Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

30/5/14

ΜΑΚΑΡΙΑ Η ΤΑΠΕΙΝΗ ΨΥΧΗ , ΤΗΝ ΑΓΑΠΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ

Μακάρια ἡ ταπεινὴ ψυχή, τὴν ἀγαπᾶ ὁ Κύριος.
Τοὺς ταπεινοὺς ἁγίους τοὺς μακαρίζουν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ ὁ Κύριος τοὺς δίνει τὴ δόξα νὰ εἶναι μαζί Του·
 «ὅπου ἐγώ εἰμι, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται».
᾿Ανώτερη ἀπὸ ὅλους στὴν ταπείνωση εἶναι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ γι᾿αὐτὸ Τὴν μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεὲς τῆς γῆς καὶ Τὴν ὑπηρετοῦν ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν.
 Καὶ Αὐτὴν τὴν Μητέρα Του μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος γιὰ προστασία καὶ βοήθεια.
Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὸ νὰ ζεῖ κάποιος μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη.
 Τότε ἐπικρατεῖ στὴν ψυχὴ μεγάλη εἰρήνη καὶ δὲν ὑπεραίρεται ἀπέναντι στὸν ἀδελφό.
 ῍Αν ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς, τότε δὲν ὑπάρχει στὴν ψυχὴ τόπος γιὰ ὑπερηφάνεια, γιατὶ στὴν κατὰ Χριστὸν ἀγάπη εἶναι ξένη καὶ ἀλλότρια ἡ ὑπεροψία.
 ῾Η ὑπερηφάνεια καίει σὰν τὴν φωτιὰ κάθε καλό, ἐνῶ ἡ κατὰ Χριστὸν ταπείνωση εἶναι γλυκιὰ καὶ ἀπερίγραπτη.
 Καὶ ἂν τὸ γνώριζαν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι, τότε ὅλη ἡ οἰκουμένη θὰ μαθήτευε στὴν ἐπιστήμη αὐτή. 
᾿Εγὼ τὴν μελετῶ σὲ ὅλη τὴ ζωή μου ἡμέρα καὶ νύχτα καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατακτήσω.
 ῾Η ψυχή μου σκέφτεται συνέχεια· ἀκόμη δὲν πέτυχα αὐτὸ ποὺ ποθῶ καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἀναπαυθῶ. 
Γι᾿ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ,
 ἀδελφοί, ὅσοι γνωρίζετε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, προσευχηθεῖτε γιὰ μένα, νὰ λυτρωθῶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνειας, γιὰ νὰ σκηνώσει μέσα μου ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ.
῾Υπάρχουν πολλά εἴδη ταπεινώσεως.
 ῾Ο ἕνας εἶναι ὑπάκουος καὶ μέμφεται γιὰ ὅλα τὸν ἑαυτό του, καὶ αὐτὸ εἶναι ταπείνωση. 
῾Ο ἄλλος μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.
 ῎Αλλη ταπείνωση ὅμως ἔχει ἐκεῖνος ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιο· ἐκεῖνος ἔχει ἄλλη γνώση καὶ ἄλλη γεύση.
῞Οταν ἡ ψυχὴ δεῖ μὲ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα τὸν Κύριο, πόσο πράος καὶ ταπεινὸς εἶναι, τότε ταπεινώνεται καὶ ἡ ἴδια τελείως.
 Καὶ ἡ ταπείνωση αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἰδιαίτερη· κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὴν περιγράψει, καὶ γνωρίζεται μόνο μὲ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα.
 Καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι γνώριζαν μὲ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ποιὸς εἶναι ὁ Κύριός μας, τότε ὅλοι θὰ ἄλλαζαν·
 οἱ πλούσιοι θὰ ἐγκατέλειπαν τὰ πλούτη τους,
 οἱ ἐπιστήμονες τὶς ἐπιστῆμες τους, 
οἱ κυβερνῆτες τὴ δόξα καὶ τὴν ἐξουσία τους καὶ θὰ γίνονταν ὅλοι ταπεινοί,
 θὰ ζοῦσαν μὲ μεγάλη εἰρήνη καὶ ἀγάπη καὶ θὰ βασίλευε  μεγάλη χαρὰ στὴ γῆ.
῞Οταν ἡ ψυχὴ παραδοθεῖ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε δὲν ἔχει πιὰ τίποτε στὸ νοῦ παρὰ μόνο τὸν Κύριο.
 Καὶ ἡ ψυχὴ παρουσιάζεται μὲ καθαρὸ νοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
῎Ω Κύριε, δίδαξέ μας μὲ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα Σου νὰ εἴμαστε ὑπάκουοι, ἐγκρατεῖς.
 Δῶσε μας τὸ πνεῦμα τῆς ἀδαμιαίας μετάνοιας καὶ δάκρυα γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. 
Δῶσε νὰ Σὲ εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ Σὲ δοξάζουμε αἰώνια.
᾿Εσὺ μᾶς ἔδωσες τὸ τίμιο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Σου, γιὰ νὰ ζοῦμε αἰώνια μαζὶ Σου καὶ νὰ εἴμαστε ἐκεῖ ὅπου μένεις Σὺ καὶ νὰ βλέπουμε τὴ δόξα Σου.
Κύριε, δῶσε νὰ γνωρίσουν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς πόσο μᾶς ἀγαπᾶς καὶ ποιὰ θαυμαστὴ ζωὴ χαρίζεις σὲ ὅσους πιστεύουν σὲ Σένα.

