Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

28/1/17

ΜΕ ΛΙΜΑΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΙ ΝΑΟΙ ΜΑΣ


      Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ Ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη.
 Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή. Ὁ Ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
 Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες.Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου.

 Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.
 Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι; 
 Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων.
 Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28).
 Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση;
 Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει.
 Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.
          Γιατί δὲν ἐκκλησιάζεσαι;
         Παρ᾿ ὅλα αὐτά, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία.
 Τί θλιβερό! 
Στοὺς χοροὺς καὶ στὶς διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. 
Τὶς ἀνοησίες τῶν τραγουδιστῶν τὶς ἀκοῦμε μὲ εὐχαρίστηση.
 Τὶς αἰσχρολογίες τῶν ἠθοποιῶν τὶς ἀπολαμβάνουμε γιὰ ὦρες, δίχως νὰ βαριόμαστε.
 Καὶ μόνο ὅταν μιλάει ὁ Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε καὶ ζαλιζόμαστε.
 Μὰ καὶ στὰ ἱπποδρόμια, μολονότι δὲν ὑπάρχει στέγη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς θεατὲς ἀπὸ τὴ βροχή, τρέχουν οἱ περισσότεροι σὰν μανιακοί, ἀκόμα κι ὅταν βρέχει ραγδαῖα, ἀκόμα κι ὅταν ὁ ἄνεμος σηκώνει τὰ πάντα.
 Δὲν λογαριάζουν οὔτε τὴν κακοκαιρία οὔτε τὸ κρύο οὔτε τὴν ἀπόσταση.
 Τίποτα δὲν τοὺς κρατάει στὰ σπίτια τους. Ὅταν, ὅμως, πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τότε καὶ τὸ ψιλόβροχο τοὺς γίνεται ἐμπόδιο.
 Κι ἂν τοὺς ρωτήσεις, ποιὸς εἶναι ὁ Ἀμὼς ἢ ὁ Ὀβδιοῦ, πόσοι εἶναι οἱ προφῆτες ἢ οἱ ἀπόστολοι, δὲν μποροῦν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους.
 Γιὰ τ᾿ ἄλογα, ὅμως, τοὺς τραγουδιστὲς καὶ τοὺς ἠθοποιοὺς μποροῦν σὲ πληροφορήσουν μὲ κάθε λεπτομέρεια.
 Εἶναι κατάσταση αὐτή;
 Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, καὶ σχεδὸν κανένας δὲν παρουσιάζεται στὸ Ναό.
 Φαίνεται πὼς ἡ ἀπόσταση παρασύρει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀμέλεια· ἢ μᾶλλον ὄχι ἡ ἀπόσταση, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια μόνο τοὺς ἐμποδίζει.
 Γιατί, ὅπως τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ζῆλο νὰ κάνει κάτι, ἔτσι καὶ τὸν ἀμελῆ, τὸν ρᾴθυμο καὶ ἀναβλητικὸ ὅλα μποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν. 

 Οἱ μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν Ἀλήθεια, κι ἐσὺ λογαριάζεις μία τόσο μικρὴ ἀπόσταση;
 Ἐκεῖνοι θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὸ Χριστό, κι ἐσὺ δὲν θέλεις οὔτε λίγο νὰ κοπιάσεις;
 Ὁ Κύριος πέθανε γιὰ χάρη σου, κι ἐσὺ Τὸν περιφρονεῖς;
 Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, κι ἐσὺ βαριέσαι νὰ ἔρθεις στὸ ναό, προτιμώντας νὰ κάθεσαι στὸ σπίτι σου; Καὶ ὅμως, πρέπει νὰ ἔρθεις, γιὰ νὰ δεῖς τὸ διάβολο νὰ νικιέται, τὸν ἅγιο νὰ νικάει, τὸ Θεὸ νὰ δοξάζεται καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ θριαμβεύει. 
«Μὰ εἶμαι ἁμαρτωλός», λές, «καὶ δὲν τολμῶ ν᾿ ἀντικρύσω τὸν ἅγιο».
 Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσαι ἁμαρτωλός, ἔλα ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος.
 Ἢ μήπως δὲν γνωρίζεις, ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἔχουν διαπράξει ἁμαρτίες;
 Γι᾿ αὐτὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἱερεῖς ἀπὸ κάποια πάθη, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ νὰ συγχωροῦν τοὺς ἄλλους.
 «Ἀφοῦ, ὅμως, δὲν τήρησα ὅσα ἄκουσα στὴν ἐκκλησία», θὰ μοῦ πεῖ κάποιος, «πῶς μπορῶ νὰ ἔρθω πάλι;».
 Ἔλα νὰ ξανακούσεις τὸν θεῖο λόγο.
 Καὶ προσπάθησε τώρα νὰ τὸν ἐφαρμόσεις.
 Ἂν βάλεις φάρμακο πάνω στὸ τραῦμα σου καὶ δὲν τὸ ἐπουλώσει τὴν ἴδια μέρα, δὲν θὰ ξαναβάλεις καὶ τὴν ἑπόμενη; 
Ἂν ὁ ξυλοκόπος, ποὺ θέλει νὰ κόψει μία βελανιδιά, δὲν κατορθώσει νὰ τὴ ρίξει μὲ τὴν πρώτη τσεκουριά, δὲν τὴ χτυπάει καὶ δεύτερη καὶ πέμπτη καὶ δέκατη φορά;
 Κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.
 Ἀλλά, θὰ μοῦ πεῖς, σ᾿ ἐμποδίζουν νὰ ἐκκλησιαστεῖς ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐργαστεῖς.
 Ὅμως δὲν εἶναι εὔλογη καὶ τούτη ἡ πρόφαση.
 Ἑφτὰ μέρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα.
 Αὐτὲς τὶς ἑφτὰ μέρες τὶς μοιράστηκε ὁ Θεὸς μαζί μας.
 Καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἔδωσε ἕξι, ἐνῷ γιὰ τὸν ἑαυτό Του ἄφησε μία.
 Αὐτὴ τὴ μοναδικὴ μέρα, λοιπόν, δὲν δέχεσαι νὰ σταματήσεις τὶς ἐργασίες;

