Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

27/6/17

ΒΗΘΛΕΕΜ - Εξηγήσεις του αγίου Σπηλαίου της ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΘΕΟΦΑΝΗ

ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ


ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Στο πηγάδι του Ιακώβ.
Το νερό της ζωής.
Είναι καταμεσήμερο και λίγο έξω από την πόλη της Σαμάρειας Συχάρ,
στο πηγάδι του Ιακώβ,
ο Κύριος κάθεται να ξεκουραστεί.
Ο τόπος έρημος,
μα κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει με τη στάμνα της για να πάρει νερό.
Καθώς την βλέπει ο Κύριος,
της λέει:
«Δως μου να πιω».
Η γυναίκα απορεί: «Πώς εσύ τολμάς και ζητάς νερά από μένα, μια Σαμαρείτισσα;»
Και ο Χριστός της αποκρίνεται:
«Εάν γνώριζες τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και ποιος σου ζητά νερό,
εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό που δεν στερεύει ποτέ».
Η γυναίκα δεν κατάλαβε και ρωτά:
«Κύριε,
ούτε στάμνα έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού λοιπόν έχεις το αστείρευτο νερό;» Και ο Χριστός της απαντά:
«Καθένας που πίνει από το νερό αυτό του πηγαδιού,
θα διψάσει πάλι.
Εκείνος όμως που θα πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ,
δεν θα διψάσει ποτέ,
αλλά θα αναβλύζει από την ψυχή του αστείρευτο νερό για να του χαρίζει ζωή αιώνια».

— Κύριε, δως μου το νερό αυτό,
παρακαλεί έκπληκτη η γυναίκα,
για να μη διψώ ποτέ.
Ο Κύριος τότε της λέει:
«Πήγαινε και φέρε εδώ και τον άνδρα σου». «Δεν έχω άνδρα»,
απαντά εκείνη.
Κι ο παντογνώστης Κύριος της αποκαλύπτει όλη της τη ζωή:
«Αλήθεια είπες.
Πέντε άνδρες έχεις πάρει κι αυτός που τώρα έχεις δεν είναι άνδρας σου».
Η γυναίκα σαστίζει:
«Κύριε,
καταλαβαίνω ότι είσαι προφήτης.
Πες μου,
πού πρέπει να προσκυνούμε τον Θεό,
στο βουνό μας Γαριζείν ή στα Ιεροσόλυμα;» Και ο Κύριος απαντά:
«Σε λίγο καιρό ούτε μόνο στο Γαριζείν ούτε μόνο στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Θεό.
Ο Θεός είναι πνεύμα,
κι όσοι Τον λατρεύουν,
πρέπει να Τον προσκυνούν με αφοσίωση και επίγνωση».
Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα:
«Γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας.
Όταν έλθει εκείνος,
θα μας τα διδάξει όλα».
-Εγώ είμαι ο Μεσσίας! απαντά ο Κύριος.
Η γυναίκα τότε ενθουσιασμένη άφησε τη στάμνα της εκεί,
έφυγε στην πόλη και άρχισε να φωνάζει: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έκανα.
Μήπως είναι αυτός ο Χριστός;»
Και οι Σαμαρείτες άρχισαν να έρχονται προς το πηγάδι,
να δουν τον Κύριο σαν τα διψασμένα ελάφια προς την πηγή.
Ποιο όμως είναι
«τό ὕδωρ τό ζῶν»
για το οποίο μίλησε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα;
Είναι η Χάρις του Θεού.
Ο Κύριος πήρε αφορμή από το φυσικό νερό του πηγαδιού και τη φυσική δίψα κάθε ανθρώπου για να διδάξει το μυστήριο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Η ζέστη του μεσημεριού,
ο έρημος τόπος,
το πηγάδι,
η στάμνα,
το νερό,
η δίψα,
όλα συντέλεσαν ως εικόνες για να περιγράψει ο Κύριος το μυστήριο της θείας Χάριτος, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει.
Και ονομάζει ο Κύριος τη χάρη του Αγίου Πνεύματος
«ὕδωρ ζῶν»,
διότι η Χάρις του Θεού καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου από κάθε μολυσμό,
την ξεκουράζει και τη δροσίζει από το λίβα της αμαρτίας.
Και τη ζωογονεί,
ικανοποιεί όλους τους ανώτερους πόθους της, τη γεμίζει με όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος,
της μεταγγίζει ζωή αιώνιο.
Και το νερό αυτό της ζωής μάς το παρέχει ο Κύριος όχι στο πηγάδι του Ιακώβ αλλά στην αγία του Εκκλησία.
Εκεί με τα ιερά Μυστήρια μας μεταγγίζει ζωή, μας παρέχει άφεση,
λύτρωση,
χορτασμό,
σωτηρία.
Μας αναγεννά σε νέα ζωή,
όπως συνέβη και με τη Σαμαρείτιδα,
η οποία έγινε στο εξής αφοσιωμένη μαθήτρια του Κυρίου,
ισαπόστολος,
αγία,
η αγία Φωτεινή.
Και έτρεξε στα πέρατα της γης για να μεταδώσει το μυστήριο που έζησε,
το μυστήριο της θείας Χάριτος. Οι ψυχές περιμένουν

