Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

29/1/15

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Οι τρεις Ιεράρχες και η σημασία της Μόρφωσης

Όσο ζούσαν, οι Τρεις Ιεράρχες μελετούσαν και καλλιεργούσαν το πνεύμα, ήταν μεγάλοι δάσκαλοι που μας άφησαν πολλές πολύτιμες συμβουλές.
 Αυτό που τόνισαν και οι τρεις τους περισσότερο απ' όλα ήταν η μεγάλη σημασία που έχει να διαβάζει κανείς και να είναι μορφωμένος.
Μιλώντας για το καθήκον των γονιών ο Μέγας Βασίλειος είπε:
«Οι γονείς που έφεραν στον κόσμο τα παιδιά τους πρέπει να φροντίζουν ώστε αυτά να μορφώνονται.»
Ενώ ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρόσθεσε:
 «Οι γονείς που δε φροντίζουν για τη μόρφωση των παιδιών τους θεωρούνται φονιάδες. Γιατί η μόρφωση είναι εκείνη που θα καλλιεργήσει την ψυχή του παιδιού.»
Βέβαια, ξέρανε πολύ καλά ότι είναι δύσκολος ο δρόμος προς τη γνώση.
 Όσο δύσκολος όμως κι αν είναι, αξίζει να τον ακολουθήσουμε.
 Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να γίνουμε ολοκληρωμένοι άνθρωποι.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ρωτάει:
 «Πες μου, ποιος έμαθε γράμματα χωρίς κόπο και πολύ διάβασμα;»
Η απάντηση στην ερώτηση του είναι φυσικά: 'κανείς'.
 Όλοι ξέρουμε ότι μερικές φορές το διάβασμα είναι δύσκολο και ίσως βαρετό.
Αλλά ο Γρηγόριος ο Θεολόγος εξηγεί:
 «Στολίστε τις ψυχές των παιδιών με την κατάλληλη μόρφωση κι όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν.»

