Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

26/11/15

Ο ΔΙΠΛΑΝΟΣ ΜΟΥ !!! ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣ Η ΕΧΘΡΟΣ ???

Ὁ διπλανός μου!
 Αὐτός πού περπατᾶ στό πλάι μου.
 Αὐτός μέ τόν ὁποῖο συναντηθήκαμε μιά μέρα κι ἀπό τότε διανύουμε μαζί ἕνα μεγάλο μέρος ἀπό τό μῆκος τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς.
 Αὐτός μέ τόν ὁποῖο μοιράζομαι τό πλάτος τοῦ δρόμου,
 στήν πορεία τῆς ζωῆς.
 Δίπλα-δίπλα…
Ὁ διπλανός μου!
 Ὁ σύζυγος, ὁ συγγενής, ὁ συνάδελφος.
 Ἄραγε πόσο τόν γνωρίζω;
 Πόσο ἀφουγκράζομαι τόν πόνο του,
 πόσο συμμετέχω στήν χαρά του;
Ποιά θέσι τοῦ ἔχω δώσει στήν ζωή μου;
 Εἶναι φίλος ἤ ἐχθρός; Ξένος ἤ ἀδελφός;
 Μήπως στέκομαι δίπλα του ἁπλῶς ἀπό τόν φόβο τῆς μοναξιᾶς;
Ὁ διπλανός μου…!
 Τί τέλος πάντων σημαίνει γιά μένα;
Ἄν εἶναι ὁ πλησίον τοῦ Εὐαγγελίου, τότε ἀναγνωρίζω τίς εὐθύνες μου.
 Ὀφείλω νά δείξω συμπαράστασι,
 νά προσφέρω ὑπηρεσίες,
νά σκύψω γιά νά τόν σηκώσω,
 ἄν κάποιο ἐμπόδιο τόν κάνη νά σκοντάψη καί νά πέση…
Καί μόνο αὐτά;
 Ὁ πλησίον εἶναι εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.
 Στά χέρια του κρατᾶ τό εἰσιτήριο γιά τήν Οὐράνια Βασιλεία.
 Δέν εἶναι τό δικό του.
 Εἶναι τό δικό μου εἰσιτήριο!
Ὁ διπλανός μου, λοιπόν, δέν εἶναι πρόσωπο ἀδιάφορο γιά μένα καί τό μέλλον μου.
 Ἀντίθετα.
 Εἶναι τό σημαντικότερο κομμάτι τῆς ζωῆς μου.
 Ἀπό αὐτόν ἐξαρτᾶται ἡ εὐτυχία μου σέ τοῦτον τόν κόσμο.
 Ἀπό αὐτόν ἐξαρτᾶται καί ἡ σωτηρία μου…
Μακάρι σύντομα νά ἐκτιμήσω τόν ρόλο του.
 Θά ἔχω κάνει τήν ἐξυπνότερη κίνησι…Αμην Κυριε και Θεε μου

23/11/15

Η ΠΑΝΑΧΡΑΝΤΟΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ <ΜΗΛΕΣΙΩΤΙΣΣΑ>

Ένα Ιερό άκουσμα,
 ευχάριστο άκουσμα,
 πού έχει σχέση με την Πανάχραντο Δέσποινα του κόσμου είναι ή Ιερά Εικόνα Της στόν Ιερό ναό Αγιου Δημητρίου Μηλεσι Ωρωπου  πού όμως συνοδεύεται με το άκρως γλυκόηχο,
 τιμητικό και τόσο ελπιδοφόρο για τους πονεμένους κυρίως της ζωής επίθετο, 
<Παναγία ή Μηλεσιώτισσα>
Είναι ή κατ' εξοχήν γνωστή σε πολλούς πιστούς ως «Μυροβλύτισσα» Εικόνα της Παναγίας.
 Σπάνιο το φαινόμενο της μυροβλυσίας ακόμη και στις ονομαστές εικόνες της Παναγίας. Διαφοροτρόπως το Θείο ενεργεί και μέσω των Εικόνων.
 Το γιατί έτσι ενεργεί και γιατί ή εν λόγω εικόνα μυροβλύζει,
 αυτό δεν είναι δικό μας θέμα.
Εμείς, με βάση το γεγονός, καταγράφουμε και λέμε ότι είναι μια ξεχωριστή και απτή προσφορά,
 δωρεά,
 ευλογία και χάρη για τους παντοιοτρόπως θλιμμένους της ζωής.
 Εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι και στο άκουσμα ότι ή Εικόνα αυτή μυροβλύζει,
 τονώνεται ή πίστη αναπτερώνεται το ηθικό,
 κρατύνετε ή ελπίδα και προσελκύονται οι πιστοί στη Χάρη Της στο να φθάσουν στό Μηλεσι Ωρωπου  να προσκυνήσουν και ζητήσουν έλεος, δια μέσου του μύρου.

