελί του.
 Εκεί μέσα, μόνος του πλέον, γονάτισε.
 Ούτε το ράσο έβγαλε, ούτε το καλυμαύχι του, ούτε το κουκούλι.
 Έτσι όπως ήταν γονάτισε χάμο. Άπλωσε τα χέρια του στο ξύλινο πάτωμα, όπως ένας ζητιάνος που ζητά έλεος.Σιωπή.
 Είχε βραδιάσει για τα καλά.
 Έμεινε έτσι ώρα αρκετή.
 Ξάφνου ανασηκώθηκε. «Φτάνει Κύριε…φτάνει» είπε ξεσπώντας σε λυγμούς. «Δεν αντέχω την αγάπη Σου…αποτραβήξου γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει».
Οι λυγμοί σιγά σιγά σταμάτησαν, έμεινε με τα σιωπηλά του δάκρυα να διασχίζουν το πρόσωπό του. Έμεινε όρθιος με τα ράσα του, το κουκούλι στραβό πάνω στο καλυμαύχι του, τα μάτια του καθάρια, τα γένια του ανακατωμένα, τα χέρια του τρεμμάμενα.
Το κελάκι του να μοσχοβολά ευωδία που πρώτη φορά οσφράνθηκε στην ζωή του.
 Μα εκεί στα χείλη του ήταν ακόμα αυτή η γεύση του Θεού, αυτή η γεύση που πλέον θα τον συνόδευε για όλη του την ζωή.
 «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος» ήθελε να βροντοφωνάξει σε όλους τους ανθρώπους της γης.
«Ω, Χριστέ μου…θέλω να σε τρώω και να σε πίνω μέχρι να πάψω να υπάρχω», είπε σιγανά και σφράγισε το σώμα του με το σημείο του σταυρού.
Ακούστηκαν κάποιες πόρτες να ανοίγουν. 
Μετά από λίγο άνοιξε και την δική του πόρτα να δει τι γίνεται.
 Ξημέρωνε, αυτό είχε γίνει.
Όλο το βράδυ πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί.
 Δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε πείνα. 
 Ένιωθε ταϊσμένος αιωνιότητα, αφθαρσία.
 Δυο πατέρες τον συνάντησαν καθώς πήγαιναν στον ναό να τον ετοιμάσουν για την πρωινή ακολουθία. «Τόσο νωρίς πάτερ, ξεκουράστηκες»; τον ρώτησαν πρόσχαροι.
Ίσιωσε το κουκούλι του. Τους κοίταξε στα μάτια.
 Εκείνοι τα χάσανε, σα να βλέπανε κάποιον άλλον άνθρωπο. «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά», είπε και χαμήλωσε το βλέμμα του.
Οι πατέρες κοντοστάθηκαν με απορία, κοιτάχτηκαν αναζητώντας απάντηση σ’αυτό το φωτεινό αλλοιωμένο βλέμμα του αδελφού τους, αλλά δεν συνέχισαν. 
Πήγανε μέσα στο ναό. Άρχισαν να ανάβουν τα καντήλια.
 Εκείνος στάθηκε ακίνητος στο μέσο της αυλής.
 Σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Έκανε τον σταυρό του.
 Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε κι αυτός στο ναό για την πρωινή ακουλουθία.
 Άλλη μια μέρα ξεκίνησε, άλλη μια μέρα πιο κοντά προς την Ζωή, την Αγάπη.
 Άλλη μια μέρα πιο κοντά στο τέλος που θα’ναι η αρχή.
Καθώς ανέβαινε στο στασίδι του το σώμα του ανατρίχιασε ολάκερο σα να απεκδυόνταν όλο αυτό το βίωμα.
 Χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Μέχρι την άλλη φορά λοιπόν…» ψέλισε και έβγαλε το κομποσχοίνι από την τσέπη του ζωστικού του.
 Το τάλανο χτύπησε, η καμπάνα ήχησε.
 Άρχισαν να εισέρχονται στο Καθολικό οι πατέρες με τάξη και ησυχία. 
Οι μοναχοί πήρανε τις θέσεις τους.
 Ο εφημέριος φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε «Ευλογητός».