Τι σημαίνει σωστός χαρακτήρας

Δεν μίλησαν, όμως, μόνο για το μεγάλο ρόλο της μόρφωσης αλλά και για το τι σημαίνει 'σωστός χαρακτήρας',
 μέσα από το θεολογικό,
 το φιλανθρωπικό και το συγγραφικό τους έργο αλλά και μέσα από το χαρακτήρα,
 τις πράξεις και τη στάση τους σε ολόκληρη τη ζωή τους.
Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζεται για το ήθος, την ειλικρίνεια,
 τον ψυχικό του πλούτο και την βαθιά αγάπη του για τον άνθρωπο.
 Κάθε άποψή του είναι και μια λύση σε κάποιο πρόβλημα της ζωής.
 Πιστεύει ότι ο άνθρωπος αποτελείται από δύο στοιχεία, το πνεύμα και το σώμα, και τα δυο πολύτιμα δώρα του θεού που πρέπει να τύχουν ειδικής μεταχείρισης από τον καθένα μας.
 Λέει χαρακτηριστικά:
 «Όπως οι μέλισσες διαλέγουν το νέκταρ από τα λουλούδια, έτσι κι εσείς να διαλέγετε αυτά που διαβάζετε.
 Να κρατάτε τα καλά και τα ωφέλιμα.»
Ο Γρηγόριος ο θεολόγος με το έργο του και τη ζωή του δείχνει την ανθρωπιά, την ειλικρίνεια και την ευθύτητα του χαρακτήρα του.
Τη μεγάλη προσήλωση στο καθήκον και την αγάπη του για τους ανθρώπους η οποία κατά το Γρηγόριο είναι η υψηλότερη από όλες τις αρετές.
 Θεωρεί την Παιδεία ως «το πρώτον αγαθόν» του ανθρώπου και επιτίθεται με σθένος εναντίων των εχθρών της. «Σκαιοί και απαίδευτοι» είναι για τον Γρηγόριο εκείνοι που προσπαθούν να επιβάλλουν την αμάθειά τους σαν κανόνα και μέτρο.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζεται για την αυστηρή προσήλωση του στο δίκαιο και την αλήθεια. Θεωρεί τη φιλαργυρία και την πλεονεξία φοβερές αμαρτίες που φθείρουν την ψυχή «Ουδείς φιλόχρυσος εγένετο φιλόχριστος».
 Σκοπός της ζωής του ανθρώπου, σύμφωνα με τις απόψεις του Χρυσόστομου,
 δεν είναι τα πλούτη και οι διασκεδάσεις,
τα ιπποδρόμια και τα θέατρα,
 αλλά ο συνεχής αγώνας για την πνευματική ανάπτυξη και την ψυχική τελείωση του ανθρώπου.
Μας διδάσκουν,
λοιπόν,
 ότι πρέπει να πολεμάμε για την αλήθεια και το δίκαιο,
 να προσηλωνόμαστε στους στόχους μας, να έχουμε το αίσθημα του καθήκοντος και της ευθύνης,
 να υποστηρίζουμε την παιδεία και να προσπαθούμε για την πνευματική και ψυχική μας ανάπτυξη, να αγαπάμε τους συνανθρώπους μας, να είμαστε φιλάνθρωποι και να βοηθούμε αυτούς που έχουν ανάγκη, αυτούς που δεν έχουν φαγητό να φάνε και ρούχα να ντυθούν.
Ο Μέγας Βασίλειος είπε:
 «Εκείνος που βγάζει τα ρούχα από κάποιον και τον αφήνει γυμνό είναι λωποδύτης.
 Το ψωμί που κρατάς ανήκει στον πεινασμένο.
Τα ρούχα που φυλάττεις ανήκουν στους γυμνούς.
Τα πολλά παπούτσια που έχεις ανήκουν στους ξυπόλητους.
Τα πολλά χρήματα που έχεις δεν είναι δικά σου.
 Ανήκουν σε αυτούς που έχουν ανάγκη.»
Ταυτόχρονα, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει:
 «Πως το καταλαβαίνετε, να έχετε εσείς περισσεύματα και ο άλλος να πεινά»
 και «Το να ευχαριστιέται κανένας από την κακία σημαίνει πως έχει φτάσει σε χειρότερη κακία».
Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει για τη δύναμη του καθενός μας:
«Ένας και μόνο άνθρωπος με θεϊκή φωτιά στην καρδιά μπορεί να διορθώσει ολόκληρη πόλη.»ΑΜΗΝ