20/1/17

Σιωπηλὸς συνωστισμός

Στὴν ἀποβάθρα τοῦ σταθμοῦ τοῦ τραίνου ἐπικρατεῖ τὸ ἀδιαχώρητο. Ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀνθρώπων ἔρχεται σιωπηλό, σκεφτικό, μὲ ἔκδηλη ἀγωνία καὶ φόβο. Ἄνδρες, γυναῖκες, νέοι, γέροι, παιδιά, ἐπιστήμονες καὶ ἀγράμματοι, ἄρχοντες καὶ ὑπηρέτες χωρὶς διακρίσεις, ἄλλοι φορώντας ροῦχα ἐργασίας, ἄλλοι νυχτικά, ἄλλοι ἐπίσημα κοστούμια, ἄλλοι ἀθλητικὲς φόρμες, ὅλοι, ὅμως, χωρὶς ἐπισημότητες ὁδεύουν πρὸς τὶς ἀποβάθρες. Τὴν ὥρα ποὺ κτύπησε τὸ καμπάνακι τῆς ἀναχωρήσεώς τους ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ ὅπως ἦσαν ἔτρεξαν γιὰ τὸ σταθμό, ὅπου τὰ τραῖνα τοὺς περιμένουν. Δὲν ὑπάρχουν σ’ αὐτὸν ἐκδοτήρια εἰσιτηρίων. Αὐτὰ ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ Ἄλλον πρὶν ἀπὸ χρόνια, τόσα ὅσα ἀφήνει Αὐτὸς ὁ ἄλλος στὸν καθένα, γιὰ νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ σηκώσει ἀγόγγυστα τὸ σταυρὸ ποὺ τοῦ ἔδωσε μαζὶ μὲ τὸ εἰσιτήριο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἔτσι, χωρὶς πρόσφατο εἰσιτήριο, ἀφοῦ κανεὶς δὲν γνωρίζει τὴν ὥρα ἀναχωρήσεως τοῦ τραίνου, ὅταν αὐτὸ σφυρίξει, ὅλοι συνωστίζονται, γιὰ νὰ ἐπιβιβασθοῦν σὲ αὐτό. Καὶ τὰ τραῖνα ἀναχωροῦν ἀσταμάτητα τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο.
Ὢ Θεέ μου, τέτοια κίνηση, τέτοιο συνωστισμὸ κανείς μας δὲν ἔχει δεῖ μὲ τὰ χοϊκά του μάτια, ἀφοῦ δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ συνωστισμὸ ποὺ παρατηρεῖται στὶς ἀποβάθρες ἀναχωρήσεων στὶς μεγαλύτερες γιορτὲς τοῦ χρόνου καὶ στὶς διακοπές, ὅπου πλήθη λαοῦ φεύγουν γιὰ νὰ περάσουν εὐχάριστα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὴ χείμερα τῆς καθημερινότητος. Δὲν συγκρίνεται ἐπίσης οὔτε μὲ τὸ συνωστισμό, ὅπως μοῦ τὸν διηθήθηκε ἡ γιαγιά μου, ποὺ συνέβη κατὰ τὴν κοσμοχαλασιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὰ δυσχείμερα χρόνια τῆς καταστροφῆς ἀπὸ τὶς ὀρδὲς τῶν ἀπίστων κατακτητῶν.
Παρὰ τὸ συνωστισμὸ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ φθάνουν στὸ σταθμό, ποὺ νὰ μὴν ἐπιβιβασθεῖ σὲ τραῖνο. Ὅλοι ἐπιβιβάζονται σὲ ὅποιο βροῦν μπροστά τους γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, τὸ ταξίδι χωρὶς ἐπιστροφή. Καὶ τί περίεργο. Ἐνῶ ὑπάρχει ἄπειρο συνωστιζόμενο πλῆθος ἐπιβατῶν δὲν ὑπάρχουν στὶς ἀποβάθρες οὔτε συγγενεῖς, οὔτε οἰκεῖοι, οὔτε φίλοι, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετίσουν. Ὁ χαιρετισμὸς ἔχει προηγηθεῖ πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὸ σταθμό, ἀφοῦ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν μπορεῖ νὰ τὶς προσεγγίσει. Ὑπάρχουν νοητοί, ἄϋλοι φρουροὶ ποὺ τὸν φυλάσσουν. Ἄλλωστε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες δὲν ἔχει ἀποσκευές, γιὰ νὰ χρειασθεῖ τὴ βοήθειά τους. Γιὰ τὸ ταξίδι αὐτὸ οἱ ὑλικὲς ἀποσκευὲς δὲν ἐπιστρέπονται, ὅπως δὲν ἀπαιτεῖται καὶ πρόσφατο εἰσιτήριο. Κάθε ἐπιβάτης ἔχει μόνο δύο συνοδούς, τοὺς ὁποίους, ἀλλοίμονο, γιὰ πρώτη φορὰ βλέπει. Αὐτοὶ θὰ τὸν συνοδεύσουν στὸν τελικό του προορισμό. Εἶναι δύο συνοδοὶ μὲ ἀντιπαλότητα, ἀφοῦ κάθε ἕνας θέλει τὸ συνοδευόμενό του νὰ τὸν κατευθύνει στὸ δικό του προορισμό. Καὶ οἱ ἐπιβάτες δὲν μποροῦν νὰ ἀντιδράσουν. Ἄγονται καὶ φέρονται ἀπὸ αὐτοὺς καὶ μόνο ἀγωνιοῦν γιὰ τὸν τελικὸ προορισμό. Θὰ εἶναι προορισμὸς ἀσταμάτητης χαρᾶς μέσα στὸ ἄδυτο φῶς ἢ προορισμὸς διαρκοῦς θλίψεως μέσα στὸ βαθὺ σκοτάδι;
