Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

27/10/14

Η Εκκλησία είναι θεμελιωμένη στο αίμα των μαρτύρων.
 Άλλωστε οι διωγμοί δεν τελείωσαν ποτέ,
 αλλά συνεχίζονται διαχρονικά κατά του Χριστού και της Εκκλησίας,
 ενώ αναθερμαίνονται και στη δική μας ιστορική φάση,
 όχι μόνο θεωρητικά και λεκτικά αλλά ιδίως στην πράξη: 
κακομεταχειρίσεις, ξεριζωμός και αναγκαστική φυγή,
 εγκλήματα κατά της ζωής πολλών πιστών.

 Ο Χριστός το είχε ήδη εξαγγείλει:
 «Αν σας μισεί ο κόσμος, να ξέρετε πως πριν από σας εμένα έχει μισήσει…. Αν εμένα καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς….
 Αυτός που μισεί εμένα, μισεί και τον Πατέρα μου…. 
Αυτό γίνεται για να εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος στο νόμο τους:
 με μίσησαν χωρίς καμιά αιτία…. Θα έρθει μάλιστα καιρός που όποιος σας θανατώσει ΘΑ ΝΟΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΕΤΣΙ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟ ΘΕΟ»
 (Ιω. 15, 18- 16,2). Γι’ αυτό και στη Θ. Λειτουργία ευχόμαστε για τα τέλη της ζωής μας να είναι «χριστιανά»
 (να έχουμε ήδη ζήσει χριστιανικό βίο και πολιτεία, ή να προλάβουμε να μετανοήσουμε για τα λάθη και τις αποτυχίες μας),
 «ανώδυνα» (αν αυτό το επιτρέψει ο Χριστός),
 «ανεπαίσχυντα» (να μην προδώσουμε ιδιαιτέρως τότε τον Κύριο),
 και «ειρηνικά», δηλαδή να φύγουμε για την άλλη όχθη, 
την αιώνιο ζωή,
 με την ειρήνη του Χριστού στις καρδιές μας.
Ένα παλληκάρι του Ιησού,
 που ένιωσε καλά στο πετσί του το μίσος του κοσμικού και δαιμονικού πνεύματος κατά του Πνεύματος της αληθείας,
 ήταν και ο λαμπρός νέος και έξοχος αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, ο μεγαλομάρτυς Δημήτριος.
 Το 296 μ.Χ., όταν ο τότε Τετράρχης Μαξιμιανός μετέβη στην Θεσσαλονίκη, συνελήφθη και κλείστηκε σε ένα υγρό κελί, 
ο αξιωματικός αυτός του Χριστού πλέον,
 αφού είχε γίνει πολύ γνωστός για την χριστιανική του πίστη και την διδακτική του, υπέρ του Ευαγγελίου, δράση. 
Ήταν η εποχή των άρτων και των θεαμάτων.
 Ο «απηγριωμένος» λαός, ξεχνούσε τις ατομικές του ωδίνες παρακολουθώντας τα πεινασμένα θηρία να ξεσχίζουν τις σάρκες χριστιανών στον ιππόδρομο και το Κολοσσαίο της Ρώμης,
 ενώ, με μερικούς άρτους που πετούσαν οι άνθρωποι του αυτοκράτορος, ικανοποιούσαν το χαμηλό επίπεδο των όχλων.
Ο βασιλέας είχε φέρει μαζί του και έναν γιγαντόσωμο, φοβερό αθλητή,
 τον Λυαίο,
 ο οποίος προκαλούσε τους πάντες,
 βλασφημώντας τον Θεό (κατά τη διάρκεια αγώνων εορτασμού της νίκης των Ρωμαίων κατά των Σκυθών).
 Τότε ένας νέος χριστιανός,
 ο Νέστορας,
 αισθάνθηκε εντός του αγανάκτηση, 
κατέφυγε στον φυλακισμένο Δημήτριο και του ζήτησε να προσευχηθεί γι’ αυτόν και να του δώσει την ευλογία του,
 διότι είχε αποφασίσει να μονομαχήσει με τον τεραστίων διαστάσεων Λυαίο.