24/1/15

ΖΑΚΧΑΙΕ , ΣΠΕΥΣΑΣ ΚΑΤΑΒΗΘΙ, ΣΗΜΕΡΟΝ ΓΑΡ ΕΝ ΤΟ ΟΙΚΩ ΣΟΥ ΔΕΙ ΜΕ ΜΕΙΝΑΙ

Τόπο συνάντησης του Ζακχαίου με τον Ιησού, 
μία συνάντηση που είχε ως αποτέλεσμα τη μετάνοια του Ζακχαίου και την επιστροφή του στο δρόμο σωτηρίας.
 Ο αρχιτελώνης της πόλεως εκείνης δεν υπολόγισε την κοινωνική του θέση,
 αδιαφόρησε για τα πικρόχολα σχόλια των ανθρώπων και, σαν μικρό παιδί,
 ανέβηκε στο δένδρο για να δει τον Ιησού.
Και αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν.
 Ποιος ξέρει πώς ένιωσε εκείνη την ώρα ό αμαρτωλός τελώνης!
 Το βλέμμα του Κυρίου ελεγκτικό,
 αλλά και πατρικό,
 του προκάλεσε συνειδησιακή αναστάτωση,
 συγκλονισμό ψυχής,
 τον γύμνωσε από τον εγωισμό και τα πάθη του και τον οδήγησε στην αυτογνωσία.
 Ήταν η ώρα της αμηχανίας,
 κατά την οποία ο Ιησούς έκανε το πρώτο βήμα:
 Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι, σήμερον γάρ έν τω οίκω σου δει με μείναι.
 Αυτή είναι η πάγια τακτική του Θεού.
 Όταν δει την καλοπροαίρετη διάθεση του ανθρώπου, 
κάνει Εκείνος το πρώτο βήμα.
Νεκρανάσταση θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το τόλμημα του Ζακχαίου.
 Διεξάγει μία μάχη από την οποία βγαίνει νικητής.
 Πρώτα νικά τον εαυτό του,
 ταπεινώνεται,
 θυσιάζει την αξιοπρέπειά του,
 το κύρος του,
 την έπαρσή του.
 Κι έτσι ελευθερώνεται από τα δεσμά του εγωισμού.
 Κάνει κι εκείνος το δικό του βήμα για να συναντήσει τον Χριστό.
Ύστερα προχωρεί στην αποκατάσταση των σχέσεων του με τους ανθρώπους. 
Υπόσχεται ν’ αποκαταστήσει τις αδικίες που κατά καιρούς έκανε,
 ευεργετεί εκείνους που αδίκησε,
 συμπληρώνει τη διάθεσή του για μετάνοια, με την έμπρακτη μεταμέλεια.
Το τρίτο στάδιο της επιστροφής του Ζακχαίου είναι η ένωσή του με τον Θεό. 
Ελευθερωμένος από τα δεσμά του εγωισμού του, αποκαθιστά τις σχέσεις του μαζί Του και τον υποδέχεται στο σπίτι του.
 Ο Ζακχαίος γνώρισε τον Θεό όταν απαλλάχτηκε από τα βάρη της σαρκικής ζωής και της αδικίας.
 Από την ώρα εκείνη, παρότι απογυμνώθηκε από τα πλούτη,
 τη δύναμη και τη δόξα,
 βρήκε την πραγματική χαρά κι ευτυχία, 
για να επαληθευτεί ακόμα μία φορά ότι,
 όπου υπάρχει καθαρή συνείδηση και δικαιοσύνη,
 εκεί υπάρχει πραγματική χαρά.
Το τέρμα της αγωνιώδους και συγκλονιστικής πορείας του Ζακχαίου ήταν η σωτηρία· προσωπική και οικογενειακή:
 σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο.
 Για τον Ζακχαίο ανέτειλε μια νέα ζωή,
 την οποία κέρδισε με τη δύναμη της αγάπης του Ιησού Χριστού,
 αλλά και με τη δική του προσπάθεια.
Το πέρασμα του Χριστού από την Ιεριχώ δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα στην προσωπική ζωή του Ζακχαίου, 
αν εκείνος δεν ακολουθούσε την ευλογημένη πορεία της συναντήσεώς Του,
 όπως μας την περιέγραψε το Ευαγγελικό ανάγνωσμα:
 Αναζήτηση,
 ταπείνωση,
 κλήση,
 μετάνοια,
 επανόρθωση,
 σωτηρία.
Όταν διαπιστώσουμε ότι ζούμε μακριά από του Θεό,
 μην απογοητευτούμε, αλλά να αναζητήσουμε Εκείνον που ήλθε στον κόσμο ζητήσαι και σώσαι το απολωλός. 
Ο Χριστός δεν θ’ αργήσει να μας μιλήσει στη γλώσσα μας.
 Θα μας απαλλάξει από τη δυστυχία των παθών και θα μας εισαγάγει στη χαρά της σωτηρίας.
 Μη λησμονούμε,
 όμως,
 ποτέ ότι πρέπει να δείξουμε πρώτοι
 εμείς διάθεση μετάνοιας. ΑΜΗΝ.