Μόλις επέστρεψαν οι μαθητές στο πηγάδι, παρακάλεσαν τον Κύριο να φάει κάτι.
Αυτός όμως τους είπε:
«Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα του Πατρός μου, να εργάζομαι τη σωτηρία των ανθρώπων.
Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα πλήθη των Σαμαρειτών που έρχονται.
Όλοι αυτοί είναι πνευματικά χωράφια έτοιμα για θερισμό.
Οι προφήτες πριν από εμένα κι εγώ κατόπιν έσπειρα σ’ αυτά και θα θερίσετε εσείς.
Όπως και στο μέλλον,
θα σπείρετε εσείς και θα θερίσουν οι διάδοχοί σας».
Όταν οι Σαμαρείτες έφθασαν στο πηγάδι, άκουγαν με πόθο τα λόγια του Μεσσία· και Τον παρακαλούσαν να μείνει για πάντα μαζί τους. Και ο Κύριος έμεινε στην πόλη τους δυο μέρες και τους δίδαξε μεγάλες αλήθειες.
Και πίστεψαν σ’ Αυτόν πολλοί και ομολογούσαν ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός.
Οι Σαμαρείτες ήταν ένα πνευματικό χωράφι έτοιμο για θερισμό.
Πλήθος ψυχών που ποθούσαν να ακούσουν το κήρυγμα του Χριστού και να σωθούν.
Γι’ αυτό παρακάλεσαν τον Κύριο να μείνει στην πόλη τους.
Δεν είχαν δει πολλά θαύματα.
Ένα τους συγκλόνισε,
η μεταστροφή της συμπατριώτισσάς τους. Και ο Κύριος με το λόγο του και με τη χάρη του τους βοήθησε να πιστέψουν και να μετανοήσουν.
Αλλά οι Σαμαρείτες εκείνοι αποτελούσαν μία προτύπωση,
μια εικόνα όλης της ανθρωπότητας.
Μιας ανθρωπότητας που χωρίς συχνά να το συνειδητοποιεί,
διψά να ακούσει το μήνυμα της λυτρώσεως,
να ξεδιψάσει από το ύδωρ της ζωής.
Πόσοι άνθρωποι και σήμερα βρίσκονται στην άγνοια,
στην πλάνη,
στο σκοτάδι!
Και ζητούν λίγη χαρά,
λίγη ανάπαυση.
Ζητούν κάπου να πιαστούν,
κάπου να βρουν λίγη ελπίδα,
λίγο φως.
Κι έχουμε χρέος όλοι μας να κάνουμε το έργο της Σαμαρείτιδος.
Να μιλήσουμε σ’ αυτούς με το λόγο μας και με το παράδειγμά μας για την εμπειρία της εν Χριστῷ ζωής.
Οι ψυχές πολλές και περιμένουν.
Είναι έτοιμες για θερισμό.
Κάποιος πρέπει να τρέξει κοντά τους.