Στεκόταν στο στασίδι του και με το βλέμμα του κοιτούσε έναν έναν τους πατέρες. «Αραγε, πόσοι αδελφοί βίωσαν κάτι τέτοιο που εγώ για πρώτη φορά βίωσα χθες…» αναρωτήθηκε.
 Εκείνη τη στιγμή, ένας αδελφός περνούσε από μπροστά του.
 Σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι. 
 «Μην τα αναλύεις πολύ…αυτά είναι πράγματα του Θεού…» είπε πραεία τη φωνή και πήγε προς το αναλόγιο για να διαβάσει το Κάθισμα του Ψαλτηρίου.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή μόλις είχε αρχίσει.
 Άλλη μια πορεία για την Ανάσταση που εφέτος ήρθε από την αρχή…

14/2/18

ΚΡΙΤΑ ΔΙΚΑΙΟΤΑΤΕ

«Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, τῆς Δευτέρας και ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μνείαν ποιούμεθα».
 Αν σκεφθεί κανείς, πως την ερχόμενη Κυριακή, μνήμη της εξορίας του Αδάμ απ’ τον Παράδεισο, θυμούμαστε την αρχή του παρόντος βίου μας -κι απ’ αυτή την άποψη, η θλιβερή έξωση του Αδάμ απ’ την τρυφή του Παραδείσου, λογαριάζεται σαν πρώτη χρονικά γιορτή των χριστιανών- η μνήμη της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας πρέπει να λογαριάζεται η τελευταία απ’ όλες τις γιορτές.
 Γιατί, πραγματικά, σ’ αυτήν τελειώνουν όλα: και τα δικά μας και του κόσμου όλα τα πράγματα. 
Και πάλι με πολλή σοφία οι άγιοι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθόρισαν, ύστερ’ απ’ τις Κυριακές του Τελώνου και Φαρισαίου και του Ασώτου, να τελούμε τη μνήμη της Δευτέρας Παρουσίας. Γιατί δεν πρέπει, ακούοντας ο χριστιανός τη φιλανθρωπία του Θεού, που φαίνεται σ’ εκείνες τις παραβολές απέραντη, να πέσει σε μεγάλην αμέλεια, λέγοντας με το νου του: «ο Θεός είναι φιλάνθρωπος· άμα, στο τέλος, σταματήσω ν’ αμαρτάνω κάποτε, Εκείνος, όντας φιλάνθρωπος και πολυέλεος, θα με συγχωρέσει, κι όλα πια θα ’χουν τελειώσει καλά». Για να μη σκέφτονται, λοιπόν, μ’ αυτόν τον διαβολοκίνητο και σατανικό τρόπο οι χριστιανοί, έβαλαν οι θειότατοι Πατέρες, ύστερ’ από την Κυριακή του Ασώτου να γιορτάζουμε τη φοβερή και τρομερή εκείνη μέρα της Δευτέρας Παρουσίας. Λογιάζοντας, πως, με την ευαγγελική περικοπή της Κρίσεως, οι αμελείς που συνεχίζουν ν’ αμαρτάνουν, βλέποντας μπροστά τους την άδηλην ώρα του θανάτου και περιμένοντας την ατελεύτητη σειρά των βασάνων της Κολάσεως, που θ’ ακολουθήσουν μετά την Κρίση για τους αμαρτωλούς, ίσως ξυπνήσουν απ’ το λήθαργο κι απ’ το βαρύτατον ύπνο της αμαρτίας· ίσως αφήσουν την νεκροποιό ραθυμία και αμέλεια, για να αγωνισθούν ν’ αποκτήσουν το χρυσοστόλιστο ένδυμα των αρετών, το «ένδυμα του γάμου», που δίχως αυτό και θα κρυώνουν, όντας γυμνοί, και δεν θα μπορούν να εισέλθουν εις τον «νυμφώνα» του Χριστού.
  Δευτέρα Παρουσία λέγεται γιατί προηγήθηκε η πρώτη, κατά την οποία «σωματικῶς πρός ἡμᾶς ἐπεδήμησεν» ο Χριστός. Όμως, στην Δευτέρα δεν θα ’ρθει όπως στην πρώτη: φτωχός, άσημος, χωρίς δόξα. Θα έρθει με πολλή δόξα, με μεγάλη λαμπρότητα και με θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Και τότε δε θα ’ρθει να σώσει, μα να κρίνει τον κόσμο. Και ν’ ανταποδώσει, σ’ όσους έπραξαν αγαθά την αιώνια Βασιλεία του, και σ’ όσους έπραξαν κακά, την αιώνια κόλαση.
  Το βεβαιώνουμε συνοπτικά στο Σύμβολο της πίστεώς μας: «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὖ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».
 Κι αυτό, που οι άγιοι Πατέρες έβαλαν ως Άρθρο στο Σύμβολο της Πίστεως, το βγάζουν ακριβώς απ’ το Ευαγγέλιο της Κρίσεως, που λέγει: 
«Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν δόξαν του καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε θέλει καθήσει εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του καὶ θέλουσιν συναχθῆ ἔμπροσθέν του ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ θέλει διαχωρίσει ἀνάμεσά τους, καθὼς χωρίζει τὰ πρόβατα ὁ βοσκὸς ἀπὸ τὰ ἐρίφια, καὶ θέλει στήσει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴν δεξιάν του μεριὰν καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ζερβήν. Καὶ τότε θέλει εἰπεῖν ὁ βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους τῆς δεξιάς μεριᾶς: ἐλᾶτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, νὰ κληρονομήσετε τὴν βασιλείαν ὁποὺ σᾶς εἶναι ἑτοιμασμένη, ἀπὸ ὅταν ἐκτίσθη ὁ κόσμος· ἐλᾶτε νὰ τὴν κληρονομήσετε τὴν βασιλείαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐγὼ ἐπείνασα καὶ ἐσεῖς μὲ ἐδώκετε καὶ ἔφαγα. Ἐδίψησα καὶ ἐδώκετέ μοι καὶ ἔπια. Ἤμην γυμνὸς καὶ μὲ ἐνδύσατε. Ἤμην ξένος καὶ μὲ προσκαλεσθήκετε, ἤμην ἀσθενὴς καὶ ἤλθετε καὶ μὲ εἴδετε. Ἤμουν εἰς τῆν φυλακὴν καὶ ἤλθετε καὶ ἐκοιτάξετέ με. Τότε θέλουσιν ἀποκριθῆ μετὰ ταπεινοφροσύνης οἱ δίκαιοι, λέγοντές, του: “Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν ἡμεῖς νὰ πεινᾶς καὶ ἐδώκαμέν σου καὶ ἔφαγες, ἢ νὰ διψᾶς, καὶ ἐδώκαμέν σου νὰ πιεῖς; Ἢ πότε σὲ εἴδομεν γυμνὸν καὶ σὲ ἐνδύσαμεν, ἢ ξένον καὶ ἐπεριμαζώξαμεν· ἢ πότε σὲ εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ὑπηρετήσαμέν σοι;” Καὶ θέλει τοῖς ἀποκριθῆ, καὶ τοῖς θέλει εἰπεῖν: “Ἀμὴν λέγω σας, βέβαια, ὅτι εἰς ὅσον ἐκάμετε πρὸς ἕνα ἀπὸ τούτους τοὺς μικροὺς τοὺς ἀδελφούς μου, ἐμένα τὸ ἐκάμετε”. Τότε θέλει εἰπεῖν καὶ ἐκείνων ὁποὺ εἶναι εἰς τὴν ἀριστερὰν μεριάν: “σύρετε ἀπὸ τ᾿ ἐμένα οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, ὁποὺ εἶναι ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τῶν ἀγγέλων του, διότι ἐπείνασα καὶ δὲν μοῦ ἐδώκετε νὰ φάγω. Ἐδίψησα καὶ δὲν μὲ ἐποτίσατε. Ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ἐκοιτάξετε”. Τότε θέλουσιν ἀποκριθῆ καὶ αὐτοί, ἀλλὰ μὲ ἀδιαντροπίαν, καὶ θέλουσιν εἰπεῖν: “Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινασμένον ἢ διψασμένον ἢ γυμνὸν ἢ ξένον ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακαῖς καὶ δὲν σὲ ἀποκοιτάξαμεν;” Καὶ θέλει τοὺς ἀποκριθῆ ὁ βασιλεὺς καὶ θέλει τοὺς εἰπεῖ: “Ἀμὴν λέγω σας, ὅτι ὅσον δὲν ἐκάμετε ἑνὸς ἀπὸ τούτους τοὺς μικροὺς, μηδὲ ἐμένα δὲν τὸ ἐκάμετε”. Καὶ ἔτσι θέλουσιν πάγει τοῦτοι εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ πάλιν οἱ δίκαιοι είς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Έτσι αποδίδει ο πολύς Μελέτιος Πηγάς το Ευαγγέλιο της Κρίσεως.