19/1/15

ΟΣΙΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου
Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στην Μελιτηνή της Αρμενίας το 377, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375-383). Οι γονείς του, Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. Ατεκνοι όντες, αξιώθηκαν να αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στην διακονία του Θεού, και στο οποίο κατά θεία επιταγή έδωσαν το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, τη χαρά και την αγαλλίαση.
Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο Μελιτηνής Ευτρώϊο, ο οποίος μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων.
Από την Μελιτηνή ο Όσιος μετέβη, περί το 406, στα Ιεροσόλυμα και κλείσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου Θεοκτίστου, όπου και ασκήτευσε με αυστηρότητα και αναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας και καύχημα. Τόσο πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε πολλοί από τους Σαρακηνούς πίστεψαν στον Χριστό. Τα μεγάλα του πνευματικά χαρίσματα γρήγορα τον ανέδειξαν και η φήμη του ως Αγίου εξαπλώθηκε παντού. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι τον εξέλεξαν ηγούμενό τους.
Ο Μέγας Ευθύμιος με την αγιότητα του βίου του συνετέλεσε στο να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια πολυάριθμοι αιρετικό, όπως Μανιχαίοι, Νεστοριανοί και Ευτυχιανοί, που απέρριπταν τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
 Παντού στην Αίγυπτο και τη Συρία, επικρατούσαν οι Μονοφυσίτες. 
Στην Παλαιστίνη, όμως, χάρη στην παρουσία του Αγίου Ευθυμίου και των μαθητών του, επικράτησε η Ορθοδοξία. Και όταν ο Όσιος συνάντησε τη βασίλισσα Ευδοκία, η οποία είχε περιπλακεί στα δίκτυα της αιρέσεως των Μονοφυσιτών, τόσο πεισματικά και ακαταμάχητα μίλησε προς αυτήν, ώστε την απέδωκε στα ορθόδοξα δόγματα.
Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας είχε λάβει από τον Θεό το προορατικό χάρισμα και τη δύναμη της θαυματουργίας.
 Με ελάχιστα ψωμιά κατόρθωσε να χορτάσει τετρακόσιους ανθρώπους, που κάποτε την ίδια ημέρα τον επισκέφθηκαν στο κελλί του.
 Πολλές γυναίκες, που ήταν στείρες, όπως ήταν και η δική του μητέρα, με τις προσευχές του Αγίου απέκτησαν παιδί και έζησαν την χαρά της τεκνογονίας.
 Και όπως ο Προφήτης Ηλίας, έτσι και αυτός προσευχήθηκε στον Θεό και άνοιξε τις πύλες του ουρανού και πότισε με πολλή βροχή τη διψασμένη γη, η οποία και αναζωογονήθηκε και έδωσε πλούσιους τους καρπούς της.
Ενώ κάποτε τελούσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, οι πιστοί είδαν μια δέσμη φωτός που ξεκινούσε από τον ουρανό και κατερχόταν μέχρι τον Αγιο.
 Το ουράνιο αυτό φως παρέμεινε μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία και δήλωνε την εσωτερική καθαρότητα και λαμπρότητα του Αγίου.
 Επίσης, σημάδι της αγνότητος και της αγιότητός του αποτελούσε και το γεγονός ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος προσερχόταν να κοινωνήσει με καθαρή ή σπιλωμένη συνείδηση. 


13/1/15

ΑΓΙΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ!!!!



ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.
Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ

Ο βίος του γ.Παϊσίου

Ο βίος του

Παιδική ηλικία

Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του.

Τελικά την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 (με το νέο ημερολόγιο) και ώρα 11:30 το βράδυ την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιον Όρος.
Το απόγευμα εγινε γνωστό ότι ο γέροντας είχε περάσει πιά στην αιωνιότητα.
Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Πνευματική Παρακαταθήκη του Γέροντα Παΐσιου


Συγγενείς του

Από τα 9 αδέλφια του π. Παϊσίου ζει σήμερα μόνο ένας στη Κόνιτσα, ο Ραφαήλ. Είναι μεγαλύτερος από το γέροντα. Και παρά τα 93 του χρόνια θυμάται τον ξεριζωμό από την Καππαδοκία, τον αδελφό του, τον γέροντα Παΐσιο μικρό παιδάκι 40 ημερών στην αγκαλιά της μάνας του αλλά και τον άγιο Αρσένιο, τον ιερέα του χωριού αρχηγό στις δύσκολες μέρες του ξεριζωμού.



