Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

16/5/17

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Μία μεγάλη φυσιογνωμία των χρόνων της Τουρκικής δουλείας υπήρξε ο Αγιος Μακάριος, ο Επίσκοπος Κορίνθου.
 Καταγόταν από το δένδρο των Νοταράδων, που έδωσε στην Εκκλησία Αγίους, στην Επιστήμη σοφούς και στο Εθνος ήρωες.
 Από τη γενιά αυτή προερχόταν και ο Αγιος Γεράσιμος της Κεφαλληνίας.
 Ο Μακάριος ήταν το 5ο κατά σειρά παιδί από τα εννέα του Γεωργαντά και της Αναστασίας.
 Γεννήθηκε στην Κόρινθο όπου ούτε ο πλούτος, ούτε τα αξιώματα, ούτε η πολιτική του πατέρα του μπόρεσαν να θέλξουν την ψυχή του νεαρού Νοταρά προς την κοσμική δόξα.
 Επειδή τα δύσκολα εκείνα χρόνια η Κόρινθος εστερείτο διδασκάλου όλοι στράφηκαν προς τον νεαρό Νοταρά.
Για 6 χρόνια εργάστηκε ως Δάσκαλος χωρίς μισθό, διαπαιδαγωγώντας με τις γνώσεις και κυρίως με το ήθος του τους μικρούς μαθητές του.
 Στο διάστημα αυτό όμως κοιμήθηκε ο Επίσκοπος Κορίνθου, τότε κλήρος και λαός απαίτησαν από τον Πατριάρχη στο θρόνο να ανέλθη ο νεαρός δάσκαλος Νοταράς.
 Πράγματι ο ευσεβής εκείνος δάσκαλος από λαϊκός αφού έλαβε διαδοχικά όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης τον Ιανουάριο του έτους 1765 σε ηλικία 34 ετών ανήλθε στο θρόνο της Κορίνθου με την μοναχική του ονομασία Μακάριος.
 Το αρχιερατικό αξίωμα τα χρόνια εκείνα της σκλαβιάς ήταν μία διαρκής προσφορά, μια θυσία για την προστασία και την φροντίδα τόσων ψυχών.
 Στις συχνές περιοδείες στην επαρχία του τόνωνε τους προκρίτους δίνοντάς τους και το τελευταίο του γρόσι για την επισκευή του σχολείου τους.
 Μοίραζε ακόμη κολυμβήθρες στα χωριά για να γίνεται το βάπτισμα κανονικά και σύμφωνα με το τυπικό της Ορθόδοξης εκκλησίας μας.
 Το θεάρεστο αυτό έργο του όμως δυστυχώς σταμάτησε, όταν με την άτυχη Επανάσταση των Ορλώφ, τότε η Κορινθία λαφυραγωγήθηκε από τις ορδες των Αλβανών και η ύπαιθρος ερημώθηκε.
Χιλιάδες Χριστιανοί μαζί με τους ιερείς και τους προκρίτους αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στη Ζάκυνθο.
