Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

28/6/13

ΑΣ ΜΕ ΚΛΑΨΟΥΝ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΓΗ

Σαν ένας αμαρτωλός πού μετανοεί ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, θρηνώντας και ταλανίζοντας τον εαυτό του, λέει:
«Δυστυχία μου! Τι ήμουνα πρώτα και πού κατάντησα, ο πανάθλιος! Το σώμα μου πλάστηκε από χώμα, αλλά η ψυχή που μου ΄δωσε ο Δημιουργός είχε ομορφιά ασύγκριτη, ανώτερη από κείνη των αγγελικών δυνάμεων. Και όμως, από τήν αμέλεια και τήν απροσεξία μου, έχασα αυτή τήν ουράνια ομορφιά, που έδινε θαυμαστή ευπρέπεια στο χωμάτινο σώμα μου, σαν μια στολή βασιλική, ή μάλλον θεϊκή, μεγαλόπρεπη κι ολόλαμπρη, πιο φωτεινή και από τον φεγγοβόλο ήλιο. Έτσι, κείτομαι τώρα στη λάσπη της αμαρτίας γυμνός και καταντροπιασμένος, καθώς με βασανίζει με τον ακατάπαυστο έλεγχό της η συνείδησή μου.
Αλίμονό μου! Αξιοθρήνητος είμαι, στ΄ αλήθεια! Ας με κλάψουν ο ουρανός και η γη και όλα τα κτίσματα του Θεού, αφού, ενώ είχα τόση τιμή, εξίσωσα τον εαυτό μου με τα ζώα κι έγινα όμοιος μ΄ αυτά. Τώρα δεν μπορώ ούτ΄ ένα βλέμμα να ρίξω στον ουρανό. Πλασμένος σύμφωνα με τήν εικόνα του Θεού και προικισμένος με τη δυνατότητα να μοιάσω σ΄ Εκείνον, ήμουνα πρώτα ζηλευτός, αγαπητός και οικείος στους αγίους αγγέλους. Τώρα, όμως, εξαιτίας των μιαρών πράξεών μου, έγινα σιχαμερός, αποκρουστικός, ξένος σ΄ αυτούς.
Θέλω να μετανοήσω εγκάρδια, θέλω να ξεκόψω ολότελα από τήν αμαρτία. Μα δεν μ΄ αφήνει το πάθος, που έχει ριζώσει στην ψυχή μου. Έτσι, δεν κάνω το καλό που θέλω, αλλά το κακό που μισώ. Κείτομαι, λοιπόν, τώρα γυμνός από τη Θεία χάρη, έρημος από αγαθές πράξεις, στερημένος από τα ιερά μυστήρια, και μάλιστα από τη Θεία Κοινωνία. Εξομολογούμαι τ΄ αμαρτήματά μου, και ξαναπέφτω στα ίδια, ο άθλιος. Δεν έχω κατανυκτικά δάκρυα, για να μπορέσω μ΄ αυτά ν΄ αποπλύνω τους ρύπους των αισχρών έργων μου και να ξαναφέρω τον εαυτό μου στην πρώτη εκείνη κατάστασή του.
Τι δυστυχισμένος, αληθινά, που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από το σώμα τούτο, που έχει υποταχθεί στο θάνατο; Ποιος μπορεί να με λυτρώσει απ΄ της επίβουλης τούτης σάρκας τα θανατηφόρα σκιρτήματα; Αυτά είναι που με μολύνουν κάθε ώρα. Αυτά είναι που καταλερώνουν τήν ολόλευκη στολή του Θείου Βαπτίσματος. Αυτά είναι που με κάνουν τώρα να ντρέπομαι τον ίδιο μου τον εαυτό, έστω κι αν κανένας άλλος δεν με ελέγχει, έστω κι αν κανένας άλλος δεν με χλευάζει. Καθώς λέει σωστά ο απόστολος, το εμπαθές σώμα είναι υποταγμένο στο θάνατο. Έτσι, όποιος υποτάσσεται στο σώμα του, πιάνεται στα δίχτυα του θανάτου, του αιώνιου θανάτου.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να με λυτρώσει, τον δυστυχισμένο, από το σώμα τούτο, που έχει υποταχθεί στο θάνατο; Κανένας άλλος, βέβαια, παρά μόνο Εκείνος που πήρε ανθρώπινο σώμα, αλλά καθαρό, απαθές και αναμάρτητο
" μόνο Εκείνος που αμαρτία δεν έκανε και δόλος στο στόμα Του δεν βρέθηκε" μόνο Εκείνος που με το θάνατό Του κατήργησε τον αιώνιο θάνατο" μόνο Εκείνος που χαίρεται και ευφραίνεται με τήν ειλικρινή μετάνοια και τήν επιστροφή μου" μόνο Εκείνος που με το Σταυρό πραγματοποίησε τήν παγκόσμια λύτρωση από τήν αμαρτία" μόνο Εκείνος πού αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάει να ζητήσει το χαμένο.
Ας προσπέσω, λοιπόν, σ΄ Αυτον! Ας κλάψω μπροστά Του ικετευτικά, για να με καθαρίσει από τους ρύπους των αισχρών μου πράξεων" για να δώσει πάλι στην ψυχή μου τήν πρώτη της ομορφιά" για να με ντύσει πάλι με τη θεοΰφαντη στολή της χάριτός Του, ώστε να μην κείτομαι πια γυμνός και καταντροπιασμένος στης ηδονής το βόρβορο, αλλά να σηκωθώ όρθιος και να μείνω για πάντα σταθερός σε κάθε έργο αγαθό και σωτήριο.
Ναι, πολυέλεε Κύριε, άκουσέ με, τον ανάξιο δούλο Σου! Μη με αποδοκιμάσεις τελειωτικά, τον μολυσμένο και βέβηλο, αλλά συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου. Μη μ΄ αφήσεις ν΄ αμαρτήσω πια σ΄ Εσένα, το Λυτρωτή και Σωτήρα μου, αλλά φύλαξέ με ως τήν τελευταία μου πνοή άσπιλο και αμόλυντο. Σώσε με, πολυεύσπλαγχνε, για ν΄ ανυμνώ και να δοξάζω με πίστη και πόθο το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομά Σου στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.»
 

