Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

31/12/15

ΑΓΑΠΗ , ΕΙΡΗΝΗ , ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Με τη χάρη και την άπειρη αγαθότητα του Θεού εισερχόμαστε στο νέο έτος της χρηστότητος του Κυρίου. Υποδεχόμαστε τον νέο χρόνο με ευχές χαράς και με την ψυχή γεμάτη πόθους  και προσδοκίες. Και αυτές είναι οι ευχές των ανθρώπων. Το τί θα πει ο Θεός « ο καιρούς και χρόνους εν τη ιδία αυτού εξουσία θέμενος», αυτό είναι κάτι που εμείς το αγνοούμε.
          Ο χρόνος είναι προϊόν της δημιουργικής δυνάμεως του Θεού, και όπως όλα τα δώρα του Θεού αποτελούν αληθινή ευλογία, έτσι  και ο χρόνος είναι τάλαντο που δόθηκε σε όλους μας με μεγάλη αγοραστική δύναμη  και αξία. Ο χρόνος είναι χρήμα με το οποίο εξαγοράζουμε τη ζωή μας. Μαθαίνουμε το σήμερα για να το χρησιμοποιήσουμε αύριο. Σπέρνουμε τώρα για να θερίσουμε εν καιρώ.
          Κάθε αρχή στη ζωή μας είναι και μια ευκαιρία ελπίδας. Η πρωτοχρονιά κάθε φορά αναδύει τις προσδοκίες, τα όνειρα και τις επιθυμίες των περισσότερων ανθρώπων.
          Αλήθεια τί νόημα μπορεί  να έχει για τους χριστιανούς η αρχή ενός καινούργιοι χρόνου; Ποιό νόημα θα μπορούσαμε να βρούμε για τη ζωή μας, για την πορεία του κόσμου κάθε φορά που αρχίζει κάτι νέο;
                   Μέσα μας νοσταλγούμε κάτι καλύτερο, γιατί η εποχή μας έχει σχετικοποιήσει τα πάντα. Ζούμε συγκριτιστικές μορφές ζωής. Υπάρχει γύρω μας  μια σοβαρή σύγχυση που θολώνει τα νερά. Διαπιστώνουμε μία ασυνέπεια στην πίστη και κατάπτωση του ηθικού βίου των ανθρώπων. Και αυτά δημιουργούν μέσα μας κλίμα ηττοπάθειας και απογοήτευσης.
          Λησμονούμε όμως ότι πριν μόλις λίγες μέρες γιορτάσαμε το μυστήριο της καθόδου του Θεού ανάμεσα μας. Μας επισκέφθηκε ο Εμμανουήλ ως Σωτήρας και μας πρόσφερε το Ευαγγέλιο της χαράς και την προοπτική μιας αληθινής ζωής. Σκόρπισε απλόχερα την αγάπη, την ειρήνη και μας πρότεινε τη συμφιλίωση και τη συνεργασία για μια ανύψωση του ανθρώπου και της κοινωνίας. Έτσι άνοιξε η θύρα για μια υπαρξιακή καταξίωση του ανθρώπου με τη μετάνοια και την εν Χριστώ ζωή.
          Δυστυχώς όμως οι άνθρωποι έθαψαν ό, τι ομορφότερο μας αποκάλυψε ο Θεός: την αγάπη, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη. Ο άνθρωπος κονσερβοποιήθηκε μέσα στο σύγχρονο βιομηχανικό πολιτισμό. Είναι τρομερό αυτό που συνέβη. Ο κόσμος θεώρησε τον άνθρωπο ανύπαρκτο ως θείο όν, ως ψυχοσωματική ύπαρξη και οδεύει στην αποξένωση, το μηδέν και στα φονικά πλοκάμια τους φθοράς και του θανάτου.
          Το ευαγγέλιο όμως εξακολουθεί να υπάρχει και το μήνυμα του προβάλλεται καθημερινά από την Εκκλησία. Μπορούμε και σήμερα, αν βέβαια θέλουμε, να δημιουργήσουμε μία νέα ζωή, τη ζωή του Αγίου Πνεύματος.
          Εκείνο που χρειάζεται είναι  ν’ ανακαλύψουμε τη σημασία του χρόνου, ο οποίος μπορεί  να μας οδηγήσει στο κέρδος όχι μόνο της παρούσης ζωής, αλλά και της μελλούσης. Γι αυτό ο βιβλικός λόγος μας υπενθυμίζει: «Βλέπετε πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι , αλλ’ ως σοφοί , εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι   πονηραί εισίν».
          Προγράμματα, μελέτες, όνειρα, επιθυμίες, προσευχές και ευχές  που θα διατυπωθούν για το νέο έτος και θα επιδιωχτεί η πραγμάτωση τους, ευχόμεθα να πραγματοποιηθούν επ’ αγαθώ.
          Σ’ όλους τους αγαπητούς αδελφούς και επισκέπτες εύχομαι ο νέος χρόνος   2016  να είναι μία αρχή για κάτι καλύτερο για όλους μας.
          Με πολλές ευχές

27/12/15

''Μόλις ξεκίνησα τις παρακλήσεις στην Παναγία Γοργοϋπήκοο ο εγγονός μου άρχισε να κουνάει το χέρι του''


Αρχές του τρέχοντος μήνα και μετά από μια μικρή περιπέτεια υγείας ενός... συγγενικού μου προσώπου,οδηγήθηκα ως συνοδός της συγγενής μου στο Κέντρο Αποκατάστασης ANIMUS στη Λάρισα για την πραγματοποίηση μιας σειράς φυσικοθεραπειών οι οποίες θα διαρκούσαν όλο το μήνα.

Στο χώρο αυτό όπου όπως και σε όλα τα Θεραπευτήρια διαπιστώνεις τη ματαιότητα του κόσμου αυτού και φιλοσοφείς τη ζωή διαφορετικά, γνώρισα αρκετούς ανθρώπους και κυρίως νέους οι οποίοι δίνουν τον δικό τους αγώνα για την αποκατάσταση της υγείας τους. Νέα παιδιά και συγγενείς οι οποίοι βρίσκουν παρηγοριά στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, την Παναγία και στους Αγίους μας, οι οποίοι στηρίζουν όλο τον κόσμο με τις θαυμαστές εμφανίσεις τους. Αυτό αποδεικνύεται και από την συχνή επίσκεψη ιερέων της περιοχής στο Ναό του Κέντρου λόγω ζήτησης των ιδίων των ασθενών, ενός περικαλλή πέτρινου ναού που προς τιμήν του ο ιδιοκτήτης κος Αχιλλέας Νταβέλης δημιούργησε με μεράκι και βαθιά πίστη και ενισχύει με λατρευτικές εκδηλώσεις συνεχώς.

Σε μία από τις επισκέψεις μου πριν λίγες ημέρες και κατά την διάρκεια της αναμονής όπως γίνεται συνήθως έως ότου οι εξωτερικοί ασθενείς πραγματοποιήσουν τις συνεδρίες τους, γνώρισα μια κυρία από ακριτική περιοχή της Ελλάδος. ΄Όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις ο κάθε ένας μεταφέρει στον άλλο τη δική του περιπέτεια και το λόγο για τον οποίο βρίσκεται στο Θεραπευτήριο. Ομολογώ χωρίς να θέλω να γίνω κουραστικός ότι συγκλονίστηκα από την περιγραφή της περιπέτειας ενός νεαρού παιδιού 21 ετών το οποίο εδώ και 3 χρόνια δίνει τη δική του μάχη μετά από τροχαίο ατύχημα με μηχανάκι. Ενός παιδιού που έζησε χάρη στην θαυμαστή επέμβαση των Αγίων Λουκά του Ιατρού και Εφραίμ. Ενός παιδιού που μετά από μια στάσιμη περίοδο και χάρη στην πίστη της κυρίας προς την Παναγία Γοργοϋπήκοο και η οποία είναι η γιαγιά του που το συνοδεύει στη Λάρισα, το νεαρό παλικάρι άρχισε να παίρνει τα ''πάνω του''.

Είναι πολλά αυτά που θέλω να γράψω για την τρίχρονη περιπέτεια. Για το πως έγινε το ατύχημα, οι ώρες αγωνίας στον προθάλαμο της εντατικής, οι χειρουργικές επεμβάσεις και ο αγώνας της αποκατάστασης. Θα σταθώ όμως στην πίστη της οικογένειας και κυρίως της γιαγιάς ενός ανθρώπου που δεν της λείπει το χαμόγελο και η αισιοδοξία μα πάνω από όλα η βαθιά εκείνη πίστη που κατά την Πατερική ρήση ''μέχρι και βουνά μπορεί να κινήσει''.

Συνομιλώντας για αρκετές ημέρες μαζί της και κάποια στιγμή χωρίς να έχει αναφερθεί κάτι από την ίδια για την Παναγία Γοργοϋπήκοο, μου εξιστορεί σε ποιο στάδιο αποκατάστασης βρίσκεται ο εγγονός της τώρα και τι απομένει ακόμη να γίνει για την ολοκλήρωση της θεραπείας. Θέλοντας να την βοηθήσω ως άνθρωπος προς ένα πονεμένο συνάνθρωπο άνοιξα το τσαντάκι μου και της έδωσα μια εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου από αυτές που έχω και δίνω σε ανθρώπους που πιστεύω πως έχουν ανάγκη. ''Πάρε της είπα αυτή την εικόνα, είναι της Παναγίας Γοργοϋπηκόου από τη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους. Σπεύδει γοργά σε όσους με πίστη την επικαλούνται και το ίδιο θα κάνει και στον εγγονό σου. Να κοιτάξω μήπως επικοινωνήσεις και με τον Γέροντα Γρηγόριο να κάνει μια προσευχή για το παιδί''.