 Ο άγιος Δημήτριος τον σταύρωσε και του ανήγγειλε ότι θα νικήσει, 
αλλά και ότι θα θανατωθεί χάριν του Χριστού.
 Ο Νέστορας πράγματι πάλεψε και φόνευσε τον Λυαίο,
 αλλά και αυτός αποκεφαλίστηκε μετά από διαταγή του Γαλέριου Μαξιμιανού,
 ενώ ο Δημήτριος φονεύτηκε κατατρυπημένος από τις λόγχες των στρατιωτών.
 Ο πιστός υπηρέτης του αγίου, Λούπος,
 μάζεψε στη συνέχεια τον μανδύα και το αίμα του Δημητρίου καθώς και το δαχτυλίδι του, δια των οποίων πραγματοποιήθηκαν πολλά θαύματα.
 Και αυτός επίσης θανατώθηκε,
 μόλις έμαθε το νέο ο αντίχριστος βασιλεύς (οι άγιοι Νέστορας και Λούπος τιμώνται την επομένη του αγίου Δημητρίου).
 Το ιερό σκήνωμα του Δημητρίου {ο οποίος θυμίζει έντονα τον Χριστό, ένεκα της νεότητός του,
 του κόκκινου από το αίμα πανωφοριού του και τον λογχισμό που υπέστη}
 θάφτηκε από τους χριστιανούς στο σημείο εκείνο, 
όπου χτίστηκε κατόπιν ναός προς τιμήν του.
 Και λέγεται Μυροβλύτης γιατί από τον τάφο του ανέβλυζε μύρο, 
σημείο πνευματικό,
 προς χάριν και επ’ ευλογία των προσκυνητών.
 Ο άγιος Δημήτριος εξακολουθεί να βοηθά με πολλά θαύματα που επιτελεί,
 όπως και στο παρελθόν,
 πλήθος ανθρώπων που προστρέχουν στην χάρη του, δια Χριστού Ιησού.
Ο Θεός αντιδοξάζει λοιπόν τους αγίους του.
 Η ιστορία του μικρόσωμου Δαυίδ, που δια πίστεως φόνευσε τον γίγαντα Γολιάθ, είναι όπως βλέπουμε αληθινή και ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΙΣΧΥΕΙ, ΟΤΑΝ Η ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.
 Ο απόστολος Παύλος προειδοποιεί: «Κρατάτε τις Παραδόσεις, που διδαχτήκατε είτε προφορικά είτε με επιστολή από τα χέρια μας» (Β΄ Θεσσ. 2, 15).
 Ο βίος και η πολιτεία των αγίων και μαρτύρων γράφτηκαν για να τους ακολουθούμε, 
να μιμούμαστε το παράδειγμά τους,
 και όχι απλώς να θυμόμαστε πότε γιορτάζουν.
 «Τιμή μάρτυρος, ΜΙΜΗΣΙΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ».
 Η άθληση, η οικοδομή και η παράκληση είναι ο σκοπός της Λειτουργίας και της ανάμνησης των ηρώων και μαρτύρων της πίστεως.
Το στεφάνι των αγίων,
 στο οποίο καλούμαστε όλοι να προσέλθουμε, είναι η αγία ζωή,
 η άσκηση και η αγάπη που οφείλουμε να δείχνουμε,
 για να συμμετέχουμε στα Πάθη και την Ανάσταση του Πρωτομάρτυρα Χριστού
 Είναι ανάγκη όλοι να ιερουργούμε τον εαυτό μας, 
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΞΙΟΙ ΜΙΜΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
 με την ομολογία της πίστεώς μας,
 το μαρτύριο της προαιρέσεως (της καλής συνείδησης και εσωτερικής πάλης),
 τα έργα φιλανθρωπίας,
 την αντίσταση κατά του κακού και των παθών,
 την ταπείνωση και μυστηριακή ζωή μας.