22/6/17

ΟΣΙΑ ΧΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ

Στην περιοχή της Εορδαίας τον εικοστό μόλις αιώνα, στις ημέρες μας, διέλαμψε η οσία κτητόρισσα του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής, Χρυσή, η ταπεινή και απλοϊκή χήρα από το χωριό Παλαιοχώρι-Φούφα, η γνωστότερη στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας «Μπάμπω-Ρύσσω», δηλαδή «Γιαγιά-Χαρίσω». Αυτή γεννήθηκε το 1877 και το επώνυμό της ήταν Πέτρου-Κύπτη. Ήταν πτωχή μα τίμια γυναίκα που την αξίωσε ο Θεός μετά από γάμου κοινωνία να αποκτήσει τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια, το Σταύρο, τον Τρύφωνα και το Θεόδωρο καθώς και μια κόρη, την Ελένη.
Υπάκουη στην Αγία Παρασκευή
Αυτή την ενάρετη Χρυσή με τη σταθερή προσήλωση στις ελληνορθόδοξες παραδόσεις διάλεξε στην ηλικία των πενηνταέξη της χρόνων η Αγία Οσιομάρτυς Παρασκευή, για να την καταστήσει πιστή της θεραπαινίδα. Αυτήν επέλεξε η θαυματουργή Αγία, για να φανερώσει τον κρυμμένο στη γη πνευματικό θησαυρό του παλιού Μοναστηριού της με την πήλινη εικόνα της και άλλα τιμαλφή αντικείμενα.
Όταν τελείωσε τις αποκαλύψεις της προς την Γερόντισσα Χρυσή η Αγία Παρασκευή και την προσέταξε να βοηθήσει στην ανεύρεση αυτού του θησαυρού, η ταπεινή Γερόντισσα έσκυψε το κεφάλι, όπως η Παναγία μας εμπρός στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, και της είπε; «Γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α 38).
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο δεύτερος γιος της Γερόντισσας Χρυσής, ο Τρύφωνας, είχε τυφλωθεί, αλλά η μητέρα του πίστευε ακράδαντα στο Θεό, ότι θα θεραπευθεί. Πήγε, λοιπόν, αυτή στη θέση «Βακούφικα», εκεί που σήμερα είναι κτισμένο το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, και όπου υπήρχε από παλιά αγίασμα αγνώστου ως τότε Αγίου και γέμισε ένα κανατάκι. Το έφερε στο καλύβι της και είπε στη νύφη της, τη γυναίκα του Σταύρου, ότι επειδή εκείνη θα ήταν στην Εκκλησία λόγω Κυριακής, να ρίξει στον Τρύφωνα, για να πλυθεί από το νερό που έφερε, όταν εκείνος ξυπνήσει.
Όταν πράγματι ξύπνησε αυτός και του έρριξε η νύφη του νερό, για να πλυθεί, αμέσως άρχισε να φωνάζει:
-Βλέπω, βλέπω!
Το ίδιο βράδυ παρουσιάσθηκε η Αγία Παρασκευή στον ύπνο της Γερόντισσας Χρυσής και της είπε:
-Εγώ θεράπευσα το γιο σου, τον Τρύφωνα. Γι’ αυτό θέλω να πας στον Πρόεδρο του χωριού σου, να σου δώσει εργάτες, να σκάψεις και να βρεις τα θεμέλια της Εκκλησίας μου που είναι θαμμένη στη γη.
Εκπλήρωση επιθυμίας
Η Γερόντισσα Χρυσή μαζί με τον Πρόεδρο του Μηλοχωρίου, το Μπάρμπα-Ζάχο Μπαλαχτζή πήγαν πρώτα στο Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Ιωακείμ και μετά στην αστυνομία. Από τον πρώτο εξασφάλισαν την ευλογία για τις ενέργειές τους και από τη δεύτερη την άδεια ανασκαφής. Την επόμενη αμέσως ημέρα χωρίς χρονοτριβή μαζί με άλλους Μηλοχωρίτες μετέβησαν στο σημείο που είχε υποδείξει η Αγία Παρασκευή και άρχισαν να σκάβουν. Με λεπτομέρεια η Αγία είχε υποδείξει την ακριβή οριοθέτηση του παλιού Καθολικού του Μοναστηριού με τα ιερά αντικείμενα κοντά σε μια ανθισμένη τριανταφυλλιά, ανάμεσα στα βάτα. Η περιοχή βρίσκεται στους πρόποδες βουνού που από πίσω του βρίσκεται η Κλεισούρα με το Μοναστήρι της Παναγίας μας, στο οποίο ασκήτεψε η γειτόνισσα Οσία Σοφία.
Ξαφνικά, ω του θαύματος, σκάβοντας με τη σκαπάνη σε βάθος ενάμισυ έως δύο μέτρων αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια παλαιού Ναού με δύο εισόδους. Μέσα σ’ αυτόν τον Ναό βρέθηκε μια πλάκα κεραμικού που σχημάτιζε με την αγγειοπλαστική τέχνη το περίγραμμα της μορφής της Αγίας Παρασκευής, δύο ασημένια βυζαντινά νομίσματα και δεκαπέντε πήλινα αγγεία. Από αυτά έχει διασωθεί μόνο μέρος της κεραμικής πλάκας χωρίς τη μορφή της Αγίας.
Μετά από το ιστορικό αυτό γεγονός για τους πιστούς της Δυτικής Μακεδονίας κλήρος και λαός κατάλαβαν ότι δίπλα τους είχαν έναν άνθρωπο του Θεού, μια θεραπαινίδα της Αγίας Παρασκευής και όχι μόνο δεν την ειρωνεύονταν και δεν την περιγελούσαν, αλλά και την τιμούσαν ιδιαιτέρως.
Τα θαύματα και οι ιάσεις που γίνονταν έκτοτε στον τόπο αυτό, αλλά και η ασκητική και οσιακή πολιτεία της Γερόντισσας Χρυσής έγιναν γνωστά στα χωριά της Φλώρινας, της Καστοριάς, της Κοζάνης. Σε όλη τη Δυτική Μακεδονία ξαπλώθηκε η φήμη του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής και της θεραπαινίδος και κτητόρισσάς του, της Οσίας Χρυσής. Ακόμη και στην Αττική και στην Πελοπόννησο μέχρι τη Βουλγαρία, την Τουρκία και την ηρωοτόκο μας Κύπρο, μιλούσαν γι’ αυτό και θαύμαζαν την παρρησία της Γερόντισσας προς το Θεό και την Αγία Παρασκευή.
Με τα νάματα του αγιάσματος της Αγίας Παρασκευής και τις ικεσίες της Οσίας Χρυσής καθημερινά γίνονταν και εξακολουθούν να επιτελούνται πολλά θαύματα. Τυφλοί αναβλέπουν, χωλοί περιπατούν, τρελοί σωφρονίζονται, παράλυτοι εγείρονται και νόσοι ανίατοι διώκονται.
Μια κυρία επισκέφθηκε στο Μοναστήρι με το αόμματο παιδί της. Έβλεπε όλους να πηγαίνουν να φιλήσουν το χέρι της Γερόντισσας Χρυσής, αλλά εκείνη την πλησίαζε από απόσταση λόγω του μελαμψού της δέρματος. Η Οσία Χρυσή με το διορατικό χάρισμα κόντεψε και της είπε:
-Έκανες κακούς λογισμούς για εμένα και η Αγία Παρασκευή δεν θα κάνει το θαύμα στο παιδί σου!
Εκείνη συντετριμμένη από την αποκάλυψη αυτή της Οσίας έπεσε στα πόδια της και την εκλιπαρούσε να τη συγχωρήσει, και να προσευχηθεί για το παιδί της. Η ευσυμπάθητη Γερόντισσα τότε προσευχήθηκε θερμά και αμέσως το παιδί θεραπεύθηκε.
Το θέρος του έτους 1932, στις 26 Ιουλίου, στη μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Παρασκευής, πραγματοποιήθηκε μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι στο Μηλοχώρι. Το επόμενο έτος, το 1933, αποκαταστάθηκε πάνω στα ερείπια των θεμελίων ο παλιός Ναός του με μέριμνα της Οσίας Χρυσής.
Η ταπεινή, βασανισμένη αλλά και αγιασμένη Γερόντισσα Χρυσή έλαμψε με τις αρετές της, με τα θαύματά της, με την παρρησία της ιδιαίτερα προς την Αγία Παρασκευή. Εύχρηστο σκεύος του Παναγίου Πνεύματος και ποταμός αστείρευτος χαρίτων και θαυμασίων.
Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα η Γερόντισσα Χρυσή αρρώστησε και οι δικοί της την πήραν από το Μοναστήρι πάνω σε ένα κάρο, για να την μεταφέρουν στο πατρικό της σπίτι και να πεθάνει εκεί. Τότε άστραψε ο καθαρός ουρανός και ακούσθηκαν ψαλμωδίες αγγελικές. Η Οσία έβλεπε πολλούς Αγίους να την προσμένουν και συνομιλούσε μαζί τους λέγοντας:
-Θα έλθω κοντά σας!
Στην Αγία Παρασκευή ιδιαίτερα είπε:
-Τελείωσα το έργο μου και θα έλθω κοντά σου. Λαχταρώ να βρεθούμε μαζί!
Κοιμήθηκε σε ηλικία 82 ετών, την Κυριακή του Πάσχα του 1959, που το έτος εκείνο ήταν στις 3 Μαΐου, μόλις ακούσθηκε ο χαρμόσυνος παιάνας της πίστεώς μας, το «Χριστός Ανέστη»!
Η ανακομιδή των χαριτοβρύτων λειψάνων της έγινε στις 17 Ιουνίου του έτους 1998. Από τότε το Μοναστήρι κατέχει ως πολύτιμο θησαυρό την Αγία Κάρα της Οσίας και τα πάνσεπτα λείψανά της καθώς και τη μανδήλα της, ανεκτίμητα κειμήλια που αναδίδουν όλα άρρητη ευωδία και παρέχουν στους πιστούς τα ιάματα. Αποθησαυρίζονται μέσα στο Ιερό Βήμα του Καθολικού της Αγίας Παρασκευής, στο οποίο φυλάσσεται και η εφέστια εικόνα της Οσιομάρτυρος.
Η μνήμη της Οσίας τιμάται την Πέμπτη της Διακαινησίμου και ιδιαιτέρως στις 17 Ιουνίου, ημέρα της ανακομιδής των ιερών της λειψάνων με ύμνους και ψαλμούς και ωδές πνευματικές, καθώς προτρέπει τους Χριστιανούς ο Απόστολος Παύλος