Μόλις είδε την εικόνα άλλαξε τελείως η έκφραση της. Σαν να άνοιξε το μάτι της. Την ασπάστηκε και με μεγάλη χαρά γυρίζει και μου λέει το εξής: '' Γνωρίζω για την Παναγία Γοργοϋπήκοο. Δεν είχα εικόνα της, αλλά έλα να σου πω τι μου συνέβη και πως έμαθα για την Παναγία. "Η πρώτη επαφή ήταν όταν μια συντοπίτισσά μου που είχε πρόβλημα με το παιδί της, μου μίλησε για έναν Ηγούμενο του Αγίου Όρους που έχει πρόβλημα στην όρασή του άλλα με τα μάτια της ψυχής του βλέπει καλύτερα από όλους μας, Αναφερόταν στην χαρισματική μορφή του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Δοχειαρίου Γέροντα Γρηγορίου. Επικοινωνούσε με τον ίδιο και έκανε προσευχή για το παιδί της. Να επικοινωνήσεις κι εσύ μου είπε και η κουβέντα μας έμεινε έως εκεί. Μετά λόγω του ότι έφυγα από το νησί το θέμα ξεχάστηκε. Ερχόμαστε τώρα στη Λάρισα όπου επισκεπτόμενη συχνά την ενορία της Αγίας Τριάδος που βρίσκεται το σπίτι που έχουμε νοικιάσει, γνώρισα μια κυρία Στρατιωτικό στο επάγγελμα από την περιοχή της Βέροιας η οποία με ρώταγε συχνά για τον εγγονό μου. Της εξήγησα την κατάσταση, ότι έχει σημαντικά βελτιωθεί και αποκατασταθεί η υγεία του στο Κέντρο με τις φυσικοθεραπείες και την πραγματική φροντίδα των ειδικών, όμως λόγω της βαρύτητας του περιστατικού υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο πρόβλημα.

Ενώ σηκώθηκε από το καρότσι, περπατάει, δεν έχει κανένα πρόβλημα με το μυαλό του δεν μπορεί να κινήσει καθόλου το ένα του χέρι. Εκεί έχουμε πρόβλημα. Να κάνεις την Παράκληση της Παναγίας Γοργοϋπηκόου μου είπε η Στρατιωτικός και μου έφερε σε φωτοτυπία την Παράκληση την οποία κάνω καθημερινά. Βαθιά συγκινημένη μου εξήγησε ότι από την ημέρα που ξεκίνησε να κάνει την Παράκληση το παιδί άρχισε να κουνάει τα δάκτυλα του χεριού του και αυτή τη στιγμή με τη βοήθεια της Παναγίας είναι σε πολύ καλύτερο στάδιο. Μάλιστα με το χέρι που δεν κινούσε τώρα όχι μόνο το σηκώνει αλλά προσπαθεί σιγά σιγά να ταιριάξει και το σκούφο που φοράει στο κεφάλι του για το κρύο. Δόξα να έχει η Παναγία Γοργοϋπήκοος. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που μου συνέβη με την Παναγία μου είπε. Το διάστημα εκείνο ενημερώθηκα τηλεφωνικά αφού λείπω από το σπίτι μου κοντά 3 χρόνια ότι ο γιος μου με τη νύφη μου περιμένουν παιδί. Τη χαρά μου που θα γινόμουν και πάλι γιαγιά ήρθε να τη διαδεχθεί η αγωνία και ο φόβος για ενδεχόμενο πρόβλημα με το παιδί αφού οι γονείς είχαν ίδια ομάδα αίματος. Μη χάνοντας την πίστη μου ξεκίνησα την παράκληση της Παναγίας Γοργοϋπηκόου και οι εξετάσεις βγήκαν πεντακάθαρες. Σε μικρό διάστημα περιμένουμε και το νέο μέλος της οικογένειας''.

Αυτή είναι η θαυμαστή εμφάνιση της Παναγίας Γοργοϋπηκόου την οποία και μεταφέρω αυτούσια όπως μου τη διηγήθηκε και σύμφωνα με την έγκρισή της. Την περασμένη Πέμπτη που συναντηθήκαμε της έδωσα λαδάκι και αγιασμό από την Παναγία που είχα πάρει από το Σοχό φέτος το Σεπτέμβριο κατά την έξοδο της εικόνας από το Άγιο Όρος καθώς και το τηλέφωνο από το Μοναστήρι για να μιλήσει με το Γέροντα Γρηγόριο. Η ίδια όπως συνεννοηθήκαμε θα βάλει το λάδι σε μικρά κομμάτια από βαμβάκι και θα μοιράσει σε όσους συνοδούς ασθενών θέλουν. ''Θα δώσω στις μητέρες της Μυρτώς και της Άσπας'' μου είπε, δυο περιπτώσεων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και όλοι γνωρίζουμε καθώς και σε παιδιά που έχουν ανάγκη. Κλείνοντας την αφήγηση του θαυμαστού γεγονότος να σημειώσω ότι την Πέμπτη ο νεαρός έλαβε την ευχή για να κοινωνήσει τα Χριστούγεννα από τον Π. Ιωακείμ που ήρθε στο Κέντρο Αποκατάστασης για εξομολόγηση ασθενών και συγγενών και προχθές Παρασκευή αεροπορικώς από Θεσσαλονίκη επέστρεψε με τη γιαγιά του για Χριστούγεννα στους γονείς και τα αδέρφια του. Μετά την επιστροφή του στις 7 Ιανουαρίου στη Λάρισα θα προγραμματίσουμε επίσκεψη με τον μπαμπά του και τον ίδιο στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου αφού επιθυμία του είναι να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου και να πάρει την ευλογία του Καθηγουμένου της Μονής Γέροντα Γρηγορίου.

Ηλίας Προύφας,  Δημοσιογράφος


23/12/15

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΡΤΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας;
 Είναι κι αυτό ένα μυστήριο, που ερμηνεύεται ως εξής:
 Ο Χριστός γεννήθηκε εκεί, για να εκπληρωθεί η προφητεία του Προφήτη Μιχαία:
 «Κι εσύ Βηθλεέμ, πόλη που κατοικεί η συγγένεια του Εφραθά, παρ’ όλο που είσαι μια από τις πιο μικρές πόλεις του Ιούδα,
 Εγώ θα κάνω να προέλθει από σένα Εκείνος που θα γίνει άρχοντας του Ισραήλ»
.«Ιουδαία», σημαίνει «εξομολόγηση».
 «Βηθλεέμ», σημαίνει «οίκος άρτου».
 Αυτά, αλληγορικά, σημαίνουν πως όποιος αυτές τις άγιες μέρες θέλει να πάει στην Ιουδαία, δηλαδή στην ιερή εξομολόγηση, ας πάει και προς τη Βηθλεέμ• δηλαδή, ας πλησιάσει στο θυσιαστήριο όπου βρίσκεται ο Οίκος του Άρτου της Ζωής.
 Θέλω να πω μ’ αυτό ότι, όποιος θέλει να γιορτάσει επάξια τη Γέννηση του Χριστού, ας εξομολογηθεί και ας μεταλάβει.
 Αυτός είναι ο σκοπός της αγίας μας Εκκλησίας, που όρισε μέσω της νηστείας των Χριστουγέννων να προετοιμαστούμε για την εξομολόγηση και για τη θεία Μετάληψη.
Το λοιπόν Χριστιανοί, για να φθάσουμε στην πνευματική αυτή Βηθλεέμ της Ιουδαίας και για να βρούμε τον Βασιλιά τ’ ουρανού και της γης, ας ακολουθήσουμε τους τρεις εκείνους ευλαβικούς Μάγους.
 Εκείνοι, οδηγούμενοι από έναν Αστέρα που τους φανερώθηκε τότε στον ουρανό, τους έδειξε ακριβώς την οδό και τον τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός.
 Κι εμείς τώρα έχουμε γι’ Αστέρα τον Λόγο του Θεού,
 το ιερό Ευαγγέλιο και τον Νόμο της Χάριτος. Λέει ο Προφήτης Δαβίδ: «Ο Νόμος Σου μου είναι λυχνάρι για να μπορώ να περπατάω και φως στα μονοπάτια μου» (Ψαλμ. 118, 105).
 Έχουμε στα πόδια μας αυτό το λυχνάρι, για να βλέπουμε πώς ακριβώς να περπατάμε• έχουμε αυτό το φως στους δρόμους μας για να μη χαθούμε μέσα στην πλάνη αυτής της μάταιης ζωής.
 Οι Μάγοι, σαν έφθασαν και είδαν εκείνο το Θείο Παιδίον μαζί με τη Μητέρα Του, τη Μαρία, έπεσαν καταγής με πολύ ευλάβεια και Το προσκύνησαν.
 Άνοιξαν τους θησαυρούς τους και Του χάρισαν τα Δώρα, που ήταν χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα.
 Μ’ ετούτα τα Δώρα ήθελαν να Τον αναγνωρίσουν, σα βασιλιά με το χρυσάφι,
 σα Θεό με το λιβάνι
 και σα θνητό άνθρωπο με τη σμύρνα.
 Έτσι λοιπόν κι εμείς• αφού πλησιάσουμε στην εξομολόγηση και τη θεία Μετάληψη για να βρούμε τον Χριστό, πρέπει να Του προσφέρουμε τρία δώρα:
 πρώτ’ απ’ όλα την καρδιά μας, η οποία πρέπει να είναι καθαρή σα το χρυσάφι,
 καθαρή από κάθε επιθυμία κι από κάθε αισχρό λογισμό.
 Δεύτερον, το πνεύμα μας, που πρέπει να είναι αναμμένο σα το λιβάνι,
 στην αγάπη του Θεού και του πλησίον•
 και, όπως το λιβάνι, να εκπέμπει με την ευλάβεια οσμή ευωδίας πνευματικής. Τρίτον, τη σμύρνα, που δηλώνει τη νέκρωση των παθών και της σαρκός με τη συντριβή και την κατάνυξη.
 Ή αλλιώς, ας Του προσφέρουμε επίσης κι αυτά τα τρία δώρα: χρυσάφι, δηλαδή την ελεημοσύνη• λιβάνι, δηλαδή την προσευχή• και σμύρνα, δάκρυα καυτά της μετανοίας.
Αυτές είναι οι προετοιμασίες της αληθινής εξομολογήσεως και της άξιας Μεταλήψεως.
Οι Μάγοι, αφού προσκύνησαν τον Χριστό, δεν γύρισαν από τον ίδιο δρόμο απ’ τον οποίο ήρθαν στην αρχή, μονάχα άλλαξαν δρόμο κι αναχώρησαν για τη χώρα τους από μια άλλη οδό
Αυτό είναι το πιο αναγκαίο που πρέπει να κάνουμε κι εμείς.
 Όταν, λοιπόν, αυτές τις μέρες εξομολογηθούμε και μεταλάβουμε, δεν πρέπει να γυρίσουμε πάλι από την ίδια οδό που ήρθαμε πρώτα.
 Όχι.
«Δι’ ἄλλης ὁδοῦ»: ν’ αλλάξουμε δρόμο, ν’ αλλάξουμε ήθη, ν’ αλλάξουμε ζωή.
 «Δι’ ἄλλης ὁδοῦ»: ας πάρουμε τον άλλο δρόμο της χριστιανικής αρετής  με λίγα λόγια,
 ας αφήσουμε εκείνη την οδό της κακής μας συνήθειας που μας έφερνε στην κόλαση.
 Ας περπατήσουμε μιαν άλλη οδό,
την οδό μιας τέλειας διόρθωσης του βίου μας, που μας φέρνει στην αιώνια ζωή…