Αναμεσά τους ήταν και ο Επίσκοπος Μακάριος που με αγάπη δέχθηκε να ακολουθήσει το ποίμνιό του σ΄αυτή τη πικρή δοκιμασία του.
 Οι Ζακύνθιοι τον δέχθηκαν με αγάπη και σεβασμό και τον περιέβαλαν «ως άλλον Χριστού απόστολον».
Από τη Ζάκυνθο ήρθε στην Υδρα οπου γνωρίσθηκε και από τότε συνδέθηκε φιλικά με τον νεαρό Νικόλαο Καλλιβούρτση και μετέπειτα Οσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
Ωστόσο η Πύλη επιθυμώντας την αποκατάσταση της τάξης και την επανάκαμψη των προσφύγων στις εστίες τους, απαίτησε από τον Πατριάρχη να εκλέξει νέους Επισκόπους στις επαρχίες της Πελοποννήσου.
 Ο Αγιος Μακάριος διαμαρτυρήθηκε για την αντικανονική αυτή ενέργεια και παρακάλεσε το Πατριαρχείο να τον αφήσει ησυχάζοντα.
 Από την Υδρα ήρθε στη Χίο, στο Αγιον Ορος, στην Πάτμο (Κάθισμα Κουμάνας) , στη Σμύρνη, για να γυρίσει και πάλι στη Χίο όπου εγκαταστάθηκε οριστικά.
 Επεδόθη σε μελέτες και συγγραφή βιβλίων.
 Παράλληλα λειτουργεί και διδάσκει το λαό του Θεού.
 Ξένος από κάθε κενοδοξία, μιλούσε χωρίς επιτηδευμένους ρητορικούς λόγους, αλλά «με ύφος ήρεμον, ήσυχον γαλήνιον καθώς ήτο και η διδαχή των αλιέων αποστόλων των οποίων ήτο κατά αλήθειαν μαθητής ακριβέστατος».
Δεν ήταν μόνο κήρυκας του θείου λόγου ο Αγιος Μακάριος, ήταν και ο στοργικός πατέρας του λαού από όπου πέρασε κι επιπλέον υπήρξε ο θερμός ενισχυτής πολλών Νεομαρτύρων.
Ο Κορίνθιος ιεράρχης που σκόρπισε την πατρική του περιουσία στους ανήμπορους και στους φτωχούς ζούσε στη Χίο πολύ φτωχικά με εγκράτεια και άσκηση μεγάλη.
 Μεγάλη όμως ήταν και η φήμη του ώστε πολλοί να καταφεύγουν στο ταπεινό του κελί για να ωφεληθούν πνευματικά.
 Με τον Χριστό στην καρδιά και την προσευχή στα χείλη το 1805 ειρηνικά παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
 «Αμποτε να έλθω εις εαυτόν και εγώ και κάθε Χριστιανός –έγραφε- και να λάβωμεν αγιασμόν, λογισμόν επιστροφής και διορθώσεως…»
 Μ΄αυτή τη βαθειά αυτογωσία έζησε ο θαυμαστός Ιεράρχης της Κορίνθου Μακάριος Νοταράς την γεμάτη κατατρεγμούς ζωή του και σ΄αυτήν καλεί όλους εμάς στη διάρκεια της Ζωης μας να μαθητεύσουμε.
 Αμποτε να αξιωθούμε να μιμηθούμε  αμην