Τὸ τραῖνο μὲ ὅλους τοὺς ἐπιβάτες τρέχει μέσα ἀπὸ τὸ χωροχρόνο καὶ κατευθύνεται σὲ μέρη ἄγνωστα. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει πόνος ἢ λύπη ἢ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητη. Ἡ ἀγωνία τῶν ἐπιβατῶν αὐξάνει ὅσο τὸ τραῖνο τρέχει πρὸς τὸ τέλος. Θὰ φθάσουν στὸ φῶς ἢ στὸ σκοτάδι; Δυστυχῶς αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐπιλέξουν τώρα τὸν προορισμό τους. Ἔπρεπε νὰ τὸν εἶχαν προεπιλέξει πρὶν ξεκινήσουν τὸ μεγάλο ταξίδι. Ὅταν σήκωναν μὲ χαρὰ τὸ σταυρὸ ποὺ τοὺς δόθηκε καὶ δόξαζαν τὸ δωρεοδότη τους, ὅταν ἔβαζαν λαδάκι στὸ λυχνάρι τους, γιὰ νὰ μὴ σβήσει καὶ νὰ τοὺς φωτίζει μέχρι τέλους στὸ πρόσκαιρό ταξίδι τους, αὐτὸ ποὺ διαρκοῦσε ἡμέρες καὶ νύχτες χωρὶς νὰ γνωρίζουν ἂν θὰ τελείωνε κάποια ἡλιόλουστη ἡμέρα ἢ κάποια ζοφώδη καὶ ἀσέληνη νύχτα.
Οἱ δύο συνοδοὶ ἀνοίγουν τὰ βιβλία τους καὶ βλέπουν τὶς κρατήσεις τῶν εἰσιτηρίων καὶ ὅλα τὰ γραφόμενα. Ἀνάλογα μὲ αὐτὰ θὰ χτυπήσουν καὶ τὸ κουδούνι γιὰ τὴν ἀποβίβαση τῶν ἐπιβατῶν ποὺ συνοδεύουν καὶ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀντισταθοῦν στὶς ἀποφάσεις τους. Ἄλλωστε οἱ ἴδιοι εἶχαν προδιαγράψει τὸν τελικό τους προορισμὸ μὲ τὰ ἔργα τους, μὲ τὴν κοινωνική τους συμπεριφορά, μὲ τὴν ἀγάπη τους καὶ πρώτιστα μὲ τὴν πίστη τους σὲ Αὐτὸν ποὺ θὰ τοὺς περιμένει νὰ τοὺς ὑποδεχθεῖ καὶ εἴτε νὰ τοὺς πεῖ «εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» εἴτε νὰ τοὺς πεῖ «δοῦλε πονηρὲ καὶ ὀκνηρέ, πορεύου εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον».
Στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς ποὺ ἐπιτρέπει τὸ εἰσιτήριό τους, τοὺς περιμένει ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, ὁ ἐλεήμων καὶ συμπαθὴς καὶ φιλάγαθος, ἀλλὰ καὶ ὁ δίκαιος Κριτής. Στὸ πρόσκαιρο ταξίδι μας στὴ γῆ Αὐτὸς μᾶς δείχνει σπλάγχνα οἰκτιρμῶν καὶ ἐλέους. Μᾶς συμπονᾶ, μᾶς θέλει νὰ ἀγωνιζόμαστε νόμιμα καὶ κάτω ἀπὸ τὴ δική Του ἐπίβλεψη καὶ θέλει νὰ μᾶς σφραγίσει τὸ εἰσιτήριό μας γιὰ τὸ ταξίδι μας χωρὶς ἐπιστροφὴ μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός. Μετὰ ὅμως τὸ προαποφασισμένο ἀπὸ Αὐτὸν ταξίδι μας μᾶς συναντᾶ ὄχι ὡς ἐλεήμων, ἀλλὰ ὡς Κριτὴς ἀδέκαστος. Ἔτσι, βάζει στὸ ζυγὸ τῆς δικαιοσύνης του ὅλα ὅσα ὁ ἕνας συνοδός, μας, ὁ ἐκ δεξιῶν μας, ἔχει καταγράψει καὶ ὅσα ὁ ἄλλος συνοδός μας, ὁ ἐξ ἀριστερῶν ἔχει στὰ βιβλία του, αὐτὸς ποὺ μᾶς θέλει στὸ σκοτάδι τῶν λυπηρῶν, καὶ παίρνει τὴν μεγάλη ἀπόφαση. Ὁ ταξιδιώτης μάταια καθικετεύει τὸν ἐκ δεξιῶν συνοδό του νὰ τὸν βοηθήσει. Τὸ εἰσιτήριο ἔχει σφραγισθεῖ καὶ δὲν ἀλλάζει. Ἂν ὅμως αὐτὸς ὁμολογήσει ὅτι ὁ ταξιδιώτης του ζητοῦσε ἐπίμονα τὸ θεῖο ἔλεος στὸ πρόσκαιρο ταξίδι του τότε βάζει ἕνα βαρίδι στὴ ζυγαριὰ τῆς θείας Δικαιοσύνης καὶ στὸν ταξιδιώτη ἀνοίγει ἡ πόρτα τῆς χαρᾶς μπροστὰ στὰ χαρούμενα μάτια του καὶ στὴν ἀπελπισία τοῦ ἐξ ἀριστερῶν του, ποὺ νικήθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς.
Τὸ συνωστισμὸ αὐτὸ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἀποφύγει. Εἶναι ὁ συνωστισμὸς τῆς ὥρας τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ξεκινήματος τοῦ αἰωνίου ταξιδιοῦ μας. Καλὸ καὶ συνετὸ γιὰ ὅλους μας εἶναι νὰ σφραγίσουμε ἀπὸ τώρα μὲ ἔργα πίστεως καὶ ἀγάπης τὸ εἰσιτήριο τοῦ ἀνεπίστροφου ταξιδιοῦ μας.
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Άγιος Ευγένιος, ο πολιούχος της Τραπεζούντας και προστάτης όλων των Ποντίων, εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου.