21/12/15

ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ




Ιστορίες Κρυπτοχριστιανών: Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα
Δεν ήταν ούτε τριάντα χρόνων η Δέσποινα όταν έχασε τον Σάββα, τον άνδρα της, και έμεινε χήρα με το τρίχρονο παιδάκι της, τον Νίκο. Ο μακαρίτης ήταν καλός άνθρωπος και χρυσός νοικοκύρης. Με τις δυο λίρες – 216 γρόσια – μισθό που έπαιρνε, ζούσε την γυναίκα και το παιδάκι του, χωρίς να τους στερήσει τίποτε. Οικονόμος ο ίδιος, καλή οικοκυρούλα η γυναίκα του, τα βόλευαν μια χαρά, σε βαθμό που η γειτονιά τους έπαιρνε και για πλούσιους.

Είχαν έξι χρόνια παντρεμένοι. Την βραδιά που θα γιόρταζαν την επέτειο των γάμων τους, έφεραν τον Σάββα νεκρό στο σπίτι του. Τη στιγμή που πλήρωνε τον μανάβη τα φρούτα που αγόρασε, γονάτισε ξαφνικά και ξεψύχησε πάνω στο δρόμο.

Τρέξαν οι καλοί άνθρωποι και φέραν γιατρό. Μα ήταν περιττό. Είχε πάθει συγκοπή. Ο γιατρός δεν είχε να κάμει τίποτε. Την άλλη μέρα τον θάψανε στην Ελεούσα.
Με τα διακόσια δεκαέξι γρόσια που έπαιρνε το μήνα ο Σάββας δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει τίποτα κατά μέρος.
Έπειτα ήταν τόσο νέος και γερός, που δεν μπορούσε να σκεφθεί τον θάνατο. Κι όπως δεν υπήρχαν τότε οι διάφορες κοινωνικές ασφαλίσεις κι όλα τα μικρά αποκούμπια που βρίσκει σήμερα κουτσά – στραβά η φτωχή οικογένεια που χάνει τον δουλευτή προστάτη της, η χήρα και τ’ ορφανό μείνανε έτσι αναπάντεχα από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς κανένα πόρο ζωής.
Όταν τέλειωσαν όλες οι θλιβερές διατυπώσεις της κηδείας, και την νύχτα της ίδιας ημέρας, έφυγε από το χαροκτυπημένο σπίτι και η τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, η Δέσποινα έμεινε μόνη, κοντά στο παιδάκι της, που είχε αποκοιμηθεί νωρίτερα, για να σκεφθεί πάνω σ’ όλη την τραγωδία που άρχιζε για κείνη και για το μικρό της.
Και πράγματι ήταν τραγική η θέση της κακομοίρας.
Δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε δικό της ούτε απ’ την πλευρά του μακαρίτου, στην Τραπεζούντα όπου ζούσαν. Ορφανοί και οι δυο τους, άφησαν κι ο ένας κι η άλλη το χωριό τους, κάπου εκεί στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως, όταν ήταν παιδιά. Με τα χρόνια τούς ξέχασαν και οι λίγοι μακρινοί συγγενείς τους, όπως δεν τους θυμούνταν κι αυτοί.
Η μοίρα το θέλησε να γνωρισθούν μέσ’ στη μεγάλη πολιτεία. Αγαπήθηκαν και πάρθηκαν.
Τ’ αφεντικό του μακαρίτου, από ευσπλαγχνία, είχε αναλάβει όλα τα έξοδα της φτωχικής κηδείας και η γυναίκα του, σαν επέστρεψαν απ’ το νεκροταφείο, ξεμονάχιασε τη Δέσποινα και της έδωσε τριακόσια γρόσια.
- Αυτά, της είπε, είναι απ’ τους μισθούς του σχωρεμένου. Σου τα στέλνει ο άντρας μου.

Στην πραγματικότητα ήταν ελεημοσύνη, γιατί ο μισθός εκείνου του μηνός ήταν πληρωμένος.

Η χήρα δεν βγήκε απ’ το σπίτι της, σύμφωνα με το συνήθειο του τόπου, ως την ημέρα του μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!
Όλο αυτό τον καιρό την βασάνιζε η μοναδική σκέψη πώς να ζήσει το παιδάκι της, πώς να το μεγαλώσει και πώς να το μορφώσει, όπως το ήθελε και το ονειρεύονταν ο μπαμπάς του μα κι η ίδια.

Μπορούσε βέβαια να ξενοδουλέψει, μα σε ποιόν ν’ αφήσει το μωρό;
Ευτυχώς ήξερε «κέντημα», ήξερε και να πλέκει, ακόμη και να ράβει. Είχε και τη ραπτομηχανή της. Πήρε την απόφαση. Θα δούλευε σπίτι της, κοντά στο παιδί της.
Έτσι η χήρα η Δέσποινα, δουλεύοντας 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο, μεγάλωσε τον Νίκο της. Ήταν η χαρά, η περηφάνια και η παρηγοριά της.
Δεν έλειψαν οι τύχες και οι ευκαιρίες. Ήταν όμορφη και προκομμένη η Δέσποινα. Της έγιναν πολλές προξενιές τα πρώτα χρόνια.
Μάλιστα ένας χηριός, που γύρισε απ’ τη Ρωσία πολύ πλούσιος, την ζήτησε επίμονα, μα η Δέσποινα δεν ήθελε να δώσει πατριό στο παιδί της, και δεν μπορούσε να δώσει και το μικρότερο κομμάτι απ’ την καρδιά και τη ζωή της σε άλλη ύπαρξη. Όλα τα είχε για το μονάκριβο της.
Πέρασαν δέκα χρόνια. Η εντατική και πολύωρη δουλειά, τ’ ατέλειωτα ξενύχτια και η έλλειψη της πιο στοιχειώδους ανάπαυσης, την γηράσανε πρόωρα τη Δέσποινα. Πολλές φορές της έφευγε η βελόνα απ’ το χέρι ή σταματούσε η ραπτομηχανή, γιατί το χέρι δεν είχε την δύναμη να γυρίζει τον μικρό γυαλιστερό της τροχό. Την βοηθούσε ο Νίκος σ’ αυτό, σαν βρισκόταν κοντά της.

Ανησυχούσε η δύστυχη η μάνα. Έβλεπε πως δεν έβγαζε πια δουλειά όπως πρώτα. Λιγόστευαν οι «πρόσοδοι», ενώ απ’ την άλλη μεριά περίσσευαν τα έξοδα, γιατί το παιδί μεγάλωνε κι εκείνη δεν ήθελε να του στερήσει τίποτε.

Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, άρχισαν ν’ αδυνατίζουν τα μάτια της. Κάθε μήνα και χειρότερα.
Έβαλε γυαλιά. Μα δεν την βοηθούσαν κι αυτά όσον έπρεπε στη λεπτή της δουλειά. Όταν ο Νίκος έγινε δεκαέξι χρονών και πήγαινε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, η κατάστασις έφθασε στο απροχώρητο. Η Δέσποινα δεν μπορούσε να περάσει την κλωστή στη βελόνη ούτε και με τα γυαλιά… Θέλησε να ξενοδουλέψει δούλα, πλύστρα, μα δεν την άκουγαν τα πόδια της. Την σακάτεψαν οι ρευματισμοί. Γήρασε πρόωρα.

Όταν κάποια καλή της γειτόνισσα την συμβούλεψε να βγάλει τον Νίκο απ’ το Γυμνάσιο – κι ας ήταν ο πρώτος σ’ όλα τα μαθήματα – και να τον βάλει σε δουλειά για να τα βολέψουν, η Δέσποινα – που δεν την άκουσε ποτέ κανείς να πει κακό λόγο κανενός – της μίλησε απότομα και την έδιωξε σχεδόν απ’ το σπίτι της.

Ακούς εκεί, να βγάλει τον Νίκο απ’ το σκολειό!
Δεκατρία χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του αντρός της, άρχισε η Δέσποινα να ξεπουλάει τα λίγα κοσμήματα που είχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ύστερα ένα δυο χαλιά. Τελευταία την ραπτομηχανή, που αν και της ήταν άχρηστη, δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Δεν χωρίζεται κανείς ένα σύντροφο είκοσι χρόνων τόσο εύκολα.
Κάποτε σώθηκαν και τα χρήματα απ’ τη μηχανή. Πουλήθηκε και το «σαμοβάρι», για ν’ αγοραστεί το ύφασμα για τη μαθητική στολή του Νίκου. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το παιδί δεν είχε «στολή» σαν κι εκείνη την ομοιόμορφη που είχαν οι συμμαθητές του κι όλα γενικά τα παιδιά του Γυμνασίου. Το ύφασμα αγοράστηκε, μα έλειπαν τα ραφτικά. Αυτό το ξερε μόνον η Δέσποινα, μα δεν ήταν δυνατό να πικράνει το παιδί της αφήνοντας το δίχως νέο κουστούμι τις γιορτές.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθούν τα χρήματα. Έπρεπε δηλαδή να πουληθεί πάλι κάτι. Μα τι, που δεν είχε απομείνει τίποτε σχεδόν στο σπίτι;
Τίποτε; Και το χρυσό ωρολόγι του μακαρίτη, με τη χρυσή καδένα;

Α!… όλα κι όλα! Το ωρολόγι δεν θα το πουλούσε ποτέ! Όταν τ’ αγόρασε ο Σάββας της είχε πεί: «Αυτό θα το χαρίσω στον γιό μας όταν θα τον αρραβωνιάσουμε!».

