Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

31/1/16

Το Πάτερ ημών και η άπειρη αγάπη του Θεού


Ο μακαριστός Γέρων Γρηγόριος Γρηγοριάτης αναλύει το βαθύτερο νόημα της Κυριακής προσευχής, του Πάτερ ημών, και την σημασία που έχει η θεοπαράδοτη αυτή προσευχή για την προσωπική και κοινωνική μας ζωή.




Πηγή: pemptousia.gr

29/1/16

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ἡ  Ἁγία Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη καὶ τῶν τριῶν μαζὶ στὶς 30 Ἰανουαρίου· 
 ἡμερομηνία ποὺ ὁρίστηκε ὡς κοινὴ ἑορτὴ κατὰ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. (ἀπὸ τὸ 1081 ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης Ἰωάννης Μαυρόπους ὁ ἀπὸ Εὐχαΐτων θέσπισε τὸν κοινὸ ἑορτασμό), γιὰ νὰ λήξει ἡ φιλονικία σχετικὰ μὲ τὸ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἱεράρχες ὑπῆρξε ὁ σημαντικότερος.

 Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἡ 30ή τοῦ πρώτου μήνα τοῦ χρόνου κατέστη ἡ γιορτὴ τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας.

 Ἡ ἀναμφίβολη ἐπιστημονικὴ παιδεία τους καὶ μορφωτικὴ δραστηριότητά τους, κοσμικὴ (θύραθεν) καὶ θεολογική, ὡς καὶ ἡ μέριμνα γιὰ τὴ γενικότερη παιδεία τῶν νέων,
 ἀποτέλεσαν τὸν πρῶτο λόγο τιμῆς πρὸς αὐτοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Περισσότερο ὅμως,
 ἡ σύνδεση τῆς ἑλληνικῆς κλασσικῆς παιδείας μὲ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἀναδείχτηκαν σὲ προστάτες τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν, δηλαδὴ τοῦ συνόλου τῆς πνευματικῆς ζωῆς. 
Ἔδειξαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τους πὼς ἡ πίστη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο συμβαδίζουν.
 Νοημάτισαν τὸν ἀρχαῖο κόσμο καὶ διέσωσαν ἀξίες μὲ πανανθρώπινο περιεχόμενο.
 Ἀπέδειξαν ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ σὲ κάθε ἐποχὴ νὰ γίνει πράξη.
 Ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς πραγματικῆς γνώσης.
 Γι’ αὐτὸ οἱ ἴδιοι εἶναι ὁδηγοὶ πρὸς τὴν ἀληθινὴ παιδεία,
 ὄχι τὴν ψευδώνυμη γνώση,
 καὶ πρὸς τὰ ἀγαθὰ πρότυπα κάθε νέου ἀνθρώπου ποὺ διψᾶ γιὰ δημιουργία καὶ χαριτωμένη ζωὴ καὶ κοινωνικὴ δικαιοσύνη στὸ φῶς Ἐκείνου.
 Μὲ ἄλλα λόγια, σὲ ἐποχὲς σύγχυσης καὶ κρίσης, οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ἀποτελοῦν σταθερὰ καὶ φωτεινὰ πρότυπα ὁλοκληρωμένου κατὰ Χριστὸν καὶ κατὰ κόσμον ἀνθρώπου μὲ μόρφωση γνήσια, 
ζωὴ τίμια καὶ μαρτυρία φιλάνθρωπη,
 οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ πιστεύουν σὰν χριστιανοὶ καὶ νὰ φρονοῦν σὰν  Ἕλληνες.
                       TΟ ΗΡΩΪΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

(Ἰωάννου Χρυσοστόμου)
«Τὰ κύματα εἶναι πολλὰ καὶ ἡ τρικυμία φοβερή·
 ὅμως δὲ φοβόμαστε μήπως καταποντιστοῦμε,
 γιατί στεκόμαστε πάνω στὸ βράχο.
 Ἂς εἶναι μανιασμένη ἡ θάλασσα,
 δὲν μπορεῖ νὰ διαλύσει τὸ βράχο·
 Ἂς σηκώνονται ψηλὰ τὰ κύματα,
 δὲν ἔχουν τὴ δύναμη νὰ καταποντίσουν τὸ πλοῖο τοῦ Ἰησοῦ.
 Πές μου: Τί φοβόμαστε;
 Τὸ θάνατο;
 Γιὰ μένα ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ νὰ πεθάνω εἶναι κέρδος.
 Ἀλλὰ πές μου:
 Φοβόμαστε τὴν ἐξορία; 
Ὅμως ἡ γῆ καὶ τὸ καθετὶ ποὺ τὴ γεμίζει, ἀνήκει στὸν Κύριο.
 Ἀλλὰ μήπως φοβόμαστε δήμευση τῆς περιουσίας;
 Τίποτε ὅμως δὲ φέραμε στὸν κόσμο·
 εἶναι φανερό, ἑπομένως, ὅτι καὶ τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας ἀπὸ αὐτόν.
 Καὶ τὰ φοβερὰ πράγματα τοῦ κόσμου εἶναι ἀξιοκαταφρόνητα καὶ τὰ χρήσιμα φαίνονται γελοῖα.
 Δὲ φοβοῦμε τὴ φτώχια, 
δὲν ἐπιθυμῶ τὸν πλοῦτο·
 δὲ φοβοῦμε τὸ θάνατο,
 δὲν εὔχομαι νὰ ζήσω,
 παρὰ μόνο γιὰ τὴ δική σας πνευματικὴ πρόοδο.
 Γιὰ τοῦτο τώρα ὑπενθυμίζω καὶ παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας νὰ ἔχει θάρρος,
 γιατί κανεὶς δὲ θὰ μπορέσει νὰ σᾶς χωρίσει ἀπὸ ἐμένα».
Η ΩΦΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΘΥΡΑΘΕΝ» ΠΑΙΔΕΙΑ

(Μεγάλου Βασιλείου)
«Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ πιστεύουμε ὅτι βρίσκεται μπροστὰ μας ὁ μέγιστος ἀπ’ ὅλους τους ἀγῶνες,
 ποὺ γιὰ χάρη τοῦ πρέπει νὰ κάνουμε τὰ πάντα καὶ νὰ κοπιάζουμε ὅσο μποροῦμε γιὰ τὴν κατάλληλη προετοιμασία· καὶ νὰ μελετοῦμε τὰ ἔργα τῶν ποιητῶν, τῶν πεζογράφων καὶ τῶν ρητόρων, καὶ νὰ συναναστρεφόμαστε μὲ ὅλους τους ἀνθρώπους, ἀπ’ ὅπου πρόκειται νὰ ὑπάρξει κάποια ὠφέλεια γιὰ τὴν φροντίδα τῆς ψυχῆς. Λοιπόν, ὅπως οἱ βαφεῖς, ἀφοῦ προηγουμένως φροντίσουν νὰ ἑτοιμάσουν καθετὶ ποὺ θὰ βάψουν, τότε ρίχνουν τὸ χρῶμα, εἴτε αὐτὸ εἶναι γνήσιο πορφυρὸ εἴτε κάποιο ἄλλο· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἐμεῖς· ἂν δηλαδὴ πρόκειται
 νὰ διατηρήσουμε ἀνεξίτηλη τὴ δόξα τοῦ καλοῦ γιὰ πάντα, πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε πρῶτα μὲ τὴ μελέτη τῶν ἔργων τῆς ἐξωχριστιανικῆς παιδείας, καὶ κατόπιν νὰ ἀκούσουμε τὶς ἱερὲς καὶ μυστικὲς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου. 
 Συμβαίνει καὶ ἐδῶ κάτι ἀνάλογο μὲ τὸ ἑξῆς: πρῶτα συνηθίζουμε νὰ βλέπουμε τὸν ἥλιο στὸ νερό, καὶ ἔπειτα στρέφουμε τὰ πρόσωπά μας πρὸς τὸ ἴδιο τὸ φῶς.
 Ἂν λοιπὸν οἱ διδασκαλίες αὐτὲς ἔχουν κάποια συγγένεια μεταξύ τους, θὰ μᾶς ἦταν ὠφέλιμο νὰ τὶς γνωρίζαμε·
 ἂν ὅμως δὲν ἔχουν συγγένεια,
 καὶ μόνο τὴ διαφορά τους νὰ γνωρίσουμε, ἐξετάζοντας τὲς παράλληλα, θὰ συντελέσει πολὺ στὸ νὰ διαπιστώσουμε ποιὰ εἶναι ἡ καλύτερη».
 Θύραθεν παιδεία: ἡ κλασσικὴ παιδεία σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴν ἐκκλησιαστική.
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ» ΣΠΟΥΔΕΣ.
Η «ΠΑΙΔΕΥΣΗ» ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΓΑΘΟ.