Ο Άγιος Ευγένιος, πολιούχος της Τραπεζούντας, αλλά και άγιος όλων των Ποντίων, μαρτύρησε για την πίστη του.
 Ο ποντιακός ελληνισμός που του έχτισε ναούς όπου κατέφυγε δεν τον ξεχνά.

Ο Άγιος Ευγένιος, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 21 Ιανουαρίου, γεννήθηκε, έζησε και μαρτύρησε στην Τραπεζούντα. Εκεί το 290 μ.Χ. ο δεύτερος –μετά τον ιδρυτή της, Απόστολο Ανδρέα– επίσκοπος της πόλης με τη μακραίωνη ιστορία, μαζί με τους μάρτυρες Κάνδιδο, Ουαλεριανό και Ακύλα φυλακίστηκε και υπέστη βασανισμούς από τους Ρωμαίους. Ο Άγιος Ευγένιος οδηγήθηκε σε βάναυσο θάνατο και έμεινε στην ιστορία του ελληνισμού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ως ημερομηνία γέννησής του αναφέρεται η 24η Ιουνίου, οπότε επίσης εορτάζεται από την Εκκλησία.


Ο Χριστιανισμός τον 4ο αιώνα μ.Χ. είχε εξαπλωθεί σε όλη την επικράτεια του Πόντου. Όμως στα χρόνια του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου, τον 3ο αιώνα, ήταν ακόμα δύσκολη η παραδοχή μιας νέας για τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο πίστης.

Οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός εκείνη την περίοδο είχαν εξαπολύσει δριμείς διωγμούς κατά των χριστιανών. Το 290 μ.Χ. οι Εθνικοί της Τραπεζούντας είχαν καταγγείλει και τους τέσσερις διδασκάλους του λόγου του Χριστού στον έπαρχο της Καππαδοκίας Λυσία και της Αρμενίας Αγρικόλαο.

Ο Ακύλας, ο Κάνδιδος και ο Ουαλεριανός φυλακίστηκαν και πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι και ψάλλοντας ύμνους στον Θεό. Το πρωί στην ανάκριση, μπροστά στον έπαρχο Λυσία, για μια ακόμη φορά ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν στον τόπο των βασανιστηρίων.

Ο Άγιος Ευγένιος κατάφερε να κρυφτεί στο δάσος, όμως φανερώθηκε στους Ρωμαίους με την παρότρυνση του ίδιου του Χριστού, ο οποίος παρουσιάστηκε μπροστά του και τον κάλεσε να αναγγείλει την πίστη του.

Τότε ο Άγιος βγήκε από την σπηλιά όπου είχε βρει καταφύγιο και άρχισε να ψάλλει και να υμνεί τον Θεό. Μια γυναίκα που μάζευε ξύλα στην περιοχή τον κατέδωσε.

Ο Άγιος οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθησε τη μοίρα των τριών ομοθρήσκων του.
 Στο κάλεσμα του έπαρχου Λυσία να προσφέρει θυσία στους θεούς των ειδωλολατρών για να σώσει τη ζωή του, ο Ευγένιος δεν ανταποκρίθηκε και ξανά ομολόγησε την πραγματική του πίστη.
 Η παράδοση λέει ότι ο Άγιος Ευγένιος μπήκε σε έναν ειδωλολατρικό ναό μαζί με τον Λυσία, και με τη δύναμη της προσευχής θρυμμάτισε τρία αγάλματα.
 Το πλήθος που τους ακολουθούσε ήταν έκπληκτο. Ο ίδιος ο Ευγένιος, ειρωνευόμενος τον Λυσία, επέμενε στα πιστεύω του.