 Παρά ταύτα την γνωρίζω από πιστούς πού την έχουν επισκεφθεί.
 Εξαιρέτως όμως τη γνωρίζω από το μύρο της,
 από το μυρωμένο βαμβάκι πού μου έχουν προσφέρει προσκυνητές.
 Αυτό το άρωμα,
 αυτή ή ειδική ευωδιά,
 είναι διαπεραστική,
 δυνατή και ταυτόχρονα ευχάριστη.

 Χωρίς υπερβολή δεν ταυτίζεται με αλλά ευώδη πού πωλούν τα αρωματοπωλεία.
 Όπου δε συμβεί να ανοίξει κανείς το μυρωμένο βαμβάκι, 
γίνεται αισθητή ή ευωδία.
 Έτσι θέλει και ενεργεί ή Χάρη της Θεοτόκου.

11/11/15

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

Παναγιά μου Μηλεσιώτισσα  Σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου!
Πόσοι άνθρωποι Σε κοιτούν αυτή την ώρα Παναγιά μου;
Πόσοι άνθρωποι Σε παρακαλούν με μάτια γεμάτα ικεσία και ελπίδα;
Ελπίδα για την εκπλήρωση αυτού του προσωπικού και πολυπόθητου Θαύματος...


Μέρα, νύχτα, άνθρωποι όλων των ηλικιών, Προσεύχονται σε Σένα, κι Εσύ, ώς Μάνα Στοργική και γεμάτη αγάπη, παίρνεις στην αγκαλιά Σου, τις Προσευχές και Παρακλήσεις των πιστών, ως άλλα μαργαριτάρια, και τις μεταφέρεις στον Υιό Σου, στον Δημιουργό όλου του κόσμου.
Παρακαλείς τον Υιό Σου και Σωτήρα μας με δάκρυα στα μάτια να Εισακούσει τις Προσευχές και να Δώσει χαρά και λύση στα προβλήματα του κόσμου.
Είσαι Μεσίτρια όλου του κόσμου, Εσύ Μεσιτεύεις στον Χριστό προς όφελός μας. Εσύ Είσαι η Ελπίδα και το στήριγμά μας, το αποκούμπι στις φουρτούνες που έχει η ζωή.
Ό, τι δύσκολο κι αν έρθει στη ζωή μας, ασυναίσθητα φωνάζουμε "Παναγιά μου".
Εσύ, μας Ακούς, ειδικά σε εμένα τον πιο αμαρτωλό όλων, ποτέ δεν Στέρησες την Παρουσία Σου από δίπλα μου, ΠΑΝΤΑ ήσουν μαζί μου, ό, τι κι αν Σου έχω ζητήσει Εσύ ως Γλυκιά Μάνα δεν μου χάλασες ΠΟΤΕ το "χατίρι" πάντα με Άκουγες, πάντα μου Έδινες αυτό που Σου ζητούσα.
Σε Παρακαλώ Παναγιά μου, να Βρίσκεσαι και τώρα κοντά μου, και τώρα και πάντα, και ως Μάνα να με Πιάνεις από το χέρι και να με Οδηγείς στο σωστό και στο ευάρεστο στο Θεό.
Σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου!
Για μένα Είσαι η Μάνα μου, η Φίλη μου, η Παρέα μου, Εσύ γνωρίζεις τα μυστικά μου, τα προβλήματά μου, τις έννοιες μου.
Σε Εσένα εκμυστηρεύομαι τα πάντα!
Μόνο Εσύ μπορείς να μου δώσεις αυτό που ζητώ, μόνο Εσύ ξέρω ότι θα με ακούσεις, μόνο Εσύ θα μου δώσεις τη λύση του προβλήματος που με απασχολεί!
Σε ευχαριστώ Παναγιά μου!!!