20/6/13

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ

Η Πεντηκοστή

«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν και προθεσμίαν επαγγελίας και ελπίδος συμπλήρωσιν και το μυστήριον όσον; Ως μέγα τε και σεβάσμιον. Διό βοώμέν σοι· Δημιουργέ του παντός, Κύριε, δόξα σοι».
Αυτόν τον θαυμάσιο ύμνο θέτει η Εκκλησία μας σαν προπύλαιο στην εορτή της Πεντηκοστής. Και σ΄ αυτόν ανακεφαλαιώνει το «μέγα και σεβάσμιον» μυστήριον, το όποιον πανηγυρίζει: Τη συμπλήρωση της ελπίδος, την προθεσμία της επαγγελίας, την επιδημία του Πνεύματος του αγίου. Γιατί πράγματι το εορταζόμενο γεγονός, η επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος στους αποστόλους του Χριστού, αποτελεί το τέλος και το επιστέγασμα όλου του έργου της σωτηρίας. Όλο το έργο του Χριστού, η έλευση, η διδασκαλία, το πάθος, η ανάσταση, η ανάληψη απέβλεπαν σ΄ αυτό· στην έλευση του αγίου Πνεύματος στον κόσμο, στη νέα δημιουργία. Ακριβώς για τον λόγο αυτό στο τροπάριο που παραθέσαμε στην αρχή και σε όλη την υμνογραφία της Πεντηκοστής ανυμνείται ο δημιουργός του παντός, ο Πατήρ, που διά του Λόγου, του Υιού της αγάπης Του, εν αγίω Πνεύματι δημιουργεί τον κόσμο, αναδημιουργεί, ξανακτίζει την κτίση και την μεταβάλλει σε νέα, την ανακαινίζει.
Έτσι η ήμερα αυτή συνδέει την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του νέου κόσμου με την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του παλαιού. Τις δύο γεννήσεις, τη φυσική και την υπερφυσική. Στην πρώτη μας μεταφέρουν οι πρώτες γραμμές της Βίβλου: «Η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος, Και είπεν ο Θεός· Γενηθήτω φως. Και εγένετο φως. Και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν» (Γεν. 1, 2-4). Στη δεύτερη συμβαίνει το ίδιο. Επάνω στην άμορφη ύλη των εθνών και στο σκοτάδι της πλάνης εκχύνεται η βίαια πνοή του Πνεύματος του Θεού. Ο Λόγος Του ανακαινίζει την παλαιωθείσα κτίση. «Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίται και οι κατοικούντες την Μεσοποταμίαν, Ιουδαίαν τε και Καππαδοκίαν, Πόντον και την Ασίαν, Φρυγίαν τε και Παμφυλίαν, Αίγυπτον και τα μέρη της Λυβίης της κατά Κυρήνην… Ρωμαίοι, Ιουδαίοι τε και προσήλυτοι, Κρήτες και Άραβες» (Πράξ. 2, 9-11) είναι η νέα άβυσσος, το γέννημα της διασποράς, της κατατμήσεως και της αποσυνθέσεως του κόσμου. Επάνω από αυτούς τώρα επιφέρεται το Πνεύμα του Θεού και ο Λόγος Του καλεί όλους σε συμφωνίαν, σε ενότητα Πνεύματος αγίου, στο φως. «Ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι»( Β’ Κορ. 4, 6) τους καλεί να επιστρέψουν «από σκότους εις φως»( Πράξ. 26, 18), να γίνουν «φως έν Κυρίω»( Εφεσ. 5. 8). Και η αναχώνευση γίνεται με τις πυριμόρφες γλώσσες του αγίου Πνεύματος, που διεμερίσθησαν στους αποστόλους. «Και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός»(Πραξ. 2, 3). Η γλώσσα, το σύμβολο, το αποτέλεσμα και το αίτιο του χωρισμού, γίνεται τώρα σύμβολο ενότητος, της εν αγίω Πνεύματι ενότητος του νέου λαού του Θεού. Ο εγκαινισμός του Πνεύματος συμβολίζεται με την καινουργία των γλωσσών. Δια του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι λαλείται τώρα το μυστήριο της αιωνίου σωτηρίας. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει το δεύτερο στιχηρό του εσπερινού της Πεντηκοστής του α’ ήχου: «Γλώσσαις αλλογενών εκαινούργησας, Χριστέ, τους σους μαθητάς, ίνα δι΄ αυτών σε κηρύξωσι τον αθάνατον Λόγον και Θεόν, τον παρέχοντα ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».
Ο λαός λοιπόν του Θεού, η Εκκλησία, εορτάζει κατά την Πεντηκοστή τη γέννησή της. Τη γενέθλιο ήμερα της, αλλά και αυτό το μυστήριο της ιδίας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του Χριστού δεν έζησε το μυστήριο της Πεντηκοστής σε μία στιγμή χρόνου κατά το μακάριο εκείνο έτος και την ιστορική εκείνη ημέρα, που «επλήσθησαν» οι μαθηταί «Πνεύματος άγιου». Αλλά το ζει καθημερινά, διαρκώς, σε κάθε στιγμή χρόνου, από την ήμερα εκείνη τη γενέθλιο μέχρι της συντελείας του αιώνος. Γιατί το Πνεύμα το άγιον ήλθε τότε και έκτοτε μένει και θα μένει εις τον αιώνα στον κόσμο για να συγκροτεί την Εκκλησία. Πνεύμα και Εκκλησία είναι αδιασπάστως ηνωμένα. Το άγιον Πνεύμα είναι η ψυχή, η ζωή, η ύπαρξη της Εκκλησίας, της εν αγίω Πνεύματι καινής ζωής. Σ’ αυτό οφείλεται η ενότης, η αγιότης, η καθολικότης της Εκκλησίας. Από αυτό πηγάζουν τα χαρίσματα, οι θεσμοί, η πίστη και η θεολογία της Εκκλησίας. Τη βιαία Του πνοή και την πυρίμορφη δρόσο Του αισθάνεται σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε κίνησή της. Από αυτό πηγάζουν οι υπερφυσικές ενέργειες των μυστηρίων, που ζωογονούν, τροφοδοτούν και αγιάζουν το σώμα της. Αυτό θεολογεί και ο ποιητής του τρίτου στιχηρού του εσπερινού:
«Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τελειοί, αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν, όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας. Ομοούσιε και ομόθρονε τω Πατρί και τω Υιώ, Παράκλητε, δόξα σοι».
Στην ιστορική λοιπόν Πεντηκοστή, αλλά και στη διαρκή Πεντηκοστή, στην οποία ζει η Εκκλησία, θα μας μεταφέρει κατά την επέτειο του γεγονότος αυτού, θα μας καλέσει να κλίνουμε τα γόνατα στις αυλές του Κυρίου και να προσκυνήσουμε την αήττητη δύναμή Του, να δοξολογήσομε την αγία Τριάδα, που φωτίζει και αγιάζει τις ψυχές μας. Και στη στάση αυτή της ταπεινώσεως, της κλίσεως των γονάτων και του αυχένος, να υποδεχθούμε τη χάρη του Παρακλήτου. Να ανανεώσουμε και να αναρριπίσουμε τη φλόγα του αγίου Πνεύματος. Να συνειδητοποιήσουμε τη θέση μας και την υπόστασή μας σαν μελών της Εκκλησίας, σαν ναών του άγιου Πνεύματος. Ναών και σκευών καθαρών, δοχείων του Παρακλήτου, των οποίων κάθε σκέψη θα υπαγορεύεται από το Πνεύμα της σοφίας, κάθε ενέργεια από το Πνεύμα της συνέσεως, το αγαθόν, το ευθές, το νοερόν, το ηγεμονεύον, το καθαίρον τα πταίσματα. Το Πνεύμα το άγιον, το Κύριον και ζωοποιόν, το θείον, που θεοποιεί τους ανθρώπους, που διά της χάριτος Του μας μεταβάλλει σε «Θεούς κατά μέθεξιν»