Τους φυλακισμένους χριστιανούς τους μαστίγωσαν με μαστίγιο από δέρμα βοδιού για να σκιστούν οι σάρκες τους, και μετά με αναμμένες λαμπάδες τους έκαψαν τις πληγές. Ύστερα οι τέσσερις μάρτυρες ρίχτηκαν σε μια μεγάλη κάμινο – και τότε έγινε το θαύμα. Τρεις ημέρες αργότερα, οι μάρτυρες βρέθηκαν σώοι και αβλαβείς. Οι δήμιοι που πήγαν να ελέγξουν την κατάσταση είδαν το θαύμα με τα μάτια τους και ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό.

Ο Λυσίας, παραβλέποντας τη θεία δύναμη, διέταξε τον αποκεφαλισμό των τριών μαρτύρων και τη σταύρωση του Ευγένιου. Τα τρία αποκεφαλισμένα σώματα, που είχαν παραμορφωθεί από τα βασανιστήρια και ήταν δύσκολο να αναγνωριστούν, ως εκ θαύματος βρέθηκαν στον τόπο της καταγωγής του καθενός και ετάφησαν από τους χριστιανούς με ιδιαίτερες τιμές.

Ο Άγιος Ευγένιος, που εκείνη την ώρα ήταν κρεμασμένος στο σταυρό, μέσα στη φυλακή, από θαύμα απελευθερώθηκε και θεραπεύτηκαν οι πληγές του.

Οι συγκρατούμενοί του, άφωνοι από το μεγαλείο του θαύματος, ασπάστηκαν και αυτοί τον Χριστιανισμό.

Ο Λυσίας απέδωσε το θαύμα της θεραπείας στις μαγικές ικανότητες του Ευγένιου και διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
 Στον τόπο του μαρτυρίου, όπου και ετάφη ο Άγιος, αργότερα κτίστηκε ο γνωστός ναός του Αγίου Ευγενίου.

Η 21η Ιανουαρίου του 290 μ.Χ. δεν ξεχάστηκε από τους συντοπίτες του, τους Έλληνες του Πόντου, και από όλο τον χριστιανικό κόσμο.
 Ο Άγιος Ευγένιος είναι πολιούχος της Τραπεζούντας και του αποδίδονται πολλά θαύματα που βοήθησαν την πόλη στο διάβα των αιώνων.

Ο ναός του μετά την Άλωση της Τραπεζούντας από τους Τούρκους, το 1461 μ.Χ., μετατράπηκε σε τζαμί.
 Σήμερα διασώζεται το κτήριο της εκκλησίας φέρνοντας αναμνήσεις στους επισκέπτες για το έντονα χριστιανικό παρελθόν της πόλης και όλου του Πόντου.

10/1/17

Ο Κοινοβιακός Βίος και ο Άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης (424 - 529)