                         (Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ).
«Νομίζω πὼς ἔχει γίνει παραδεκτὸ ἀπ’ ὅλους τούς συνετοὺς ἀνθρώπους ὅτι
 ἡ παιδεία εἶναι τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχουμε·
 καὶ ὄχι μόνο ἡ χριστιανική μας παιδεία, ποὺ εἶναι ἡ ἐκλεκτότερη καὶ ἐπιδιώκει τὴ σωτηρία καὶ τὸ κάλλος τῶν θείων πραγμάτων, τὰ ὁποία μόνο μὲ τὸ νοῦ συλλαμβάνονται· ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξωχριστιανικὴ παιδεία, τὴν ὁποία πολλοὶ χριστιανοί,
 ἔχοντας σχηματίσει λανθασμένη ἀντίληψη γι’ αὐτήν, τὴν περιφρονοῦν, ἐπειδή, λέγουν, κρύβει δόλιους σκοπούς, εἶναι ἐπικίνδυνη καὶ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεό.
 Γιατί ὅπως ἀκριβῶς δὲ πρέπει νὰ περιφρονοῦμε τὸν οὐρανό, τὴ γῆ καὶ τὸν ἀέρα, καὶ ὅσα ὑπάρχουν σ’ αὐτά, ἐπειδὴ μερικοὶ ἔχουν σχηματίσει λανθασμένη ἀντίληψη, καί, ἀντὶ νὰ λατρεύουν τὸ Θεό, λατρεύουν τὰ δημιουργήματά Του· ἀλλὰ ἀφοῦ πέρνουμε ἀπὸ αὐτὰ ὅ,τι εἶναι χρήσιμο γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀπόλαυσή μας, ἀποφεύγουμε ὅ,τι εἶναι ἐπικίνδυνο...· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἐξωχριστιανικὴ παιδεία παραδεχτήκαμε ὅ,τι εἶναι χρήσιμο στὴν ἔρευνα καὶ στὶς θεωρητικὲς ἀναζητήσεις, ἐνῶ ἀποκρούσαμε καθετὶ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν εἰδωλολατρεία, στὴν πλάνη καὶ στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς. Μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐξωχριστιανικὴ παιδεία ἔχουμε ὠφεληθεῖ στὴν εὐσέβεια καὶ στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ γιατί γνωρίσαμε καλὰ τὸ ἀνώτερο ἀπὸ τὸ χειρότερο καὶ ἔχουμε κάμει δύναμη τῆς διδασκαλίας μας τὶς ἀδυναμίες ἐκείνης. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ περιφρονοῦμε τὴν παιδεία ἐπειδὴ μία τέτοια περιφρόνηση φαίνεται καλὸ σὲ μερικούς· ἀντίθετα, πρέπει νὰ θεωροῦμε ἀμαθεῖς καὶ ἀμόρφωτούς τους ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν ἀντίληψη»

Παναγία Πορταΐτισσα: Η θαυματουργή εικόνα της μονής Ιβήρων Αγίου Όρους



Η θαυματουργή Πορταΐτισσα, η εξέχουσα μεταξύ των θεομητορικών εικόνων του Άθω, ήταν αρχικά φυλαγμένη, καθώς διασώζει η παράδοση, στη μικρασιατική Νίκαια. Μια ευσεβής γυναίκα με τον μοναχογιό της την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν.

Στα χρόνια της δεύτερης εικονομαχίας Βασιλικοί κατάσκοποι ανακάλυψαν την εικόνα και απείλησαν τη γυναίκα πώς θα τη σκοτώσουν αν δεν τους δωροδοκήσει. Εκείνη υποσχέθηκε ότι την επομένη θα τους έδινε τα χρήματα και τη νύχτα, αφού προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα, τη σήκωσε με ευλάβεια, κατέβηκε στην παραλία και την έριξε στη θάλασσα λέγοντας:

- Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ έχεις τη δύναμη κι εμάς να διασώσεις από τη οργή του Βασιλιά, αλλά και την εικόνα σου από τον καταποντισμό.

Τότε πραγματικά έγινε κάτι θαυμαστό. Η θαυματουργή εικόνα στάθηκε όρθια στα κύματα και κατευθύνθηκε προς τη δύση. Συγκινημένη η γυναίκα από το γεγονός γυρίζει στον γιο της και του λέει:

- Εγώ, παιδί μου, για την αγάπη της Παναγίας είμαι έτοιμη να πεθάνω. Εσύ να φύγεις. Να πάς στην Ελλάδα.

Χωρίς αργοπορία το παιδί ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη, κι από κει για τον Άθωνα, όπου εμόνασε. Σάν μοναχός ασκήτεψε στον τόπο πού αργότερα ιδρύθηκε η μονή των Ιβήρων. Αυτό ήταν οικονομία Θεού, γιατί έτσι πληροφορήθηκαν οι άλλοι μοναχοί το ιστορικό της θαυματουργής εικόνας.

Πέρασε καιρός. Ο μοναχός από τη Νίκαια πέθανε, και το μοναστήρι των Ιβήρων ιδρύθηκε και ολοκληρώθηκε. Ήταν βράδυ, όταν οι μοναχοί αντίκρυσαν ένα παράξενο θέαμα: Ένα πύρινο στύλο πού ξεκινούσε από τη θάλασσα κι έφθανε στον ουρανό.

Το όραμα συνεχίστηκε ήμερες και νύχτες. Κατεβαίνουν οι αδελφοί στην παραλία και βλέπουν με θαυμασμό στη βάση του πύρινου στύλου μία εικόνα της Θεοτόκου. Όσο όμως την πλησίαζαν εκείνη απομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στην εκκλησία και παρακάλεσαν με δάκρυα τον Κύριο να χαρίσει στο μοναστήρι τους τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό. Μεταξύ των μοναχών υπήρχε ένας ευλαβής ασκητής, πού λεγόταν Γαβριήλ. Σ' αυτόν παρουσιάζεται η Παναγία και του λέει:

- Να πεις στον ηγούμενο και στους αδελφούς ότι θα σας παραδώσω την εικόνα μου, για να σας προστατεύει. Θα μπεις κατόπιν στη θάλασσα, θα περπατήσεις πάνω στα κύματα, κι έτσι θα καταλάβουν όλοι την εύνοια μου για το μοναστήρι σας.

Έτσι κι έγινε. Ο π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στη θάλασσα σαν σε στερεά γη, παρέλαβε με ευλάβεια τη θαυματουργή εικόνα και επέστρεψε στην παραλία. Εκεί συγκεντρωμένοι όλοι οι μοναχοί της επιφύλαξαν τιμητική υποδοχή. Ύστερα την παρέλαβαν και την τοποθέτησαν στο Ιερό βήμα του καθολικού.

Όταν την επομένη ό εκκλησιαστικός πήγε ν' ανάψει τα καντήλια, ή εικόνα έλειπε. Ερεύνησε παντού και την ανακάλυψε στο τείχος, πάνω από την πύλη της μονής. Την επανέφεραν στο καθολικό, αλλά ή εικόνα έφυγε και πάλι. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Τέλος ή Παναγία παρουσιάζεται στον γέροντα Γαβριήλ και του λέει:

- Να πεις στους αδελφούς να μη μ' ενοχλούν. Δεν ήρθα εδώ νια να φυλάγομαι από σας, αλλά να σας φυλάω. Όσοι ζείτε στο Όρος τούτο ενάρετα, να ελπίζετε στην ευσπλαχνία του Υιού μου. Γιατί, όσο υπάρχει η εικόνα μου μέσα στη μονή σας, η χάρη και το έλεος Του θα σας επισκιάζουν πάντοτε.

Ύστερα απ' αυτό οι μοναχοί έχτισαν παρεκκλήσι κοντά στην πύλη κι εκεί τοποθέτησαν την ιερή εικόνα.

Πράγματι η Πορταΐτισσα, καθώς υποσχέθηκε, προστατεύει τη μονή και οικονομεί κάθε της ανάγκη.

Η θεραπεία της πριγκίπισσας. Το 1651 οι 365 Ιβηρίτες μοναχοί δοκίμαζαν οικονομική στενότητα, γι' αυτό ανέθεσαν στη Θεοτόκο να μεριμνήσει για τη συντήρηση τους. Αμέσως η φιλόστοργη Μητέρα έτρεξε για εξεύρεση πόρων με το ακόλουθο χαριτωμένο θαύμα.
Εκείνη την περίοδο ήταν βαριά άρρωστη η κόρη του τσάρου της Ρωσίας Αλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τα πόδια της ήταν παράλυτα και για τους γιατρούς αθεράπευτα.

Τη θλίψη της πριγκίπισσας και των Βασιλέων γονέων της έρχεται τώρα να μεταβάλει σε χαρά η θαυματουργή Πορταίτισσα.

Παρουσιάζεται μια νύχτα στον ύπνο της, κι αφού της έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε να τη θεραπεύσει της λέει:

- Να πεις στον πατέρα σου να φέρει από τη μονή των Ιβήρων την εικόνα μου την Πορταϊτισσα.

Το πρωί η άρρωστη διαβίβασε την εντολή κι αμέσως ξεκίνησε έκτακτη αποστολή, για να μεταφέρει στους Ιβηρίτες μοναχούς την επιθυμία του τσάρου. Εκείνοι φοβήθηκαν μήπως η εικόνα δεν επιστραφεί, και αποφάσισαν να στείλουν ένα πιστό αντίγραφο με τιμητική συνοδεία τεσσάρων ιερομόναχων.