14/6/17

ΤΙ ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΩ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΣΕ ΟΤΙ ΜΕ ΕΧΕΙ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣΕΙ ;;;


Λοιπόν την αρχή της κατά Θεόν ωφέλειάς σου, παιδί μου, οφείλεις να την κάνεις από αυτό το σημείο: 
πρέπει να μελετάς και να συλλογίζεσαι ακατάπαυστα χωρίς ποτέ να ξεχνάς, όλες τις οικονομίες τις διευθετήσεις και τους μυστηριώδεις τρόπους της θείας βουλής και τις ευεργεσίες που σου έκανε κι εξακολουθεί να σου κάνει ο Θεός για τη σωτηρία της ψυχής σου. 
Όχι τυλιγμένος από τη λήθη που προκαλεί η κακία ή εξαιτίας της ραθυμίας να ξεχνάς τις πολλές και μεγάλες προς εσένα ευεργεσίες Του, και έτσι να περνάς τον υπόλοιπο καιρό σου χωρίς ωφέλιμα έργα και χωρίς ευχαριστία.
Επειδή οι ακατάπαυστες αυτές ενθυμήσεις των ευεργεσιών του Θεού, κεντούν σαν το σουβλί την καρδιά, και την παρακινούν σε εξομολόγηση και σε δοξολογία, σε ταπείνωση, σε ευχαριστία με συντριβή ψυχής, σε κάθε αγαθή απασχόληση, σε προθυμία για να ανταποδώσει τις ευεργεσίες προς το Θεό με τρόπους και ήθη αγαθά και με όλη την αρετή που είναι σύμφωνη με το θέλημά Του. 
Και την κάνουν να μελετά πάντοτε τον προφητικό λόγο: «Τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα, με όσα με έχει ευεργετήσει;
Ας αναλογιστεί ο άνθρωπος τις ευεργεσίες του φιλάνθρωπου Θεού από τον καιρό της γενννήσεως, ή από πόσους κινδύνους γλύτωσε, σε πόσες αμαρτίες έπεσε και σε πόσες παραβάσεις γλίστρησε θεληματικά, και εντούτοις δεν τον παρέδωσε για απώλεια και θάνατο, σύμφωνα με το δίκαιο, στα πονηρά πνεύματα που τον εξαπάτησαν, αλλά τον διαφύλαξε μακρόθυμα ο φιλάνθρωπος Κύριος, παραβλέποντας τις αμαρτίες του, περιμένοντας την επιστροφή του.
Όσιος Μάρκος ο ασκητής

2/6/17

ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟ ΠΝΕΥΜΑ


Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μας, καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους ὡς ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸ θεσμό της, καθὼς τονίζεται στὸ ἰδιαίτερα γνωστὸ στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χωρὶς τὰ χαρίσματά Του δὲν μπορεῖ οὔτε Ἐκκλησία νὰ ὑπάρξει, οὔτε Μυστήρια νὰ τελεσθοῦν, οὔτε ὁμολογία πίστεως νὰ γίνει, οὔτε ἁγιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθεῖ.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁμίλησε καὶ συνεχίζει νὰ ὁμιλεῖ διὰ τῶν Προφητῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο χαριτώνει καὶ φωτίζει τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, τελειοποιεῖ τοὺς ἱερεῖς, μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστοῦ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παπικοὺς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τὰ πάντα συντελοῦνται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ πάντα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐπενέργειά Του. Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Χριστὸς εἶχε προείπει τὴν ἔλευση καὶ γι’ αυτό παρότρυνε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μὴν φύγουν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἕως ὅτου λάβουν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Πατρός Του. Ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, εἶπε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, Ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσει τὸ τί ἔκανα καὶ τὸ τί εἶπα. «Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός,τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰωάν, ιε΄ 26).