O άγιος Θεοδόσιος «ο κοινοβιάρχης» καταγόταν επίσης από την Καππαδοκία, από το χωριό Μογαρισσό, πού ήταν κοντά από τα Κόμανα, τόπος εξορίας του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Μικρός μελέτησε πολύ την Αγία Γραφή και νεαρός ήρθε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και έπειτα να μονάσει (451). Αρχικά στο κοινόβιο των Σπουδαίων, στην περιοχή του πύργου του Δαυίδ, για περισσότερη όμως ησυχία αναχώρησε κι’ εκείνος, όπως και ο άγιος Σάββας, προς το νότο, κι’ έφθασε σε κάποιο σπήλαιο μεταξύ βηθλεέμ και της μονή αγίου Σάββα, στο οποίο σύμφωνα με την παράδοση διανυκτέρευσαν οι μάγοι, όταν επέστρεψαν από την προσκύνηση του Κυρίου. Εκεί έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα ασκούμενος κι’ έπειτα αποφάσισε να ιδρύσει κοινόβιο του τύπου του αγίου Θεοκτίστου και αγίου Γερασίμου.
    Η σχέση του κοινοβίου αυτού με την Λαύρα του Αγίου Σάββα ήταν η ίδια με τη σχέση των δύο προαναφερθέντων κοινοβίων και της Λαύρας του Αγίου Ευθυμίου. Τους αρχαρίους μοναχούς παρέπεμπε ο Άγιος Σάββας στο Θεοδόσιο, τον οποίο ονόμαζε «Ηγούμενο παίδων», ενώ τον εαυτό του θεωρούσε «Ηγούμενο ηγουμένων». Εξακολουθούσε δηλαδή να είναι και αυτό το κοινόβιο ένα προκαταρκτικό στάδιο προετοιμασίας, για όσους ήθελαν να γίνουν αναχωρητές. Οι «εσωτερική» του όμως διοργάνωση ήταν διαφορετική απ’ αυτή του κοινοβίου του Αγίου Θεοκτίστου και Αγίου Γερασίμου, και αυτό οφειλόταν κυρίως στην τοποθεσία του. Βρισκόταν σε σχετικά εύφορο τόπο, κοντά κάπως προς τον κόσμο με θέα προς τη Βηθλεέμ, Ιερουσαλήμ, Όρος Ελαιών, Σαραντάριο Όρος, και κατ’ ανάγκη η ζωή των μοναχών έπρεπε να συνδεθεί περισσότερο με το λαό.
    Παράλληλα με την άσκηση για την προσωπική τους τελοιποίηση, επιδίδονταν οι μοναχοί και σε εργασία προς όφελος του πλησίον. Η εργασία ήταν απαραίτητος όρος της εδώ μοναχικής ζωής. Στην είσοδο του κοινοβίου υπήρχε η επιγραφή: «μηδείς ράθυμος εισίτω» (δηλαδή, κανείς οκνηρός να μην εισέρχεται). Υπήρχαν εργαστήρια για ποικίλα εργόχειρα, από την πώληση των Οποίων συντηρούνταν η μονή, αλλά και οι ξενώνες, τα πτωχοκομεία, γηροκομία και νοσοκομεία. Η Μονή έτσι είχε το χαρακτήρα ιερής εργαζόμενης πόλης. Υπήρχε και «φροντιστήριο» (Σχολή), στην ποία εκπαιδεύονταν μοναχοί. Απ’ εδώ έπαιρναν ηγουμένους για άλλες μονές και από εδώ εξήλθαν πολλοί επίσκοποι και πατριάρχες της Εκκλησίας (Μόδεστος, Σωφρόνιος).
    Οι μοναχοί του κοινοβίου ήταν 700 περίπου, όχι μόνο έλληνες, αλλά των άλλων εθνοτήτων. Γι’ αυτό οι ναοί της μονής ήταν τέσσερις. Σ’ αυτούς ψαλλόταν η ακολουθία του όρθρου ξεχωριστά ανάλογα με τη διάλεκτο των μοναχών και έπειτα γινόταν στο «καθολικό» η λειτουργία με όλους μαζί τους μοναχούς στην ελληνική γλώσσα. Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο τρόπος ζωής των μοναχών του κοινοβίου του Αγίου Θεοδοσίου.
    Σχετικά με τη διοργάνωση του μοναχισμού στην Παλαιστίνη στα τέλη του Ε΄ αιώνα, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι υπήρχε το αξίωμα του «επόπτου» όλων των μονών, ο οποίος εκλεγόταν από όλους τους μοναχούς και διοριζόταν από τον Πατριάρχη. Είχε τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη ή Εξάρχου ή Επιτρόπου του Πατριάρχη. Βοηθούσε τον Πατριάρχη στην διεύθυνση όλων των μοναχών, επιτηρούσε στην εκλογή των ηγουμένων, διεβίβαζε τις ανάγκες των μοναχών στον Πατριάρχη ή και στον αυτοκράτορα.
    Όσον αφορά το θεσμό του ηγουμένου, αυτό εκλεγόταν από την αδελφότητά του και ήταν υπεύθυνος για την εσωτερική διοίκηση της Μονής. Καθήκοντά του ήταν η κάλυψη των πνευματικών και των υλικών αναγκών των μοναχών του, δηλαδή η συντήρησή τους, αλλά και η διδασκαλία τους. Η κτιριακή συντήρηση της μονής ανήκε επίσης στον ηγούμενο. Βοηθός του ηγουμένου στον πνευματικό τομέα ήταν ο οικονόμος. Συνήθως σ’ αυτόν παραδιδόταν ο μοναχός, όταν στο κοινόβιο, άλλοτε όμως και σε κάποιον πεπειραμένο γέροντα.
    Η μοναχική κίνηση στην Παλαιστίνη βοήθησε στη διάδοση του Χριστιανισμού και στην ανάπτυξη των θεολογικών γραμμάτων. Τα μοναστήρια ήταν κέντρα προσευχής και μελέτης, κι εστίες αντιγραφής πολλών χειρογράφων. Σ’ αυτά συντέθηκαν οι ύμνοι, πού μέχρι σήμερα ψάλλουμε στην εκκλησία, και διαμορφώθηκαν σταδιακά το τυπικό των ακολουθιών, οι νηστείες κι οι γιορτές. Στον τρόπο ζωής του μοναχισμού της Παλαιστίνης είχαν οπωσδήποτε επίδραση οι διατάξεις του μοναχισμού της Αιγύπτου και της Καππαδοκίας, κυρίως όμως οι διατάξεις του Μεγάλου Βασιλείου.
    Στο τέλος του Ε΄ αιώνα, μετά το θάνατο του Πατριάρχου Σαλλουστίου, εκλέχτηκε πατριάρχης ο Ηλίας Α΄ (494-516), πού προερχόταν από τη Λαύρα του Αγίου Ευθυμίου. Αυτός είναι ο ιδρυτής του μοναστηρίου της Θεοτόκου κοντά στο Ναό της Αναστάσεως. Σ’ αυτό συγκεντρώθηκαν οι μοναχοί του τάγματος των «Σπουδαίων», πού κατοικούσαν μέχρι τώρα στο μετόχι της περιοχής του πύργου του Δαυίδ, κι αυτό απετέλεσε στο εξής το κέντρο της «Αγιοταφιτικής Αδελφότητος». Στη θέση του βρίσκεται σήμερα η Μεγάλη Παναγία και το μοναστήρι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Επικοινωνούσε εσωτερικά με το Ναό της Αναστάσεως.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 
    Στις 11 Ιανουαρίου 529 πέθανε ο άγιος Θεοδόσιος. Την ημέρα του θανάτου του τελείται και η μνήμη του. Διάδοχός του υπήρξε ο ηγούμενος Σωφρόνιος, με ενέργειες του οποίου διευρύνθηκε το Κοινόβιο και χτίστηκε νέα εκκλησία της Παναγίας.
    Μετά από τέσσερα έτη, ήτοι στις 5 Δεκεμβρίου του 532, πέθανε και ο άγιος Σάββας σε ηλικία 94 ετών, αφού προηγουμένως προαισθάνθηκε το θάνατό του, περιόδευσε σε όλα τα άγια προσκυνήματα και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων τοποθέτησε το λείψανό του στη θέση πού είναι σήμερα ο τάφος του. Οι Σταυροφόροι το μετέφεραν στην Βενετία απ’ όπου επεστράφη στην εκκλησία των Ιεροσολύμων το 1965.

4/1/17


ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ


                                Ευχή καθαγιασμού  των υδάτων.
                        Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Τριάς υπερούσιε, υπεράγαθε, υπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, αόρατε, ακατάληπτε, Δημιουργέ των νοερών ουσιών και των λογικών φύσεων, η έμφυτος αγαθότης, το Φως το απρόσιτον, το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, λάμψον καμοί τω αναξίω δούλω σου,φώτισόν μου της διανοίας τα όμματα, όπως ανυμνήσαι τολμήσω την άμετρον ευεργεσίαν και δύναμιν.
 Ευπρόσδεκτος γενέσθω η παρ' εμού δέησις δια τον παρεστώτα λαόν, όπως τα πλημμελήματά μου μη κωλύσωσιν ενθάδε παραγενέσθαι το άγιόν σου Πνεύμα, αλλά συγχώρησόν μοι ακατακρίτως βοάν σοι και λέγειν και νυν, Υπεράγαθε, Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε, Παντοκράτωρ, προαιώνιε Βασιλεύ. Δοξάζομέν σε τον Κτίστιν, και Δημιουργόν του παντός. 

Δοξάζομέν σε, Υιέ του Θεού μονογενές, τον απάτορα εκ Μητρός, και αμήτορα εκ Πατρός, εν γαρ τη προλαβούση Εορτή νήπιόν σε είδομεν, εν Δε τη παρούση τέλειόν σε ορώμεν, τον εκ τελείου τέλειον επιφανέντα Θεόν ημών.
Σήμερον γαρ ο της Εορτής ημίν επέστη καιρός, και χορός αγίων εκκλησιάζει ημίν, και Aγγελοι μετά ανθρώπων συνεορτάζουσι.
 Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος, εν είδει περιστεράς, τοις ύδασιν επεφοίτησε. Σήμερον ο άδυτος Ήλιος ανέτειλε, και ο κόσμος τω φωτί Κυρίου καταυγάζεται. Σήμερον η Σελήνη λαμπραίς ταις ακτίσι τω κόσμω συνεκλαμπρύνεται. 
Σήμερον οι φωτοειδείς αστέρες τη φαιδρότητι της λάμψεως την οικουμένην καλλωπίζουσι. Σήμερον αι νεφέλαι υετόν δικαιοσύνης τη ανθρωπότητι ουρανόθεν δροσίζουσι. Σήμερον ο Άκτιστος υπό του ιδίου πλάσμστος βουλή χειροθετείται. 
Σήμερον ο Προφήτης και Πρόδρομος τω Δεσπότη προσέρχεται, αλλά τρόμω παρίσταται, ορών Θεού προς ημάς συγκατάβασιν.Σήμερον τα του Ιορδάνου νάματα εις ιάματα μεταποιείται τη του Κυρίου παρουσία. Σήμερον ρείθροις μυστικοίς πάσα η κτίσις αρδεύεται. Σήμερον τα των ανθρώπων πταίσματα τοις ύδασι του Ιορδάνου απαλείφονται.
Σήμερον ο Παράδεισος ηνέωκται τοις ανθρώποις, και ο της Δικαιοσύνης Ήλιος καταυγάζει ημίν. Σήμερον το πικρόν ύδωρ, το επί Μωϋσέως τω λαώ, εις γλυκύτητα μεταποιείται τη του Κυρίου παρουσία. Σήμερον του παλαιού θρήνου απηλλάγημεν και ως νέος Ισραήλ διεσώθημεν, Σήμερον του σκότους ελυτρώθημεν, και τω φωτί της θεογνωσίας καταυγαζόμεθα. Σήμερον η αχλύς του κοσμού καθαιρείται τη επιφανεία του Θεού ημών. 
Σήμερον λαμπαδοφέγγει πάσα η κτίσις άνωθεν. Σήμερον η πλάνη κατήργηται, και οδόν ημίν σωτηρίας εργάζεται η του Δεσπότου επέλευσις. Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει, και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί. Σήμερον η ιερά και μεγαλόφωνος των Ορθοδόξων πανήγυρις αγάλλεται. Σήμερον ο Δεσπότου προς το βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση προς ύψος το ανθρώπινων. 
Σήμερον ο ακλινής τω ιδίω οικέτη υποκλίνεται, ίνα ημάς εκ της δουλείας ελευθερώση. Σήμερον Βασιλείαν ουρανών ωνησάμεθα, της γαρ Βασιλείας του Κυρίου ουκ έσται τέλος. Σήμερον γη και θάλασσα την του κόσμου χαράν εμερίσαντο, και ο κόσμος ευφροσύνης πεπλήρωται. Είδοσάν σε ύδατα, ο Θεός, είδοσάν σε ύδατα και εφοβήθησαν. 

Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, θεασάμενος το πυρ της Θεότητος, σωματικώς κατερχόμενον, και εισερχόμενον επ' εαυτόν. Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, θεωρών το Πνεύμα το Aγιον, εν είδει περιστεράς κατερχόμενον και περιϊπτάμενόν σοι. 
Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, ορών τον Αόρατον οραθέντα, τον Κτίστιν σαρκωθέντα, τον Δεσπότην εν δούλου μορφή. Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, και τα όρη εσκίρτισαν, Θεόν εν σαρκί καθορώντα, και νεφέλαι φωνήν έδωκαν, θαυμάζουσαι τον παραγενόμενον, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, δεσποτικήν πανήγυριν σήμερον εν τω Ιορδάνη ορώντες, αυτόν Δε τον της παρακοής θάνατον, και το της πλάνης κέντρον, και τον του Aδου σύνδεσμον εν τω Ιορδάνη βυθίσαντα, και Βάπτισμα σωτηρίας τω κόσμω δωρησάμενον. Όθεν καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος δούλος σου, τα μεγαλεία των θαυμάτων σου διηγούμενος, συνεχόμενος φόβω, εν κατανύξει βοώ σοι.
Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου

Συ γαρ βουλήσει εξ ουκ όντων εις το είναι παραγαγών τα σύμπαντα τω σω κράτει συνέχεις την κτίσιν, και τη ση προνοία διοικείς τον κόσμον. Συ εκ τεσσάρων στοιχείων την κτίσιν συναρμόσας, τεττάρσι καιροίς τον κύκλον του ενιαυτού εστεφάνωσας. 
Σε τρέμουσιν αι νοεραί πάσαι Δυνάμεις. Σε υμνεί ήλιος, σε δοξάζει σελήνη, σοι εντυγχάνει τα άστρα, σοι υπακούει το φως, σε φρίττουσιν άβυσσοι, σοι δουλεύουσιν αι πηγαί. Συ εξέτεινας τον ουρανόν ωσεί δέρριν, συ εστερέωσας την γην επί των υδάτων, συ περιετείχισας την θάλασσαν ψάμμω, συ προς αναπνοάς τον αέρα εξέχεας, Αγγελικαί Δυνάμεις σοι λειτουργούσιν, οι των Αρχαγγέλων χοροί σε προσκυνούσι, τα πολυόμματα Χερουβίμ, και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ κύκλω ιστάμενα και περιϊπτάμενα, φόβω της απροσίτου σου δόξης κατακαλύπτονται. 
Συ γαρ Θεός ών απερίγραπτος, άναρχός Τε και ανέκφραστος, ήλθες επί της γης, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, ου γαρ έφερες, Δέσποτα, δια σπλάγχνα ελέους σου, θεάσασθαι υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων, αλλ' ήλθες και έσωσας ημάς. Ομολογούμεν την χάριν, κηρύττομεν τον έλεον, ου κρύπτομεν την ευεργεσίαν, τας της φύσεως ημών γονάς ηλευθέρωσας, παρθενικήν ηγίασας μήτραν τω τόκω σου, πάσα η κτίσις ύμνησέ σε επιφανέντα. Συ γαρ ο Θεός ημών επί της γης ώφθης, και τοις ανθρώποιςσυνανεστράφης. 
Συ και τα Ιορδάνια ρείθρα ηγίασας, ουρανόθεν καταπέμψας το Πανάγιόν σου Πνεύμα, και τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων. Αύτος ουν, φιλάνθρωπε Βασιλεύ, πάρεσο και νυν δια της επιφοιτήσεως του Αγίου σου Πνεύματος, και αγίασον το ύδωρ τούτο. Και δος αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου.
 Ποίησον αυτό αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτίριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, Αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. Ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν, επιτήδειον.

 Συ γαρ ει ο Θεός ημών, ο δι ύδατος και Πνεύματος ανακαινίσας την παλαιωθείσαν φύσιν υπό της αμαρτίας. Συ ει ο δι ύδατος κατακλύσας επί του Νώε την αμαρτίαν. Συ ει ο Θεός ημών, ο δια θαλάσσης ελευθερώσας εκ της δουλείας Φαραώ, δια Μωϋσέως, το γένος των Εβραίων, 
Συ ει ο Θεός ημών ο διαρρήξας πέτραν εν ερήμω, και ερρύησαν ύδατα, και χείμαρροι κατεκλύσθησαν, και διψώντα τον λαόν σου κορέσας. Συ ει ο Θεός ημών, ο δι ύδατος και πυρός, δια του Ηλιού, απαλλάξας τον Ισραήλ εκ της πλάνης του Βαάλ. Αυτός και νυν, Δέσποτα, αγίασον το ύδωρ τούτο, τω Πνεύματί σου τω Αγίω. 
Δος πάσι, τοις Τε μεταλαμβάνουσι, τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγεία. Και σώσον, Κύριε, τους δούλους σου, τους πιστούς Aρχοντας ημών. Και φύλαξον αυτούς υπό την σκέπην σου εν ειρήνη, υπόταξον υπό τους πόδας αυτών πάντα εχθρόν και πολέμιον, χάρισαι αυτοίς τα προς σωτηρίαν αιτήματα και ζωήν την αιώνιον. 
Μνήσθητι, Κύριε, του Αρχιεπισκόπου ημών (δείνος), και παντός του Πρεσβυτερίου, της εν Χριστώ Διακονίας, και παντός ιερατικού τάγματος, και του περιεστώτος λαού, και των δι ευλόγους αιτίας απολειφθέντων αδελφών ημών, και ελέησον αυτούς και ημάς, κατά το μέγα ελεός σου. Ίνα και δια στοιχείων, και δια Αγγέλων, και δια ανθρώπων, και δια ορωμένων, και δια αοράτων, δοξάζηταί σου το πανάγιον όνομα, συν τω Πατρί, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.