1/5/17

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ


Ἀκοῦμε τὸν προφήτη νὰ ἐρωτᾶ τὸν Θεό: «τί ὅτι ὁδὸς ἀσεβῶν εὐοδοῦται;» 
 . Γιατί οἱ δρόμοι τῆς ζωῆς τῶν ἀσεβῶν εὐοδώνονται;
 Καὶ «ἕως πότε πενθήσει ἡ γῆ;».
 Ἕως πότε θὰ πενθῆ ἡ γῆ καὶ ὅλη ἡ χλόη τοῦ ἀγροῦ θὰ ξεραίνεται ἐξ αἰτίας τῆς κακίας τῶν κατοίκων της;
Ἀκοῦμε τὸν προφήτη. Χρειαζόμαστε τὴν ἀπάντηση.
 Γιὰ ὅταν τὸ κακὸ πλημμυρίζει τὶς συνειδήσεις μας.
 Γιὰ ὅταν βλέπουμε τὴν ἀλήθεια μέσα μας νὰ παίρνει τὴν μορφὴ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης.
 Γιὰ ὅταν τὸ ἕνα ψεῦδος συναντᾶ ἄλλα ψεύδη καὶ ὅλα μαζὶ μοιάζει νὰ μὴν τὰ ἀνέχεται ἡ ζωή. 
Καὶ ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ προλέγει τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἠθικῆς τάξεως στὸν κόσμο: «ἰδοὺ ἐγὼ ἀνοίγω τὰ μνήματα ἡμῶν» (Ἰεζ. 37, 12), 
«ἰδοὺ ἐγὼ φέρω ἐφ’ ἡμᾶς πνεῦμα ζωῆς» (Ἰεζ. 37, 5).
 Νά, ἐγώ θὰ ἀνοίξω τοὺς τάφους σας, νά, ἐγώ φέρνω σὲ σᾶς πνεῦμα ζωῆς.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γεννήτρα αὐτοῦ τοῦ πνεύματος.
 Εἶναι τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ ποὺ χαμήλωσε καὶ ἔγινε τὸ γεγονὸς τοῦ κόσμου.
 Ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ προβαίνει ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ στὸν κόσμο,
 μπαίνει στὴν ἱστορία, νικᾶ τὸν θάνατο καὶ κάθε εἶδος θανάτου καὶ ἀνασταίνει τὸν ἄνθρωπο.
 Ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ πνευματικὴ πραγματικότητα καὶ δύναμη ποὺ ὑπερβαίνει τὴν νοητικὴ ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου,
 ὅμως ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο,
 δῶρο ἀτίμητο τῆς θυσίας τοῦ Θεανθρώπου. 
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀνακαινιστικὴ καὶ ζωοποιὸς δύναμη μέσα στὴν ὁποία ζεῖ ἡ ἐκκλησία.
 Ἡ ἐκκλησία τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς ἀνάστασης,
 Σ’ ἕναν κόσμο ποτισμένο ἀπὸ τὴν φθορά.
 Ὅ,τι ἄλλο βλέπει κανεὶς στὴν ἐκκλησία, 
θεσμοὺς, λατρεία, μυστήρια, ἄσκηση, εἶναι ἕνα ἀδύναμο, στὶς δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου φτιαγμένο, κέλυφος, γιὰ νὰ κρατηθεῖ, νὰ προσφερθεῖ καὶ νὰ βιωθεῖ ἡ δύναμη καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἀνάστασης.
Πῶς ἡ καρδιὰ νὰ γιορτάσει;
 Πῶς νὰ συλλάβει τὴν οὐσία τῆς γιορτῆς;
 Πῶς τὸ τρεμάμενο ἄνθος τοῦ ἀγροῦ ποὺ σήμερα εἶναι καὶ αὔριο ἕνας ζεστὸς ἀέρας τὸ ἀφανίζει, πῶς αὐτὸ τὸ ἄνθος, ὁ ἄνθρωπος,
 νὰ γιορτάσει τὴν νίκη κατὰ τοῦ ἀφανισμοῦ, τὴν νίκη καταπάνω σὲ κάθε τι ποὺ εἶναι κακὸ, ἁμαρτία, ψεῦδος, τυφλότητα, θάνατος;
 Σὲ κάθε τι ποὺ φέρνει νεκρότητα;
Ἄς ἀφήσει τὸ φῶς καὶ τὴν χαρὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μπεῖ μέσα του.
 Ἄς μὴν πεῖ τίποτα.
 Ἄς μὴν προσπαθήσει νὰ ἑρμηνεύσει, ἄς μὴν προσπαθήσει νὰ κατανοήσει τὸ μυστήριο.
 Ἄς ἀνοιχθεῖ μὲ πίστη, ἄς τραγουδήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του τὸ τραγούδι τῆς νίκης κατὰ τῆς φθορᾶς.
 «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν……τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος· τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι τῶν μικροτήτων καὶ τῶν κακιῶν ζωὴν χαρισάμενος». 
«Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως» Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο δειλὸ ψέλλισμα τῶν ἀποστόλων ἐκείνη τὴν πρώτη μέρα ποὺ ὅλα γύρισαν.
 Ναὶ, ἀδελφοί.
 Μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας ἄς τὸ πιστέψουμε. 
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ δὲν ὑπάρχει πιὸ ὄμορφη εἰκόνα ἀπὸ αὐτὴν τῆς συνάντησης δύο ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν στὴν ἀνάσταση.
 «Χριστὸς ἀνέστη!» «Ἀληθῶς ἀνέστη, ἀδελφέ μου!»