Μόλις μαθεύτηκε ο ερχομός της σεπτής εικόνας στη Μόσχα, η πόλη άδειασε. Όλοι, βασιλείς και λαός, έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Στ' ανάκτορα όμως η πριγκίπισσα κειτόταν στο κρεβάτι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμή ζήτησε τη μητέρα της και τότε πληροφορήθηκε το μεγάλο γεγονός.

- Τί; φώναξε. Έρχεται η Παναγία, κι έμενα με άφησαν εδώ;
Πηδά αμέσως από το κρεβάτι, ντύνεται και τρέχει να υποδεχθεί κι εκείνη την Παναγία. 
Ο κόσμος είδε την παράλυτη πριγκίπισσα να τρέχει και τα έχασε. Η συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν από την άλλη μεριά έφθασε η αγία εικόνα κι έγινε η τελετή της υποδοχής και της προσκυνήσεως.

- Μεγαλειότατε, είπαν οι απεσταλμένοι, προσφέρουμε τη σεπτή αυτή είκόνα σαν δώρο στο ευσεβές ρωσικό έθνος.

- Σας ευχαριστώ, είπε συγκινημένος ο τσάρος. Σέ ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου σας παραχωρώ μία από τίς καλύτερες μονές της πρωτεύουσας, τον άγιο Νικόλαο. Επίσης ετήσιο επίδομα από 2.500 ρούβλια, ατέλεια σε ό,τι εισάγετε και εξάγετε από τη χώρα μου, καθώς και δωρεάν μετακίνηση των απεσταλμένων σας.

Το μετόχι αυτό παρέμεινε στην κυριότητα της μονής Ιβήρων μέχρι το 1932 και της εξασφάλιζε τόσες προσόδους, ώστε κάλυπτε όλες σχεδόν τίς υλικές της ανάγκες.


Πηγή: pigizois.net

23/1/16

Ένα παιδί δίνει 17 πολύτιμες συμβουλές στους γονείς του


1. Μη φοβάστε, να είστε σταθεροί μαζί μου. Αυτό με κάνει να νοιώθω περισσόερη σιγουριά.
2. Μη με παραχαϊδεύετε!!!. Ξέρω πολύ καλά πως δεν πρέπει να μου δίνετε οτιδήποτε σας ζητώ, σας δοκιμάζω μονάχα για να δώ!!!
3. Μη με κάνετε να νοιώθω μικρότερος απ' ότι είμαι. Αυτό με σπρώχνει να παριστάνω καμιά φορά τον "σπουδαίο".
4. Μη μου κάνετε παρατηρήσεις μπροστά σε κόσμο, αν μπορείτε. Θα προσέξω περισσότερο αυτό που θα μου πείτε αν μου μιλήσετε ήρεμα μια στιγμή που θα είμαστε μόνοι μας.
5. Μη μου δημιουργείτε το συναίσθημα πως τα λάθη είναι αμαρτήματα. Μπερδεύονται έτσι μέσα μου όλες οι αξίες που έχω μάθει να αναγνωρίζω.
6. Μη με προστατεύετε από τις συνέπειες των πράξεών μου. Χρειάζεται καμιά φορά να πάθω.
7. Μη δίνετε μεγάλη σημασία στις μικροαδιαθεσίες μου. Καμιά φορά δημιουργούνται ίσα ίσα για να κερδίσω την προσοχή που ζητούσα.
8. Μη μου κάνετε συνεχώς παρατηρήσεις. Γιατί τότε θα χρειαστεί να προστατεύσω τον εαυτό μου κάνοντας τον κουφό.
9. Μη μου δίνετε επιπόλαιες υποσχέσεις. Νοιώθω πολύ περιφρονημένος όταν δεν τις κρατάτε.
10. Μην υποτιμάτε την τιμιότητά μου. Συχνά οι απειλές σας με σπρώχνουν στην ψευτιά.
11. Μην πέφτετε σε αντιφάσεις. Με μπερδεύετε έτσι αφάνταστα και με κάνετε να χάνω την πίστη μου σε σας.
12. Μη με αγνοείτε όταν σας κάνω ερωτήσεις, γιατί θα ανακαλύψετε πως θ' αρχίσω να παίρνω τις πληροφορίες μου από άλλες πηγές.
13. Μην προσπαθείτε να με κάνετε να πιστέψω πως είστε τέλειοι ή αλάνθαστοι. Είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για μένα όταν ανακαλύπτω πως δεν είστε ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
14. Μη διανοηθείτε ποτέ πως θα πέσει η υπόληψή σας αν μου ζητήσετε συγνώμη. Μια τίμια αναγνώριση ενός λάθους σας μου δημιουργεί πολύ θερμά αισθήματα απέναντί σας.
15. Μην ξεχνάτε πως μ' αρέσει να πειραματίζομαι. Χωρίς αυτό δεν μπορώ να ζήσω. Σας παρακαλώ παραδεχτείτε το.
16. Μην ξεχνάτε πόσο γρήγορα μεγαλώνω. Θα πρέπει να σας είναι δύσκολο να κρατήσετε το ίδιο βήμα με μένα, αλλά προσπαθήστε σας παρακαλώ.
17. Μην ξεχνάτε πως δεν θα μπορέσω να αναπτυχθώ χωρίς πολλή κατανόηση και αγάπη. Αυτό όμως δε χρειάζεται να το πω, έτσι δεν είναi;


Πηγή: agiameteora.net

22/1/16

Ο ιερέας φέρει τη θεία Χάρη ακόμα και αν αστοχήσει!


Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ερεσσού και Πλωμαρίου κ. Ιάκωβος


[Προηγούμενη δημοσίευση: pemptousia.gr]


Επωμιζόμενος, λοιπόν, ο κληρικός, τέτοια ευθύνη και δεχόμενος τέτοιου είδους τιμή, δωρεά και προσφορά από το Θεό, όπως είναι η ιερωσύνη, έχει ιερό χρέος και οφείλει να πορεύεται αναλόγως, διότι σε τελευταία ανάλυση ο ιερεύς δεν είναι άνθρωπος αλλά θυσία. Μια θυσία που προστίθεται στη θυσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού και αυτό είναι ιερωσύνη. Όχι άνεση, όχι μεγαλεία, όχι τυμπανοκρουσίες και επίδειξη αλλά ταπείνωση, αγάπη, αφιλοχρηματία, ελεημοσύνη και εγκράτεια. Ο άξιος ποιμένας κηρύττει πρώτα με την κρυστάλλινη ζωή του και μετά με τα λόγια του, διότι «η ιερωσύνη είναι σαν το μάτι που δεν δέχεται καμμία τρίχα». Βέβαια και εκείνος ως άνθρωπος αμαρτάνει. «Η Χάρις, όμως, του Θεού δεν παύει να ενεργεί διά του ιερωμένου, λόγω της χειροτονίας, εκτός αν αυτός αστοχήση στην πίστη». Οι πιστοί, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να κρίνουν τον ιερέα , διότι η ιεροκατηγορία συνιστά βαρύτατο αμάρτημα και ο Μόνος Δίκαιος Κριτής όλων μας είναι ο Φιλεύσπλαχνος Κύριός μας.