9/11/15

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΤΑ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ακριβώς το καλοκαίρι του 1898, όταν έληξε η περίοδος των μαθημάτων,
 ο Σεβασμιότατος γενικός Διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής (Άγ. Νεκτάριος) έφθανε με κανα- δύο φίλους του στις Καρυές, στο Πρωτάτο.
«Ήταν μιά ταλαιπωρία να φτάσει στα Κατουνάκια,
 στο ησυχαστήριο των ζωγράφων Δανιηλαίων,
 στην ακροτοπιά, που όπως λένε,
 ψέλνουν αγγελικά.
 Αλλά υπερνικήθηκε από τον έρωτα που ένιωθε για βυζαντινές μελωδίες, για κατανυκτικούς ύμνους στην Υπεραγία Θεοτόκο.
 Στα Κατουνάκια,  οι περίφημοι ζωγράφοι Δανιηλαίοι από αδελφό σε αδελφό φύλαγαν το θησαυρό του αρχαίου μέλους, ισοκρατούσαν  και έμελπαν την υμνολογία, χρωματίζοντας το λόγο σαν άγγελοι.
 Κάτι το ασύλληπτο, το «ραντίζον την ψυχήν θεικήν δρόσον και αγαλλίασιν». 
 Στο ησυχαστήριό τους περίφημο για την αβραμιαία φιλοξενία του,
 εμόναζαν τότε κάπου δώδεκα αδελφοί, που ζούσαν με άκρα υπακοή μεταξύ τους απλότητα και αγάπη.  Εκτελούσαν τις ιερές ακολουθίες με τέτοια κατάνυξη που ο επισκέπτης λησμονούσε τα πάντα,
 αιθεροπιανόταν, ξέφευγε από τη χοική ουσία και επιθυμούσε να μη σαλέψει ποτέ από κεί. 

Οι Δανιηλαίοι δεν είχαν ειδοποιηθεί για την επίσκεψή του, δεν ήξεραν ποιός είναι.
 Παρουσιάστηκε με καλογερικό σκούφο με τα παλιά ράσα που χρησιμοποιοιύσε στην καλλιέργεια των λουλουδιών στον κήπο της Ριζαρείου, με χοντρές καλογερίστηκες αρβύλες.
 Είπε πως ήταν ένας μοναχός από την Αθήνα.