Την πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὸ Πάσχα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» στὶς κεφαλὲς τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι φωτίσθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ λαλοῦν διάφορες γλῶσσες. Ἔκτοτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔμεινε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ μένει μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὴν πνευματικότητα στὶς ζῶσες ὑπάρξεις. «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται...». Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ζεῖ μέσα στὴν Εκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων. Ἀνασταίνει τὶς ψυχές, συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, δίδει τὰ χαρίσματα, χρίει τοὺς πιστούς, δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν στὴν ἐξομολόγηση, μετουσιάζει τὰ Τίμια Δῶρα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία. Στὴν ἱερωσύνη δίδει τὰ χαρίσματα στὸν χειροτονηθέντα, στὸ γάμο ἑνώνει δύο ὑπάρξεις, στὸ εὐχέλαιο δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐνεργεῖ στὴν ἴαση τῆς ἀσθενείας.
Ἰδιαιτέρως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ μάλιστα δυναμικὰ δίνοντάς του οὐράνιες δωρεές, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ πραότητα, ἡ χρηστότητα, ἡ πίστη, ἡ ἀγαθοσύνη. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ φωτίζει τὸν Χριστιανὸ νὰ ἐννοεῖ τὸ θεῖο λόγο στὸ κήρυγμα, στὴ μελέτη. Ὕστερα τὸν ἐνισχύει στὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικὸ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ στὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
Ἐνεργεῖ, ὅμως, σ’ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα; Ὄχι, δὲν ἐνεργεῖ σὲ ὅλους. Δὲν ἐνεργεῖ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, στοὺς ἀδιάφορους, στοὺς τυπολάτρες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ ἀσθενικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν στὴν Εκκλησία οἱ ὑγιεῖς πιστοὶ καὶ οἱ ἀσθενεῖς πιστοί. Οἱ ἀσθενεῖς πιστοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐκτελοῦν τὰ πνευματικὰ τους καθήκοντα. Σὲ αὐτούς, λοιπόν, δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας: «Πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν» (Α΄ Ἰωάν, γ΄ 6). Πρέπει ὁ ἁμαρτάνων νὰ στραφεῖ στὴ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐνεργήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει, ὥστε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴ σωτηρία του.

Ὅλοι μας ἔχουμε τὴν ἀνάγκη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει αὐτὴν τὴν ὡραία προσευχὴ ποὺ λέγεται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι τὸ Μέγα Σάββατο, τὰ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγὸς, ἐλθὲ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ εἶναι πάντα μέσα μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὸ ἴδιο μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 19). Ἂς προσέξουμε, λέει, μὴ χάσουμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πότε τὴ χάνουμε; Ὅταν ἐμμένουμε στὴν ἁμαρτία, ὅταν δὲν προσπαθοῦμε νὰ μειώσουμε ὁρισμένα ἐλαττώματα. Γι’ αὐτὸ συνέχεια πρέπει νὰ λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε», ἀφοῦ εἶναι ἀπαραίτητο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ ἔχουμε ζωὴ πνευματική. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζωογονεῖ: «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται...». Αὐτὸ καθαρίζει τὴν ψυχή, τὴν ἐξυψώνει, τὴν κάνει, ὅπως τὴ θέλει ὁ Θεός μας.
Τώρα γιατί ἀπὸ τὸ Μέγα Σάββατο ἕως τὴν Πεντηκοστὴ δὲν λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε»; Ἀπεδήμησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο; Ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Ὄχι, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἔλθει ἀκόμα. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καί ἡ Ἐκκλησία μας ἔτσι τὸ θέσπισε γιατὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, τὸ λόγο ἔχει ὁ Χριστός μας, ὁ ἀναστημένος μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Πατήρ δημιούργησε, ὁ Χριστὸς ἔσωσε, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συντηρεῖ τὴν Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία ὅλον τὸν κόσμο. Εἶναι μονίμως ἐδῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνεργεῖ, θαυματουργεῖ, συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ὅποιος τὰ βάζει μὲ αὐτὴν τὰ βάζει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ νικηθεῖ ὁ Θεὸς ποτέ;
Ἡ πα ρου σί α καὶ ἡ ἀ πο στο λὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύ μα τος μέ σα στὸν κό σμο μαρ τυ ρεῖται ἀ πὸ τὶς πολ λὲς βι βλι κὲς ἀ να φο ρὲς τό σο στὴν Πα λαιὰ ὅ σο καὶ στὴν Και νὴ Δια θή κη. Κα τὰ τὴ δη μιουρ γί α τοῦ κό σμου «πνεῦ μα Θε οῦ ἐ πε φέ ρε το ἐ πά νω τοῦ ὕ δα τος» (Γεν. α΄ 2). Στὸν κα τα κλυ σμὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε ὁ Θεὸς «ἐ πή γα γε πνεῦ μα ἐ πὶ τὴν γῆν καὶ ἐ κό πα σε τὸ ὕ δωρ» (Γεν. δ΄ 1). Στὴν ὠ δὴ τοῦ Μω ϋ σέως, με τὰ τὴν ἔ ξο δο, δο ξο λο γεῖ ται ὁ Θε ὸς μὲ τὴ φράση: «Ἀ πέ στει λας τὸ πνεῦ μά σου, ἐ κά λυ ψεν αὐ τοὺς θά λασ σα, ἔ δυ σαν ὡσεὶ μό λυ βος ἐν ὕ δα τι σφο δρῶν» (Ἐξ. ιε΄ 10). Ἐ πί σης ὁ Μω υ σῆς εὐ λο γεῖ τὸν Ἰ η σοῦ τοῦ Ναυ ῆ ὅ τι «οὗ τος ἐνε πλή σθη πνεύ μα τος συ νέ σε ως» (Δευτ. λε΄ 9)», καὶ στὸν 50ο ψαλ μὸ χα ρα κτη ρί ζε ται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πνεῦμα «εὐ θές», «ἅγιον», «ἡ γε μο νι κόν, ἐ νῶ ἡ Σοφία Σο λομῶντος τὸ χα ρα κτη ρί ζει πνεύ μα «φι λάν θρω πον» (Σοφ. Σολ. α΄ 5).
Τέ λος τὸ Ἅγιον Πνεύῦμα εἶναι τὸ «λα λή σαν διὰ τῶν προ φη τῶν». Ὁ προ φή της Ἡ σα ΐ ας ση μειώ νει: «Πνεῦ μα Κυ ρί ου ἐπ’ ἐ μέ, οὗ ἕνε κεν ἔχρι σέ με» (Ἡσ. ξ΄ 1) καὶ ὁ Ἰε ζε κι ήλ ση μειώ νει: «...καὶ ἦλ θεν ἐπ’ ἐ μὲ πνεῦμα καὶ ἔ στη σέ με ἐ πὶ τοὺς πό δας μου καὶ ἐ λά λη σε πρός με...» (Ἰεζ. γ΄ 24).