Επίσης ό ιερεύς που διακρίνεται για την πνευματικότητά του είναι πράος, νηφάλιος προσιτός, φιλόξενος, υπάκουος στον επίσκοπό του, αυστηρός με τον εαυτό του και επιεικής με τους συνανθρώπους του, ανεξίκακος, φιλακόλουθος, συμπονετικός, ειλικρινής, ιεροπρεπής, έντιμος και με το Θεό και με τους ανθρώπους, προτάσσοντας σε όλα τη γνώμη και το θέλημα του Αγίου Θεού και προσπαθώντας να μή σκανδαλίσει με τη συμπεριφορά του τους πιστούς, έχοντας πάντοτε κατά νούν τούτο, ότι όχι μόνον ο Θεός αλλά και ο λαός μας θέλει τον ιερέα αψεγιάδιαστο. Ο καλός κληρικός τιμά, σέβεται και αγαπά αληθινά όλους τους συμπρεσβυτέρους του είτε εκείνοι τον αγαπούν είτε όχι. Δίνει τόπο στην οργή στα δύσκολα, με υπομονή δέχεται τους πειρασμούς και τις θλίψεις στη ζωή του, προσεύχεται αδιαλείπτως, μελετά συνεχώς το λόγο του Θεού και εξομολογείται τακτικά και καθαρά στον πνευματικό του όχι μόνο τα αμαρτήματά του αλλά ακόμη και τους λογισμούς του. Χαρά του δε και απαντοχή του η Θεία Λειτουργία και η κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων.
Γενικά οφείλει να προσέχει πάρα πολύ στη ζωή του και πριν χειροτονηθεί και μετά. Ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι: «Διάκονοι πρέπει να γίνονται όσοι νίκησαν τα πάθη. Πρεσβύτεροι όσοι υπέταξαν τους λογισμούς. Και Επίσκοποι όσοι έφθασαν στη θέωση». Ο δε αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους περίφημους λόγους του «Περί ιερωσύνης» αναφέρει τα εξής για εκείνον που πρόκειται να ιερωθεί: «Πριν δεχθείς να γίνεις ποιμήν των ψυχών, εξέτασε προσεκτικά τον εαυτό σου… διότι την ημέρα της Κρίσεως δε θα μπορέσεις να δικαιολογηθείς ούτε ότι σε πίεσαν ούτε ότι ήσουν άπειρος». Εννοείται ότι, εάν κάποιος έχει κωλύματα, δηλαδή αμαρτήματα τέτοιους είδους, τα οποία στέκονται εμπόδιο για την ιερωσύνη, όπως ακριβώς αυτά καθορίστηκαν μέσα από την μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας μας σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να χειροτονηθεί. Για τη συγκεκριμένη δε περίπτωση ο Γέροντας π. Ιάκωβος Τσαλίκης λέει ρητώς ότι «ουδέποτε να χειροτονηθεί άνθρωπος με κωλύματα ιερωσύνης». Και συνεχίζει: «Είδα έναν ιερέα που πήρε συμμαρτυρία πνευματικού χωρίς να εξομολογηθεί καθαρά και μετά τέσσερα χρόνια μου αποκάλυψε το αμάρτημα, που ήταν κώλυμα της ιερωσύνης, το πρόσωπο μαύρο και λυπημένο καμμία χαρά πάνω του. Πολύ με στεναχώρησε η κατάστασή του!».
Αλλά και ο εμβριθής και πολυγραφώτατος θεολόγος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος γράφει κάπου: «Όταν περιφρονούμε την ποιμαντική που δίδαξαν οι Άγιοι, τότε ζούμε μια εκκοσμικευμένη ποιμαντική και είμαστε εκκοσμικευμένοι κληρικοί, και φυσικά, μια τέτοια εκκοσμικευμένη ιερωσύνη και εκκοσμικευμένη ποιμαντική, όχι μόνο δεν σώζει, αλλά δημιουργεί σκάνδαλα στην Εκκλησία».
Ενώ ένας άγιος γράφει ότι ο λειτουργός «πρέπει να είναι καθαρός από τα πάθη, ειδικά, όμως, από την πορνεία και την μνησικακία και να μην έχει ούτε ψιλή φαντασία». Και συνεχίζει λέγοντας: «εάν δεν έχει τη δύναμη να αποσπασθή από την εμπαθή κατάσταση λόγω της μακροχρόνιας συνήθειας, πως αποτολμά να αγγίζει εκείνα που δεν τολμούν ούτε άγγελοι να αγγίξουν; Ή λοιπόν περίμενε μακριά από την θεία ιεροτελεστία, και έτσι να εξιλεώσης το Θεό, ή περίμενε αναίσθητος και αδιόρθωτος να πέσης στα χέρια του ζώντος Θεού».
«Όλοι οι συνδαιτημόνες του Δείπνου των βασιλικών γάμων, και κατ’ εξοχήν οι Λειτουργοί του Χριστού, οφείλουν να εισέρχωνται στον νυμφώνα ενδεδυμένοι με ένδυμα γάμου. Και αφού τα ιερά σκεύη πρέπει να είναι πάντοτε καθαρά, είναι φυσικό οι ψυχές των Λειτουργών να «πρέπει να είναι καθαρώτερες από αυτά και λαμπρότερες».
Γένοιτο!


Πηγή: Εγκόλπιο Ημερολόγιο 2015, αφιερωμένο στην Ιερωσύνη και την αρετή του κληρικού, εκδίδεται με την πρόνοια του Σεβ. Μητροπολίτου Μυτιλήνης κ. Ιακώβου, και συντάσσεται από τον Πανοσιολ. Αρχιμ. Ιάκωβο Καραμούζη, Πρωτοσύγκελλο, 56ο έτος εκδόσεως.


Πηγή: pemptousia.gr

20/1/16

Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου, ὁ Μέγας Εὐθύμιος

Κόντογλου Φώτης


Ἀληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: "Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον". Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. "Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη". Καὶ ὁ ὑμνῳδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ' αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ "χαροποιὸν δάκρυον" ψέλνει παθητικά: "Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν."




Ὅ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ποὺ ἑορτάζει τὴ μνήμη του ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 τοῦ Ἰανουαρίου, ἐστάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς φωστῆρες τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας. Γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας στὰ 377 μ.X. Ἀληθινὰ ἐκ κοιλίας μητρὸς ἤτανε ἁγιασμένος, γιατί ἀφοσιώθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τριῶν χρονῶν παιδί. Ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης, ποὺ μόνασε στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου, γράφει πὼς ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἡλικίας του τὸ στόμα του ἀενάως δοξολογοῦσε τὸ Θεό, ἡ χαρὰ του ἤτανε νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούγει τὰ ἅγια γράμματα μὲ φόβο καὶ κατάνυξη. "Τὸν δὲ μεταξὺ χρόνον, οἴκοι ἐσχόλαζεν ἐν τε τῇ προσευχῃ καὶ τὴ ψαλμῳδίᾳ καὶ ταῖς τῶν θείων λόγων ἀναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε καὶ ἡμερεύων, εἰδὼς ὅτι ὁ μελετῶν ἐν νόμῳ Κυρίου ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς καὶ τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὅ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ".

Σὰν ἔγινε 29 χρονῶν, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησε τοὺς ἁγίους Τόπους, ἔπειτα ἐπισκέφθηκε τοὺς πατέρας τῆς ἐρήμου καὶ τέλος κατοίκησε σ' ἕνα σπήλαιο τῆς λαύρας τοῦ Φαρᾶν, κ' ἐζοῦσε μὲ τέλεια ἀκτημοσύνη, πλέκοντας ψάθες γιὰ τὴ συντήρησή του. Ἐκεῖ κάθισε πέντε χρόνια, μ' ἕναν ἄλλον ἀσκητὴ Θεόκτιστο. Μετὰ τὰ πέντε χρόνια πήγανε ἀπὸ τὸ Φαρᾶν καὶ ἤβρανε μέσα σ' ἕνα ξεροπόταμο, ποὺ τὸ λένε τώρα Οὐάντι Δαμπόρ, ἕνα σπήλαιο ἀπόγκρεμνο, κ' ἐκεῖ κατοικήσανε. Μὲ τὸν καιρὸ πληθύνανε οἱ ἀδελφοί, καὶ στὸ τέλος κάνανε ἕνα μοναστῆρι κοινόβιο, τὸ πρῶτο ποὺ γίνηκε στὴν Παλαιστίνη, καὶ μέσα σ' αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ζούσανε μὲ ἄκραν αὐστηρότητα. Ὁ μέγας Εὐθύμιος, ὁ ἡγούμενός του, ἔλεγε: "Ὀφείλει εἶναι ὁ μοναχὸς ὅλος ὀφθαλμός, πάντοθεν ἑαυτὸν περισκέπην ἀκοίμητον ἔχων πρὸς τὴν αὐτοῦ φυλακὴν τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα, ὡς ἐν μέσῳ παγίδων διοδεύων ἀεί". Ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου κάποιοι μοναχοὶ ἀπαυδήσανε καὶ θέλανε νὰ φύγουνε. "Τὰ κελλία στενὰ λίαν καὶ ἀπαραμύθητα ἦσαν, οὕτως αὐτὰ τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου κελεύσαντος".

Χρειάζεται πολὺ χαρτὶ καὶ μελάνι γιὰ νὰ γράψει κανένας καταλεπτῶς τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, τὰ λόγια του ποὺ σωθήκανε στὸ βίο του, τὰ θαύματά του καὶ τὴν κοίμησή του. H ἁγιότητά του ἀκούσθηκε σ' ὅλη τὴ χριστιανοσύνη. Ὀνομάσθηκε "μέγας φωστὴρ καὶ ἥλιος τῆς ἐρήμου". Ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.X., ἡμέρα Σάββατο, σὲ ἡλικία 97 χρονῶν. "Ἦν δὲ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἀγγελικόν, ἡ ἕξις ἄπλαστος (ἀφελής, ἀπροσποίητη), τὸ ἦθος πραΰτατον, ἡ δὲ φαινομένη τοῦ σώματος αὐτοῦ ὄψις στρογγυλοειδὴς τε ὑπῆρχε καὶ φαιδρὰ καὶ λευκὴ καὶ εὐόμματος. Ἦν δὲ ὑποκόλοβος τὴν ἡλικίαν καὶ ὁλοπόλιος, ἔχων τὸν πώγωνα μέγαν, φθάνοντα ἕως τῆς κοιλίας, καὶ ἀσινῆ πάντα τὰ μέλη• οὔτε γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἢ οἱ ὀδόντες ἢ ἕτερον μέλος τὸ παράπαν ἐβλάβη ἀλλὰ στερρὸς τε καὶ πρόθυμος ὤν ἐτελειώθη".

Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκανε εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο, ποὺ τὸ διηγήθηκε στὸν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βίο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ἕνας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, γιὰ τὸν πάππο του ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ποὺ τὸν ἔγιανε ὁ ἅγιος. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ γέρο - Τερέβωνας, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμα παιδὶ παράλυσε τὸ μισὸ κορμί του, τὸ δεξιὸ μέρος, ἀπὸ τὸ κεφάλι ἕως τὰ πόδια. Ὁ πατέρας του Ἀσπέβετος, ποὺ ἤτανε κι' αὐτὸς φύλαρχος, ἤτανε ἀπαρηγόρητος, γιατί οἱ γιατροὶ δὲν μπορέσανε νὰ δώσουνε ὠφέλεια στὸ παιδί του. Βρισκότανε στὴν Ἀραβία κ' εἴχανε στήσει τὰ τσαντήρια τους. Ὅπου, μία νύχτα, βλέπει τὸ ἄρρωστο παιδὶ στὸν ὕπνο του ἕναν καλόγερο μὲ μακριὰ γενειάδα καὶ τοῦ λέγει: "Τί ἀσθένεια ἔχεις;" K' ἐκεῖνο ἔδειξε τὸ παράλυτο μέρος τοῦ κορμιοῦ του. Κι' ὁ μοναχός τοῦ λέγει πάλι: "Ὅ,τι τάξεις στὸ Θεό, θὰ τὸ κάνεις, ἂν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;" Καὶ τὸ παιδὶ εἶπε: "Ναί". Τότε τοῦ λέγει ὁ γέροντας: "Ἐγὼ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, ποὺ κάθουμαι στὴν ἔρημο, δέκα μίλια ἀνατολικά τῆς Ἱερουσαλήμ, μέσα στὸ ξεροπόταμο ποὺ εἶναι νοτινὰ ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει στὴν Ἱεριχῶ. Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς, ἔλα σὲ μένα κι' ὁ Θεὸς θὰ σὲ γιατρέψει".

Τὸ πρωί, εἶπε τὸ ὄνειρο τὸ παιδὶ στὸν πατέρα του, κ' ἐκεῖνος ἀμέσως πρόσταξε νὰ σηκώσουνε τὶς τέντες καὶ νὰ τραβήξουνε κατὰ τὸ μοναστῆρι τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ποὺ τὸ βρήκανε ρωτώντας. Οἱ μοναχοί, σὰν εἴδανε τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχὰ ὁ Θεόκτιστος κατέβηκε καὶ τοὺς ρώτησε τί ζητᾶνε. K' ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε "τὸν Εὐθύμιο, τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ". Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἡσύχαζε κ' εἶχε δώσει παραγγελία νὰ μὴν τὸν ἀνησυχήσουνε ὡς τὸ Σάββατο, εἶπε στὸν Ἀσπέβετο νὰ περιμένουνε. Ἀλλὰ ὁ δυστυχὴς πατέρας τοῦ ἔδειξε τὸ παιδὶ ποὺ κειτότανε ξυλιασμένο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν λυπηθεῖ. Τότε ὁ Θεόκτιστος πῆγε καὶ εἶπε στὸν ἅγιο τὴν ἱστορία. K' ἐκεῖνος κατέβηκε, καὶ σὰν εἶδε τὸ παιδί, ἔκανε προσευχὴ πολλὴν ὥρα, ὕστερα τὸ σταύρωσε, καὶ παρευθὺς ἔγινε καλὰ ὁ Τερέβωνας. Βλέποντας οἱ Ἀραπάδες αὐτὸ τὸ θαῦμα, γονατίσανε καὶ φιλούσανε τὰ πόδια τοῦ ἁγίου, καὶ τὸν παρακαλούσανε νὰ τοὺς βαφτίσει. Τότε ὁ ἅγιος παράγγειλε νὰ κάνουνε μία μικρὴ κολυμβήθρα σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ σώζουνταν ὡς τὸν καιρὸ ποὺ τὰ ἔγραφε ὁ Κύριλλος, κι' ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάφτισε. Τοὺς κράτησε στὸ μοναστῆρι σαράντα μέρες γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὰ τῆς θρησκείας, κ' ὕστερα φύγανε. Ἕνας μοναχὰ ἀπόμεινε στὸ μοναστῆρι, ὁ θεῖος τοῦ Τερέβωνα, Τερέβωνας κι' αὐτός, ἀδελφός τῆς μητέρας του, καὶ χειροτονήθηκε καλόγηρος, καὶ μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ ἔδωσε πολλὰ χρήματα γιὰ νὰ μεγαλώσουνε τὸ μοναστῆρι. Στάθηκε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς στὴν εὐσέβεια, καὶ κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.

Μία Κυριακὴ λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, καὶ κατὰ τὰ συνηθισμένα κάποιος εὐλαβέστατος μοναχὸς Δομετιανὸς στεκότανε στὰ δεξιὰ τῆς ἁγίας Τραπέζης βαστώντας τὸ λειτουργικὸ ριπίδι, κι' ὁ Μαρίνος ὁ Σαρακηνὸς στεκότανε κοντὰ στὸ θυσιαστήριο, ἀκουμπώντας τὰ χέρια του στὰ κάγκελα. Ἄξαφνα βλέπει φωτιὰ νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἁπλώνεται ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο σὰν νἄτανε σεντόνι πύρινο, καὶ σκέπασε τὸ μέγα Εὐθύμιο καὶ τὸ μακάριο Δομετιανό. Καὶ ἔμεινε ἔτσι σ' ὅλο τὸ χερουβικό. "Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα οὐδεὶς εἶδεν εἰμὴ οἱ ὄντες τοῦ πυρὸς ἔνδον, καὶ Τερέβων, καὶ ὁ Χρυσίππου ἀδελφὸς Γαβρήλιος ὁ Καππαδόκης, εὐνοῦχος ὤν ἀπὸ γεννήσεως καὶ δι' εἰκοσιπέντε ἐνιαυτῶν τότε εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσελθών. Φόβῳ τοίνυν συσχεθεὶς ὁ Τερέβων, ἔφυγεν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἀπὸ τότε οὐκέτι προέθετο ἐπιστηρίζεσθαι τῷ καγκέλῳ τοῦ ἱερατείου, καθ' ἥν εἶχε συνήθειαν τολμηρῶς καὶ θρασέως τοῦτο ποιεῖν κατὰ τὴν ὥραν τῆς θείας προσκομιδῆς, ἀλλ' ὀπίσω πλησίον τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἵστατο, μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας κατὰ τὴν τῆς συνάξεως ὥραν κατὰ τὴν κελεύουσαν ἐντολὴν εὐλαβεῖς ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ μὴ καταφρονητάς".



Πηγή: agiazoni.gr

18/1/16

ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Μέγας Αθανάσιος (293; - 373 μ. Χ.)
Ο Mέγας Πατήρ και Στύλος της Ορθοδοξίας, Aθανάσιος, διεξήγαγε πολλούς αγώνες για την Oρθόδοξη πίστη. Για το λόγο αυτό και για το απαράμιλλό του ήθος ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, σε εγκωμιαστικό του λόγο  τον ταυτίζει με την αρετήν. Λέγει, Αθανάσιον επαινών αρετήν επαινέσομαι. Ταυτόν γαρ εκείνο τε ειπείν και επαινέσαι (Επαινώντας τον Αθανάσιο, θα επαινέσω την αρετή. Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα. Όταν αναφέρομαι σε αυτόν επαινώ την αρετή).
Γεννήθηκε το 293; στην Αλεξάνδρεια, κατά τον ιστορικό Σωκράτη τον Σχολαστικό, από γονείς χριστιανούς. Εκεί μορφώθηκε θεολογικά και φιλοσοφικά  σε ονομαστές σχολές, και σχετίστηκε κατά τη νεανική του ηλικία με τον ιδρυτή του μοναχισμού Αντώνιο, με τον οποίο και συνασκήτεψε στην έρημο. Κάποτε ο Αθανάσιος με άλλα παιδιά παίζανε στην ακροθαλασσιά, όπου  βρισκόταν και το σπίτι του Πατριάρχη Αλέξανδρου. Ο Πατριάρχης παρατήρησε ότι τα παιδιά υποδύονταν ρόλους αξιωματούχων της Εκκλησίας.