 Θα ήθελε πολύ ο άνθρωπος να ξέρει πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, οπότε όλοι οι άνθρωποι -και όσοι βρίσκονται τότε στη ζωή και όσοι ως τότε θα ’χουνε κοιμηθεί, δηλ. θα ’χουνε πεθάνει- θα παρουσιαστούν μπροστά στο φοβερό κριτή για να κριθούν για τα καλά ή κακά έργα τους. Αλλά όπως ο θάνατος έρχεται σαν κλέφτης, σε άγνωστη ώρα, έτσι και ο Κύριος για τη Δευτέρα Παρουσία, μας άφησε άγνωστους τους καιρούς, που μέλλει να γίνει. 
Κάποτε που τον ρώτησαν οι μαθηταί του γι’ αυτό, Εκείνος απάντησε: «οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιρούς, οὓς ὁ Πατήρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ». Και αλλού πάλι λέγει: «περί δέ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί τῆς ὥρας, οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἀγγελοι τῶν Οὐρανῶν, εἰ μή ὁ Πατήρ μου μόνος». Γιατί άραγε δεν φανερώνει ο Χριστός την ώρα της Κρίσεως και όταν ακόμα τον ρωτούν με αγωνία οι Μαθηταί του; Και μας απαντούν με σοφία οι Πατέρες της Εκκλησίας μας: «δίνει μονάχα τα σημάδια των καιρών, αλλά τους καιρούς τους παρασιωπά. Διότι θέλει να είμαστε πάντοτε έτοιμοι· με το να μη γνωρίζουμε διορισμένο το πότε, θέλει να μη γνωρίζουμε τίποτε, για να είμαστε έτοιμοι αείποτε».
  Υπάρχουν πολλοί, που ακούνε στο όνομα χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι -της ταυτότητος, όπως ονομάζονται προσφυέστατα- αλλά που, σαν άλλοι ειδωλολάτρες Αθηναίοι, δεν πιστεύουν ούτε στην ανάσταση των νεκρών, ούτε στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, ούτε στη φοβερή Κρίση, την οποία θ’ ακολουθήσει αιώνιος Παράδεισος ή αιώνια Κόλαση. 
 Αυτοί οι άνθρωποι, λέγουν με μια χαρακτηριστική αδιαφορία και αμέλεια: «Εδώ, στη γη δηλαδή, βρίσκεται κ’ η Κόλαση, εδώ κι ο Παράδεισος».
 Κ’ έτσι, όχι μόνον αυτοί βαδίζουν στο δρόμο της αμαρτίας, χωρίς να φοβούνται καμιά κρίση και καμιά Κόλαση, μα παρασέρνουν κι άλλους στον εύκολο δρόμο της καλοζωΐας, της καλοπέρασης, του γήινου και σαρκώδους ευδαιμονισμού. Θέλουν να μην ανοίξουν κανένα παράθυρο, να μπει το μεταφυσικό φως στη ζωή τους· αρκούνται στα φωτερά σκοτάδια και στα σκοτεινά φώτα του παρεξηγημένου πολιτισμού της επιδερμίδας. Το στόμα τους και το στομάχι τους είναι γιομάτα αδικίες, τόσο, που ν’ αδυνατούν πέρα για πέρα να γνωρίσουν τη γεύση του ουρανού. 