Πάντως έμειναν λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πήγε στον ράφτη. Ογδόντα γρόσια ήταν τα ραφτικά. Θα τα πλήρωνε όταν θα 'παιρνε έτοιμο το κοστούμι. Σε τρεις μέρες έμπαινε στο σπίτι ο Νίκος χαρούμενος και περήφανος.

Έτρεξε κι αγκάλιασε τη μάνα του.

- Μητερούλα μου, έκανα πρόβα, είναι έξοχο!

Παραμονή Χριστουγέννων! Όλη η Τραπεζούντα σκεπασμένη με χιόνι, που δεν έπαψε να πέφτει πυκνό. Ο Νίκος κοιμότανε ακόμη – χόρταινε ύπνο τώρα που είχαν διακοπές, – όταν η Δέσποινα τυλιγμένη στο σάλι της βγήκε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αγορά, περνώντας απ’ τα στενοσόκακα του Αγίου Βασιλείου.

Βρήκε τον Μολλά Μουσταφά τον ωρολογά στο εργαστήρι του, ένα πραγματικό μεγάλο κιβώτιο κολλημένο στο ντουβάρι του τζαμιού που ήταν εκεί στην άκρη της αγοράς. Στην πρόσοψη του δίπλα στην πόρτα είχε ένα παράθυρο, όπου ήταν ακουμπισμένος από μέσα ο πάγκος της δουλειάς του.

Ένα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε όπως-όπως το ιδιόρρυθμο εκείνο εργαστήρι.

- Καλώς την κυρα Δέσποινα! Τι κάνει το παλικάρι σου;

Κάθησε η Δέσποινα κοντά στο μαγκάλι και, ζεσταίνοντας τα παγωμένα χέρια της, λέγει του Τούρκου:
- Μολλά Μουσταφά, ο μακαρίτης ο άντρας μου μού λεγε πως σ’ αγαπούσε σαν πατέρα και συ τον αγαπούσες σαν παιδί σου. Έτσι κι εγώ, όπως έμεινα έρμη με τ’ ορφανό μου χωρίς κανένα συγγενή, ήρθα σε σένα για μια χάρη, που δεν μπορώ να την ζητήσω από κανένα Χριστιανό, γιατί δεν θά θελα να μάθει κανείς το μυστικό μου…

- Σ’ ακούγω, κυρά Δέσποινα, όπως θά 'κουγα την κόρη μου λέγε…

Η Δέσποινα έβγαλε απ’ τις δίπλες του ζωναριού της τ’ ωρολόγι με τη χρυσή του καδένα και τ’ άπλωσε του γέρου:

- Είναι τ’ ωρολόγι του Σάββα. Δεν θέλω να το πουλήσω. Μα έχω ανάγκη από χρήματα. Θέλω να στ’ αφήσω ενέχυρο για μια λίρα.

Και του διηγήθηκε την ιστορία «της στολής» του Νίκου. Του είπε στο τέλος πως ήταν πρόθυμη να δώσει τον τόκο που θα ώριζε εκείνος.

Ο Μολλά Μουσταφάς την άκουσε τραβώντας το χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε έπειτα, σκάλισε μέσ’ στο συρτάρι του πάγκου του και βγάζοντας δυο λίρες χρυσές, τις άπλωσε της Δέσποινας.

- Τ’ ωρολόγι αξίζει πολύ περισσότερα. Πάρε δυο λίρες, γιατί δεν θα χρειαστείς μόνο τα ραφτικά… Όσο για τον τόκο, να μη γίνεται λόγος… Μόνη σου το είπες. Τον Σάββα τον αγαπούσα σαν παιδί μου.

Πήρε τ’ ωρολόγι με την καδένα και το 'κλεισε στο ίδιο συρτάρι απ’ όπου έβγαλε τις λίρες.

Η Δέσποινα τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.

- Μια στιγμή, της λέγει ο Μολλάς. Θα σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη.

- Σ’ ακούω, Μολλά Μουσταφά.

Ο Τούρκος σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπρος στην πόρτα, σε τρόπο που να μη μπορεί να την ανοίξει κανείς απ’ έξω.

- Άκου, κόρη μου! …Πρώτα θέλω να μ’ ορκιστείς στην ψυχή του Σάββα πως θα κρατήσεις μυστικό αυτό που θα σου πω… Μπορείς;

- Στην ψυχή του Σάββα; Ορκίζομαι, είπε κατηγορηματικά η Δέσποινα.

- Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Άκουσε τώρα… Απόψε τη νύκτα… ίσως τα μεσάνυχτα θα στείλω σπίτι σου μια γυναίκα με το κοριτσάκι της…

Πρέπει να πάνε μ’ εσένα και τον Νίκο μαζί στην εκκλησία… Είναι Χριστούγεννα και πρέπει να κοινωνήσουν…

- Δεν είν’ απ’ εδώ;

- Μη μ’ αρωτάς… Άφησε να τελειώσω… Μετά την μετάληψη θα τις πάρετε μαζί στο σπίτι σου. Θα φύγουν πάλι την νύχτα… Όποιος σε ρωτήσει ποιες είναι, θα πεις πως είναι γνωστές σας από το χωριό, από κάποια άλλη πολιτεία.

- Μα, αφού ορκίστηκα, γιατί δεν μου λες ποιες είναι;

Ο Μολλά Μουσταφάς δεν απήντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά έξω στο δρόμο. Ξανάκλεισε και ακούμπησε και πάλι με την πλάτη στην πόρτα και μίλησε:

- Κυρα Δέσποινα. Η γυναίκα που θα σου 'ρθεί είναι η κόρη μου και το κοριτσάκι της, εγγονή μου! …Για να καταλάβεις πόσο είναι επικίνδυνο αυτό που θα γίνει, μάθε πως ο άντρας της, ο γαμπρός μου, είναι ο γιουζπασής ο Σελίμ, …Τούρκος, μουσουλμάνος. Μένουν στα Πλάτανα. Τις έφερα εδώ για μια βδομάδα στο σπίτι μου… για τα Χριστούγεννα…

- Θεέ μου…, ξέφυγε σαν κραυγή τρόμου η επίκληση αυτή απ’ το στόμα της Δέσποινας…

- Αν φοβάσαι, δεν θα σου έρθουν, λέγει με χαμηλή φωνή ο Μολλά Μουσταφάς.

- Όχι… όχι… να έρθουν… να έρθουν, φωνάζει η Δέσποινα και τα μάτια της γεμίζουν με δάκρυα.

Δακρύζει κι ο Μολλάς, και ξεκολλάει από την πόρτα, τραβά και κάθεται δίπλα στο μαγγάλι χωρίς να πει τίποτε άλλο.

Σηκώνεται η Δέσποινα. Προτού ν’ ανοίξει την πόρτα, ρωτάει με σιγανή φωνή:

- Πώς είν’ τ’ όνομα της;

- Η κόρη μου Μαρία, η κορούλα της Άννα. Εκείνες ας κοινωνήσουν. Εγώ θα κάμω Χριστούγεννα με «τ’ αντίδωρο» που θα μου φέρουν…

Δύο ώρες απ’ τα ξημερώματα τράβηξαν για την εκκλησία η Δέσποινα με την Μαρία και την οκτάχρονη Άννα. Ο Νίκος, με την καινούργια του στολή, τους συνόδευε. Ήταν ακόμη άδεια η εκκλησία. Οι γυναίκες ανέβηκαν στον «γυναικωνίτη» και έπιασαν την πιο απόμερη σκοτεινή γωνιά.

Με το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσανε και επέστρεψαν στο σπίτι κρύβοντας το πρόσωπο κάτω απ’ το σάλι τους, όπως έκανε όλος ο κόσμος το παγωμένο εκείνο πρωινό…

Πέρασαν δέκα χρόνια από κείνα τα Χριστούγεννα… Πέθανε σ’ αυτό το διάστημα ο Μολλά Μουσταφάς. Πέθανε κι ο Σελίμ, ο γαμπρός του. Σκοτώθηκε σε κάποια μάχη.

Είκοσι τρία χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του Σάββα, η Δέσποινα έδωσε το χρυσό τ’ ωρολόγι με την καδένα του στον γιό της τον Νίκο, την ημέρα που τον στεφάνωνε με την Άννα, την εγγονή του Μολλά Μουσταφά

Ἕνα σκάνδαλο, πολλὲς ἁμαρτίες καὶ ἕνας ἅγιος!

Παναγιωτόπουλος Ἰωάννης
(Λέκτορας στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν)





Μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ἱστορίες τοῦ Λαυσαϊκοῦ περιγράφει τὸ βίο ἑνὸς μοναχοῦ, ποὺ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ μοναστήρι, δούλευε σὰν φορτοεκφορτωτὴς στὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας. Καὶ ὅπως ἀπὸ κάθε λιμάνι, οὔτε ἀπ’ αὐτὸ ἔλειπαν οἱ πόρνες. Ὁ «μοναχὸς» δούλευε ὅλη τὴν ἡμέρα, καὶ τὸ βράδυ ξόδευε ὅλα ὅσα κέρδιζε, «ἀγοράζοντας» τὴν συντροφιὰ μιᾶς πόρνης γιὰ ὅλη τὴ νύχτα.

Ἦταν ἡ ντροπὴ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλης, ἦταν τὸ σκάνδαλο τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ χρόνια περναγαν καὶ παρὰ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς συστάσεις, αὐτὸς συνέχιζε τὴν ἁμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, ὅπως σὲ ὅλους μας, ὁ θάνατος ἦρθε σὰν λύτρωση, σὰν φάρμακο ποὺ θὰ τὸν ἔσωζε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ δὲν σταμάτησε νὰ κάνει ἀκόμη καὶ λίγο πρὶν πεθάνει. Καὶ πῶς νὰ τὸν ἀφήσουν χωρὶς ταφὴ γιὰ χριστιανό; Οἱ παπάδες τῆς πόλης τὸν πῆραν νὰ τὸν κηδέψουν καὶ μαζί του νὰ θάψουν τὸ σκάνδαλο. Τὸ νέο μαθεύτηκε: Ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς πέθανε. Ποιὸς ἄραγε θὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία νὰ τὸν ἀποχαιρετήσει;

Ἡ ἐκκλησία στὴν κηδεία του γέμισε ἀπὸ γυναῖκες τῆς Ἀλεξάνδρειας, τίμιες γυναῖκες, χριστιανές, ποὺ ἦρθαν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν, μὰ ὄχι σὰν ἕναν ὁποιοδήποτε νεκρό, σὰν ἅγιο! Κάποιος γνώρισε σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὸ πρόσωπο μιᾶς πόρνης, ποὺ εἶχε καιρὸ νὰ δεῖ στὸ λιμάνι… δὲν ἦταν ὅμως, ὅπως τὴν θυμόταν. Κάποιες ἄλλες, ἁπλά τοὺς θυμίζαν κάτι ἀπόμακρο.