Πε ρισ σό τε ρο ἐν δει κτι κὲς πε ρὶ τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, σχε τι κὰ μὲ τὴν ἔ λευ ση καὶ μὲ τὸ ἔρ γο Του μέ σα στὴν Ἐκ κλη σί α, εἶ ναι οἱ ἀνα φο ρὲς στὴν Και νὴ Δια θή κη. Κατ’ ἀρ χὴν ἡ Γέν νη ση τοῦ Χρι στοῦ, «ἐκ πνεύ μα τος ἐ στὶν ἁ γί ου» (Ματ θ. α΄ 21). Στὸν Εὐαγ γε λι σμὸ τῆς Θε ο τό κου ὁ Ἀρχάγ γε λος Γα βρι ὴλ θὰ τῆς ἀ πα ντή σει στὴν ἔκ πλη ξή της: «Πνεῦ μα Ἅ γιον ἐ πε λεύ σε ται ἐ πὶ σὲ καὶ δύ να μις Ὑ ψί στου ἐ πι σκιά σει σοι», (Λουκ. α΄ 35). Στὴν ἔ ρη μο ὁ Ἰω άν νης ἐπα να λαμ βά νει: «Ἐγὼ μὲν βα πτί ζω ὑ μᾶς ἐν ὕ δα τι εἰς με τά νοιαν, ὁ δὲ ὀ πί σω μου ἐρ χό με νος...βα πτί σει ὑ μᾶς ἐν Πνεύ μα τι Ἁ γί ῳ καὶ πυ ρί» (Ματ θ. γ΄ 11).
Ἐ πί σης ἔ χου με καὶ αἰ σθη τὴ τὴν πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος κα τὰ τὴ Βά πτι ση τοῦ Κυ ρί ου: «Ἐ γέ νε το ἀ νε ω χθῆ ναι τοὺς οὐ ρα νοὺς καὶ κα τα βῆ ναι τὸ πνεῦ μα τὸ Ἅ γιον σω μα τι κῶς ἐν εἴ δει πε ρι στε ρᾶς» (Λουκ. γ΄ 21-22). Κα τὰ τὴ Με τα μόρ φω ση τοῦ Κυ ρί ου «...Ἰ δοὺ νε φέ λη φω τει νὴ ἐ πε σκί α σεν αὐ τούς» (Ματ θ. ιζ΄ 5). Πρό κει ται, κα τὰ τοὺς πα τέ ρες, γιὰ τὴν πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος ὡς «φω τει νῆς νε φέ λης», ποὺ «ἐπε σκί α σε» τοὺς μα θη τὲς τοῦ Κυ ρί ου.
Τέ λος, ἔχου με τὴν αἰ σθη τὴ πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος κα τὰ τὴν ἡμέ ρα τῆς Πε ντη κο στῆς, ὅ ταν οἱ μα θη τὲς «ὤ φθη σαν αὐτοῖς δια με ρι ζό με ναι γλῶσ σαι ὡ σεὶ πυ ρός ...ἐ πλή σθη σαν ἅ πα ντες Πνεύ μα τος Ἁγί ου» (Πραξ. β΄ 1-3).
Εἶ ναι αὐ στη ρὴ ἐξ ἄλλου ἡ προ ει δο ποί η ση τοῦ Κυ ρί ου, ὅ σον ἀ φο ρᾶ τὴ βλα σφη μί α κα τὰ τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, ποὺ ση μαί νει, κα τὰ τοὺς πα τέ ρες, τὴν ἀ με τα νο η σί α τοῦ ἀν θρώ που καὶ τὴν πα ρα μο νή του στὴν ἁ μαρ τί α. «Ἀ μὴν λέ γω ὑ μὶν· Ὃς ἂν βλα σφη μή σῃ εἰς τὸ Πνεῦ μα τὸ Ἅ γιον οὐκ ἔ χει ἄ φε σιν εἰς τὸν αἰῶ να, ἀλ λ’ ἔ νο χος ἐ στὶν αἰω νί ου κρί σε ως» (Μᾶρ κ. γ΄ 28-29).
Ὁ Κύ ριος λί γο πρὶν ἀπὸ τὸ Πά θος Του ὑπο σχέθηκε στοὺς μα θη τές Του τὴν ἀ πο στο λὴ τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, ὡς Πα ρα κλή του, δη λα δή, ὡς ἐ νι σχυ τοῦ στὸ ἔρ γο τους. Τοὺς εἶπε: «...Καὶ ἐ γὼ ἐ ρω τή σω τὸν πα τέ ρα καὶ ἄλ λον πα ρά κλη τον δώ σει ὑ μῖν... τὸ πνεύῦμα τῆς ἀλη θεί ας» (Ἰω άν. ιδ΄ 15), γιὰ νὰ ἐπαναλάβει στη συ νέ χεια: «...Ὁ δὲ πα ρά κλη τος, τὸ Πνεῦ μα τὸ Ἅ γιον, Ὃ πέμ ψει ὁ Πα τὴρ ἐν τῷ ὀ νό μα τί μου, Ἐκεῖ νος ὑ μᾶς δι δά ξει πά ντα...» (Ἰωάν. ιε΄ 25-26). Κα τὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, Ἐπί σκο πο Ἱε ρο σο λύ μων, «κα λεῖ ται τὸ πνεῦ μα πα ρά κλη τος, ὡς πα ρη γο ροῦν ἡ μᾶς, βο η θοῦν τὰς ἀ σθε νεί ας ἡ μῶν καὶ ἐντυγ χά νων ὑ πὲρ ἡ μῶν».
Μὲ τὴν πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος οἱ Α πό στο λοι συ νέ χισαν τὸ ἔρ γο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐ τὸ καὶ ἡ ἀ πο στο λι κή πε ρί ο δος εἶ ναι κατ’ ἐ ξο χὴν ἁγιοπνευ μα τι κή, ση μεῖ ον ἀ να φο ρᾶς στὴν ἀ νὰ τὴν οἰκουμένη πο ρεί α τῆς Ἐκ κλη σί ας. Ἔτσι, ἡ εἴ σο δος τῶν ἐ θνι κῶν στὴν Ἐκ κλη σί α, ὅ πως ἀπο φά σι σε ἡ Ἀ πο στο λι κή Σύ νο δος (48 μ.Χ.), θε ω ρεῖ ται ὡς καρ πὸς τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος ἀ φοῦ «...ἔ δο ξε τῷ Ἁ γί ω Πνεύ μα τι καὶ ἡ μῖν» (Πραξ. ιε΄ 28) γρά φουν οἱ Ἀ πό στο λοι στοὺς Χρι στια νοὺς τῆς Ἀντιοχεί ας.
Στὴ συ νέ χεια ὁ Ἀπόστολος Παῦ λος μᾶς πλη ρο φο ρεῖ γιὰ τὶς «δω ρε ὲς» καὶ τὰ «χα ρί σμα τα» τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος. Ση μειώ νει στὴν πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του «Α΄ Κορ. ιδ΄ 4»: «Διαι ρέ σεις χα ρι σμά των εἰσί, τὸ δὲ αὐ τὸ Πνεῦ μα. Ἑ κά στῳ δὲ δί δο ται ἡ φα νέ ρω σις τοῦ Πνεύ μα τος πρὸς τὸ συμ φέ ρον». Ὑπάρ χουν χα ρί σμα τα «ἔκτα κτα» (π.χ. προ φη τεί α, γλωσ σο λα λί α κ.α.) καὶ χα ρί σμα τα «μόνι μα». Γι’ αὐ τὸ ση μειώ νει: «Εἴ τε προ φη τεῖ αι κα ταρ γη θή σον ται, εἴτε γλῶσσαι παύσονται (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8) «Νυ νὶ μέ νει πί στις, ἐλ πίς, ἀγά πη, τὰ τρί α ταῦ τα, μεί ζων δὲ τού των ἡ ἀ γά πη» (Α΄Κορ. ιγ΄13). Κι ἔ τσι φθά νου με στὰ «μό νι μα» χα ρί σμα τα τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, όὅπως εἶ ναι, κυ ρί ως, ἡ ἀ γά πη, ἡ ὁ ποί α «ουὐδέ πο τε ἐκ πί πτει» καὶ συ μπλη ρώ νει: «ζη λοῦτε ...τὰ χα ρί σμα τα τὰ κρείτ το να...ζη λοῦ τε τὰ πνευ μα τι κά» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31). Καὶ τέ τοια χα ρί σμα τα, ὡς καρ πὸς τοῦ πνεύ μα τος, «...ἐ στίν ἀ γά πη χα ρά, εἰ ρή νη, μα κρο θυ μί α, χρη στό της, ἀγα θω σύ νη, πί στις, πρα ό της, ἐ γκρά τεια... (Γαλ. ε΄ 22). Ἔ τσι ὁ ἄνθρω πος γί νε ται «πνευ μα τι κὸς» καὶ «χα ρι σμα τι κός».