14/6/13

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Δέσποινα παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε,
Παράδεισε πανθαύμαστε, κήπε καλλωπισμένε,

Σε δυσωπώ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τον νουν μου,
κατεύθυνον τας σκέψεις μου, φώτισον την ψυχήν μου.

Κόρη με ποίησον αγνόν, πράον, σεμνόν, ανδρείον,
ησύχιον και κόσμιον, ευθύν, όσιον, θείον,
επιεική, μακρόθυμον, των αρετών δοχείον,
άμεμπτον, ανεπίληπτον, των αγαθών ταμείον.
Δος μοι σοφίαν, σύνεσιν και μετριοφροσύνην,
φρόνησιν και απλότητα και ταπεινοφροσύνην.
Δος μοι νηφαλιότητα, όμμα πεφωτισμένον,
διάνοιαν ολόφωτον, πνεύμα εξηγνισμένον.

Απέλασον την οίησιν, την υπερηφανίαν,
τον τύφον, την φυσίωσιν, και την αλαζονείαν,
την ύβριν, το αγέρωχον, την υψηλοφροσύνην,
γλώσσα μεγαλορρήμονα, ισχυρογνωμοσύνην.

Την αστασία την φρικτήν, την περιττολογίαν,
την πονηρία την πολλήν, και την αισχρολογίαν.

Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, την ηθικήν ανδρείαν,
το θάρρος, την ευστάθειαν, δος μοι την καρτερίαν.

Δος μοι την αυταπάρνησιν, την αφιλαργυρίαν,
ζήλον μετ’επιγνώσεως και αμνησικακίαν.
Δος μοι ακεραιότητα, ευγένειαν καρδίας,
πνεύμα ευθές, ειρηνικόν, και πνεύμα αληθείας.

Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τα πάθη της καρδίας,
τα πολυώνυμα, Αγνή, της ηθικής δειλίας.
Την αναδρίαν την αισχράν, το θράσος, την δειλίαν,
την ατολμίαν την δεινήν και την απελπισίαν.

Άρον μοι, Κόρη, τον θυμόν και πάσαν ραθυμίαν,
την αθυμία, την οργήν, ως και την οκνηρίαν.

Τον φθόνον, την εμπάθειαν, το μίσος, την κακίαν,
την μήνιν, την εκδίκησιν και την μνησικακίαν.