Τότε ἡ πόλη ἔμαθε πὼς ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς ἦταν ἕνας ἅγιος, ποὺ μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ κέρδιζε, ἐξαγόραζε μία νύχτα χωρὶς ἁμαρτία, ἀγόραζε τὸ «δικαίωμα» στὸ σῶμα τους γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ψυχή τους. Τότε ἡ πόλη ἔμαθε, ὅτι αὐτὸς ποὺ νομίζαν ὅτι εἶναι τὸ «σκάνδαλο» ἦταν ἡ ἁγνότητα, ἡ ἄδολη ἀγάπη, ἡ αὐταπάρνηση, ὁ ἄνθρωπος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θέωση. Γιατί ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνεται στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ στὸ τέλος της. Γιατί ἀκόμη κι ὅταν ὁ ἴδιος ζεῖ «καθὼς πρέπει», πρέπει νὰ μαρτυρήσει, πρέπει νὰ ζήσει τὴν μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο. Τελικὰ ποιὸς εἶναι τὸ σκάνδαλο, ὁ ἄλλος ἢ ἐμεῖς; Μήπως ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ θέτω στὸν ἄλλο τὸ προσωπεῖο ποὺ μοῦ ταιριάζει νὰ τὸν βλέπω; Μήπως γιατί φοβᾶμαι μὴν ἀποκαλυφθεῖ τὸ δικό μου προσωπεῖο;


Καὶ τελικὰ τί κάνουμε μὲ τὸ σκάνδαλο, ποιὸς τὸ κουβαλᾶ, ποιὸς θὰ «σώσει» τὸ σκάνδαλο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι οὐσιαστικό, γιατί τὸ σκάνδαλο τοῦ ἄλλου ἔχει μιὰ θεμελιακὴ λειτουργία: Γεμίζει τὰ δικά μας κενά, τὰ κενά τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Εἶναι εὔκολο νὰ κατηγορήσουμε, εἶναι εὔκολο νὰ γκρεμίσουμε, ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ δουλέψουμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό! Υἱοθετοῦμε ἐπιλογὲς ἀπάνθρωπες καταρχὴν γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν κάθε μορφῆς κρίση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὑπόθεση ἰδεολογίας, θεωρίας ἢ δομῶν, εἶναι πρωτίστως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς λειτουργίας χωρὶς πραγματικὸ σκοπό, ἡ εἴσοδος σὲ ἕναν μηχανισμὸ κατάρρευσης καὶ φθορᾶς. Σήμερα ζοῦμε μὲ μοναδικὴ ἔνταση τὴν ποιοτικὴ ἀπώλεια τῶν ἐσωτερικῶν κριτήριων μιᾶς κοινωνίας ποὺ δὲν «κοινωνεῖ», ἀλλὰ μόνο «ἐπικοινωνεῖ» τὰ ἀδιάλειπτα κενά της. Ἡ «πραγματικὴ ζωὴ» δὲν εἶναι ἡ δική μας, ἀλλὰ τοῦ ἀλλοῦ. Ἐντούτοις ὀφείλουμε νὰ ἀναζητήσουμε τὴν δική μας ζωή, γιατί στὴν τελικὴ Κρίση τὸ δικό μας βιβλίο, τῆς ζωῆς μας, θὰ εἶναι ἀδειανό.



Πηγή: agiazoni.gr

16/12/15

Περὶ τῶν μοναχῶν





Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης





Ὑπάρχουν τινες οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι οἱ μοναχοὶ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὸν κόσμον, ἵνα μὴ τρώγουν τὸν ἄρτον δωρεάν. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ τίνι τρόπῳ ὀφείλει ὁ μοναχὸς νὰ βοηθῇ τὸν κόσμον.

Ὁ μοναχὸς εἶναι ἱκέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου· θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον· καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ κύριον ἔργο αὐτοῦ.

Ποῖος ἆρά γε προτρέπει αὐτόν, ὅπως χέῃ δάκρυα δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον;

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐμπνέει τὸν μοναχόν. Αὐτὸς δίδει εἰς τὸν μοναχὸν τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἐκ τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἡ καρδία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάντοτε περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ἐπειδὴ δὲν σῴζονται πάντες. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἦτο τοσοῦτον περίλυπος διὰ τὸν λαόν, ὥστε παρέδωκεν Ἑαυτὸν εἰς τὸν διὰ σταυροῦ θάνατον. Καὶ ἡ Παναγία τὴν αὐτὴν λύπην διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἔφερεν ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς καὶ ὁμοίως πρὸς τὸν Ἠγαπημένον Αὐτῆς Υἱὸν εἰς τέλος ἐπόθει τὴν σωτηρίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωκεν ὁ Κύριος καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους ἡμῶν Πατέρας, καὶ εἰς τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διακονία ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Καὶ διὰ τοῦτο οὔτε οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἀπασχολῶνται εἰς κοσμικὰ προβλήματα, ἀλλὰ νὰ μιμῶνται τὴν Θεομήτορα, Ἥτις ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐμελέτα ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου καὶ ἔμενε πρεσβεύουσα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.

Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἵνα διακονῇ τὸν κόσμον ἐκ τοῦ κόπου τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ προσεύχονται ὀλίγον, ὁ δὲ μοναχὸς διηνεκῶς. Χάρις εἰς τοὺς μοναχοὺς ἡ προσευχὴ ἐπὶ τῆς γῆς οὐδέποτε παύει. Καὶ ἐν τούτῳ ὠφελεῖται ὅλος ὁ κόσμος, διότι ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῆς προσευχῆς, ὅταν δὲ ἐξασθενήσῃ ἡ προσευχή, τότε θὰ ἀπολεσθῇ ὁ κόσμος.

Καὶ τί δύναται νὰ παραγάγῃ ὁ μοναχὸς διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ; Θὰ κερδίσῃ ἀσήμαντόν τι ποσὸν διὰ τὴν ἐργασίαν ὅλης τῆς ἡμέρας. Τί εἶναι τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μία σκέψις ὅμως εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν τελεῖ θαύματα. Βλέπομεν τοῦτο ἐκ τῆς Γραφῆς.

Ὁ προφήτης Μωϋσῆς προσηυχήθη νοερῶς, καὶ ὁ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτόν, Μωϋσῆ, τί βοᾷς πρός Με, καὶ ἔσῳσεν ὁ Κύριος τοὺς Ἰσραηλίτας ἐκ τοῦ ὀλέθρου (Ἐξ. ιδ´ 15). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐβοήθει τὸν κόσμον διὰ τῆς προσευχῆς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἐβοήθησε τὸν Ρωσικὸν λαὸν νὰ ἀπελευθερωθῇ ἐκ τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ. Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ προσηυχήθη νοερῶς, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέβη ἐπὶ τοῦ Μοτοβίλωφ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῶν μοναχῶν.

Ἐὰν ὅμως ὁ μοναχὸς εἶναι ἀμελὴς καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀδιάλειπτον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς διακονῇ τοὺς προσκυνητὰς καὶ ἂς ὑπηρετῇ τοὺς κοσμικοὺς ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ γνώριζε ὅτι αὐτὸ εἶναι μακρὰν τοῦ ἀληθινοῦ μοναχισμοῦ.

Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ παλαίῃ κατὰ τῶν παθῶν καὶ βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ νικᾷ ταῦτα. Ὁ μοναχὸς ἄλλοτε μὲν ἀπολαύει μακαριότητος ἐν τῷ Θεῶ καὶ ζῇ ὡς ἐν τῷ παραδείσῳ, πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε δὲ θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον, διότι ἐπιθυμεῖ ὅπως πάντες σωθοῦν.

Οὕτω τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει τὸν μοναχὸν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, νὰ ἀγαπᾷ καὶ τὸν κόσμον.

Θὰ εἴπῃς, ἴσως, ὅτι νῦν δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι μοναχοί, οἵτινες προσεύχονται διαπύρως ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐγὼ ὅμως θὰ εἴπω εἰς σὲ ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῆς γῆς δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι πρεσβεύοντες ὑπὲρ τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος θὰ παρέλθῃ, θὰ ἔλθουν αἱ μεγάλαι ὠδῖνες. Καὶ ἤδη ὑπάρχουν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν.

Ὁ κόσμος ἵσταται διὰ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων. Καὶ ὁ μοναχὸς ἐκλήθη, ἵνα προσεύχηται ὑπὲρ τοῦ κόσμου δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ διακονία αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἐπιβαρύνετε αὐτὸν διὰ κοσμικῶν μεριμνῶν. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν συνεχεῖ ἐγκρατείᾳ. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπησχολημένος εἰς κοσμικὰς φροντίδας, τότε ἀναγκάζεται νὰ τρώγῃ πλεῖον, καὶ ἐκ τούτου προκαλεῖται γενικὴ ζημία, διότι ὁ τρώγων ὑπὲρ τὸ δέον δὲν δύναται πλέον νὰ προσεύχηται, ὡς ὤφειλεν. Ἡ χάρις ἀγαπᾷ νὰ ζῇ ἐν ἀπεξηραμμένῳ δι᾿ ἀσκήσεως σώματι.

Ὁ κόσμος νομίζει ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι ἀνωφελὲς γένος. Ἀλλ᾿ ἀδίκως σκέπτονται οὕτω. Δὲν γνωρίζουν ὅτι ὁ μοναχὸς εἶναι εὐχέτης ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν βλέπουν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ καὶ δὲν γνωρίζουν ὁπόσον ἐλεημόνως δέχεται αὐτὰς ὁ Κύριος. Οἱ μοναχοὶ διεξάγουν ἰσχυρὸν πόλεμον κατὰ τῶν παθῶν καὶ διὰ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν θὰ εἶναι μεγάλοι παρὰ τῷ Θεῷ.

Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι ἀνάξιος νὰ ὀνομάζωμαι μοναχός. Ἔζησα ὑπὲρ τὰ τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ Μονῇ καὶ αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὡς ἀρχάριον ὑποτακτικόν. Γνωρίζω ὅμως μοναχούς, οἵτινες εἶναι πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Ὁ Κύριος εἶναι τοσοῦτον ἐγγὺς ἡμῶν, ἐγγύτερον τοῦ ἀέρος, τὸν ὁποῖον ἀναπνέομεν. Ὁ ἀὴρ εἰσέρχεται εἰς τὸ σῶμα καὶ φθάνει μέχρι τῆς καρδίας, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ζῇ ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω... καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς Πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ Μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β´ Κορ. στ´ 16-18).

Ἰδοὺ ἡ χαρὰ ἡμῶν: Ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν καὶ ἐν ἡμῖν.

Γνωρίζουν τοῦτο ἆρα γε πάντες; Δυστυχῶς, οὐχὶ πάντες, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἵτινες ἐταπεινώθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὸ ἴδιον αὐτῶν θέλημα, διότι ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», ζῇ δὲ μόνον ἐν τῇ ταπεινῇ καρδίᾳ. Ὁ Κύριος χαίρει, ὅταν ἐνθυμώμεθα τὴν εὐσπλαγχνίαν Αὐτοῦ καὶ ἐξομοιούμεθα πρὸς Αὐτὸν διὰ τῆς ταπεινώσεως.

Ὅπως ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας εἶχον τὰς καρδίας καιομένας, ὅτε περιεπάτει μετ᾿ αὐτῶν ὁ Κύριος, οὕτω καὶ νῦν αἱ καρδίαι πολλῶν μοναχῶν καίουν ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ταπεινώσει πνεύματος καὶ ἐν ἀγάπῃ ἐκολλήθησαν εἰς τὸν Ἕνα Θεόν. Ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ, ὅστις ἔχει προσπάθειαν πρὸς χρήματα ἢ πράγματα ἢ γενικῶς πρὸς ὅ,τιδήποτε γήϊνον, δὲν δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Θεόν, ὡς θὰ ἔπρεπε, διότι ὁ νοῦς αὐτοῦ διχάζεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὰ πράγματα, ἐνῷ ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δουλεύωμεν εἰς δύο κυρίους. Οὕτως ὁ νοῦς τῶν κοσμικῶν ἀπασχολεῖται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἀγαποῦν τὸν Θεόν, ὅπως ἀγαποῦν Αὐτὸν οἱ μοναχοί.

Ἂν καὶ ὁ μοναχὸς καταγίνηται καὶ εἰς τὰ ἐπίγεια, ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα ὅμως αὐτοῦ καίει ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν. Ἂν καὶ ἐργάζηται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἐν τούτοις διὰ τοῦ νοῦ μένει ἐν τῷ Θεῷ. Ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκήρυττον τὸν λόγον εἰς τὸν λαόν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἦτο πλήρως ἐν τῷ Θεῷ -διότι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔζη ἐντὸς αὐτῶν καὶ ὡδήγει τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν- ὁμοίως καὶ ὁ μοναχός, ἔστω καὶ ἂν ἐν σώματι κάθηται ἐντὸς τοῦ μικροῦ καὶ πτωχοῦ κελλίου αὐτοῦ, πνεύματι θεωρεῖ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ. Ἐν παντὶ φυλάττει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ καθαράν, ὅπως μὴ θλίψῃ διά τινος τὸν ἀδελφόν, μὴ λυπήσῃ τὸ ἐν αὐτῷ Ἅγιον Πνεῦμα διά τινος κακοῦ λογισμοῦ· ταπεινοῖ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐκδιώκει τοὺς ἐχθροὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀπ᾿ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ζητοῦν τὰς προσευχὰς αὐτοῦ.

Ὑπάρχουν μοναχοί, οἵτινες γνωρίζουν τὸν Θεόν, γνωρίζουν καὶ τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους καὶ τὸν παράδεισον· συγχρόνως δὲ οὗτοι γνωρίζουν καὶ τοὺς δαίμονας καὶ τὰ κολαστήρια τοῦ ᾅδου, καὶ γνωρίζουν ταῦτα ἐκ πείρας.

Πνεύματι Ἁγίῳ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸν Θεόν. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δίδει, κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἵνα γνωρίσῃ οὗτος, ἔτι ἐντεῦθεν, τὴν χαρὰν τοῦ παραδείσου, τὴν ὁποίαν ἄνευ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ, καὶ ἀποθνῄσκει.

Ἐκ τῆς πολυετοῦς πείρας ὁ μοναχὸς διεξάγει τὸν πόλεμον κατὰ τῶν ὑπερηφάνων ἐχθρῶν, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει καὶ σοφοῖ αὐτὸν καὶ δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν νὰ νικήσῃ. Ὁ σοφὸς μοναχὸς διὰ τῆς ταπεινώσεως ἀποκρούει πᾶσαν ὑψηλοφροσύνην καὶ ὑπερηφανίαν. Λέγει:

«Εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ παραδείσου. Ἐγὼ εἶμαι ἄξιος τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου καὶ αἰωνίως θὰ καίωμαι ἐν τῷ πυρί. Ἀληθῶς, εἶμαι χείριστος πάντων καὶ ἀνάξιος ἐλέους».

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει νὰ σκεπτώμεθα οὕτω περὶ ἑαυτῶν. Καὶ ὁ Κύριος χαίρει δι᾿ ἡμᾶς, ὅταν ταπεινοῦμεν καὶ καταδικάζωμεν ἑαυτούς, καὶ δίδει εἰς τὴν ψυχὴν χάριν.

Ὅστις ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, οὗτος ἐνίκησε τοὺς ἐχθρούς. Ὅστις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ θεωρεῖ ἑαυτὸν ἄξιον τῆς αἰωνίου φλογός, εἰς αὐτὸν οὐδεὶς ἐχθρὸς δύναται νὰ προσεγγίσῃ, καὶ τότε ἐν τῇ ψυχῇ δὲν ὑπάρχει τόπος δι᾿ ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀλλ᾿ ὅλος ὁ νοῦς καὶ ὅλη ἡ καρδία μένουν σταθερῶς ἐν τῷ Θεῷ. Ὅστις δὲ ἐγνώρισε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἔμαθε παρ᾿ Αὐτοῦ τὴν ταπείνωσιν, οὗτος ἐγένετο ὅμοιος πρὸς τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ Ἰησοῦν Χριστόν, τὀν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.

Πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ κυρίως οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, καὶ ἡ μάχη ἡμῶν γίνεται καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, καὶ ὅστις ἀγαπᾷ νὰ ἀποκόπτῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ, μένει ἄτρωτος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ. Ἵνα νικήσῃς δὲ τελείως τὸν ἐχθρόν, πρέπει νὰ μάθῃς τὴν κατὰ Χριστὸν ταπείνωσιν.

Ἀλλ᾿ ἂς μὴ ἀπογινώσκωμεν ἑαυτούς, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἀπείρως ἐλεήμων καὶ ἀγαπᾷ ἡμᾶς.

Ὁ Θεὸς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει εἰς τὴν ψυχὴν νὰ γνωρίσῃ ποία προσευχὴ προσιδιάζει εἰς ἀρχαρίους, ποία εἶναι μέση καὶ ποία τελεία. Ἀλλὰ καὶ τὴν τελείαν προσευχὴν ὁ Κύριος δέχεται, οὐχὶ διότι ἡ ψυχὴ εἶναι τελεία, ἀλλὰ διότι Οὗτος εἶναι ἐλεήμων καὶ θέλει, ὡς φιλόστοργος μήτηρ, νὰ παρηγορήσῃ τὴν ψυχήν, ὥστε ἔτι μᾶλλον νὰ ζέῃ καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀνάπαυσιν ἡμέρας καὶ νυκτός.

Ἡ καθαρὰ προσευχὴ χρῄζει ψυχικῆς εἰρήνης, ἡ δὲ εἰρήνη ἐν τῇ ψυχῇ εἶναι ἀδύνατος χωρὶς ὑπακοῆς καὶ ἐγκρατείας.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔθεσαν τὴν ὑπακοὴν ὑπὲρ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν, διότι ἄνευ τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ νομίζῃ περὶ ἑαυτοῦ ὅτι εἶναι σπουδαῖος ἀσκητὴς καὶ εὐχέτης. Ὅστις δὲ ἀπέκοψεν ἐν πᾶσι τὸ θέλημα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ γέροντος καὶ τοῦ πνευματικοῦ, οὗτος ἔχει νοῦν καθαρόν.

Ὁ ἀνυπήκοος μοναχὸς οὐδέποτε θὰ γνωρίσῃ τί ἐστιν ἡ καθαρὰ προσευχή. Ὁ ἀγέρωχος καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἂν ἔτι ἔζῃ ἑκατὸν χρόνους ἐν τῇ Μονῇ, οὐδὲν πνευματικὸν θὰ ἐμάνθανε, διότι διὰ τῆς ἀνυπακοῆς προσβάλλει τοὺς γέροντας καὶ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν τὸν Θεόν.

Οὐαὶ εἰς τὸν μοναχὸν ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑπακούει εἰς τοὺς γέροντας. Προτιμότερον νὰ ἔμενεν εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς καὶ ἐκτιμοῦν τοὺς πρεσβυτέρους, ὑποτάσσονται εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ εἰς τὰς ἀρχάς.

Οὐαὶ εἰς ἡμᾶς. Ὁ Κύριος, ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐταπείνωσεν Ἑαυτὸν καὶ ὑπετάσσετο εἰς τὴν Μητέρα Αὐτοῦ καὶ τὸν Ἅγιον Ἰωσήφ, ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν γέροντα, πνευματικὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡμᾶς. Καὶ ἐὰν ὁ γέρων εἶναι δυσκόλου χαρακτῆρος, ὅπερ εἶναι διὰ τὸν ὑποτακτικὸν μέγαλη δυστυχία, ὅμως καὶ τότε ὁ ὑποτακτικὸς ὀφείλει νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὸν Θεὸν ἐν πνεύματι ταπεινώσεως, καὶ ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἐλεήσῃ καὶ τὸν ὑποτακτικὸν καὶ τὸν γέροντα αὐτοῦ

Μοναχοί τινες δυσφοροῦν καὶ εὑρίσκουν προφάσεις: ἢ ἡ ὑπακοὴ1 εἶναι δύσκολη, ἢ τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον, ἢ ὁ Προεστὼς (ὁ Γέρων)2 ἔχει βίαιον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦν οὗτοι ὅτι οὔτε τὸ κελλίον, οὔτε τὸ διακόνημα, οὔτε ὁ Γέρων, ἀποτελοῦν τὴν πραγματικὴν αἰτίαν τῆς δυσφορίας αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ψυχὴ αὐτῶν εἶναι ἄρρωστος. Εἰς τὴν ὑπερήφανον ψυχὴν οὐδὲν ἀρέσκει, εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον ὅμως τὰ πάντα εἶναι ἀνεκτά.

Ἐὰν ὁ Προεστὼς εἶναι κακός, τότε εὔχου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ θὰ ἔχῃς εἰρήνην ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἐὰν τὸ κελλίον εἶναι ἀκατάλληλον ἢ τὸ διακόνημα φορτικὸν ἢ ἡ ἀσθένεια βαρεῖα, τότε λογίζου ἐν ἑαυτῷ, «ὁ Κύριος βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασίν μου· οὗτως ηὐδόκησεν ὁ Θεός», καὶ θὰ μένῃς εἰρηνικός. Ἐὰν ἡ ψυχὴ δὲν παραδοθῇ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὐδαμοῦ θὰ μένῃ εἰρηνική, καὶ ἐὰν εἰσέτι πολὺ νηστεύῃ καὶ προσεύχηται ἐκτενῶς. Ὅστις ἐνοχοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, διότι οὗτοι προσέβαλον αὐτόν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἶναι ἄρρωστος καὶ ὅτι αἱ προσβολαὶ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰτία τῶν παθημάτων αὐτοῦ. Ὅστις ἐκπληροῖ τὸ ἴδιον θέλημα, οὗτος οὐδόλως εἶναι σοφός· ὅστις ὅμως εἶναι ὑπήκοος, ἐκεῖνος ταχέως προοδεύει, διότι ἀγαπᾷ αὐτὸν ὁ Κύριος. Ἐὰν εἲς τινα ὑπάρχῃ ἔστω καὶ μικρὰ χάρις Ἁγίου Πνεύματος, οὗτος ἀγαπᾶ πᾶσαν ἐξουσίαν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ χαρᾶς ὑποτάσσεται εἰς αὐτὴν πρὸς δόξαν Θεοῦ. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν τοῦτο εἶναι γνωστὸν δι᾿ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οἱ Πατέρες ἔγραψαν περὶ τούτου.

Εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρήσωμεν τὴν ψυχικὴν εἰρήνην, ἐὰν δὲν φυλάττωμεν τὸν νοῦν. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἔχῃ ψυχικὴν εἰρήνην, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατής, διότι ἡ εἰρήνη φυγαδεύεται καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος ἡμῶν. Δὲν πρέπει νὰ εἶσαι περίεργος· ἀπόφευγε νὰ ἀναγινώσκῃς ἐφημερίδας ἢ κοσμικὰ βιβλία, ἅτινα ἐρημοῦν τὴν ψυχὴν καὶ φέρουν ἀκηδίαν καὶ σύγχυσιν. Μὴ κατακρίνῃς τοὺς ἄλλους, διότι πολλάκις συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι, μὴ γνωρίζοντές τινα, νὰ κατηγοροῦν αὐτόν, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸν νοῦν εἶναι ὅμοιος πρὸς ἀγγέλους. Μὴ θελήσῃς νὰ γνωρίζῃς τὰς ξένας ὑποθέσεις, ἀλλὰ μόνον τὰς σεαυτοῦ. Φρόντιζε μόνον νὰ ἐμπιστεύησαι εἰς τοὺς γέροντας, καὶ τότε, ἕνεκα τῆς ὑπακοῆς, ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσῃ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ.

Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κοινοβίῳ ἀπομακρύνεται κυρίως, διότι δὲν ἐμάθομεν νὰ ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφὸν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Ἐὰν ἀδελφός τις σὲ προσβάλῃ καὶ σὺ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δεχθῇς ἐναντίον αὐτοῦ λογισμὸν ὀργῆς ἢ κρίνῃς ἢ μισήσῃς αὐτόν, τότε θὰ αἰσθανθῇς ὅτι ἡ χάρις σὲ ἐγκατέλειψε καὶ ἡ εἰρήνη ἀπωλέσθη. Διὰ τὴν ψυχικὴν εἰρήνην ὀφείλει νὰ μάθῃ ἡ ψυχὴ νὰ ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ὅστις προσέβαλεν αὐτήν, καὶ εὐθὺς νὰ προσεύχηται ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν δύναται ἡ ψυχὴ νὰ ἔχῃ εἰρήνην, ἐὰν δὲν ζητῇ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ χάρισμα νὰ ἀγαπᾷ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», καὶ ἡμεῖς, ἐὰν δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς, δὲν θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ. Ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπακοήν, ταπείνωσιν καὶ ἀγάπην, ἄλλως πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις καὶ ἀγρυπνίαι ἡμῶν ἀποβαίνουν μάταιαι. Γέρων τις εἶδε τοιαύτην ὅρασιν: Ἄνθρωπός τις ἔχεεν ὕδωρ εἰς σκάφην τινά, ἥτις ἦτο διάτρητος εἰς τὸν πυθμένα. Προσεπάθει ἐπὶ πολὺ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ συνεχῶς διέρρεε καὶ ἡ σκάφη παρέμενε κενή. Ὁμοίως καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἀσκητικῶς, ἀλλὰ παραλείπομεν ἀρετήν τινα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἡ ψυχὴ μένει κενή.


Ὦ, ἀδελφοί, ἀθληταὶ Χριστοῦ, ἂς μὴ γινώμεθα ράθυμοι εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν προσευχήν, ἀλλ᾿ ἂς μένωμεν ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα δι᾿ ὅλου τοῦ βίου ἡμῶν. Ἐγνώρισα πολλοὺς μοναχούς, οἵτινες προσῆλθον εἰς τὴν Μονὴν μετὰ καιομένης ψυχῆς, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐγκατέλειψαν τὸν πρῶτον ζῆλον. Γνωρίζω καὶ ἄλλους, οἵτινες ἐφύλαξαν τὴν πρώτην θέρμην μέχρι τέλους.

Ἵνα τηρήσωμεν τὸν ζῆλον, πρέπει συνεχῶς νὰ ἐνθυμώμεθα τὸν Κύριον καὶ νὰ σκεπτώμεθα: «Ἔφθασε τὸ τέλος μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρὸς κρίσιν». Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ διαμένῃ συνεχῶς ἑτοίμη πρὸς τὸ θάνατον, τότε παύει πλέον νὰ φοβῆται αὐτόν, ἀλλ᾿ ἔρχεται εἰς μετάνοιαν καὶ ταπεινὴν προσευχήν, διὰ τῆς ὁποίας καθαίρεται ὁ νοῦς καὶ δὲν θέλγεται πλέον ὑπὸ τοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει ἐν πνεύματι Χριστοῦ νὰ ἀγαπᾷ τοὺς πάντας καὶ νὰ χέῃ δάκρυα, προσευχόμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως λάβῃς τοῦτο, γνώριζε ὅτι εἶναι δῶρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ ἄνθρωπος μόνος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ εἶναι μηδέν, γῆ ἁμαρτωλός.


Εἶδον ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν ἐνάρετοι, ὅτε προσῆλθον εἰς τὴν Μονήν, ἀλλ᾿ ὕστερον ἐχαυνώθησαν. Εἶδον καὶ ἄλλους, οἵτινες ἦλθον διεφθαρμένοι, ὕστερον ὅμως ἐγένοντο ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι, καὶ ἔχαιρεν ἡ ψυχὴ νὰ βλέπῃ αὐτούς.

Γνωρίζω μοναχόν τινα, ὅστις, ὅτε ἦτο νέος, παρέκαμπτε τὰ χωρία, ἵνα μὴ πέσῃ εἰς πειρασμόν, καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς ἐμὲ ὁ ἴδιος ὅτι ἐπὶ δύο ὥρας προσέβλεπε μετ᾿ ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὸν κόσμον, τὸν εὑρισκόμενον ἐπὶ τῆς γέφυρας πλοίου. Οὕτω δύναται νὰ ἀλλάξῃ ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ κοσμικὰ πάθη. Καὶ ὅμως οὗτος ἦτο δέκα ἑπτὰ ἐτῶν νέος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἔνθα ἔζησε μοναχὸς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πέντε ἔτη. Ἐκ τούτου εἶναι φανερὸν ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα μὴ σβεσθῇ ἐντὸς ἡμῶν ἐκεῖνο τὸ πῦρ, ὅπερ ἐνέπνευσεν ἡμᾶς νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν κόσμον διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου.


Πολλοὶ μοναχοὶ γνωρίζουν τὴν χάρην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι γλυκὺ καὶ τοσοῦτον ἀγαπητὸν εἰς τὴν ψυχήν, ὥστε, καὶ ἂν ἴδῃ ὡραίαν κόρην ὁ μοναχός, μένει ἄτρωτος ἐκ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Ὅστις ὅμως ἔχει τὴν χάριν μόνον ἐν τῇ ψυχῆ, ἐκεῖνος φοβεῖται εἰσέτι τὴν ἁμαρτίαν, ἐπειδὴ αἰσθάνεται ὅτι ἕλκουν αὐτὸν εἰσέτι τὰ πάθη καὶ ζῇ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία.