 Τον Αθανάσιο τον χειροτόνησαν Πατριάρχη και στο τέλος τον είδε να βαφτίζει ένα παιδάκι κατά την τάξη της Εκκλησίας. Ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, είδε κατά τύχη τη σκηνή και θαύμασε, προγνωρίζοντας διά του Αγίου Πνεύματος, ότι η χειροτονία του Αθανασίου ήταν προμήνυμα της μελλοντικής χειροτονίας του . Έτσι, το παιδάκι το έχρισε μόνο με το Άγιο Μύρο, τον δε Αθανάσιο παρέδωσε σε παιδαγωγό, για να μάθει τα ιερά γράμματα. Ο Άγιος χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Αλέξανδρο, όταν έφθασε σε μέτρον ηλικίας. Από τις περιγραφές του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου πληροφορούμαστε, ότι απέκτησε θεολογικές γνώσεις στην Κατηχητική Σχολή της Αλεξάνδρειας. Μεγάλη επίδραση  στη διαμόρφωση του ήθους του και της πορείας του, άσκησε και η γνωριμία του με τον Μέγα Αντώνιο, του οποίου και συνέγραψε το Βίο και Πολιτεία. Ο Αθανάσιος συμμετείχε στην προσπάθεια καταπολέμησης των θέσεων που προασπιζόταν ο Άρειος, όταν ακόμη ήταν λαϊκός, συγγράφοντας κείμενα όπως το Κατά Ειδώλων και το Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου.
Ο  Πατριάρχης Αλέξανδρος πήρε μαζί του το νεαρό Αθανάσιο στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, το έτος 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας, επί βασιλείας του μεγάλου Κωνσταντίνου, για συνεργό και βοηθό και μαζί απεκήρυξαν τα δυσσεβή και βλάσφημα του αιρετικού Αρείου. Ο Άρειος υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα του Θεού δημιουργηθέν εν χρόνω και επομένως, όπως όλα τα κτίσματα, έχει αρχή και τέλος. Άρα, ο Χριστός δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, αφού μόνο ο Θεός έχει αυτή τη δυνατότητα.  Γνωρίζουμε, όμως, από την Αγία Γραφή, ότι ο Χριστός σαρκώθηκε για να σώσει και να θεώσει τον άνθρωπο. Ο Αθανάσιος με τον πλούσιο λόγο του, διατύπωσε με σαφήνεια τις αλήθειες, τις οποίες οι αιρετικοί διέστρεφαν. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κτίσμα, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού, τέλειον γέννημα του Πατρός, γέννημα, δε, όχι κατά θέλησιν, αλλά κατά φύσιν. Δεν προήλθε, διότι το θέλησε ο Πατήρ, αλλά διότι είναι μέσα στη φύση του Πατρός να γεννά τον Υιό και μέσα στη φύση του Υιού να γεννάται. Τούτο ακριβώς συνιστά τη διαφορά αυτού από τα κτίσματα. Είναι εικόνα και ομοίωση του Πατρός, άναρχος και Αυτός, όπως ο Πατήρ, ενώ ο άνθρωπος είναι απλώς κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση. 

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Αλέξανδρος κοιμήθηκε. Το 328, ο Αθανάσιος, με απόφαση κλήρου και λαού, χειροτονήθηκε επίσκοπος, ένεκα του μεγάλου ζήλου και της φήμης, που είχε αποκτήσει ως ανυποχώρητου μαχητή. Χειροτονήθηκε σε ηλικία τριάντα τριών χρόνων, στις 8 Ιουλίου. Οι οπαδοί του Αρειανού Ευσεβίου Νικομηδείας δεν μπορούσαν να ανεχθούν τη νέα τάξη πραγμάτων. Γι αυτό, με δολερά λόγια έπεισαν το Μέγα Κωνσταντίνο και ύστερα τους διαδόχους του να το διώξουν από το θρόνο του και να τον εξορίσουν, για 17 συνολικά χρόνια. Ο Μέγας Αθανάσιος εξορίστηκε πέντε φορές, καταδιώχτηκε από αυτοκράτορες, καθαιρέθηκε από επισκόπους, εγκαταλείφθηκε από τους φίλους του, αλλά ουδέποτε σταμάτησε τον αγώνα του εναντίον του αρειανισμού. Πέραν των σαράντα χρόνων υπέμεινε καρτερικά μέχρι να αφήσει τα εγκόσμια και να απέλθει προς Κύριο (371 ή 373). Η μνήμη του τελείται στις 18 Ιανουαρίου μαζί με τη μνήμη του Αγίου Κυρίλλου και στις 2 Μαΐου, μέρα της κοίμησής του.
Ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της εποχής του, ως μαχητής υπέρ της ορθοδοξίας, αλλά και ως πολυγραφότατος συγγραφέας. Ανάλογα με το περιεχόμενό τους, οι πατρολόγοι κατάσσουν τα έργα του Μεγάλου Αθανασίου σε απολογητικά, υπέρ του Χριστιανισμού, αντιαιρετικά, ερμηνευτικά, ασκητικά και επιστολές.  Ασχολείται με την Αγία Τριάδα, με το Λόγο, το Άγιο Πνεύμα, με τη Δημιουργία του κόσμου, με την Ανθρωπολογία και Σωτηρολογία, με την εν Χριστώ θέωση, με την ψυχή. Την πρώτη συγγραφική του προσπάθεια την έκανε με το έργο Κατά Ελλήνων στρέφοντας τα βέλη του κατά των ειδωλολατρών. Το δεύτερο επιγράφεται Λόγος περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου, στο οποίο συνοψίζει τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί σωτηρίας του ανθρώπου. Μεγάλο τμήμα της συγγραφής του, αφορά την αίρεση των αρειανών με τέσσερεις λόγους κατά Αρειανών, τον Απολογητικό κατά Αρειανών, την Απολογία προς βασιλέα Κωνστάντιο και την Απολογία περί φυγής αυτού, που πραγματεύονται τις διδασκαλίες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, τις απολογίες σε βάρος του από τους Αρειανούς και τη φυγάδευσή του στην έρημο. Από τα ερμηνευτικά, τα περισσότερα έχουν χαθεί, διασώζονται, όμως, οι ερμηνείες των ψαλμών. Τέλος απο τα ασκητικά και πρακτικά, διασώζονται τα Βίος και Πολιτεία Πατρός Αντωνίου και Περί Παρθενίας. Από τις επιστολές διακρίνονται οι γιορταστικές, προς μοναχό Αμούν, Ρουφινιανό, Σεραπίωνα, Επίκτητο, Αδέλφιο, Μάξιμο και Δρακόντιο. Στην 39η Εορταστική Επιστολή του, ο Άγιος Αθανάσιος απαριθμεί τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο λόγος του είναι πλούσιος και διακρίνεται για τη δύναμη, τη μαχητικότητα, την ακριβολογία και την επιχειρηματολογία.


Άγιος Κύριλλος (378-444 μ. Χ.)
Ο Άγιος Κύριλλος έζησε επί βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν ανεψιός του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου. Πήρε μεγάλη θεολογική μόρφωση, ώστε έγινε διάδοχος του θείου του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας. Θεωρείται από τους κορυφαίους δογματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έχει συγγράψει πολλά θεολογικά συγγράμματα, τα οποία του απέφεραν το χαρακτηρισμό του Στύλου της Ορθοδοξίας.
Όταν έγινε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος, το 431 μ.Χ. στην Έφεσο, ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας υπήρξε Πρόεδρος της Συνόδου και χαριτώθηκε από τον Θεό να αντιμετωπίσει, με τεράστιες δυσκολίες, αλλά και με επιτυχία, το θεμελιώδες πρόβλημα της χριστολογίας. Η προσφορά του αυτή τον ανέδειξε πατέρα και διδάσκαλο της Εκκλησίας. Όταν αμφισβητήθηκε η πραγματική ενότητα των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού μας, ο Κύριλλος απέδειξε θεολογικά την ενότητα των ασυγχύτων φύσεων στο  πρόσωπο του Χριστού. Συνέτεινε στο να γκρεμιστούν οι κακοδοξίες του Νεστορίου, που αποκαλούσε την Υπεραγία Θεοτόκο, Χριστοτόκο.
Ο Άγιος Κύριλλος έγραψε πολλά θεολογικά συγγράμματα. Χαρακτηρίζει τον Χριστό κατά τη Θεία Του φύση, ως του Πατρός φύσει Υιόν και υπέρ ημάς Λόγον, εκ Θεού Λόγον, άνωθεν εκ Θεού Πατρός, ο οποίος είναι Θείος Λόγος και ο οποίος οικονομικώς κατεφοίτησε δι΄ ημάς εις ανθρωπότητα, γέγονε σαρξ και καθ΄ ημάς άνθρωπος, ηνώθη κατά φύσιν και καθ' υπόστασιν τη σαρκί. Έτσι, η Παναγία είναι Θεοτόκος, διότι στον Όρο αυτό συμπεριλαμβάνεται η Θεία ενανθρώπηση του Λόγου, η κατά σάρκα γέννηση του Θεού από την Παρθένο και η υποστατική ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπό Του.
Ο Κύριλλος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο, στις 27 Ιουνίου 444 μ.Χ., αφού πατριάρχευσε για τριάντα δύο περίπου χρόνια. Ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης, τον αποκάλεσε Σφραγίδα των Πατέρων.
Η Εκκλησία θέλησε να αδελφώσει τη μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, του Μεγάλου Αθανασίου, πρωταγωνιστή κατά του Αρειανισμού, και του Αγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά του Νεστοριανισμού και έτσι όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.