Πνευματικοπαίδια του γέροντα

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που γνώρισαν το Γέροντα Παΐσιο. Καθένας από αυτούς μπορεί να πει μια ιστορία για το Γέροντα ή να θυμηθεί την απλότητά του. Οι πιο κοντινοί στο Γέροντα Παΐσιο άνθρωποι που ζούνε σήμερα είναι:
Ο πατήρ Παΐσιος ο μαθηματικός που ζει σε ένα κελλάκι κοντά στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους. Αυτός έλαβε το όνομα του Γέροντα και είναι ο πνευματικός της Μονής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή.
Ο ιερομόναχος Αρσένιος και ο μοναχός Ησαΐας που μένουν στο κελλάκι της Παναγούδας όπως ο γέροντας Παΐσιος επιθυμούσε. Οι δύο μοναχοί κρατούν το κελλάκι όπως το είχε ο γέροντας και δέχονται με μεγάλη χαρά όσους επισκέπτονται το σπιτάκι που έζησε ο γέροντας Παΐσιος.
Οι μοναχές της Σουρωτής στη γυναικεία Ιερά Μονή αγίου Ιωάννου του Θεολόγου κατέχουν δύο πολύτιμους θησαυρούς: Τα λείψανα του αγίου Αρσενίου και τον τάφο του γέροντος Παισίου. Στο μοναστήρι της Σουρωτής καθημερινά συρρέουν πολλοί προσκυνητές από ολόκληρο τον κόσμο για να προσκυνήσουν στον τάφο του γέροντος Παισίου.


 Μαρτυρία



Υπάρχουν βεβαίως και πάρα πολλοί άλλοι άνθρωποι που γνώρισαν το Γέροντα Παΐσιο, άκουσαν τη διδασκαλία του, διαπίστωσαν την αγιότητά του, δέχτηκαν τα δώρα της προσευχής του. Όλοι αυτοί ομολογούν πως ο γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αγίους ασκητές του 20ου αιώνα.


Γενικά


Ο Γέρων Παΐσιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του Ευαγγελίου, κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του δημοτικού. Παρ' όλα αυτά ξεχώριζε για την «χαριτωμένη» απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδίωξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια, το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία, αποτελούσαν τρόπο ζωής για τον ίδιο, αλλά και διδαχές για όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.

Διδαχές

Λογισμοί. Μεγάλο βάρος έδινε στον λογισμό ο Γέροντας. Πάντα ανέφερε ότι όλα ξεκινούν από τους καλούς λογισμούς, οι οποίοι αποδιώκουν τους κακούς. Να σκέπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη. Μάλιστα ανέφερε να μην εμπιστευόμαστε και τους δικούς μας λογισμούς και να δίνουμε χώρο στο θέλημα του Θεού, γιατί όποιος κάνει κάτι τέτοιο βγαίνει πάντα κερδισμένος.


Φιλότιμο. Ο Γέροντας διαρκώς ανέφερε οτι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν και αρχοντική αγάπη. «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε», έλεγε «πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο».


Θεία Δικαιοσύνη. Ανέφερε διαρκώς πως αν ο άνθρωπος θέλει να ομοιάσει στους Αγίους πρέπει να εφαρμόζει την Θεία δικαιοσύνη και όχι την ανθρώπινη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη κατά τον Γέροντα είναι τυφλή και υπάρχει για να αποτρέπει τους κακούς και πονηρούς ανθρώπους. Η Θεία δικαιοσύνη όμως στοχεύει να εξυπερετεί τον αδύναμο άνθρωπο και αυτούς που έχουν ανάγκη. Όταν εφαρμόζουμε την Θεϊκή δικαιοσύνη τότε αποφεύγουμε τις έριδες, τις κατακρίσεις και τις διαφορές με τους συνανθρώπους μας.


Θεία Πρόνοια. Η Θεία πρόνοια είναι ανεξιχνίαστη και ανεξερεύνητη, στοχεύει στη σωτηρία του ανθρώπου και την αιώνια ζωή. Επεσήμανε πως δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα « βιοτικά » πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο σε κάποιον είναι παραχώρηση από το Θεό και όχι σταλμένο απο αυτόν, έτσι ώστε να εκπαιδεύσει του ανθρώπους ένεκα της οικονομίας Του.