Τινὲς ἔμαθον νὰ προσεύχωνται εὑρισκόμενοι ἐν τοῖς κινδύνοις τοῦ πολέμου, ὅπου φονεύουν μόνον τὸ σῶμα, ἡμεῖς ὅμως, οἱ μοναχοί, διεξάγομεν ἄλλον πόλεμον ἐντὸς ἡμῶν, ὅπου ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀπολεσθῇ ἡ ψυχή. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσευχώμεθα μετὰ μεγαλυτέρας σπουδῆς καὶ θέρμης, ὥστε ἡ ψυχὴ ἡμῶν νὰ διαμένῃ πάντοτε μετὰ τοῦ Κυρίου. Ὀφείλομεν οὐχὶ μόνον νὰ καταφεύγωμεν εἰς Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ συνεχῶς νὰ μένωμεν ἐν Αὐτῷ. Καθὼς οἱ Ἄγγελοι πάντοτε διακονοῦν τὸν Θεὸν νοερῶς, οὕτω καὶ ὁ μοναχὸς πάντοτε ὀφείλει νὰ εὑρίσκεται νοερῶς ἐν τῷ Θεῷ καὶ νὰ μελετᾷ τὸν νόμον Αὐτοῦ ἡμέρας καὶ νυκτός.

Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅμοιος πρὸς μέγαν, ὡραῖον κῆπον, ἐν τῷ ὁποίῳ ζῇ καὶ Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι Αὐτοῦ: Προφῆται, Ἀπόστολοι, Ἱεράρχαι, Μάρτυρες καὶ Ὅσιοι ταπεινοὶ ἀσκηταί. Καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι συνήχθησαν θαυμαστῶς ὑπὸ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ· καὶ ἡ ψυχὴ χαίρει δι᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν, μεγάλην καὶ θαυμαστὴν Σύναξιν.

Πολλοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ βλέπουν τὸν βασιλέα, ἄνθρωπον θνητόν· ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃς τὸν Κύριον, τὸν Βασιλέα τῆς αἰωνίου δόξης, εἶναι πολυτιμότερον πάντων.

Ὦ, ἀδελφοί, μελετᾶτε ἔτι πλεῖον τὸ Εὐαγγέλιον, τὰς ἐπιστολὰς τῶν Ἀποστόλων καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διὰ τῆς μελέτης αὐτῆς ἡ ψυχὴ θὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν, καὶ ὁ νοῦς τοσοῦτον ἁρπάζεται ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὥστε ὁ κόσμος «λησμονεῖται» ἐντελῶς, ὡς νὰ μὴ ἐγεννήθη αὕτη εἰς τὸν κόσμον.


Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ θέλει ἵνα ἡμεῖς ἀκολουθῶμεν αὐτό. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τούτου ὁ Κύριος διδάσκει ἡμᾶς καὶ διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ. Ἐν τούτοις οὐχὶ πάντες δύνανται νὰ ἐννοήσουν τοῦτο, εἰ μὴ μόνον σπάνιοι, οἵτινες ταπεινῶς ἀπεξεδύθησαν τὸ ἴδιον θέλημα. Ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐρωτῶμεν τοὺς ἁγίους πνευματικοὺς καὶ οὗτοι θὰ ὁδηγήσουν ἡμᾶς πρὸς τὸν Χριστόν, διότι εἰς αὐτοὺς ἐδόθη ἡ χάρις τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν». Ὕπαγε εἰς τὸν πνευματικὸν μετὰ πίστεως καὶ θὰ λάβῃς τὸν παράδεισον.


Εἶναι καλὸν εἰς τὸν μοναχὸν νὰ εἶναι ὑπήκοος καὶ νὰ ἐξομολογῆται καθαρῶς, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ πνευματικὸς ὁποίας σκέψεις ἀγαπᾷ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ. Ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πάντοτε θὰ ἔχῃ εἰρήνην ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ θὰ γεννῶνται θεῖοι λογισμοί, καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ θὰ φωτίζηται ὑπὸ τῆς χάριτος, ἡ δὲ καρδία αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀναπεπαυμένη ἐν τῷ Θεῷ.

Ζῇ τοιοῦτος μοναχὸς ἐπὶ τῆς γῆς ἐν μέσῳ σκανδάλων καὶ παντοίων πειρασμῶν, ἀλλ᾿ οὐδὲν φοβεῖται, διότι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐστερεώθη ἐν τῷ Θεῷ καὶ ἠγάπησεν Αὐτόν, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ ὅλη εἶναι πῶς νὰ ταπεινώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, διότι ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ταπεινὴν ψυχὴν καὶ ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχει Αὐτὸν τὸν Κύριον Διδάσκαλον αὐτῆς.


Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ὑπάρχουν πολλοὶ ἀσκηταί, οἵτινες εἶναι εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, ἂν καὶ δὲν θαυματουργοῦν φανερῶς.

Ἀλλ᾿ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν. Ἐὰν ἡ ψυχή σου ταπεινωθῇ, ὅπως πρέπει, τότε ὁ Ἐλεήμων Κύριος θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν χαρὰν μεγάλην καὶ κατάνυξιν. Ἐὰν ὅμως ἡ ψυχή σου κλίνῃ ὀλίγον εἰς τὴν ὑπερηφάνιαν, ἐμπίπτει τότε εἰς ἀκηδίαν καὶ σκοτισμόν. Περὶ τούτου ὅμως γνωρίζουν μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμμένουν εἰς τὴν ἄσκησιν.


Ἐὰν ἦλθες εἰς τὴν Μονὴν μετ᾿ ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριον, ἔστω καὶ οὐχὶ μεγάλης, καὶ λογίζησαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ ὁδήγησεν ἐνταῦθα καὶ Αὐτὸς κατευθύνει τοὺς γέροντάς σου, τότε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ σκηνώσῃ ἐντός σου καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ εἰς σὲ εἰρήνην καὶ διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ἡ ψυχή σου θὰ διώκῃ τὸ ἀγαθὸν ἑκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν, διότι ἐτέρφθη ἐν τῶ νόμῳ τοῦ Θεοῦ.

Ἐὰν εἰσῆλθες εἰς τὸ Κοινόβιον, ἀνδρίζου καὶ ἂς μὴ ταράττηται ἡ ψυχή σου.

Ἐὰν διακονῇς εἰς τὸν ξενῶνα, ὁμοίαζε πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ὅστις ἠξιώθη νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς τρεῖς θαυμαστοὺς Ὁδοιπόρους. Ταπεινῶς καὶ μετὰ χαρᾶς ὑπηρέτει πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ προσκυνητάς, καὶ θὰ λάβῃς Ἀβραμιαίαν ἀμοιβήν.

Ἐὰν εἶσαι εἰς ἐργασίας μεταξὺ ἀδελφῶν καὶ ὑπομένῃς τὰ τυχὸν σκάνδαλα, τότε ὁμοίαζε πρὸς τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς. Ἐκεῖνοι προσηύχοντο δι᾿ ὅσους ὕβριζον αὐτούς, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ ζοῦν μετὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ὑποφέρουν παντοίας θλίψεις.

Ἐὰν τελῇς διακόνημα τι, ἔστω καὶ ἂν διὰ τοῦ νοὸς διασκορπίζησαὶ ποτε, ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς σέ. Ὁ δὲ παρήκοος μόνος ἀποδιώκει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.

Ἐὰν πάλιν ἡσυχάζῃς ἐντὸς κελλίου, τότε μιμοῦ τὴν ἡσυχίαν Ἀρσενίου τοῦ Μεγάλου, ἵνα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατευθύνῃ τὸ πλοῖον τῆς ψυχῆς σου.

Ἐὰν τυχὸν ἀποκάμῃς, ἐνθυμοῦ τοὺς ἐλεητικοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρός Με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Τὴν ἀνάπαυσιν αὐτὴν λαμβάνει ἡ ψυχὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίω διὰ τὴν μετάνοιαν.

Ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τὴν ψυχήν, ἥτις ἀναζητεῖ Αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, διότι Αὐτὸς εἶπε: «Τοὺς Ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ Ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν» (Παρ. η´ 17). Καὶ ἡ χάρις αὕτη μετὰ δακρύων ἕλκει τὴν ψυχὴν εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ.


--------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις:
1. Εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον «ὑπακοὴ» δηλοῦται ἡ ἐργασία ἢ τὸ διακόνημα τὸ ἀνατεθὲν εἰς τὸν μοναχόν.

2. Ἡ ὀνομασία «Γέρων» (Στάρετς) ἐν τῆ ρωσικῇ ἐκκλησιαστικῇ συνειδήσει κατ᾿ ἐξοχὴν χρησιμοποιεῖται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀσκητάς, οἵτινες διῆλθον μακρὰν δοκιμήν, ἐγνώρισαν διὰ πείρας τὴν πνευματικὴν πάλην, ἀπέκτησαν διὰ πολλῶν ἀγώνων τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ εἶναι ἱκανοὶ διὰ τῆς προσευχῆς νὰ συλλάβουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον βαθμὸν ἔλαβον τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ χειραγωγοῦν πνευματικῶς τοὺς προστρέχοντας εἰς αὐτούς.

Ἐν τῷ Ἄθῳ ὁ ὅρος «Γέρων», ὡς τιμητικὴ ὀνομασία, ἔλαβε καὶ ἄλλας, οὕτως εἰπεῖν, τοπικὰς σημασίας. Ἐν τῶ Ρωσικῷ Κοινοβίῳ τῆς Σκήτης τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὀνομάζουν Γέροντα τὸν Ἡγούμενον. Εἰς τὰ «Κελλία» Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν προεστῶτα τοῦ Κελλίου (μικροῦ οἰκήματος ἐξαρτωμένου ἔκ τινος Μονῆς). Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς Συνάξεως τῶν Γερόντων καλοῦνται «Γέροντες». Συχνάκις Γέροντα ὀνομάζουν ἐν γένει ἡλικιωμένον ἀσκητὴν μοναχόν.

Ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος οἱ ὑποτασσόμενοι μοναχοὶ εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ Γέροντα ἀποκαλοῦν τὸν ὑπεύθυνον αὐτῶν, τουτέστι τὸν γεροντότερον, τὸν διευθύνοντα τὸ μοναστηριακὸν διακόνημα ἢ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὁ μοναχός. Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ τιμητικὴ αὕτη ὀνομασία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Μονῇ διὰ τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐργαστηρίων ἢ τῶν διακονημάτων.


Ὁ Γέρων Σιλουανὸς εἰς τὴν δεδομένην περίπτωσιν ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν τὴν τελευταίαν ταύτην, τοπικήν, μοναστηριακὴν σημασίαν τοῦ ὅρου.



Πηγή: agiazoni.gr