Τον υποδέχτηκαν όπως όλους, με εγκαρδιότητα και αβραμιαία καλωσύνη,
 και αφού τον εκέρασαν νωπά σύκα, φουντούκια με αγριομέλι, ευχαριστήθηκεν που θα έμενε μερικές μέρες κοντά τους,
 να παρακολουθήσουν τις ιερές ακολουθίες.
Αλλά τα λίγα λόγια του,
 περίεργο, είχαν ουσία, τόξευαν «ακτίνες θείου φωτός»!
Μετά τα κεράσματα, ο αδελφός Δανιήλ  από την αδελφότητα και ο Νεκτάριος, κατευθυνόμενοι προς τον φοβερό βράχο του Καρουλιού,
 συναπάντησαν έναν άγνωστο ερημίτη, μελαμψό, με καταμπαλωμένο κίτρινο ράσο, λιπόσαρκο, με δυό μεγάλα μάτια που σε καθήλωναν.
- Ευλογείτε.....ψιθύρισε ο Νεκτάριος.
 Κι απόμεινε εκσατατικός.
-Ο Κύριος αποκρίθηκε αυτός.
 Και μονομιάς έκανε παρατήρηση στον αδελφό Δανιήλ.
- Πώς  προπορεύεσθε αδελφέ, από τον Πενταπόλεως  (ο Άγιος Νεκτάριος ήταν Επίσκοπος Πενταπόλεως) τον προ πολλού ένταχθέντα μεταξύ των αγίων ιεραρχών;
Σα να τους κόπηκε η αναπνοή.
 Ο Δανιήλ απόμεινε να κυττάζει χαύνος.
 Ο Νεκτάριος κύτταζε τα μάτια του ερημίτη και σώπαινε.
 Η καρδιά του γοργοχτυπούσε.
 Είχε λοιπόν δίπλα του μιάν άγνωστη αγωνιστική ψυχή, ευλογημένη με το προορατικό χάρισμα!  Άθελά του δάκρυσε.
-Υπερευλογημένο το όνομα του Κυρίου μας αδελφέ, ψιθύρισαν τα χείλη του. 
Μην αναφέρετέ τι δια τον ταπεινόν δούλο του. Παρακαλώ... δεχτείτε τον ασπασμό  μου.
 Κι επλησίασε και έσκυψε να φιλήσει το ροζιασμένο χέρι του ερημίτη.
Εκείνος τραβήχτηκε με φόβο.
 Και σκύβοντας με τη σειρά του να φιλήσει το χέρι του επισκέπτη, βράθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο.
 Αντάλλαξαν εγκάρδιο ασπασμό.
-Χθές οι δαίμονες φρύαξαν.... ψιθύρισαν τα χείλη του ασκητή.
 Μετεβλήθησαν σε σμήνος μεγάλων κωνώπων, με έπληττον και προσπαθούσαν να με αφήσουν χάμω αναίσθητον.
 Πλήν όμως δεν ίσχυσαν εις το σημείον του Τιμίου Σταυρού, εις δε την  φράσιν «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού» εξηφανίσθησαν.
-Διατί;
Διότι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να γνωρίσω έναν από τους μεγαλύτερους διώκτες των.
 Τι νέα από τον κόσμο;
-Τι νέα; Πόλεμοι, ατασθαλίαι, ζυμώσεις και...
-Καταλαβαίνω συμπλήρωσε ο ερημίτης. Κομπασμός, υπερηφάνεια νοησιαρχία.
Ακολούθησε σιγή.
Στο μεταξύ ο αδελφός Δανιήλ παρατηρούσε με έκσταση τον απρόσμενο εκείνο επισκέτη, που ήταν Επίσκοπος, και προσπαθούσε με λόγια συντριβής, να επανορθώσει την παράλειψη προσφοράς του ανάλογου σεβασμού.
-Σας αντιλαμβάνομαι Σεβασμιότατε, έπιασε να λέει ο ασκητής.
 Νοσταλγείτε την μόνωσιν.
 Αλλά αφού θεωρήσατε καθήκον να υπηρετήσετε αυτοπροσώπως τον λαόν, εφόσον αγαπήσατε τους συνανθρώπους...Θά’ρθει και η μόνωσις.
Τον κύτταξε πάλι στα μάτια και ξαναδάκρυσε.
- Τι φρονείτε δια τον εικοστόν αιώνα που έρχεται; Σιγορώτησε.
Ο ερημίτης δεν απάντησε αμέσως. 
Σήκωσε το βλέμμα ψηλά, πήρε βαθειά αναπνοή και είπε:
-Τέλος στα βασίλεια. Πόλεμοι, ανησυχία, σφαγαί, καταστροφαί. Κυρίαρχος  ο φόβος.
- Ο φόβος..... Επανάλαβαν τα χείλη του Δανιήλ.»

7/11/15

Μετανόησε, αλλά δεν ήθελε να ξεχάσει...



Αρχιμ. Παύλου Παπαδόπουλου

Πήγε και κάθισε δίπλα στο παράθυρο.
Του άρεσε καθώς το λεωφορείο ταξίδευε μέσα στην πόλη να παρατηρεί τον κόσμο.

Ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιριάτικο απόγευμα. Εκείνο όμως που του έκανε εντύπωση ήταν οι έρημοι δρόμοι, τα νεκρά πεζοδρόμια, τα σιωπηλά μαγαζιά. Η πόλη ήταν έρημη. Ο καλός καιρός και η αργία του Σαββατοκύριακου έκανε ακόμα και τους αναποφάσιστους αστούς να τολμήσουν μια επίσκεψη στην πιο κοντινή παραλία.