26/5/14

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΣΟΣ

Σαν πιθανότερη χρονολογία της γέννησής του είναι το έτος 1690.
 Και τούτο γιατί στους πολέμους που άρχισαν το 1711 και τελείωσαν το 1718 είναι στρατιώτης του Τσαρικού Στρατού του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσσίας.
 Τα Τουρκικά στρα­τεύματα ήσαν ακατάβλητα, βάδιζαν από νίκη σε νίκη, είχαν σπείρει τον τρόμο σ' όλα τα έθνη.
 Στρατιώτης ο Όσιος Ιωάννης μάχεται για να υπερασπισθεί την πατρίδα του, τη Ρωσσία.
 Γαλου­χημένος με τα νάματα της Ορθοδοξίας από τους Χριστιανούς γονείς του, τον συγκλονίζει η φρίκη του πολέμου, τα χιλιάδες παλληκάρια, γυναικόπαιδα, γέροι που κείτονται νεκροί στο πέρασμα της λαίλαπας, της πολεμικής μανίας των εχθρών.
Στις μάχες για την ανακατάληψη του Αζώφ με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες του, αιχμαλωτίζε­ται και οδηγείται στην Κωνσταντινούπολη.
 Απ' εκεί στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που διατηρούσε στρατόπεδο των Γενιτσάρων.