Απολυτίκιο:
Ήχος γ΄, Θείας πίστεως.
Έργοις λάμψαντες, Ορθοδοξίας, πάσαν σβέσαντες κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε· τή ευσεβεία τα πάντα πλουτίσαντες, την Εκκλησίαν μεγάλως κοσμήσαντες, αξίως εύρατε Χριστόν τον Θεόν δωρούμενον, πάσι το μέγα έλεος.

15/1/16

Αν αφήση κανείς τα πάθη να τον πολεμούν, δεν χρειάζεται ο διάβολος να τον πολεμήση


Άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης



Αν ένας άνθρωπος λοξοδρομήσει από τις εντολές του Θεού, τον πολεμούν μετά τα πάθη.
Και αν αφήση κανείς τα πάθη να τον πολεμούν, δεν χρειάζεται διάβολος να τον πολεμήση. Και τα δαιμόνια έχουν “ειδικότητα”.


Χτυπούν τον άνθρωπο τάκ-τάκ, να του βρουν την πάθηση, την αδυναμία, για να τον πολεμήσουν. Θέλει προσοχή, να κλείνουμε τις πόρτες και τα παράθυρα -τις αισθήσεις-, να μην ανοίγουμε χαραμάδες στον πειρασμό και μπαίνη από εκεί ο εχθρός.


Εκεί είναι τα αδύνατα σημεία. Εάν αφήσης έστω και μία σχισμή ανοιχτή, μπορεί να μπή και να σου κάνη ζημιά. Ο διάβολος μπαίνει στον άνθρωπο, όταν υπάρχει λάσπη στην καρδιά του ανθρώπου, δεν πλησιάζει στο καθαρό πλάσμα του Θεού. Άμα ξελασπωθή η καρδιά, φεύγει ο εχθρός και έρχεται πάλι ο Χριστός.

Όπως το γουρούνι, όταν δεν βρει λάσπη, γουγουλίζει και φεύγει, έτσι και ο διάβολος δεν πλησιάζει στην καρδιά που δεν έχει βούρκο.

Τι δουλειά έχει σε καρδιά καθαρή και ταπεινή; Εάν λοιπόν δούμε ότι το σπίτι μας -η καρδιά μας- είναι παλιόσπιτο και κατοικεί ο εχθρός, πρέπει αμέσως να το γκρεμίσουμε, για να φύγη και ο κακός ενοικιαστής μας, δηλαδή το ταγκαλάκι. Γιατί, όταν η αμαρτία χρονίση στον άνθρωπο, ο διάβολος, φυσικά, αποκτάει περισσότερα δικαιώματα”.



Πηγή: 

14/1/16

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΣΙ



Στιγμὲς ὀρθρινῆς ἤ ἑσπερινῆς ἀκολουθίας· στρέφεσαι καὶ εὐλογεῖς μὲ τὸ «εἰρήνη πᾶσι» 
καὶ συνειδητοποεῖς ὅτι κοιτάζεις ἕναν ἄδειο ἄπὸ ἀνθρώπινη παρουσία ναὸ,
 ποὺ ὰποδέχεται τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο καὶ ἀναπνέει παράλληλα τὸ εὐῶδες θυμίαμα.

«Εἰρήνη πᾶσι»... Τὸ λὲς μὲ συναίσθηση καὶ δέος.
 Ὅμως, ποιοὶ τὸ ἀκοῦνε ἄραγε,
 σὲ ποιοὺς καὶ γιατὶ ἀπευθύνεται αὐτὴ ἡ εὐλογία; 
Φυσικὰ ἐσὺ τὸ λές,
 ἐσὺ τὸ ἀκοῦς καὶ μόνος σου διερωτᾶσαι,
 καθὼς γυρίζεις καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ καὶ ἰλαρὸ φῶς τοῦ λαδοκάντηλου, ἐνῶ σκέφτεσαι:
 ποιὰ σημασία ἔχει νἀ λέγεται, λοιπὸν,
 ἡ εἰρήνευση αὐτὴ, χωρὶς νὰ ὐπάρχει οὔτε ἔνας πιστὸς στὸ ναὸ;
Κάπου ἀπέξω ἀκούγονται φωνὲς καὶ βηματισμοὶ.
 Στ᾿ ἀντικρυνὰ τὰ σπίτια ἀνάβουν τὰ φῶτα,
 καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα, 
ἐνῶ κάποιες θύρες ἀνοιγοκλείνουν. 
Ὁ κόσμος τῆς ἐνορίας εἶν᾿ αὐτὸς λοιπὸν,
 ποὺ δὲν ἔρχεται τὶς καθημερινὲς στὸν ἑσπερινὸ καὶ μόνο στὶς Κυριακάτικες λειτουργίες ἀκούει,
 τὶς περισσότερες φορὲς ἀδιάφορα,
 αὐτὴ τὴν εὐλογία. «Εἰρήνη πᾶσι». 
Κι ἐσὺ τὸ ξέρεις,
 τὸ καταλαβαίνεις καὶ σιωπᾶς πάντα,
 γιατὶ ὅ,τι καὶ νὰ πεῖς δὲ γίνεσαι κατανοητὸς.
 Γιατὶ, ἄραγε;
Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν ὄσων βιώνεις τὴν κάθε μέρα,
 σημειώνεις μὲ βεβαιότητα καὶ ὑπομονὴ κάποιες ταπεινὲς σκέψεις/προσευχὲς,
 τὶς ὀποῖες καὶ προσφέρεις,
 κάθε βράδυ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ κυρίως,
 γιὰ νὰ ἔχεις τὴ δυνατότητα ν᾿ ἀποδράσεις ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀθυμία.
 Γι᾿ αὐτὸ, ὅταν λές «Εἰρηνη πᾶσι»,
 ἐκείνη τὴ στιγμὴ βιώνεις καὶ συνειδητοποιεῖς,
 πὼς ἐσὺ ἔκαμες τὸ χρέος σου:
 ἔστειλες δηλαδὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία Ἐκείνου,
 ὄχι μονάχα στοὺς ἄδειους χώρους τοῦ ναοῦ,
 μὰ πέρα καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτοὺς.
 Γιατὶ ἡ εἰρήνη πρέπει, 
ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ὄρια τοῦ ναοῦ,
 νὰ εἰσοδεύσει στὸ σπίτι τοῦ ἄρρωστου ποὺ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του,

 στὸν κουρασμένο καὶ ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας ἐνορίτη,

 στὸ μαθητὴ ποὺ συλλαβίζει τὴ ζωὴ μέσα στὰ βιβλία του,
 στὸ ζεῦγος τῶν νέων παιδιῶν ποὺ πασχίζουν νὰ βιώσουν τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς συζυγίας,
 ἀλλὰ καὶ στὸ ζεῦγος ἐκεῖνο ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους πασχίζει νὰ ἀποτινάξει καὶ νὰ διαλύσει τὸ ζυγὸ τῆς συμβιώσεως,
 στὸ γέροντα καὶ τὴ γερόντισσα ποὺ κοιτάζουν νὰ βροῦν μιὰ σταγόνα ὑπομονῆς καὶ στοργῆς ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους,
 στὸ νέο ἤ τὴ νέα ποὺ σκοτινιάζουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τους μὲ οὐσίες ἐφήμερης ἤ στιγμιαίας εὐτυχίας,
 στὸ κάθε πιστὸ,
 στὸν κάθε κληρικὸ,
 στὸν κάθε ἀγωνιζόμενο μοναχὸ,
 στὸν κάθε ἄνθρωπο.
 Αὐτὴ τὴν εἰρήνη στέλνει πρωΐ καὶ βράδυ ἡ Ἐκκλησία,
 ἄσχετα ἄν δὲν τὴν ἀφουγκράζεται ἤ δὲν τὴ συνειδητοποιεῖ ὁ κόσμος.

Ἡ Εἰρήνη,
 ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ στέλνεται καθημερινὰ στὸν κόσμο,
 ὅπως στέλνεται τὸ φῶς,
 ἡ βροχὴ,
 ὁ ἄνεμος καὶ συνδράμουν τὴ γῆ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
 Τὸ ζητούμνο εἶναι πόσοι καὶ γιατὶ δὲν τὴ δέχονται.
 Ἕνα ζήτημα ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῆς Δημιουργίας χρόνια,
 ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντα τὸ χάδι,
 ἡ στοργὴ,
 ἡ ἀνάπαυση γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους.
 Μέχρι ποὺ εἰσῆλθε ὁ ἔχθρὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν,
ποὺ δόθηκαν ὠς δωρεὰ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ εὐλογία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων,
 κατέλυσε μὲ πονηρία καὶ θράσος τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἐγωπάθεια,
 τὴν ἰσχυρογνωμία καὶ τὸν σκληρὸ ἀρνητισμὸ.