Γι’ αυτό και λένε, πως όλα εδώ τελειώνουν, πως «εδώ είναι κ’ η Κόλαση, εδώ κι ο Παράδεισος». Κι όμως, πρέπει να γνωρίζει κάθε χριστιανός, πως αυτά είναι λόγια του διαβόλου, που τα ψιθυρίζει στ’ αυτιά μας για να μας κάνει πιο αδιάφορους για την αρετή και πιο πρόθυμους για την αμαρτία. Κ’ είναι μεγάλη αμαρτία να τα λέει κανείς. Όσο αβέβαιη είναι η ώρα του θανάτου, τόσο βέβαιος είναι ο θάνατος, που βάζει τέρμα στη γήινη ζωή μας. Κι όσο αβέβαιος είναι ο καιρός της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, άλλο τόσο είναι βέβαιη η έλευση της Δευτέρας Παρουσίας και της φοβερής του Κρίσεως, με την αιώνια Κόλαση και τον αιώνιο Παράδεισο· για να φανερωθεί, όχι μονάχα η απέραντη φιλανθρωπία του προς τους αξίους του Παραδείσου, αλλά και η απέραντη δικαιοσύνη του προς τους αξίους της Κολάσεως.
  Για όποιον όμως πιστεύει στο Θεό, όπως μας απεκαλύφθη στην αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση, κ’ έχει σταθερότητα στην πίστη του, δεν υπάρχει κίνδυνος και περιθώρια γι’ αμφιβολίες – αν υπάρχει Κρίση στον Ουρανό, και τι συνέπειες θα ’χει αυτό για τη συνέχεια της πνευματικής ζωής του. «Καὶ συνάξω πάντα τὰ ἔθνη, λέγει ο Κύριος στον προφήτη Ιωήλ, καὶ κατατάξω αὐτὰ εἰς κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, καὶ διακριθήσομαι πρὸς αὐτοὺς ἐκεῖ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ μου. Ἐξεγειρέσθωσαν, ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρῖναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν» (Ιωήλ δ΄ 2, 12).
Κι αλλού πάλι, στον προφήτη Δανιήλ, λέγει: «Ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον· ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν» (Δαν. ζ΄ 9-10). 
Εδώ ακριβώς έχουν την αρχή του οι βαθιά κατανυκτικοί ύμνοι της Κυριακής, που ψάλλονται στο Εσπερινό: «Ὅταν μέλλῃς ἔρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι», «Βίβλοι ἀνοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις, ἀνθρώπων ἐπίπροσθεν, τοῦ ἀστέκτου Βήματος», 
«Ἠχήσουσι σάλπιγγες, καὶ κενωθήσονται τάφοι, καὶ ἐξαναστήσεται, τῶν ἀνθρώπων τρέμουσα, φύσις ἅπασα», «Οἴμοι μέλαινα ψυχή!» κ.α.
  Για το χριστιανό, λοιπόν, η μέλλουσα Κρίσις και η μέλλουσα ζωή είναι μια βεβαιότητα χειροπιαστή, θα λέγαμε, με τις πνευματικές μας αισθήσεις. «Τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ, λέγει ο θεόγλωσσος Απόστολος, ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος, πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν»(Β΄ Κορ. ε΄ 10).
Αυτή, όμως, η βεβαιότητα για τη μεταφυσική ζωή, στην οποία δεν πιστεύουν οι άθεοι, μας υποχρεώνει να ζούμε με ανάλογο τρόπο και την παρούσα ζωή, με αγάπη στο Θεό και στον πλησίον, με πνευματική και σωματική καθαρότητα, τηρώντας μ’ ένα λόγο το Νόμο του Θεού. «Μνημόνευε τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμαρτήσεις», λέγει ο σοφός Σολομών. 
Έτσι μονάχα έχουμε ελπίδα να μας βάλει δεξιά του, στη Δευτέρα Παρουσία, με τα πράα και ήρεμα πρόβατα, κι όχι ζερβά του, με τ’ άγρια κι άταχτα ερίφια. Και πράττοντας ελεημοσύνη στο φτωχό πλησίον μας, που έτσι δείχνουμε μαζί και την αγάπη προς το Θεό, την ίδια στιγμή, να λέμε συχνά αυτό το τροπάριο:
Ὅταν ἔλθῃς ὁ Θεός, ἐπὶ γῆς μετὰ δόξης,
καὶ τρέμωσι τὰ σύμπαντα,
ποταμὸς δὲ τοῦ πυρὸς,
πρὸ τοῦ Βήματος ἕλκῃ,
καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται
καὶ τὰ κρυπτὰ δημοσιεύωνται·
τότε ρῦσαί με, ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου,
καὶ ἀξίωσον, ἐκ δεξιῶν σου μὲ στῆναι,
Κριτὰ δικαιότατε.