Βασανίζεται να αρνηθεί το Χριστό
Καταδικασμένος ψυχολογικά στην περιφρόνη­ση και το μίσος των Τούρκων, είναι ο «κιαφίρ», ο «άπιστος» που του αξίζουν σκληρά βασανιστήρια.
 Και τον χτυπούν με χοντρά ξύλα ραβδιά, τον κλω­τσούν, τον φτύνουν, του καίνε τα μαλλιά και το δέρμα της κεφαλής του με πύρινο τάσι. 
Τον πετούν στις κοπριές του σταύλου και τον υποχρεώνουν να ζει με τα ζώα.
Απαντά στα βασανιστήρια
Υπομένει όλα τα βασανιστήρια με καρτερία και αξιοθαύμαστη γενναιότητα. 
Λάμπει ο αδαμάντινος χριστιανικός του χαρακτήρας.
 Σαν τον ήλιο λάμπει ο υπέροχος εσωτερικός του κόσμος που ολόκληρος από τα παιδικά του χρόνια είναι δοσμένος στο Χριστό. 
Στους ξυλοδαρμούς, στις βρισιές και στις κλωτσιές των Τούρκων, απαντά με τα λόγια του Παύλου: 
«ποιος μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού μου;
 Θλίψις ή στενο­χώρια ή διωγμός ή γυμνότης ή αιχμαλωσία;».
 Έχω πεποίθηση, πίστη και αγάπη στον Κύριό μου Ιησού Χριστό τον Μονογενή Υιό του Θεού μου και τίποτε απ' όλα τα δεινά, δεν θα με χωρίσει από την αγάπη Του.
Σαν αιχμάλωτος υπακούω στις προσταγές σου, στις δουλικές εργασίες. σ Χριστό δεν σε έχω αφέντη, «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή άνθρώποις». 
Ενθυμούμαι το αγκάθινο στεφάνι, τους εμπτυσμούς, τους κολαφισμούς, τα ραπίσματα και αυτόν τον σταυρικό θάνατο και είμαι πρόθυμος να υποστώ και εγώ τα μεγαλύτερα και δεινότερα βάσανα και αυτόν τον θάνατον, τον Ιησού μου όμως δεν τον αρνούμαι.
Δέχεται ο Όσιος Ιωάννης τους σκληρούς όρους της μαρτυρικής ζωής, τα βασανιστήρια, τη διαμο­νή με τα ζώα στο σταύλο που του θύμιζε, όπως έλεγε, το σταύλο της Βηθλεέμ· τις ασκήσεις, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές σε τέτοιο βαθμό, που δαμάσθηκε η θηριωδία των Τούρκων και έκπληκτοι τον ονομάζουν «βελή», άγιο.
Σε συνεστίαση Τούρκων αξιωματούχων θαυμα­τουργικά έστειλε με Άγγελο Κυρίου φαγητό σε χάλκινο πιάτο από το Προκόπιο της Μ. Ασίας στην Μέκκα της Αραβίας και ο Τούρκος Αγάς το έφαγε εκεί ζεστό. επιστρέφοντας έδειξε το πιάτο με το οικόσημο στους αξιωματούχους τρεις μήνες μετά. Το θαύμα αυτό που έγινε από τον Όσιο κατά παραχώρηση του Κυρίου, σταμάτησε το μίσος και την αδιάλλακτη μανία των βασανιστών του. Η πνευματική και ηθική ακτινοβολία του εδάμασε την θηριωδία των Τούρκων.
Το τέλος
1730 Μαΐου 27. Ένα στήριγμα είχε σε όλους τους αγώνες του και μία παρηγοριά στην τραχειά ζωή των βασανιστηρίων. Κατέφευγε σε προσευχές, γονυκλισίες, αγρυπνίες και κοινωνούσε κρυφά από τους Τούρκους, τα Άχραντα Μυστήρια. Η Θεία Κοινωνία κάθε Σάββατο ήταν η μεγάλη του ξεκού­ραση και ανάπαυση.
 Τελευταία ημέρα, 27 Μαΐου του 1730, ειδοποίησε τον ιερέα και εκείνος του πήγε τη Θεία Κοινωνία μέσα σε ένα μήλο που το είχε κουφώσει.
 Κοινώνησε εκεί στο σταύλο για τελευταία φορά.
 Η πρόσκαιρη αιχμαλωσία του, η δεινή κακοπάθεια πήραν τέλος· ο θαυμαστός Όσιος Ιωάννης πέρασε στην αιώνια αγαλλίαση και μακαριότητα, μόλις πήρε τα Άχραντα Μυστήρια.
Ο ενταφιασμός

Οι ιερείς και πρόκριτοι Χριστιανοί του Προκο­πίου, με άδεια του Τούρκου πήραν το σώμα. Με συγκίνηση και δάκρυα μέσα σε βαθειά κατάνυξη και ευλάβεια ο μέχρι χθες δούλος και σκλεται από Χριστιανούς - Τούρκους - Αρμενίους σαν αφέντης και δεσπότης.
 Σήκωσαν στον ώμο τους το πολύαθλο εκείνο σώμα, με θυμιατά και λαμπάδες, με ευλάβεια και προσοχή, το οδηγούν σε έναν τάφο στο Χριστιανικό κοιμητήριο, το ενα­ποθέτουν στη μάνα γη.
Θείο όραμα
Ο γέροντας ιερέας που κάθε Σάββατο άκουγε τον πόνο και τα βασανιστήριά του και του έδινε, τον κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια, είδε στον ύπνο του τον Όσιο Ιωάννη τον Νοέμβριο του 1733. Του είπε ο Όσιος πως το σώμα του έχει μεί­νει με τη χάρη του Θεού μέσα στον τάφο ακέραιο, ολόκληρο, αδιάφθορο, όπως το έβαλαν στον τάφο πριν 3 1/2 χρόνια.
 Να το βγάλουν και θα είναι μαζί τους ως ευλογία Θεού στους αιώνες.
 Μετά τους δισταγμούς του ιερέα, κατά θεία παραχώρηση, ένα ουράνιο φως φωτίζει τον τάφο του Οσίου σαν πύρινος στύλος.
 Οι Χριστιανοί άνοιξαν τον τάφο και ω του θαύματος! Το σώμα του Οσίου βρέ­θηκε ακέραιο, αδιάφθορο και μυρωμένο με αυτή τη θεία ευωδία που συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα.
 Με πνευματική ευφροσύνη και ευλάβεια σήκωσαν, πήραν στην αγκαλιά τους αυτό το θείο δώρο, το ιερό λείψανο και το μετέφεραν στο Ναό που αγρυπνούσε ο Όσιος!
 Από την ημέρα εκείνη, 273 τώρα χρόνια, μπήκε το ιερό σώμα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας του Χριστού.
Ο Οσμάν Πασάς καίει το Ιερό Λείψανο
Σε μία εσωτερική διαμάχη και σύρραξη μεταξύ Σουλτάνου και Ιμπραήμ της Αιγύπτου ο απεσταλμένος Πασάς του Σουλτάνου, Οσμάν, καίει το Ιερό Λείψανο για να εκδικηθεί τους Χριστιανούς.
 Το ιερό σώμα οι Τούρκοι το είδαν να παίρνει κίνηση στη φωτιά. 
Έντρομοι εγκαταλείπουν το ανίε­ρο έργο τους και φεύγουν. 
Την άλλη ήμερα μετά την αποχώρηση των Τούρκων οι Χριστιανοί ανασηκώ­νουν τις στάχτες και τα κάρβουνα και βρήκαν σκε­πασμένο ολόκληρο το ιερό σώμα.
 Δεν είχε πάθει τίποτε, ευλύγιστο και μυρωμένο, του έμεινε μόνο το μαύρισμα από τους καπνούς και το πύρωμα.
Τον τιμά όλη η Κεντρική Μ. Ασία (Καππαδοκία)
Όπως είδαμε ο Όσιος έζησε με εγκράτεια, αγνότητα, νηστείες, προσευχές, αρετές ξεχασμέ­νες για μας, δόξασε τον Θεό ανάμεσα σε αλλοδόξους και αλλοπίστους και ο Θεός του απάντησε δοξάζοντάς τον στον Ουρανό και στη γη. Μπρο­στά στην Λάρνακα που είναι το Άγιό του σώμα, παράλυτοι περπατούν, τυφλοί βλέπουν, δαιμόνια φεύγουν, άλλες ανίατες αρρώστιες θεραπεύονται.
Όχι μόνο Ορθόδοξοι, αλλά και Αρμένιοι, Δια­μαρτυρόμενοι και Τούρκοι αιχμαλωτίζονται από τα θαύματά του.
 Στην από­γνωση και τη δυστυχία τους, καταφεύγουν στον Όσιο.
 Η γλώσσα του Οσίου σιωπά αλλά δια­λαλούν τα θαύματά του.
 Κοιμάται το Ιερό Λείψανο, αλλά κηρύττουν την παρουσία του τα θαυμα­στά γεγονότα.
 Γίνεται εκεί μεγάλο προσκύνημα που δεσπόζει στην κεντρική Καππαδοκία.
1922 Καταστροφή της Μ. Ασίας
Η συμπαιγνία των Μεγάλων δυνάμεων, τα τρο­μερά λάθη των Ελλήνων όπλισαν τους Σελτζούκους Τούρκους του Κεμάλ Ατατούρκ και ξεκληρίσθηκε ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας.
 Παθιασμένοι οι Έλληνες σε Βασιλικούς και αντιβασιλικούς - Βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς καίνε ο ένας το σπίτι του άλλου. 
Το Μέτωπο καταρρέει.
 Οι πολιτι­κοί της Αθήνας βγάζουν λόγους στα μπαλκόνια αντιμαχόμενοι για το ποιος είναι άξιος να κυβερ­νήσει!
 Ο Κεμάλ σφάζει σαν τα αρνιά τα παλληκάρια μας που τα έχει εγκλωβίσει στον Σαγγάριο ποταμό! Ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι από τη συμφορά....
Μεταφορά του Ιερού Λειψάνου

Μέσα στη λαίλαπα της καταστροφής οι πρό­σφυγες που έχασαν τα πάντα, δύο χρόνια μετά την καταστροφή στην επίσημη ανταλλαγή των πληθυ­σμών Ελλάδος-Τουρκίας, πήραν το Ιερό Λείψανο, άλλα κειμήλια της Εκκλησίας και λιγοστά προ­σωπικά τους είδη και ξεκίνησαν για το δρόμο της ξενιτειάς.
 Από την Καισάρεια στη Μερσίνα. 
Από το λιμάνι της Μερσίνας με το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης» που ναυλώθηκε με έξοδα της οικοιας Παπαδοπούλου, απόγονοι του οποίου μένουν στην Ελευσίνα, μεταφέρεται στην Χαλκίδα. Παραμένει εκεί ένα χρόνο και το 1925 έφθασε στο σημερινό Νέο Προκόπιο.
Δημιουργία νέου Προσκυνήματος
Το 1930 θεμελιώθηκε ο Ναός που φιλοξενεί σήμερα το Ιερό Λείψανο.
 Στεγάσθηκε το 1951. Το 1962 από απλός προσκυνηματικός Ναός που ήταν, με σύμφωνη γνώμη της Εκκλησίας και της Πολι­τείας, υπογράφηκε νόμος βάσει του οποίου λει­τουργεί σαν «Ευαγές Ίδρυμα», με σκοπούς που καθορίζονται στη διάταξη λειτουργίας και διαχεί­ρισης αυτού.
 Ιδρύθηκαν δύο μεγάλοι ξενώνες. Ο ένας για δωρεάν φιλοξενία και ο άλλος με αντίτι­μο μικρό υπέρ των σκοπών του Ιδρύματος. 
Άρχισε η συντήρηση και λειτουργία 5 μεγάλων Ιδρυμάτων. Δύο Ορφανοτροφείων, ενός στη Χαλκίδα και ενός στη Νέα Αρτάκη, ενός Γηροκομείου στη Χαλ­κίδα, Οικοτροφείου σπουδαστών, παιδικών κατασκηνώσεων για 1.000 περίπου παιδιά κάθε θερινή περίοδο κ.ά. Το πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, τα Συμβούλια όλων των Ιδρυμάτων με την προε­δρία σήμερα και την ευθύνη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων κ. Χρυσοστόμου και με την συνδρομή όλων των πιστών φέρουν εις πέρας το μεγάλο αυτό πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο.
Νέα πνευματική κολυμβήθρα

Ο Όσιος Ιωάννης είναι υπέροχο παράδειγμα για την «εν Θεώ» ζωή των ανθρώπων γιατί αποκαλύπτει με τα θαύματά του τη θεία δύναμη και μας καθοδηγεί να γνωρίσουμε ψυχικώς μια όντως άγια ζωή, ευεργετική για τον άνθρωπο. Δεν είμαστε μόνο γι' αυτή τη ζωή, αλλά ανήκουμε μάλλον στην μέλλουσα, την αιώνια, την ουράνια.
 Η ψυχή μας είναι αθάνατη, αιώνια.
Ο Όσιος Ιωάννης μεταλαμπαδεύει με τα θαύ­ματά του, στις ψυχές των πιστών, Ουράνιο φως, θεία δύναμη σε ζήλο και ενθουσιασμό, θεία δύνα­μη σε αυταπάρνηση και αυτοθυσία, δύναμη της ατομικής και κοινωνικής ηθικότητας και αυτοελέγ­χου, δύναμη η οποία υπερνικά τα δεσμά της ύλης και μεταθέτει τα βουνά των εμποδίων και δημιουρ­γεί τις μεγάλες νίκες στη ζωή, στους χαρακτήρετων ανθρώπων μεταλλαγές και αναγεννήσεις. Με τα θαύματά του ο Όσιος, με την νυχτοήμερη προ­σπάθειά του όπως αποκαλύπτει, ζει και κινείται και βοηθάει τον άνθρωπο να αποκτήσει την εσω­τερική ελευθερία, την ψυχική, που με την ακτινο­βολία της ζωογονεί άτομα και λαούς. Εκατοντά­δες χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο με δέος, με κατάνυξη, σιωπηλοί, περνούν μπροστά από το Ιερό του Λείψανο, το μέγα αυτό κειμήλιο της Ορθοδοξίας. Σε όλους δίνει την ζωογόνο αύρα της χάρης που έλαβε από τον δωρεοδότη Παντοδύνα­μο Θεό.
«Η Θεία Λάρναξ των Λειψάνων σου, Ιωάννη πάτερ Όσιε, Ιάματα πηγάζει τοις πιστοίς...»

20/5/14

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΤΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.
Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.
Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.
Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία. Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτῳ νίκα». Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.
Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.
Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.
Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.
Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.
Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 - 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.
Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.
Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.
Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας (τιμάται 21 Φεβρουαρίου).
Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.
Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.
Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος. Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.
Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.
Η Αγία Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας περί το 247 μ.Χ. Φαίνεται ότι ήταν ταπεινής καταγωγής. στην ιστοριογραφία υπάρχει σχετική διχογνωμία ως προς το αν η μητέρα του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρξε σύζυγος ή νόμιμη παλλακίδα του Κωνσταντίου του Χλωρού.
Μεταξύ των ετών 272 - 288 μ.Χ. γέννησε στη Ναϊσό της Μοισίας τον Κωνσταντίνο. Όταν, πέντε έτη αργότερα, ο Κωνσταντίνος Χλωρός έγινε Καίσαρας από τον Διοκλητιανό, αναγκάσθηκε να την απομακρύνει, για να συζευχθεί τη Θεοδώρα, θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και να έχει έτσι το συγγενικό εκείνο δεσμό, ο οποίος θα εξασφάλιζε τη στερεότητα του Διοκλητιανού τετραρχικού συστήματος. Παρά το γεγονός αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος τιμούσε ιδιαίτερα τη μητέρα του. Της απένειμε τον τίτλο της αυγούστης, έθεσε τη μορφή της επί νομισμάτων και έδωσε το όνομά της σε μία πόλη της Βιθυνίας.
Η Αγία έδειξε την ευσέβειά της με πολλές ευεργεσίες και την ανοικοδόμηση νέων Εκκλησιών στη Ρώμη (Τιμίου Σταυρού), στην Κωνσταντινούπολη (Αγίων Αποστόλων), στη Βηθλεέμ (βασιλική της Γεννήσεως) και επί του Όρους των Ελαιών (βασιλική της Γεθσημανή). Η Αγία Ελένη πήγε το 326 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ, όπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», όπως γράφει ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, ένα χρόνο μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου, η Αγία Ελένη πέρασε και από την Κύπρο.
Η Αγία Ελένη κοιμήθηκε με ειρήνη μάλλον το 327 μ.Χ. σε ηλικία ογδόντα ετών. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι η Αγία προαισθάνθηκε το θάνατό της και με διαθήκη άφησε την περιουσία της στον υιό της και τους εγγονούς της.
Όπως ήταν φυσικό ο υιός της μετέφερε το τίμιο λείψανό της στην Κωνσταντινούπολη και την ενταφίασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Η Σύναξη αυτών ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και στον ιερό ναό αυτών στην κινστέρνα του Βώνου.
Οι Βυζαντινοί τιμούσαν ιδιαίτερα τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι κατά το Μεσαίωνα ήταν πολύ δημοφιλής στους Βυζαντινούς η απεικόνιση του πρώτου Χριστιανού βασιλέως με τη μητέρα του, που κρατούσαν στο μέσον Σταυρό. Η παράδοση αυτή διατηρείται μέχρι και σήμερα με τα κωνσταντινάτα.


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πρῶτος πέφηνας, ἐν Βασιλεῦσι, θεῖον ἕδρασμα, τῆς εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα· ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένη, τὸν Σταυρὸν ἐμφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δὲ πιστῶν, ἀνάκτων κατ᾽ ἐναντίων, δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.

Μεγαλυνάριον
Τους της ευσέβειας θείους πυρσούς, και των Αποστόλων, θιασώτας και μιμητός, συν τω Κωνσταντίνω, Ελένην την Αγίαν, ως βασιλέων δόξαν, ανευφημήσωμεν.
Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.

3/5/14

ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.

Όταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν κι έλαβαν από το Πιλάτο το σώμα του Κυρίου, το κατέβασαν από το σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου. 
Την ώρα εκείνη παρευρίσκονταν κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου.
 Άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε τη Θεομήτορα. 
Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει και ο Λουκάς.

Οι μυροφόρες αφού ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα ήρθαν την πρώτη της εβδομάδος, την Κυριακή πολύ πρωΐ, όπως αναφέρουν όλοι οι ευαγγελιστές στο μνήμα για ν' αλείψουν μ ε αυτά το σώμα του Κυρίου .
 Ο Λουκάς αναφέρει: 
 "Τη πρώτη της εβδομάδος, όρθρο βαθύ, ήρθαν στο μνήμα, η Μαρία Μαγδαληνή, η του Ιακώβου, η Ιωάννα και άλλες μαζί τους''.
  Ο Ματθαίος αναφέρει: 
"αργά το Σάββατο, ξημερώνοντας την πρώτη της εβδομάδος και δύο μυροφόρες προσήλθαν". 
 Ο Ιωάννης αναφέρει
 "Το πρωΐ, ενώ ήταν σκοτεινά και ήταν μόνο η Μαρία Μαγδαληνή". 
 Ενώ ο Μάρκος αναφέρει:
 "Πολύ πρωΐ της πρώτης της εβδομάδος και ήταν τρείς οι προσερχόμενες μυροφόρες".
Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι ευαγγελιστές μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών.
 Οι μυροφόρες ήταν πολλές και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δυο και τρεις φορές σταδιακά και όχι στον ίδιο χρόνο ακριβώς.
Πρώτη απ' όλους ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί τη Μαρία τη Μαγδαληνή . 
Το συμπεραίνουμε από τον ευαγγελιστή Ματθαίο γιατί αναφέρει,
 "ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία",
 που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, 
"για να δουν τον τάφο. Και έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί άγγελος Κυρίου ήλθε, σήκωσε τη μεγάλη πέτρα από το μνημείο και κάθισε πάνω της.
 Ήταν η μορφή του σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι και από το φόβο τους ταράχθηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί".
Έτσι ο άγγελος κατά το κείμενο τους έδειξε το κενό μνημείο και είπε στις μυροφόρες να αναγγείλουν το χαρμόσυνο νέο και στους μαθητές.
 
Ο Όσιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης αναφέρει αναλυτικά ποιες ήταν οι Μυροφόρες.


Η πρώτη Μυροφόρα είναι η Μαρία η Μαγδαληνή από την οποία ο Χριστός είχε βγάλει επτά δαιμόνια.
 Και για αυτή την ευεργεσία τον ακολουθούσε.
 Μετά την ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη στον αυτοκράτορα Τιβέριο και θεράπευσε το μάτι του. 
Επίσης κατήγγειλε στον Τιβέριο τον Πιλάτο και τους αρχιερείς για την άδικη σταύρωση του Χριστού κι αυτός τους θανάτωσε.
 Η Μαρία η Μαγδαληνή πέθανε στην Έφεσο όπου την έθαψε ο Ιωάννης ο Θεολόγος.
 Αργότερα ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, πήρε τα λείψανά της στην Κωνσταντινούπολη.
 
Δεύτερη ήταν η Σαλώμη κόρη του Ιωσήφ του Μνήστορος η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον μικρό Ζεβεδαίο.

Τρίτη μυροφόρος ήταν η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά ο οποίος ήταν
επίτροπος και οικονόμος στο σπίτι του βασιλιά Ηρώδη.

Τέταρτη η Μαρία η αδερφή του Λαζάρου η οποία προηγουμένως είχε αλείψει τον Χριστό με το μύρο όπως γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Πέμπτη ήταν η αδερφή της η Μάρθα η οποία υπηρετούσε τον Χριστό με πολύ προθυμία από την αρχή.
Έκτη είναι η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά.
 Αυτή τη Μαρία, ο ευαγγελιστής Ιωάννης ονομάζει «αδελφή της Θεοτόκου».
 Ο Ιωακείμ, ο πατέρας της Παναγίας είχε ένα αδελφό και όταν εκείνος πέθανε χωρίς να έχει παιδί, πήρε την γυναίκα του ως σύζυγο του σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο.
 Με αυτήν απέκτησε ένα παιδί, τη Μαρία.
Έβδομη Μυροφόρος ήταν η Σωσσάννα.
 

Υπήρχαν κι άλλες Μυροφόρες που βοηθούσαν τις παραπάνω, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά τα ονόματα τους δεν αναφέρονται από τους Ευαγγελιστές γιατί δεν τις θεωρούσαν σημαντικές.ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