Την έριδα την ευτελή και την πολυλογίαν,
την γλωσσαλγίαν την δεινήν και την βωμολοχίαν.
Δος μοι, Παρθένε, αίσθησιν, δος μοι ευαισθησίαν.
Δος μοι συναίσθησιν πολλήν και ευσυνειδησίαν.

Δος μοι, Παρθένε, την χαράν Πνεύματος του Αγίου.
Δος μοι ειρήνην τη ψυχή, ειρήνην του Κυρίου.

Δος μοι αγάπην, έρωτα θείον, εξηγηγνισμένον,
πολύν, θερμόν και καθαρόν και εξηγιασμένον.
Δος πίστιν ζώσαν, ενεργόν, θερμήν, αγνήν, αγίαν,
ελπίδα αδιάσειστον, βεβαίαν και οσίαν.

Άρον απ’εμού, Παρθένε, τον κλοιόν της αμαρτίας,
την αμέλειαν, την μέθην, την ανελεημοσύνην
,
τα κακάς επιθυμίας, την δεινήν ακολασίαν,
γέλωτας της ασελγείας και την πάσαν κακουργίαν.

Σωφροσύνην δος μοι, Κόρη, δος εγκράτειαν, νηστείαν,
προσοχήν και αγρυπνίαν και υπακοήν τελείαν.
Δος μοι προσοχήν εν πάσι και διάκρισιν οξείαν,
σιωπήν και ευκοσμίαν, και υπομονήν οσίαν.

Επιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, προς εργασίαν,
προς τελείωσιν και ζήλον αρετών προς γυμνασίαν
.
Την ψυχήν μου, την καρδίαν και τον νουν μου, Παναγία,
τήρει εν αγιωσύνη, φύλαττε εν παρθενία. 

Πηγή: agioritikovima

3/6/13

ΕΣΥ Η ΠΡΩΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Εσύ! Η πιο μεγάλη μας χαρά, η πρώτη χαρά του κόσμου όλου. Η πρώτη! Από τότε που σκοτείνιασε ο ήλιος στο τραγικό εκείνο δειλινό του προδομένου Παραδείσου. Από τότε που σκέπασε τον ουρανό και τις καρδιές το βαρύτατο σύννεφο της αμαρτίας, του κακού, του τερατόμορφου θανάτου.
Κι έπειτα ήρθαν εκείνοι οι ατέλειωτοι χειμώνες στις καρδιές και οι θρηνητικοί των παιδιών της Εύας στεναγμοί σ’ όλης της γης τα πλάτη.
Κι έπειτα… ήρθε η δική σου η ώρα.
Το σχέδιο μυστηριώδες και ασύλληπτο είχε ετοιμασθεί πριν ακόμη δημιουργηθεί ο κόσμος. Τι σχέδιο; Σχέδιο, όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός, ο ίδιος ο Θεός, ο Δημιουργός των πάντων, να γίνει άνθρωπος, να έρθει ως άνθρωπος επάνω στη γη. Να έρθει γιατί; Όχι απλώς για να επισκεφθεί τη γη. Αλλά να έρθει ελευθερωτής του σκλαβωμένου πλάσματός του, να γίνει λυτρωτής του αποστατημένου κόσμου.
Κι αυτή ακριβώς ήταν η ώρα της νέας Εύας, αυτής της Κόρης της διαλεγμένης από την αγάπη του Θεού και προαιωνίως με σοφία προορισμένης να δώσει σάρκα και οστά στον άσαρκο, να γίνει η επίγεια Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, Εκείνου ο Οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων ως Θεός αληθινός εκ μόνου του Θεού Πατρός και ο Οποίος επ’ εσχάτων των αιώνων θέλησε να γεννηθεί και ως άνθρωπος εκ μόνης της Μητρός, διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού» (Ιω. γ΄ 17).
Ήρθε λοιπόν η ώρα της αυγής μετά τη νύχτα την ατελείωτη τόσων αιώνων σκοτεινών, τόσων και τόσων γενεών. Και η ευλογημένη Κόρη, τέκνο προσευχής των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, βλέπει το φως του ηλίου στη διεφθαρμένη Ναζαρέτ.
Κι αυτοί οι άγιοι ευγνώμονες γονείς προσφέρουν τώρα στο Θεό το δώρο που Εκείνος τους χάρισε. Την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη την οδηγούν στο χώρο του Ναού. Χωρίς να ξέρουν και χωρίς ποτέ να μπορούν να φαντασθούν πως έτσι την βοηθούσαν να ετοιμασθεί γι’ αυτό που είχε εκλεγεί.
Και ετοιμάσθηκε. Χωρίς και η ίδια να γνωρίζει ή να μπορεί να φαντασθεί. Στράφηκε μόνο όλη με όλη της την ύπαρξη προς το Δημιουργό της. Σαν να ήταν φτιαγμένη, λένε οι άγιοι, ολόκληρη από ευγνωμοσύνη. Και σαν να γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει Μητέρα του Θεού. Ετοιμάστηκε τόσο τέλεια, ώστε κι αν ακόμη γνώριζε, λέει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, τίποτε παραπάνω δεν επρόκειτο να κάνει απ’ ό,τι έκανε. Τόσο τέλεια ήταν η ετοιμασία της. «Και νυμφών και ουρανός ήν αγνοούσα του ηλίου την εξ αυτής εσομένην ανατολήν». Ήταν στολισμένο νυφικό δωμάτιο χωρίς να περιμένει το Νυμφίο· ήταν ουρανός, παρόλο που δε γνώριζε ότι απ’ αυτήν επρόκειτο να ανατείλει ο ήλιος.
Αυτό το υπέρτατο θαύμα τής σε τέλειο βαθμό ετοιμασίας της Παναγίας μας εορτάζουμε κάθε χρόνο με την τόσο γλυκιά εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, γι’ αυτό και ψάλλουμε: «Σήμερον ο ναός ο έμψυχος του μεγάλου Βασιλέως εν Ναώ εισέρχεται αυτώ ετοιμασθήναι, εις θείαν κατοίκησιν. Λαοί, αγαλλιάσθε». Δηλαδή: Η Παναγία μας, που είναι ο ζωντανός ναός του μεγάλου Βασιλέως, του Θεού, σήμερα μπαίνει στο Ναό των Ιεροσολύμων, ώστε να ετοιμασθεί γι’ αυτόν το μεγάλο βασιλιά, να γίνει κατοικία του Θεού. Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο χαρείτε, λαοί, διότι αυτό θα φέρει τη σωτηρία σας.
Αυτή είναι η εορτή μας και αυτό είναι το θαύμα της ζωής της Παναγίας μας. Γι’ αυτό και είναι χρέος όλων μας όχι μόνο να την ευγνωμονούμε, αλλά και να αγωνιζόμαστε να ζήσουμε όπως Εκείνη έζησε. Διότι, αν δεν ήταν Εκείνη, εμείς θα ζούσαμε ακόμη στο σκοτάδι ορφανοί.
Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία μας, ποια θα είχαμε Μάνα τέτοιας αγάπης εμείς; Ποια χαρά θα μπορούσε να νιώσει η καρδιά μας; Ποια αγκαλιά θα μας έκλεινε στοργική στις μεγάλες και κρίσιμες ώρες των πόνων; Και ποιο χέρι απαλό με γλυκύτατο χάδι θα σκούπιζε ανάλαφρο των ματιών μας το δάκρυ;
Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία, αν δεν ήσουν Εσύ, η χαρά των αγγέλων, η γλυκιά χαρμονή, η στοργή και η ελπίδα και το φως στην ασέληνη νύχτα, στο πυκνότατο σκότος των πολλών πειρασμών της θλιμμένης ζωής μας…
Αν δεν ήσουν Εσύ, οδηγός των βημάτων μας, ασταθών και τρεμάμενων, οδηγός προς Εκείνον που είναι η ζωή και η μόνη ατελείωτη κι αιώνια χαρά μας, τον Υιό και Θεό σου…
Αν δεν ήσουν Εσύ…
Αλλά είσαι! Εσύ! Η γλυκιά μας Μητέρα.
Εσύ! Η χαρά μας.
Έλα πάλι, σκύψε με την τόση σου αγάπη και κάνε μας έτοιμους και πάρε μας τότε, στον καιρό της εξόδου μας, κράτησέ μας κοντά Σου, για να ‘μαστε πάντα μες στο φως και τη δόξα του δικού σου Υιού, του απείρου Θεού μας. "