Ταπείνωση. Η ταπείνωση για το γέροντα ήταν το θεμελιώδες στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου και γενικότερα το στοιχείο το οποίο επιφέρει τις καλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέφερε μάλιστα οτι ο Θεός «αδυνατεί» να βοηθήσει όταν ο άνθρωπος δεν ταπεινώνεται και προσπαθεί τότε με κάθε τρόπο να επιφέρει την ταπείνωση, μέσω των παθών. Χωρίς ταπείνωση, συνέχιζε, δεν επέρχεται η Θεία Χάρις, κλείνουμε την καρδιά μας από το Χριστό και ό,τι αρχικά «κερδίζουμε» γρήγορα το ξαναχάνουμε.


Υπακοή. Η πλήρης υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή όλων των καλών. «Να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή στην αδικία» συχνά έλεγε. «Σήμερα όλοι είναι ανυπόμονοι, οι υπομονετικοί όμως σύμφωνα με το Χριστό θα κερδίσουν την βασιλεία των ουρανών», κατέληγε.


Προφητείες. Ο Γέροντας πραγματοποίησε και αρκετές προφητείες. Δυστυχώς όμως πολλοί καπηλεύτηκαν τις διδαχές του γέροντος, λέγοντας πολλά πράγματα, είτε για ίδιον ώφελος, είτε για εθνικά φρονήματα, που ο ίδιος ποτέ δεν ενέφερε, κάτι που τον λυπούσε ενώ ήταν ήδη εν ζωή. Οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν τα τεκταινόμενα που έχουν να κάνουν με την Κωνσταντινούπολη, επεξηγήσεις πάνω στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού αλλά και περί Αντιχρίστου.
Πηγή:  http://gero-paisios.blogspot.gr/p/blog-page.html