Ἀφουγκράζεσαι,
 λοιπὸν ἐδῶ,
 στὴν ἡσυχία τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων. 
 Καημοὺς καὶ βάσανα δηλαδὴ ποὺ,
 καθὼς ἀνεβαίνεις καθημερινὰ γιὰ τὸ ναὸ τὰ μαζεύεις, 
ἀφοῦ καταλαβαίνεις, 
βλέπεις κι ἀκοῦς ὅταν περνᾶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν σου καὶ ξέρεις, τὸ γιατὶ φωνάζει ἡ μιὰ γειτόνισσα στὴν ἄλλη,
 γιατὶ μαλώνει ὁ πατέρας του τὸ Νίκο κι ἀκόμα γιατὶ,
 ἀφοῦ διασταυρώθηκαν οἱ δύο πρώην φιλενάδες δὲ χαιρέτισε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κι ἄλλα πολλὰ...
 Καὶ σκέφτεσαι καὶ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ εὐδοκήσει νὰ βιώσουν τὴν πάντιμο εἰρήνη Του ποὺ τοὺς στέλνει,
 γιὰ νὰ ἡρεμήσει ἡ ψυχὴ τους,
 νὰ χαμογελάσει τὸ στόμα τους,
 νὰ βρεθοῦν κοινοὶ τόποι συνεργασίας,
 φιλίας,
 ἀλληλοβοηθείας,
 φιλαδελφίας καὶ φιλοτιμίας...

Στέκεις σκεφτικὸς μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ διερωτᾶσαι,
 ἄν πρέπει νὰ πεῖς δυὸ λόγια μεθαύριο τὴν Κυριακὴ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θἄρθουν, μὴ καὶ καταλάβουν κάτι.
 Μόνο ποὺ κάποτε διστάζεις, 
γιατὶ φοβᾶσαι ὅτι κι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἀκόμα δὲ βίωσες ἰκανὰ τὴν Εἰρήνη Του.
 Μὲ λίγα λόγια δὲν ἔφτασες στὸ ὕψος τὸ πνευματικὸ τῶν μοναχῶν ἐκείνων τοῦ φιλόθεου Γεροντικοῦ,
 ποὺ προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ «τεχνητὴ» φιλονικία κι ὅμως ἠ ταπείνωση καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλία  «Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» τοῦ ἱερατικοῦ συλλείτουργου)
 δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε.

«Εἰρήνη πᾶσι»· «καὶ πρῶτα στὸν ἐαυτὸ μου,
 Κύριε»,
 ψυθιρίζεις καὶ κάνεις τὸ σταυρὸ σου καθὼς ἀναχωρεῖς ἀπ᾿ τὸ ναὸ κι ἀπόψε…ΑΜΗΝ ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΘΕΕ ΜΟΥ

13/1/16

Τότε ακούω, αδελφέ μου, τον Τίμιο Πρόδρομο με γλυκιά και ήρεμη φωνή να μου λέει…





-Γέρο-Βησσαρίων, αν αγαπάς μου λέγεις και κάποιο άλλο θαύμα που έγινε σ’ αυτή την εκκλησία, και πως είδες τον Τίμιο Πρόδρομο ζωντανό και μίλησες μαζί του;

Ο γερο-Βησσαρίων μειδίασε λίγο, και άρχισε με την συνηθισμένη του απλότητα να λέει: 
-Αυτό που μου λες έγινε ύστερα από δύο χρόνια (1918) και άκουσέ το αφού το θέλεις.

Εσύ μυλωνάς έκανες και ξέρεις ότι πολλές φορές μαζεύονται πολλοί στο μύλο. Μια ημέρα λοιπόν δύο χωρικοί ήλθαν στα παζάρια και ο ένας αγόρασε τη φοράδα του άλλου.
Εκείνος που την αγόρασε, πήγε στην εκκλησία και προσκύνησε (σ. ο γ. Βησσαρίωνας ήταν τότε οικονόμος στο Μετόχι αγιορείτικης μονής στα Μαριανά Χαλκιδικής). Άφησε, μάλιστα, μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε να ανάψω ένα κερί. Εγώ άναψα το κερί, είδα και τα χρήματα που ήταν αρκετά, δεν τα πήρα, τα άφησα μπροστά στην εικόνα. Κατά το βράδυ πήγα να ανάψω τα καντήλια και βλέπω να λείπουν τα χρήματα. Μα δεν το ξέρεις πόση στενοχώρια μου ήλθε. Ο πειρασμός με σκλήρυνε και εμένα και, όπως κουβεντιάζουμε μαζί, πήγα μπροστά στην εικόνα του αγίου και του λέω:
– Άγιε Πρόδρομε, δεν είσαι εδώ; Γιατί αφήνεις και σου παίρνουν τα χρήματα μπροστά από την εικόνα σου;
Ααααα, δεν σου ανάβω καντήλι. Έτσι γερο-Λάζαρε, άναψα μόνο της Παναγίας το καντήλι και έφυγα. Ναι αλλά μέσα μου όμως η καρδιά μου χτυπούσε λιγάκι. Επήγα στον μύλο, ανέβηκα επάνω στο σπίτι, έφαγα λίγο ψωμί, αλλά συγχυσμένος. Θυμόμουνα ότι το καντήλι του αγίου το είχα σβηστό, αλλά ο κοτσονούρης δεν με άφηνε, πολύ με εσκλήρυνε. Έλεγα μέσα μου: «Αϊ να δούμε τι θα γίνει. Δεν το ανάβω το καντήλι απόψε».
Εκοιμήθηκα, λοιπόν, αδελφέ μου, με τη σύγχυση που είχα, όμως επέμεινα στη γνώμη μου. Έτυχε να είναι πανσέληνος, το φεγγάρι σαν ήλιος και από το παράθυρο του κελλιού μου έμπαινε μέσα το φως. Καθώς λοιπόν κοιμόμουνα μόνος μου-διότι άλλον συνοδεία τότε δεν είχα- κατά τα μεσάνυχτα αισθάνομαι μια σκουντιά. Ξυπνώ και βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα. Από τον φόβο μου άρχισα να τρέμω και μόλις μπόρεσα να του πω:
-Πως ήλθες εδώ;

Σε απάντησή μου, μου λέει σε ύφος σοβαρό:
– Το πώς ήρθα μη ρωτάς, αλλά πες μου γιατί δεν ανάβεις το καντήλι;


Και αμέσως με πολύ φόβο, με φωνή που έτρεμε, με δάκρυα στα μάτια, λέω:
-Να με σχωρέσεις , άγιε. Έσφαλα.

Τότε του έβαλα τρεις μετάνοιες κλαίγοντας στα ποδάρια του και τον παρακαλούσα να με συγχωρέσει.
Ενώ μου τα διηγούνταν αυτά ο γερο-Βησσαρίων, άρχισε από την κατάνυξη να κλαίει μπροστά μου. Αφού του πέρασε, εξακολούθησε:
-Τότε ακούω, αδελφέ μου, τον Τίμιο Πρόδρομο με γλυκιά και ήρεμη φωνή να μου λέει:
-Παιδί μου Βησσαρίων, λες ότι δεν είμαι εδώ; Και αν εγώ δεν είμαι εδώ, τότε ποιος σε φυλάγει εδώ τόσα χρόνια, σ’ αυτή την ερημιά από τους ληστές και τα άλλα κακοποιά στοιχεία; (Και πάλι άρχισε να κλαίει ο π. Βησσαρίων από τη συγκίνηση και την ευλάβειά του προς τον Τίμιο Πρόδρομο).
-Άγιέ μου, του λέω, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις, δεν το ξανακάμω.
-Πήγαινε ν’ ανάψεις το καντήλι στην εικόνα μου, και να το κηρύττεις και στους άλλους ότι κάνουν θαύματα οι εικόνες, διότι πολλοί εδώ άρχισαν να λένε ότι δεν θαυματουργούν οι εικόνες.
Αυτά μου είπε και έγινε άφαντος. Εγώ εκείνη την ώρα πήγα στην εκκλησία κα ω του θαύματος! Βλέπω όλα τα χρήματα στον ίδιο τόπο, όπως ήταν, μπροστά στην εικόνα του Αγίου! Ποιος να ξέρει τι λαχτάρα να τράβηξε εκείνος ο κλέπτης και τα έφερε αυτήν την ίδια νύχτα τα χρήματα στην Εικόνα.

Τέλος τον ρώτησα:
-Τι ενδύματα φορούσε ο Τίμιος Πρόδρομος;

-Να, όπως τον βλέπεις στην εικόνα με την προβειά. Αλλά τέτοιο ψηλό άνθρωπο δεν είδα άλλον στη ζωή μου.
Μα τι να σου πω! Άνδρας πελώριος, γίγαντας.

-Σε πιστεύω, του λέω, διότι και ο Χριστός μας λέει στο Ευαγγέλιο «ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού», πρωτίστως αυτό το είπε ο Κύριος για το πλήθος των αρετών του και τη μεγάλη αγιοσύνη του. Όμως αυτό ισχύει και για τη σωματική του διάπλαση, γιατί τα λόγια του Κυρίου και τα δύο περιλαμβάνουν.


*Θαυμαστό περιστατικό, το οποίο διηγείται ο μακαριστός Γέρο-Βησσαρίων της Ι.Μ.Οσίου Γρηγορίου!
Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ» – ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.