Ανδρείε αθλητή του Πνεύματος και μεγαλομάρτυρα του Χριστού Δημήτριε,
 ικέτευε Χριστό τον Θεό ώστε να μας γλυτώνει από πειρασμούς και κινδύνους,
 να μας χορηγεί την άνωθεν ειρήνη και τελικά το έλεος και τη σωτηρία.ΑΜΗΝ

22/10/14

Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση 26 Ο­κτω­βρί­ου 1912
 Τέ­λη του μη­νός Ό­κτω­βρίου του 1912. Η νέ­α Ελ­λά­δα, με­γα­λούρ­γη­σε και ύ­ψώ­θη­κε στην παγ­κό­σμια συ­νεί­δη­ση, α­πο­πλύ­νον­τας την ήτ­τα του 1897 και ά­να­δει­χθει­σα με­γά­λη, κρα­ται­ά, θαυ­μα­τουρ­γη και ι­σχυ­ρη.
 Ο ή­ρω­ας Βό­τσης μα­ζί με τα γεν­ναί­α του παλ­λη­κά­ρια του υπ α­ριθ. 11 τορ­πιλ­λο­βό­λου πλοί­ου, κα­τόρ­θω­σαν να συν­τρί­ψουν την τε­λευ­ταί­α ελ­πί­δα την ο­ποί­α στή­ρι­ζαν οι Τούρ­κοι της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ο ευ­γε­νής και ευ­σε­βής Υ­δραί­ος, ο Νι­κό­λα­ος Βό­τσης, έ­χει α­ναρ­τή­σει την ει­κό­να της Θε­ο­μή­το­ρος, του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου και του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Κά­λε­σε έ­να ι­ε­ρέ­α στο Έ­λευ­θε­ρο­χώ­ρι και τέ­λε­σε μέ­σα στο πλοί­ο τον α­για­σμό. Ό­ταν τε­λεί­ω­σε η μυ­στι­κή ε­κεί­νη ι­ε­ρο­τε­λε­στί­α, ό­λοι οι ναύ­τες αι­σθά­νον­ταν στα στή­θη τους την θεία ί­σχύ. Το τορ­πιλ­λο­βό­λο δι­ηυ­θυ­νό­ταν τώ­ρα ή­ρε­μα προς τον ώ­ραι­ο κόλ­πο, και προ­στα­τευ­ό­ταν ά­πό τη θεί­α δύ­να­μη.

 Κι ενώ οι τουρ­κι­κοί προ­βο­λείς α­πό το α­κρω­τή­ριο Κα­ραμ­πουρ­νού της Κα­λα­μα­ριάς, φώ­τι­ζαν ό­λη τη θά­λασ­σα ά­πλε­τα και α­να­ζη­του­σαν το έλ­λη­νι­κό τορ­πιλ­λο­βό­λο, ε­κεί­νο ά­θέ­α­το μέ­σα α­πό το φως, δι­ο­λί­σθη­σε έ­ξω α­πό τον κόλ­πο.
 Ε­ξέ­λι­πε λοι­πόν και ο κίν­δυ­νος α­πό τη θά­λασ­σα, ο ό­ποι­ος ε­νέ­πνε­ε ζω­η­ρες α­νη­συ­χί­ες στους Ελ­λη­νες της Θεσ­σα­λο­νί­κης, που φο­βό­ταν κα­νο­νι­ο­βο­λι­σμό της πό­λε­ως τους, την στιγ­μή κα­τά την ο­ποί­α ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός της ξη­ράς θα προ­έ­λαυ­νε για να κα­τα­λά­βει την πό­λη.
  Στον στρα­τάρ­χη του ελ­λη­νι­κού στρα­τού, Δι­ά­δο­χο Κων­σταν­τί­νο, ο Τα­ξίν πά­σας αρ­χη­γός του τούρ­κι­κου στρα­τού ε­στει­λε α­πε­σταλ­μέ­νους για να τον βο­λι­δο­σκο­πή­σουν κα­τά πό­σον ή­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος να δε­χθει την πα­ρά­δο­ση της πό­λε­ως με τον ό­ρο ο­λοι οι Τούρ­κοι στρα­τι­ω­τες που βρί­σκον­ταν σ’ αυ­τήν να ά­φε­θουν ε­λεύ­θε­ροι. Α­κο­λού­θως υ­πο­γρά­φηκε στις 26 Ο­κτω­βρί­ου, η πα­ρά­δο­ση της πό­λε­ως η ο­ποί­α συ­νέ­βη ό­ταν πα­νη­γύ­ρι­ζε η πό­λη των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων την έ­πέ­τει­ο του πο­λι­ού­χου και προ­στά­του της πό­λε­ως των Α­γί­ου Δη­μητρί­ου του Μυ­ρο­βλύ­του.

 Κι ενώ οι χρι­στια­νοί κά­τοι­κοι της πό­λε­ως δι­έ­τρε­χαν με ί­α­χες τους δρό­μους πα­νη­γυ­ρί­ζον­τας με έ­ξαλ­λο έν­θου­σιασ-μο την έ­λευ­θε­ρία, οι Τούρ­κοι και οι Ε­βραί­οι κά­τοι­κοι έ­κλει­ναν τα κα­τα­στή­μα­τά τους, και χω­ρίς ελ­πί­δα και κα-τσου­φι­α­σμέ­νοι α­πε­σύ­ρον­ταν στα σπί­τια τους.
 Και ό­ταν οι Ελ­λη­νες α­ξι­ω­μα­τι­κοί κα­τέ­λα­βαν το δι­οι­κη­τή­ριο, και α­πό τον ύ­ψη­λό κον­τά­ρι του κα­τέ­βαι­νε η η­μι­σέ­λη­νος και υ­ψω­νό­ταν υ­πε­ρή­φα­νος η γα­λα­νό­λευ­κη ση­μαί­α του Σταύ­ρου, τό­τε ο­λό­κλη­ρη η πό­λις δο­νή­θη­κε απ ά­κρη σ’ ά­κρη.

 Οι ο­μο­βρον­τί­ες των Ελ­λη­νι­κών ό­πλων χαι­ρέ­τι­σαν τους πρώ­τους κυ­μα­τι­σμούς της Ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας, και η πνο­ή της ε­λευ­θε­ρί­ας δι­α­χυν­τό­αν στην ω­ραί­α πό­λη.


Μέ­σα στην α­να­στά­τω­ση, η ο­ποί­α ε­πι­κρα­τού­σε τό­τε, έ­νας εύ­στα­λής λο­χί­ας των ευ­ζώ­νων ει­χε μί­α α­ξι­ο­ζή­λευ­τη έμ­πνευ­ση. Θε­ο­σε­βής πο­λύ, έ­ζή­λω­σε τη δό­ξαν της προ­τε­ραι­ό­τη­τος σε ε­να πο­λύ ση­μαν­τι­κό γε­γο­νός. Γνω­ρί­ζων φαί­νε­ται α­πό την πα­ρά­δο­ση τα θρυλ­λού­με­να πε­ρί του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, πα­ρα­κα­λού­σε τον Θε­ό να εύ­δο­κή­ση ό­πως το τάγ­μα του εί­σέλ­θει πρώ­το στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και το εύ­φρό­συ­νο γε­γο­νός να συ­νε­τε­λε­σθεί κα­τά την έ­πέ­τει­ο του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου του πο­λι­ού­χου της πό­λε­ως.
 Βλέ­ποντας ο ευ­σε­βής εύ­ζω­νας τον πό­θο του να εκ­πλη­ρώ­νε­ται έ­τρε­ξε να εκ­πλή­ρω­σει ε­κεί­νο το ό­ποι­ο έ­τρε­φε ως ό­νει­ρο στην ψυ­χή του. Κα­τά την στιγ­μή που οι άλ­λοι συ­νά­δελ­φοι του πα­ρα­λη­ρού­σαν σαν με­θυ­σμέ­νοι α­πό το κλί­μα που δη­μι­ούρ­γη­σε ο εν­θου­σια­σμός των κα­τοί­κων, ε­κεί­νος κρυ­φά έ­φυ­γε α­πό τη Μο­νά­δα του και τρέ­χει να βρει το να­ό του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Σε λί­γο τα κλει­διά του να­ού ήρ­θαν στα χέ­ρια του και οι βα­ρει­ές θύ­ρες α­νοι­γαν και ά­φη­σαν ε­λεύ­θε­ρη την ει­σο­δο στον πρώ­το αν­τι­πρό­σω­πο του χρι­στι­α­νι­κού ελ­λη­νι­κού έ­θνους.

 Κά­τω α­πό τα χει­ρο­κρο­τή­μα­τα και τις ε­πευ­φη­μί­ες και τις ζη­τω­κραυ­γες των πα­ρι­στα­μέ­νων Ελ­λή­νων, ο ευ­σε­βής και γεν­ναί­ος λο­χί­ας ει­σερ­χό­ταν με ά­κρα κα­τα­νύ­ξη στον πε­ρι­καλ­λη να­ό που ε­πί πεν­τα­κό­σια έ­τη πε­ρί­με­νε την ί­ε­ρα στιγ­μή κα­τά την ο­ποί­α ο ί­ε­ρός χώ­ρος του θα αι­σθα­νό­ταν το πρώ­το ελ­λη­νι­κό πό­δι να βα­δί­ζει μέ­σα σ’ αυ­τόν. Οι κο­λώ­νες του να­ού έ­τρι­ξαν και οι τριγ­μοί των ε­κεί­νοι ή­σαν οι πρώ­τοι χαι­ρε­τι­σμοί, με τους ο­ποί­ους ύ­πο­δε­χό­ταν τον πρώ­το Έλ­λη­να στρα­τι­ώ­τη.
Γο­νυ­πετης ο ευ­σε­βής λο­χί­ας, τρέ­μον­τας α­πό ι­ε­ρή συγ­κί­νη­ση, ψέλ­λι­σε την πρώ­τη δέ­η­ση, έ­κει που πριν λί­γο α­κου­γό­ταν η φω­νή του Χό­τζα που ι­κέ­τευ­ε τον Προ­φή­τη. Και ό­ταν τε­λεί­ω­σε την προ­σευ­χή του, ο ευ­γε­νής αυ­τός στρα­τι­ώ­της της πα­τρί­δος και εί­δε ο­τι ο πό­θο του εκ­πλη­ρώ­θη­κε, βγή­κε α­πό τον να­ό και έ­τρε­ξε μέ­σα στις ε­πευ­φη­μί­ας των Ελ­λή­νων να ε­πα­νέλ­θει στο τάγ­μα του.

4/10/14

ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΣΠΡΑΤΕΙΣ ΑΓΑΠΗ

Σήμερα ο Κύριος μάς ομιλεί, μέσα από την περικοπή του Ευαγγελίου του Λουκά, για την εντολή της αγάπης. Και ξεκινά προτέποντάς μας να συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας όπως ακριβώς επιθυμούμε και οι άλλοι να συμπεριφέρονται προς εμάς, δηλαδή μας λέει ότι αν θέλουμε οι άνθρωποι να μάς αγαπάνε, να μάς σέβονται, να μάς συγχωρούν, τότε κι εμείς πρώτοι θα πρέπει να είμαστε άνθρωποι της αγάπης. Γιατί, συνεχίζει, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί, και κάνετε καλό μόνο σε εκείνους που σας φέρονται καλά, τότε μέσα σας δεν υπάρχει η χάρις του Θεού.
Αν δανείζετε σ’ εκείνους από τους οποίους περιμένετε να έχετε απολαβές, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί, τότε η αγάπη γίνεται αντικείμενο δοσοληψίας, τότε η φιλανθρωπία είναι ιδιοτελής, τότε δεν υπάρχει αγάπη, αλλά συμφέρον και εγωισμός. Γι αυτό, πάλι μας προτρέπει, να αγαπάτε τους εχθρούς σας, και να πράττετε το αγαθό και να δανείζετε χωρίς να περιμένετε σε καμία ανταπόδοση, και τότε ο μισθός σας θα είναι πολύς, και θα είστε γνήσια παιδιά του Υψίστου, μιας που ο ίδιος ο Θεός ευεργετεί ακόμα και τους αχάριστους και πονηρούς ανθρώπους. Να είστε ελεήμονες, καταλήγει στο λόγο Του ο Χριστός, όπως ελεήμων είναι και ο Πατέρας σας.
Με τους λόγους αυτούς ο Κύριος αναλύει πρακτικά τι σημαίνει η αγάπη προς τον πλησίον, και την διαστέλλει από κάθε ενέργεια που αποβλέπει στο συμφέρον μας. Η αγάπη δεν είναι για το Χριστό μια κίνηση που εξαρτάται από τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας, αλλά αντλεί την καταγωγή της και τη δύναμή της από τον ίδιο το Θεό. Γι αυτό και η νέα εντολή, η μοναδική εντολή της Καινής Διαθήκης, είναι το «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», καθώς σ’ αυτή στηρίζονται και ο Νόμος και οι Προφήτες και κάθε έκφραση της εν Χριστώ ζωής. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος θα μάς πει ότι η αγάπη, η ευσπλαγχνία και η φιλανθρωπία προς τους αδελφούς μας, είναι θεώνυμες και θεομίμητες πράξεις, και πραγματώνουν το καθ’ ομοίωσιν μέσα μας.
Και ο Μέγας Βασίλειος, σημειώνει ότι ο άνθρωπος, δεν είναι ούτε άγριο ζώο, ούτε πλασμένος για να ζει μόνος του, αλλά ως κοινωνικό όν έχει ανάγκη να επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους, να αγαπά και να εισπράτει αγάπη. Γι αυτό και ο Κύριος δίνει την σαφή εντολή της προς αλλήλους αγάπης, και θέλοντας να διεγείρει την ψυχή μας προς την πραγμάτωση της αληθινής κοινωνίας με τον πλησίον, μάς λέει ότι σημάδι ότι είμαστε γνήσιοι μαθητές Του είναι όχι η θαυματουργία, αλλά η αγάπη. Δεν ζήτησε ο Χριστός από τους Αποστόλους να κάνουν σημεία και θαύματα, παρόλο που ο ίδιος τούς έδωσε αυτή την δωρεά και χάρη, αλλά ταυτίζει την αγάπη προς τον πλησίον μα την αγάπη προς τον ίδιο το Θεό. Επείνασα, μας λέει, και μου δώσατε να φάω, και τα λοιπά. Και τούτο, επειδή η αγάπη προς τον πλησίον και η αγάπη προς τον Θεό είναι αλληλένδετες, και η μία τροφοδοτεί και ενισχύει την άλλη.
Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, μέσα στην ανθρώπινη ατέλεια και αδυναμία μας, και έχοντας ανάγκη να εισπράξουμε την αγάπη των συνανθρώπων μας, την αποδοχή τους, την κατανόησή τους, να αντιλαμβανόμαστε την αγάπη ως μια κίνηση συναισθηματική, που περιορίζεται σε ένα στενό κύκλο ανθρώπων γύρω μας, και συχνά μεταβάλλεται, ανάλογα με τη συμπεριφορά τους. Όμως για τον Χριστό η αγάπη είναι κοινωνία προσώπων, και επειδή ως κοινωνία προσώπων και ως σχέση ενότητας με τον συνάνθρωπο και με τον Θεό δεν μπορεί να υπάρξει με όρους ιδιοτελείς, το χαρακτηριστικό της γνώρισμα δεν είναι η αντιπροσφορά, αλλά η προσφορά δίχως ανταλλάγματα, χωρίς κατ’ ανάγκη να περιμένουμε την ανταπόδοση των άλλων. Πιο απλά, αν περιμένουμε όλοι μας πρώτα οι άλλοι να μάς φερθούν με αγάπη, ώστε κι εμείς να πράξουμε ανάλογα, τότε μοιραία οι άνθρωποι αποξενωνόμαστε μεταξύ μας, κλεινόμαστε στο Εγώ μας και ζούμε από τώρα την απομόνωση, την προσωπική μας Κόλαση. Οι κοινωνίες μας συχνά χαρακτηρίζονται ως απρόσωπες, οι άνθρωποι κυκλοφορούμε στους δρόμους ως μονάδες μέσα στο πλήθος, απομονωμένοι, σκυθρωποί, δίχως ενδιαφέρον για τον πλησίον, δίχως πραγματική αγάπη μέσα μας.
Γι αυτό και ο Χριστός μάς προτρέπει σήμερα να περάσουμε από την παθητική εγωιστική στάση στην ενεργητική και πραγματική έκφραση της αγάπης, που πρώτη προσφέρει και προσφέρεται και θυσιάζεται για τον κάθε άνθρωπο, ακόμα και γι αυτόν που μάς έχει βλάψει ή μάς μισεί. Παράδειγμα, οδηγός και βοηθός στην προσπάθειά μας αυτή είναι ο ίδιος, που ως ο Θεός αγαπά και τους δικαίους και τους αδίκους, και έγινε άνθρωπος και έπαθε για τις δικές μας αμαρτίες, παρόλο που δεν το αξίζαμε και δεν μάς το χρωστούσε, και Αναστήθηκε χαρίζοντας σε όλους εμάς την προοπτική της όντως Ζωής και Ανάστασης και χαράς πνευματικής, που μόνο η σταυρωμένη αγάπη μπορεί να πραγματώσει, μέσα μας και γύρω μας.ΑΜΗΝ