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφεται ἕνα περιστατικὸ κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ φιλοξένησε τρεῖς ἄνδρες στὴ σκηνή του (Γένεση, κεφάλαιο 18). Ὁ Ἀβραὰμ δέχτηκε τὸν Θεὸ ὡς Τριάδα Προσώπων, τὰ Ὁποῖα παρουσιάσθηκαν ὡς ἄνδρες ἀγγελιοφόροι. Οἱ τρεῖς Ἄγγελοι δηλαδὴ ποὺ δέχθηκε ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἄκτιστοι, ἦταν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ Θεοῦ μας, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἕνα Τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζει αὐτή τὴν ἀποψη, ψαλλόμενο τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου. «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ ᾿Αβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δὲ μορφώσεσιν» (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ στ´). Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ γράφει: «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ» «Γέν. 18΄ 1).
Τώρα γιὰ τὸ πῶς γίνεται ὁρατὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἂν αὐτὸ τοὺς συνοδεύει στὴ ζωή τους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ σὲ συζήτηση του μὲ τὸν Μοτοβίλωφ εἶπε:
- Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, φθάσαμε σὲ τέτοια χλιαρότητα πίστεως καὶ σὲ τέτοια ἔλλειψη εὐαισθησίας ὡς πρὸς τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. «Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς εἶδαν τὸν Θεό. Ἡ στήλη τῆς πύρινης νεφέλης, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χρησίμευε γιὰ ὁδηγὸς στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ μέσα στὴν ἔρημο. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμά Του ὄχι σὲ ὄνειρο ἢ σὲ ἔκσταση, προϊόντα ἀρρωστημένης φαντασίας, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπρόσεκτοι ποὺ γίναμε, ἀντιλαμβανόμαστε τὰ λόγια τῆς Γραφῆς ἀλλοιώτικα ἀπ' ὅ,τι θὰ ἔπρεπε. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ χάρη, τὴν ἐμποδίζουμε νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει στὶς ψυχές μας ἀπὸ διανοητικὴ ὑπεροψία.
Μὴ λησμονοοῦμε ὅτι ὁ Αδάμ δημιουργήθηκε ζῶον, ὅμοιο μὲ τὰ ἄλλα πλάσματα ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, ἂν καὶ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Θὰ ἔμενε ζῶο, ἂν δὲν εἶχε δεχθεῖ «τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς», τὸ πνεῦμα, ποὺ τὸν ἔκανε συγγενῆ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος μόνο ζωοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνοικεῖ μέσα του.
Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἐμεῖς προχωρώντας στὴν ἡλικία δὲν αὐξάνουμε στὴ σοφία, ὅπως ὁ Κύριός μας ( Λουκ. β΄ 52), ἀλλὰ ἀντίθετα φθειρόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ γινόμαστε ἁμαρτωλοί, ἀπεχθῶς μάλιστα ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ χάσαμε τὴ χάρη ποὺ εἴχαμε δεχθεῖ στὴν ἀρχή. Ἂν παρ' ὅλα αὐτὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀποφασίσει νὰ ξαναγυρίσει στὸν Θεὸ ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, πρέπει νὰ ἐξασκήσει τὶς ἀρετές, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὰ ἀμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει. Θὰ ξαναβρεῖ τότε μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ θεμελιώνει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν » ( Λουκ . ιζ΄ 21), καὶ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» ( Ματθ . ια΄ 12).
Σὲ δεύτερη ἐρώτηση τοῦ Μοτοβίλωφ γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνώρισει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἀπάντησε:
«Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἐπαναφέρει ἀδιάκοπα στὴ μνήμη μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, ἐνῶ τὸ σατανικὸ πνεῦμα, τὸ πονηρόν, ἐργάζεται κατ' ἀντίστροφη ἔννοια. Οἱ ἐνέργειες του ἐπάνω μας εἶναι θορυβώδεις, μᾶς παρακινοῦν πρὸς τὴν ἀνταρσία καὶ μᾶς κάνουν σκλάβους τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας, τῆς ματαιοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας.
Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐμφανίζεται σὰν ἕνα ἄρρητο φῶς σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ νὰ φανερωθεῖ. Ἐμφανίζεται μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, μὲ γλυκύτητα, μὲ θερμότητα, ποὺ καὶ στὸ χιόνι μέσα νὰ εἶσαι χωμένος νομίζεις ὅτι εἶσαι μέσα σὲ ἀτμόλουτρο καὶ μὲ εὐωδία ἀσύγκριτη.