3/1/15

ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Ο Μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων Mία από τις πιο γνωστές και λαοφιλείς Ακολουθίες της Εκκλησίας μας είναι αυτή του Aγιασμού των υδάτων. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η Ακολουθία αυτή παρουσιάζεται σε δύο τύπους, τον μεγάλο και τον μικρό Αγιασμό. Μέγας Αγιασμός ονομάζεται η Ακολουθία που τελείται στο Ναό δύο φορές το έτος (5 και 6 Ιανουαρίου) σε ανάμνηση της Βαπτίσεως του Κυρίου Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη υπό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως τελούμενος στους Ναούς κατά την 1η εκάστου μηνός και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις (θεμελιώσεις οίκων, εγκαίνια καταστημάτων, δημοσίων έργων κτλ.). Και στις δύο ημέρες, παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων, τελείται η Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού. Δεν τίθεται θέμα ποιος είναι αγιότερος και ποιος λιγότερο άγιος, καθώς και οι δύο τύποι αγιασμού είναι αγιασμένοι από τη ζωοποιό χάρη του αγίου Πνεύματος. Ο Αγιασμός που τελείται την παραμονή και ανήμερα της γιορτής των Θεοφανείων είναι ακριβώς ο ίδιος. Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο Ναό, σε ειδική φιάλη. Σκοπός της πράξης αυτής είναι η διευκόλυνση των πιστών και η εξυπηρέτηση των αναγκών τους: όταν κάποιος είναι ασθενής «εις αγιασμόν και ίασιν ψυχής τε και σώματος» και στην περίπτωση που κάποιος χριστιανός δεν μπορεί να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γιατί διατελεί κάτω από κάποιο παιδαγωγικό επιτίμιο του πνευματικού του. Ο Μέγας Αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να υποκαταστήσει τη μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Κυρίου στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Δεν θεωρείται υποκατάστατο, ούτε όμοιο και ισότιμο. Απλώς δίδεται ως μία παρηγοριά στους χριστιανούς που δεν μπορούν να κοινωνήσουν και για να ενισχυθούν στον αγώνα τους για την μετάνοια. Ο Μέγας Αγιασμός δύναται να φυλάσσεται κατ’ οίκον προς εξυπηρέτηση των αναγκών των πιστών. Αυτό αναφέρεται ρητώς στο κείμενο της Ακολουθίας: «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκον, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον» καθώς επίσης και στον λόγο του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει σχετικά: «κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν». Απαραίτητη βεβαίως προϋπόθεση για την κατ’ οίκον διατήρηση του καθαγιασμένου ύδατος είναι η ευλαβής και μετά μεγίστης προσοχής φύλαξή του. Έτσι, ο Μεγάλος Αγιασμός (της παραμονής των Θεοφανείων) είναι δυνατόν να φυλάσσεται και στα σπίτια των ευσεβών χριστιανών όλο το χρόνο για τον αγιασμό τους «δια του ραντισμού και της μεταλήψεως», καθώς για να αγιάζουν τα ίδια τα σπίτια τους, τους κήπους, τα σπαρτά τους, τα ζώα, τα οχήματα τους κλπ. Είναι καλό να χρησιμοποιείται και για την προφύλαξη μας από τη βασκανία και κάθε σατανική ενέργεια και όχι άλλα δεισιδαιμονικά ξόρκια, λάδια, ξεματιάσματα κλπ. Εξυπακούεται πως στο σπίτι, διατηρούμε τον Αγιασμό (Μικρό ή Μεγάλο) στο εικονοστάσιο, όπου καίει κανδήλα και πως τα μέλη της οικογενείας αυτής επιμελώς θα αποφεύγουν τις αφορμές και αιτίες της αμαρτίας που φυγαδεύουν την θεία χάρη. Δεν νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων για να πιούμε την άλλη μέρα τον Μεγάλο Αγιασμό, αλλά νηστεύουμε ως προπαρασκευή για την μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, που ακολουθεί. Αυτό άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μεγάλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Στην πρώτη Εκκλησία την παραμονή των Θεοφανείων γινόταν η Βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλαδή των νέων χριστιανών (όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής). Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο Αγιασμός του ύδατος για την τελετή του Βαπτίσματος. Τότε εισήχθη η συνήθεια (όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους προς ευλογία και να το διατηρούν όλο το χρόνο. Αργότερα όμως η Ακολουθία του Αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του Βαπτίσματος, παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων» όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού. Νωρίς επίσης επικράτησε και η συνήθεια της νηστείας προ της εορτής των Θεοφανείων (δηλ. την παραμονή) για δύο λόγους: Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή (που αναφέρεται δηλαδή στο πρόσωπο του Δεσπότη Χριστού) προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Έτσι, η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την γιορτή, όπως προαναφέραμε. Νηστεύουμε μόνο μία ημέρα για τη μεγάλη αυτή εορτή και όχι περισσότερες ημέρες γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο. Επίσης, παλαιά συνήθεια ήταν αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι ανάδοχοι, οι συγγενείς αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων». Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών. Μολαταύτα η νηστεία της παραμονής, αν και δεν συνδέεται, όπως αναφέραμε παραπάνω, με την μετάληψη του αγιασμού, πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρηθεί. Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε τα εξής: Για την μετάληψη του μεγάλου Αγιασμού απαιτείται τέλεια αποχή τροφής και ποτού από του δείπνου ή του μεσονυκτίου της προηγούμενης ημέρας μέχρι της μεταλήψεως. Εξαίρεση αποτελεί η έκτακτη μετάληψη αγιασμού σε περιπτώσεις ασθενειών, κινδύνων κτλ. Και εκεί όμως η πνευματική νηστεία είναι απαραίτητη. Γι’ αυτούς που τον πίνουν γιατί δεν μπορούν να μεταλάβουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ας νηστεύουν όσο ορίσει σε αυτούς ο πνευματικός τους. Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό, που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία «απέχοντες από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού». Ο Αγιασμός είναι πράγματι ένα πολύτιμο και ιερότατο πνευματικό εφόδιο, το οποίο με πολύ σοφία προσφέρει η Εκκλησία σε όλους μας. Μέσω αυτού ο πιστός εξαγιάζεται, χαριτώνεται και ενδυναμώνεται στον πνευματικό αγώνα του. Σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται από όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, μεγάλη προσοχή στη διατήρηση των ορθών παραδόσεων που συνοδεύουν αυτό το θείο δώρο, το πλήρες χάριτος και θεϊκής ευλογίας, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις που όσο ευλαβείς και αν είναι δεν συνάδουν με τα παραδεδομένα.