Μέσα στο λεωφορείο ήταν άλλοι τρεις άνθρωποι. Δύο ηλικιωμένοι και ένας μετανάστης. Το χρώμα του τον πρόδιδε. Ο μελαμψός άνδρας τον κοιτούσε επίμονα. Μετά από δύο στάσεις ο άνδρας με την περίεργη ενδυμασία σηκώθηκε. Ο ιερέας νόμιζε ότι θα κατέβει στην επόμενη στάση. Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ο άνδρας πλησίασε τον ιερέα και κάθισε δίπλα του. Δεν είπε κάτι. Κοιτούσε κάτω, σαν να σκεφτόταν να μιλήσει αλλά κάτι τον εμπόδιζε.
Ο ιερέας μαζεύτηκε. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα τον ρώτησε: «Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι»;

Ο άνδρας ανασηκώθηκε, ακούμπησε την πλάτη του στο σκληρό κάθισμα του λεωφορείου και αναστέναξε. Ο ιερέας επανέλαβε την ερώτηση. Ο σιωπηλός άνδρας έβγαλε σιγά σιγά ένα χαρτάκι από την τσέπη του πουκαμίσου του. Ήταν παλιό, ταλαιπωρημένο. Το άνοιγε αργά, σαν να κρυβόταν εκεί ένα μεγάλο μυστικό, το δικό του μυστικό. Καθώς το άνοιγε τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Ο ιερέας παρατηρούσε γεμάτος αγωνία τις κινήσεις του. Τα μαύρα του χέρια έτρεμαν καθώς το περιεχόμενο του χαρτιού αποκαλύφθηκε. Ήταν μια φωτογραφία. Ήταν μια εικόνα του παρελθόντος που στοίχειωνε τον άνδρα. Ο ιερεάς στην θέα της φωτογραφίας ενστικτωδώς τον ακούμπησε στην πλάτη του…

Ήταν πλέον μόνοι τους μέσα στο λεωφορείο. Αυτοί και ο οδηγός.

Ο άνδρας κοίταξε τον ιερέα στα μάτια και είπε: «Θέλω βαπτιστώ…». Ο ιερέας δεν μίλησε, απλά ένευσε καταφατικά.

Τα μάτια παίζανε ανάμεσα στην φωτογραφία και στις σκέψεις του, ανάμεσα στο «τώρα» και στο «τότε».

Η φωτογραφία απεικόνιζε τον ίδιο, χαμογελαστό, ντυμένο σαν αντάρτη, κρατώντας ψηλά και περήφανα το όπλο του με φόντο νεκρά κορμιά ανθρώπων.

Γιατί την είχε μαζί του; Γιατί κουβαλούσε επάνω του αυτό το απάνθρωπο στιγμιότυπο; Τιμωρούσε τον εαυτό του; Μήπως δεν ήθελε να ξεχάσει τι είχε κάνει; Μήπως αυτή η φωτογραφία ήταν η παρουσία της συνείδησής του; Γιατί δεν την είχε πετάξει;

Μετανόησε, αλλά δεν ήθελε να ξεχάσει. Μετανόησε, αλλά κρατούσε τον εαυτό του στην ταπείνωση βλέποντας ποιος ήταν, τι έκανε, πως έζησε…

«Θέλω βαπτιστώ…» ξαναείπε «...μετανοιώνω...αγαπώ Χριστό....» και ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο ιερέας τον αγκάλιασε… δεν είχε λόγια. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, ποιος ήταν αυτός ο λαβωμένος ψυχικά άνδρας που με θάρρος του απεκάλυψε το παρελθόν του.
Η επόμενη στάση πλησίαζε. Ήρθε η ώρα να κατέβουν από το λεωφορείο. Ο ιερέας πήρε από το χέρι τον άνδρα. Στεκόταν και οι δύο τους αμίλητοι καθώς ο οδηγός άνοιγε την πίσω πόρτα ώστε να κατέβουν. Μπροστά τους βρισκόταν ο ναός όπου εφημέρευε ο ιερέας.

Η πόρτα του λεωφορείου έκλεισε και μαζί της έκλεισε και η πόρτα ενός παρελθόντος γεμάτο μίσος, οργή και ψυχική οδύνη. Τώρα πλέον ο ιερέας άνοιγε την πόρτα του ναού, μια πόρτα η οποία θα εισήγαγε τον ξενιτεμένο στην ενδοχώρα της συγχώρεσης, της ειρήνης, της ηρεμίας, της αγάπης.

Ένας ξενιτεμένος θα έβρισκε επιτέλους την πατρίδα του… μια πατρίδα που δεν έχει σύνορα ανθρώπινα. Μια πατρίδα στην οποία πολίτες της είναι όλοι όσοι δάκρυσαν για τα λάθη τους, πίστεψαν στην Αλήθεια, πλύθηκαν στο Λουτρό της Ουράνιας Υιοθεσίας και καταδικάστηκαν στην Αιώνια θαλπωρή Του.


2/11/15

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΝΕΑΠΟΛΙΤΗΣ

Τό θαυματουργό λείψανο τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρα Γεωργίου τοῦ Νεαπολίτη.
 Ὅταν, τίς σκοτεινές μέρες τοῦ 1924 μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν,
 οἱ ταλαίπωροι Ρωμιοί τῆς Μικρασίας πῆραν τόν τραχύ δρόμο τῆς προσφυγιᾶς,
 ἡ βαθειά εὐσέβειά τους σήκωσε εὐλαβικά τό ἅγιο σκήνωμα καί τό μετέφερε στήν καινούργια πατρίδα.
 Ὁ ἅγιος βίος τοῦ ἱερομάρτυρα γίνεται γνωστός ἀπό γενιά σέ γενιά, παραδίδεται ὡς ἕνας ἀνεκτίμητος θησαυρός,
 ὡς μία γνώση βασική στή ζωή τῶν μεγάλων, σημαντική στήν πορεία τῶν νέων.
 Στά ἀγαπημένα χώματα τῆς πατρίδας του ἄφησε τήν τελευταία του πνοή μαρτυρικά ὁ σεβάσμιος ἱερέας·
 στήν εὐλογημένη γῆ τῆς Μ. Ἀσίας,
 ὅπου αἰῶνες ὁλόκληρους ἡ εὐσέβεια τῶν χριστιανῶν ἔγραφε μία θαυμαστή ἱστορία, ποτισμένη μέ τόν ἱδρώτα τῆς ἄσκησης καί τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου.
 Ὁδοιποροῦσε ὁ σεμνός λευΐτης κείνη τή μέρα στά βουνά τοῦ τόπου του, ἐκεῖ πού εἶχε ἀνοίξει τά μάτια του στό φῶς,
 ἐκεῖ πού χρόνια ὁλόκληρα ζοῦσε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί διακονοῦσε τά παιδιά Του ἀγαπητικά καί θυσιαστικά.
 Ἄγρυπνος στό ἱερό καθῆκον ἔδινε τό «παρών» ὅπου τόν καλοῦσαν καί περιόδευε τά χωριά τῆς περιοχῆς,
 γιά νά χορτάσει τό λαό τοῦ Θεοῦ μέ τό “οὐράνιο μάννα”. Οἱ ψυχές τῶν Ρωμιῶν,
 πού ζοῦσαν κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῶν Τούρκων,
 ξαπόσταιναν μέ ἀνακούφιση κάτω ἀπό τή βαθειά σκιά τοῦ ράσου του.
Μετά τα Ορλωφικά τα πράγματα δεν είχαν ακόμα ησυχάσει και οι τύραννοι εξακολουθούσαν να διώκουν τους Ρωμιούς.
 Οι κάτοικοι της Μαλακοπής δεν είχαν ιερέα είτε διότι ήταν σοβαρά άρρωστος είτε διότι κρυβόταν εξαιτίας των διωγμών των Τούρκων και ιδιαίτερα εξαιτίας της μανίας τους κατά των κληρικών.
 Κατά το 1797 παρακάλεσαν τον Άγιο να πάει στη Μαλακοπή,
 έξι ώρες δρόμο από την Νεάπολη, να τους λειτουργήσει, γιατί ήταν κάποια μεγάλη εορτή και να αγιάσει εκεί τους ευσεβείς Χριστιανούς.
 Κείνη τή μέρα κίνησε χαράματα ὁ παπα-Γιώργης μέ ἅγια σπουδή,
 γιά νά τελέσει τή θεία Λειτουργία στή Μαλακοπή, χωριό πού ἀπεῖχε ἕξι ὧρες δρόμο ἀπό τή Νεάπολη ὅπου ζοῦσε.
 Μέ νηστεία καί προσευχή εἶχε προετοιμαστεῖ ἀπό τήν προηγούμενη μέρα γιά τό μεγάλο μυστήριο, πού τό βίωνε πάντα μέ δέος καί εὐγνωμοσύνη.
 Μά τούτη τή φορά δέν ἐπρόκειτο νά τό τελέσει.
 Στό δρόμο τοῦρκοι βοσκοί ἐξαγριωμένοι ὅρμησαν πάνω στόν ἱερέα καί ἀφοῦ μέ βαρβαρότητα τόν βασάνισαν,
 τόν ἀποκεφάλισαν καί ἔρριξαν τό ἅγιο σῶμα του σέ ἕνα φαράγγι.
 Τό ποίμνιο τοῦ καλοῦ ποιμένα, τό ὁποῖο ὀρφάνεψε ξαφνικά, θρήνησε τόν πατέρα καί προστάτη του.

 Πόσο παρηγορήθηκε ἡ πονεμένη τους καρδιά, ὅταν μετά ἀπό καιρό βρῆκαν τό λείψανο τοῦ ἁγίου λευΐτη ἄφθαρτο καί εὐωδιάζον.
 Μέ περισσή ἀγάπη καί σέβας τό περισυνέλεξαν καί τό φύλαξαν στόν ἱερό τους ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, γιά νά ᾿ναι στούς χαλεπούς καιρούς πού ζοῦσαν καταφυγή καί πηγή θεϊκῆς δύναμης, ἡ ζωντανή παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους.
 Ὅταν δύο αἰῶνες ἀργότερα οἱ μικρασιάτες Ἕλληνες ἐκδιώχθηκαν βάναυσα ἀπό τή γῆ τους, ἐγκατέλειπαν πίσω τους ἱστορία καί πολιτισμό τριῶν χιλιάδων χρόνων, ἄφηναν σπίτια καί χωράφια, σχολεῖα κι ἐκκλησιές, τάφους καί μνημεῖα.
 Μέσα στήν ὀδύνη καί στόν πανικό τῆς φυγῆς οἱ χριστιανοί ἀγκάλιασαν μέ λαχτάρα καί πῆραν μαζί τους τό θαυματουργό λείψανο τοῦ συμπολίτη τους ἁγίου.
 Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἔγινε πρόσφυγας.
 Τά λείψανά του,όπως είπαμε, βρίσκονται σήμερα στόν ἱερό ναό ἁγίου Εὐσταθίου στή Ν. Νεάπολη Ἀττικῆς.
 Δέχεται ἀπό κεῖ τίς προσευχές τῶν παιδιῶν τῶν συμπατριωτῶν του, συντροφεύει τά βήματά τους,
 ἀπαντᾶ θαυματουργικά στά αἰτήματα ὅσων προσέρχονται μπρός στήν ἀσημένια του λάρνακα μέ ἀγάπη καί πίστη.
 Ὅπως στήν πατρίδα ἔτσι κι ἐδῶ εἶναι πηγή ἁγιασμοῦ καί εὐλογίας Θεοῦ, ὀσμή παραδείσου.
 Ὅλο τό χρόνο καί ἰδιαίτερα τή μέρα τῆς μνήμης του, στίς 3 Νοεμβρίου, ἀσπαζόμενοι τά τίμια λείψανά του ἐγκολπωνόμαστε τήν παντοδύναμη χάρη καί ἀνανεώνουμε τήν πορεία μας σέ τούτη τή γῆ μέ τό βλέμμα στραμμένο στόν οὐρανό.
 Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Γεώργιος ὁ Νεαπολίτης εἶναι ὁ δικός μας ἄνθρωπος, κατάθεση τῆς φυλῆς μας στόν οὐρανό.
 Παραδίδει στίς νεότερες γενιές τή στέρεη πίστη τῶν προγόνων,
 αὐτή πού ἀποτελεῖ τό μόνο ἰσχυρό ἀντέρεισμα στίς θύελλες τῶν καιρῶν.
 Τά μυρωμένα καί δοξασμένα λείψανα τοῦ μικρασιάτη ἁγίου μᾶς συνδέουν μέ τίς ρίζες μας:
 μέ τήν ἀλύτρωτη πατρίδα στή γῆ καί τήν αἰώνια πατρίδα στόν οὐρανό.΄