Ἔτσι ὅταν ἡ Θεία Χάρις κατοικεῖ μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως μας, στὴν καρδιά μας. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί» ( Λουκ. ιζ΄ 21). Μὲ τὴ φράση «βασιλεία τοῦ Θεοῦ » ἐννοεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ βασιλεία βρίσκεται τώρα μέσα μας, μᾶς θερμαίνει, μᾶς φωτίζει, εὐχαριστεῖ τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει μὲ ἀγαλλίαση τὴν καρδιά μας. Ἡ τωρινή μας κατάσταση μοιάζει μὲ αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «οὐκ ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ » (Ρωμ. ιδ΄ 17).
«Όσο γιὰ τὴ διαφορετικὴ κατάσταση μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἐνώπιον Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ ὅλους μας ὁ Θεὸς ζητάει μιὰ καρδιὰ γεμάτη πίστη καὶ ἀγάπη. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ θρόνος στὸν ὁποῖο ἀρέσκεται νὰ κάθεται καὶ ἐκεῖ εμφανίζεται μέσα στὴν πληρότητα τῆς δόξης Του. «Υἱέ, δός μοι σὴν καρδίαν » (Παροιμ. 23΄ 26) καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ σοῦ τὰ δώσω ἐγὼ πολλαπλάσια. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. « Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ », λέγει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του «καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» ( Ματθ. στ΄ 33). « Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων».
Ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς νηπτικὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλάμβανε ὅτι, ἡ ψυχὴ ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θλίβεται, ὅταν βλέπει τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρει. Ποθεῖ καὶ γι' αὐτὸν καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο τὴν ἴδια χάρη ποὺ καὶ αὐτὴ ἔλαβε. Ἐπιθυμεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὴν ἴδια ὀμορφιά, νὰ μετανοήσουν, νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀνακαλύψουν τὴν εὐσπλαχνία Του καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπιθυμεῖ τὸ κακὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ βασιλεύσει ἡ εἰρήνη. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη, δὲν ἀνέχεται τὴν ἀπώλεια οὔτε μιᾶς ψυχῆς. Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας. Θὰ δοξασθοῦν αὐτοὶ πού, ἐπειδὴ ἦταν πλήρεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπέμειναν τὸν πόνο ὄλου τοῦ κόσμου.
Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα στὰ μάτια τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιά του πονοῦσε γιὰ ὅλη τὴν κτίση ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ Δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἀνέβαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι Σου, ἐλεῆμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς».
Στὰ νέα οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς καθημερινότητας μποροῦσε κανεὶς μέχρι ἕνα σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ πράγματα μέσω μιᾶς καταναλωτικῆς μανίας. Σήμερα, ὅμως, ποὺ στένεψαν τὰ οἰκονομικά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἐρχόμαστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὸν ἐσωτερικό μας ἑαυτό. Ἕνα κενὸ ἀπὸ πνευματικὰ ἐφόδια ποὺ δύσκολα τὸ ἀναγνωρίζουμε.
Ἡ βοήθεια τῶν Ἁγίων ἀφ’ ἑνὸς μᾶς θεραπεύει μὲ τὴν ὑπομονή, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπομόνωση μᾶς φέρνουν σὲ μιὰ αὐτοεξέταση. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ «μὴ ἀπελπίζου» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναδιάταξη τῶν προτεραιοτήτων μας.
Νὰ γεμίζουμε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς μας. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτὴ ἡ τραγικότητα τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἄνθρωποι ποὺ βιώνουν τὸν πόνο, τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου, μποροῦν νὰ προσφέρουν λύσεις. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἐνοικεῖ μέσα τους τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἂς ἐπιζητοῦμε, λοιπόν, πάντοτε, νὰ μὴν τὸ λυποῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸ χαροποιοῦμε μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς πράξει σωφροσύνης καὶ εὐποιΐας μας, γιὰ νὰ χαιρόμαστε καὶ ἐμεῖς μόνιμα κοντά Του.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας