Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

28/2/13

ΕΛΑ ΣΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΝΕΡΟ

Η Αγάπη πήρε ένα προσωπικό όνομα. Πήρε πρό­σωπο ανθρώπου. Περπάτησε στους δρόμους μας. Έγινε ένας από μας, χωρίς να πάψει να είναι θεϊκά ο εαυτός της. «Ιησούς = Αγάπη». . .
Αυτή όμως η εξερεύνηση πού κάναμε εδώ προχωρεί πέρα από ένα Πρόσωπο ή από τα θεία Πρόσωπα. Αφο­ρά τό κοινό εσωτερικό τους, όχι αυτό πού προσιδιάζει στο καθένα. Πρόκειται αυτή τη στιγμή να ατενίσουμε την «θεία ουσία», να διακρίνουμε αυτό πού είναι «εν τω Θεώ», αυτό πού υπήρξε η πρώτη γενεσιουργός συγκίνηση. Αυτό το ονομάσαμε Αγάπη, Αγάπη χωρίς όρια.
.

Θέλουμε λοιπόν να ανέβουμε στην ίδια την Πηγή. Ασφαλώς θα βοηθούσε το να διακρίνουμε και ν' ακολου­θήσουμε σ' αυτή την Πηγή τα συγκεκριμένα αναβλύσματα· Να σταματήσουμε κοντά στις τρεις συμβολικές μορφές, εξ ίσου ωραίες και νεανικές, πού κάθονται στο τραπέζι του Αβραάμ κάτω απ' τη δρυ Μαμβρή ν' ακούσουμε τη θρη­σκευτική μελωδία με τρεις φωνές, όπου κάθε φωνή ψάλλει την ίδια Αγάπη με τη δική της μελωδικότητα. Για τις προσωπικές σχέσεις στο εσωτερικά της θείας ουσίας δεν θα γίνει λόγος εδώ. Αυτό θα ξεπερνούσε το σχέδιο μας και τις δυνατότητές μας. Θα μιλήσουμε λοιπόν για τον " Κύριο - Αγάπη " , χωρίς διαφοροποίηση.

Θα μιλήσουμε για την Αγάπη με τον πιο απλό τρόπο. Θα μιλήσουμε γι' αυτήν από τις πιο απλές απόψεις.
Σ' αυτή την πρώτη προσέγγιση, άμεση κι απαλλαγμένη από τα αισθητά κι από τις φόρμες, θα βρεθούμε στο ίδιο επί­πεδο με τόσες ψυχές, πολύ απλές κι αυτές, πού αγνοούν τις θεωρίες, ξέρουν μόνο ν' αγαπούν και στενάζουν για τη συνάντηση του αγαπημένου με τον Εραστή, της ψυχής με την Αγάπη.

— Είναι αλήθεια, παιδί μου, ότι δεν ποθείς τίποτε άλλο παρά την Αγάπη;
— Είναι αλήθεια, Κύριε.
— Αληθινά δεν ποθείς παρά να αγαπάς καί να α­γαπιέσαι ;
— Αληθινά, Κύριε.
— Λοιπόν, παιδί μου, αφού έχεις αυτή τη δίψα, έλα στο νερό.
Έλα στο αρχικό νερό. Έλα να πιείς στην Πηγή !

23/2/13

ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Τώρα, με την έναρξη του Τριωδίου, μπαίνουμε στις γιορτές του Πάσχα και η Εκκλησία μάς προετοιμάζει κατάλληλα. Μας προετοιμάζει με την προσευχή, με την υμνολογία και με την άσκηση. Ο άνθρωπος θέλει να επικοινωνεί με τον Πλάστη του, το 'χει μεγάλη ανάγκη. Είναι η ανάσα της ψυχής του.
«Καλύτερα να προσευχόμεθα, παρά να αναπνέομε», λένε οι πατέρες της Εκκλησίας.
Κι έχουμε εδώ την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. «Ανέβηκαν δυο άνθρωποι στο ιερό να προσευχηθούν ...;», λέει ο Χριστός.
Τόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από την προσευχή, γι' αυτό να μην την αμελούμε, όπου και αν βρισκόμαστε - και στον ναό και στο σπίτι μας και στον δρόμο και οπουδήποτε. Να επικοινωνούμε με τον Κύριο. Αυτό αλλάζει το κλίμα, φέρνει τη Χάρη του Θεού επάνω μας, βοηθάμε και τους άλλους, προστατευόμεθα απ' το κακό και προχωρούμε για τη Θεία Βασιλεία.
Ο άνθρωπος, σε κάποιες στιγμές της ζωής του, δείχνει και τον χαρακτήρα του. Εμείς σήμερα τον δείχνουμε περισσότερο στην οδήγηση και σ' άλλα, αλλά και κατά την ώρα της προσευχής φαίνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Ο Φαρισαίος -εγωλάτρης, τυπολάτρης, υπερήφανος και αλαζόνας- προσευχόταν στον Θεό, αλλά όχι στον Θεό, στον εαυτό του. Στον εαυτό του!
Ευχαριστούσε τον Θεό γιατί δεν ήταν σαν τους άλλους, λες και αυτός μπόρεσε και έκανε την αρετή και δεν ήταν εκείνη δώρο του Θεού. Αρχισε μετά να κατηγορεί τους άλλους, ακόμα και τον Τελώνη, που ήταν πολύ κοντά του.Οταν προσευχόμεθα, όμως, δεν κατηγορούμε τους άλλους, αλλά τον εαυτό μας.
Κάνουμε την αυτομεμψία και την ταπείνωση, κι αυτό φέρνει επάνω μας τη Χάρη και την ευλογία του Θεού. Είπε και για τις αρετές του, που ήσαν πραγματικές, αλλά χωρίς αναφορά σε Κείνον, που του τις έδωσε, έγιναν κακίες. Ο Τελώνης είχε σκύψει κι έβλεπε κάτω τη γη και το χώμα. Δεν τολμούσε να δει ούτε τον ουρανό ούτε τον πλησίον. Είχε αμαρτήσει και στον ουρανό και στον πλησίον. Ομως το αισθάνθηκε.
Η Χάρη του Θεού τον φώτισε, γιατί ζητούσε όντως την Αλήθεια, όντως το Φως και όντως τη Σωτηρία, και δεν έλεγε τίποτε άλλο, παρά μονάχα λίγες λέξεις: «Ο Θεός πλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» («Θεέ μου, συγχώρα με, τον αμαρτωλό»). Κι ήρθαν πάνω του η Χάρις και η ευλογία του Κυρίου.
Βγάζει ο Χριστός μας το συμπέρασμα και λέει: « ...;Κατέβηκε ο Τελώνης απ' τον ναό δεδικαιωμένος και όχι ο Φαρισαίος». Και συμπληρώνει: «Αυτός που υψώνει μόνος του τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί».
Το βλέπουμε και σήμερα στη ζωή μας και στις διάφορες εκφάνσεις της παγκόσμιας σκηνής. Οποιος υπερηφανεύεται, ταπεινώνεται. Γι' αυτό να προσέχομε όλοι, προπαντός οι μεγάλοι να είμεθα ταπεινοί. Συνεχίζει ο Χριστός: «Και αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». Υψώνεται μπροστά στον Θεό, τον υψώνουν η αγάπη Του και η Χάρις Του.
Υψώνεται μέσα στην ψυχή του, γιατί αισθάνεται αγαλλίαση και ευφροσύνη. Υψώνεται και στους άλλους, στους πλησίον, στους εγγύς και στους μακράν, διότι τον ταπεινό άνθρωπο όλοι τον θέλουν.
Καλό Τριώδιο, καλή Μεγάλη Σαρακοστή

16/2/13

Η ΧΑΝΑΝΑΊΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

TO ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ της ημέρας αναφέρεται σε μια γυναίκα, τη Χαναναία. Την ακούσατε να φωνάζει τον Κύριο, να τον έχει πάρει από πίσω παρακαλώντας τον κι Εκείνος να μην της απαντά. Οι μαθητές του απορούν γιατί δεν τη βοηθά ή γιατί δεν τη διώχνει, παρά την αφήνει να ικετεύει. Κι Εκείνος εξηγεί τη σιωπή του: ήλθα μόνο για το Ισραήλ, όχι για τους ξένους, όχι για αλλοεθνείς, όπως είναι η γυναίκα αυτή, η Χαναναία. Όμως, η γυναίκα επέμενε, τον πλησίασε και τον προσκύνησε ζητώντας βοήθεια. Ο Κύριος, διδάσκοντας και τους μαθητές και εκείνην κι όλους εμάς έκτοτε, απαντά προσβάλοντάς την: «Δεν είναι σωστό να παίρνεις το ψωμί των παιδιών σου και να το πετάς στα σκυλιά». Παρομοιάζει έτσι την ευλογία του Θεού με την πιό βασική ανάγκη του ανθρώπου, το ψωμί. Η γυναίκα δεν υποχωρεί και επιμένει: « Ναί Κύριε, όμως τα σκυλιά τρών’ από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των αφεντικών τους». Τότε, ο Ιησούς της είπε, «Μεγάλη η πίστη σου, γυναίκα? να γίνει λοιπόν αυτό που θέλεις».

Ας σταθούμε λίγο στο περιστατικό. Ο Κύριος είχε βγεί από την Ιουδαία, και πήγαινε στη Σιδώνα, στο σημερινό Λίβανο. Εκεί ήταν η χώρα των Χαναανιτών, έθνους που ζούσε στην περιοχή πριν ακόμη έλθουν οι Ισραηλίτες με τον Μωυσή από την Αίγυπτο. Ήσαν ειδωλολάτρες, οι δε γυναίκες των ασκούσαν τη μαγεία.

Επήγε ο ίδιος ο Ιησούς στα μέρη της, αλλά έπρεπε η ίδια η Χαναναία να τον θελήσει, να τον αναζητήσει, να τον φωνάξει από τα βάθη της ψυχής της. Η Χαναναία καταλαβαίνει την ύπαρξή του κοντά της, και αρχίζει να τον φωνάζει. Δεν φωνάζει κάποιον γητευτή, κάποιον μάγο θαυματοποιό: Τον επικαλείται με τη συγκεκριμένη ιδιότητά του, τρόπον τινά με το όνομά του: «υιός Δαυίδ», ο Κύριος. Και όσο τον επικαλείται τόσο τον πλησιάζει, όσο τον ζητά τόσο τον βρίσκει. Ο Κύριος στην αρχή δεν της μιλά, οδηγώντας σε σκληρή δοκιμασία την αντοχή της πίστης της. Την αφήνει να τον ακολουθεί χωρίς καμιάν απόκριση, κι έπειτα της μιλά προσβάλοντάς την. Δεν πρόκειται, βέβαια, εδώ για φυλετική διάκριση, αλλά για προσβολή και απόρριψη της ειδωλολατρείας και της μαγείας. Και βλέπουμε πως η πίστη της Χαναναίας δεν κλονίζεται καθόλου από την προσβολή, παρά ζητά έλεος, ζητά τη θαυματουργική παρέμβασή Του στη ζωή τη δική της και της κόρης της.

Οι φωνές της Χαναναίας, τι άλλο είναι από προσευχές προς τον Κύριο; Το τρέξιμό της οπίσω του, τί άλλο είναι από στροφή της ζωής της προς τον λόγο Του; Η ταπείνωσή της, η παραδοχή της ότι ναι, είναι ένα ανάξιο σκυλί που ζητά μόνο λίγα ψίχουλα ευλογίας, αυτά που περισσεύουν από το τραπέζι των πιστών, τι άλλο είναι από μετάνοια κι εξομολόγηση; Και η τελική απάντηση του Κυρίου, τι άλλο είναι από άνοιγμα της αγκαλιάς Του, από συγκατάθεση του Θεού στην αταλάντευτη πίστη του ανθρώπου;
ΤΟ Ευαγγέλιο της ημέρας δεν αφηγείται απλώς και μόνο ένα θαύμα του Κυρίου. Παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο πλησιάζουμε τον Κύριο, τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο βγαίνουμε από τις παγίδες των ειδώλων του κόσμου τούτου και ριχνόμαστε κλαίγοντας στην αγκαλιά του Πατέρα μας. Παρουσιάζει το πως εργάζεται ο Θεός για να μας ανοίξει το δρόμο επιστροφής σ΄ Αυτόν, χωρίς να καταργεί την ελευθερία μας. Παρουσιάζει το πρόσωπο του Σωτήρα μας. Παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο ανοίγουμε την ψυχή μας στη θαυματουργό χάρη Του. Με άλλα λόγια, παρουσιάζει αυτή την ίδια την εορτή της σωτηρίας μας, παρουσιάζει την Εκκλησία.
Εκκλησία είναι ο μυστικός χώρος όπου συναντώμεθα όλοι. Εδώ ο Κύριος, εδώ οι Άγγελοι, εδώ οι Άγιοι και οι πιστοί. Εδώ επίσης, εδώ μαζί μας, μας τραβά κοντά της γεμάτη αγάπη, η Δέσποινα του οίκου τούτου, η Θεοτόκος.
Για να ανοίξει ο Θεός την αγκαλιά Του στη Χαναναία γυναίκα και σε όλους εμάς, εργάσθηκε πολύ η Κυρία Θεοτόκος. Η Μαρία δεν ήταν απλώς και μόνον μια ευσεβής κοπέλα, η οποία συμμετέχει στη σωτηρία μας μ’ ένα παθητικό τρόπο, δεχόμενη το θέλημα του Θεού έτσι όπως της το είπε ο Άγγελος. Δεν είναι το χώμα που το πήρε στα χέρια Του ο Δημιουργός κι έπλασε τον άνθρωπο χωρίς να κάνει τίποτε αυτό το ίδιο. Η Μαρία συμμετείχε στο σχέδιο του Θεού, εργάσθηκε για να προσφέρει στον Θεό όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν το φιλάνθρωπο σχέδιό Του να σαρκωθεί και να μας λυτρώσει.
Ποιά είναι τα στοιχεία αυτά, μας εξηγεί ο Αγιος Πατήρ της Εκκλησίας μας, Νικόλαος ο Καβάσιλας: « Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνος, άρνησις κακίας απάσης, άσκησις αρετής απάσης, ψυχή καθαρωτέρα φωτός, σώμα δια πάντων πνευματικόν...» Όπως ψάλλουμε στον Όρθρο της παραμονής του Ευαγγελισμού, «Ηράσθη του κάλλους σου Χριστός, Πανάμωμε, και την μήτραν σου κατώκησεν, όπως παθών εξ αμορφίας, το γένος των ανθρώπων λυτρώσηται...»
Αποδεχόμενη την ενεργό συμμετοχή της στο φιλάνθρωπο σχέδιο του Θεού, η Μαρία λέγει η ιδία, εν πνεύματι προφητικώ: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί». Και πράγματι, τον ίδιο κι όλας χρόνο, εμακάρισε την Θεοτόκο πρώτη η Ελισάβετ, αναφωνώντας πλήρης πνεύματος αγίου: « Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου? και μακαρία η πιστεύσασα, οτι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου».
Δεν είναι δυνατόν να δούμε χριστιανικό ναό χωρίς την εικόνα της Δεσποίνης μας Θεοτόκου να μας υποδέχεται και να μας εισάγει στο Μυστήριον της σωτηρίας μας. Δεν είναι δυνατόν να προσευχηθούμε, δεν είναι δυνατόν να σκεφθούμε την Εκκλησία, χωρίς να αναφερθούμε σ’ Εκείνην που η χάρις του Θεού και η δική της τελεία συνεργεία στο θέλημά Του, την κατέστησε Παναγία Μητέρα του Θεού και Μητέρα της Εκκλησίας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει την Κυρία Θεοτόκο φιλοτιμία της ανθρωπίνης φύσεως, πύλη της ημετέρας ζωής, πρόξενο της σωτηρίας μας. Έχουν γραφτεί λαμπρές σελίδες που εξηγούν τη θέση της Θεοτόκου ως Μητέρας του Χριστού και Μητέρας της Εκκλησίας. Έχουν γραφτεί απείρως λαμπρότερα, θεόπνευστα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας που εξηγούν το έργο της Μαρίας και υμνούν το σεπτό πρόσωπό της.
Αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι κάθε χριστιανός έχει μέσα στη καρδιά του την εικόνα Της. Εκεί, μέσα στο κρυμμένο βάθος της ψυχής του, ο απλός κι ανώνυμος άνθρωπος που διαφεύγει από τό δίχτυ της ιστορίας όχι όμως από το βλέμμα του Θεού, έχει πάντοτε αναμένο ένα καντήλι στην Παναγιά. Κι όσο πυκνώνει το νέφος της αγωνίας, όσο θεριεύουν τα βάσανά μας, σ’ Εκείνης την αγκαλιά σπεύδουμε να κρυφτούμε, ν’ αφήσουμε τα δάκρυά μας να τρέχουν στην ποδιά Της. Σ’ Εκείνην, την Μυστηριακή Μητέρα μας καταφεύγουμε, περιμένοντας να νιώσουμε το χέρι Της να μας σκουπίζει τα δάκρυα, να μας δίνει δύναμη, να γαληνεύει την τρικυμισμένη μας ψυχή.
Σ’ Εκείνην καταφεύγει και το Γένος των Ελλήνων, όποτε νιώσει την απειλή του αφανισμού του, και αφήνεται στην χάρη Της, την Υπέρμαχο. Τέτοια ώρα, αγωνίας μεγάλης για το Γένος .
Σ’ Εκείνην καταφεύγω και εγώ σήμερα, παρακαλώντας την  Και την παρακαλώ να μας δίνει τη χάρη να την νιώθουμε πάντοτε, να την νιώθουμε όλοι Παναγιά και Δέσποινά μας, αληθώς και σταθερώς Κοσμοσώτηρα, ρόδον το αμάραντον.

15/2/13

ΕΣΥ ΞΕΡΕΙΣ ΤΗΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ ΜΟΥ

Μοῦ εἶπες πάλι Δέσποτα:
- Ἄκουσέ με. Καθὼς βλέπεις τὸν ἥλιο μέσα στὰ νερά, τὸν ἴδιον ὅμως τότε καθόλου δὲν τὸν βλέπεις, ἀφοῦ εἶσαι σκυμμένος κάτω, ἔτσι νὰ σκέφτεσαι καὶ γι᾿ αὐτὸ ποὺ σοῦ συμβαίνει. Ἀσφάλιζε τὸν ἑαυτό σου καὶ φρόντιζε συνεχῶς νὰ μὲ βλέπεις ἐντός σου καθαρὰ καὶ ζωηρά, ὅπως τὸν ἥλιο στὰ καθαρὰ νερά. Κι᾿ ἔπειτα θ᾿ ἀξιωθεῖς, καθώς σου εἶπα, νὰ μὲ δεῖς ἔτσι μετὰ τὸν θάνατον. Εἶ δὲ μή, ὅλος ὁ κύκλος αὐτῶν τῶν ἔργων καὶ κόπων καὶ λόγων σου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσουν καθόλου. Μᾶλλον θὰ σὲ καταδικάσουν περισσότερο καὶ θὰ σοῦ προξενήσουν μεγαλύτερη θλίψη, ἐπειδὴ καθὼς ξέρεις,
«οἱ δυνατοὶ θὰ ἐξετασθοῦν δυνατά».
Γιατὶ ἡ φτώχεια δὲν εἶναι αἰτία ντροπῆς τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε φτωχὸς οὔτε ἡ λύπη ποὺ προξενεῖ τὸν λυπεῖ αὐτὸν τόσο, ὅσο ἐκεῖνον πού, ἀφοῦ πλούτισε καὶ δοξάσθηκε καὶ ὑψώθηκε κι ἔγινε φίλος μὲ τὸν ἐπίγειο βασιλέα, ἔπειτα ἐξέπεσε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ κατάντησε σὲ παντελῆ φτώχεια. Ἂν καὶ οἱ ἀναλογίες δὲν εἶναι ἴδιες ἀνάμεσα στὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ καὶ στὰ πνευματικὰ καὶ ἀόρατα. Σ᾿ αὐτοὺς δηλ. ποὺ γιὰ κάποια αἰτία ξέπεσαν ἀπὸ τὴ φιλία καὶ τὴν δουλεία τοῦ ἐπιγείου βασιλέως, ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι κύριοι τῶν ὑπαρχόντων τους καὶ νὰ τ᾿ ἀπολαμβάνουν καὶ νὰ ζοῦν. Ἂν ὅμως ἐκπέσει κανεὶς ἀπὸ τὴ δική μου ἀγάπη καὶ φιλία, δὲ μπορεῖ καθόλου νὰ ζήσει -γιατὶ ἡ ζωή του εἶμαι ἐγὼ -ἀλλὰ εὐθὺς γυμνώνεται ἀπ᾿ ὅλα καὶ παραδίνεται αἰχμάλωτος στοὺς δικούς μου καὶ δικούς του ἐχθρούς. Ἐκεῖνοι τὸν παραλαμβάνουν καὶ λόγω τῆς προηγουμένης ἀγάπης εὐνοίας καὶ ἀγάπης ποὺ εἶχε πρὸς ἐμένα, τοῦ ἐπιτίθενται μὲ μεγαλύτερη μανία τιμωρώντας, καταγελώντας καὶ περιπαίζοντάς τον.
ΝΑΙ, Πανάγιε Βασιλιᾶ μου, πιστεύω κι᾿ ἐγὼ σὲ σένα τὸν Θεό μου, πὼς πράγματι ἔτσι εἶναι καὶ προσπέφτοντας σὲ θερμοπαρακαλῶ.
Φύλαξέ με τὸν ἁμαρτωλὸ κι ἀνάξιο ποὺ ἐλέησες, καὶ τὸ βλαστάρι τῆς ἀγάπης σου ποὺ μπόλιασες στὸ δένδρο τῆς ἐλπίδας μου στήριξέ το μὲ τὴ δύναμή σου, νὰ μὴν τὸ σαλέψουν οἱ ἄνεμοι, νὰ μὴν τὸ συντρίψει ἡ καταιγίδα, νὰ μὴν τὸ σπάσει κανένας ἐχθρός, νὰ μὴν τὸ κάψει ὁ καύσωνας τῆς ἀμελείας, νὰ μὴν ξεραθεῖ ἀπὸ τὴ ῥᾳθυμία καὶ τοὺς μετεωρισμούς, νὰ μὴν ἐξαφανισθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Ξέρεις ἐσὺ ποὺ μοῦ τὸ χάρισες καὶ μοῦ τὸ φύτεψες αὐτό, πὼς ἐξαιτίας του εἶμαι ἀβοήθητος ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου καὶ δικό σου ἀπόστολο, καθὼς ἐσὺ θέλησες, τὸν χώρισες σωματικὰ ἀπὸ μένα.
Ξέρεις ἐσὺ τὴν ἀσθένειά μου, ξέρεις καλὰ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν μεγάλη ἀδυναμία μου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, σπλαγχνίσου με πιὸ πολὺ ἀπὸ δῶ καὶ μπρός, πολυεύσπλαγχνε Κύριε. Μ᾿ ὅλη μου τὴν καρδιὰ πέφτω στὰ πόδια σου ἱκετεύοντας ἐσένα, ποὺ μοῦ φανέρωσες τόσες ὡραιότητες. Στερέωσε στὴν ἀγάπη σου τὴν ψυχή μου καὶ δῶσε νὰ ριζώσει βαθιὰ στὴν ψυχή μου ἡ ἀγάπη σου, γιὰ νὰ εἶσαι, σύμφωνα μὲ τὴν ἄχραντη κι᾿ ἅγια κι᾿ ἀψευδῆ σου ἐπαγγελία, ἐσὺ μέσα σε μένα κι ἐγὼ νὰ ὑπάρχω μέσα σὲ σένα. Ἡ ἀγάπη σου θὰ μὲ σκεπάζει κι ἐγὼ θὰ τὴν σκεπάζω καὶ θὰ τὴν φυλάω ἐντός μου, θὰ μὲ βλέπεις Δέσποτα μέσα σ᾿ αὐτὴν κι ἐγὼ θ᾿ ἀξιώνομαι νὰ σὲ βλέπω μέσα ἀπ᾿ αὐτήν, τώρα μὲν σὰν σὲ καθρέπτη καὶ ἀμυδρά, καθὼς εἶπες, ἐνῷ τότε, σ᾿ ὅλη τὴν ἀγάπη ὅλον ἐσένα ποὺ εἶσαι ἀγάπη κι ἔτσι μας ἀξίωσες νὰ σὲ ὀνομάζουμε, γιατὶ σὲ σένα πρέπει κάθε εὐχαριστία, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνηση, στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

7/2/13

ΑΜΑΡΤΗΣΑ, ΑΝΟΜΗΣΑ , ΕΠΛΗΜΜΕΛΗΣΑ,.

Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ καλὸ ὄνομα, ὁ γλυκασμός μου, ἡ ἐπιθυμία μου καὶ ἡ ἐλπίδα μου, σὺ ποὺ ἔγινες ἄνθρωπος γιὰ μᾶς καὶ τακτοποίησες τὰ πάντα μὲ σοφία γιὰ τὴ σωτηρία μας!

Σὲ δοξάζω, Κύριε Θεέ μου, μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου. Γονατίζω μπροστά Σου μὲ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μου καὶ ἐξομολογοῦμαι τὶς ἁμαρτίες μου. Σκῦψε καὶ σὺ καὶ ἄκουσε τὴ δέησή μου καὶ συγχώρησε τὴν ἀσέβειά μου.

Ἁμάρτησα, ἀνόμησα, ἐπλημμέλησα, παρώξυνα καὶ παραπίκρανα Ἐσένα τὸν ἀγαθό μου Κύριο καὶ τροφέα καὶ προστάτη. Δὲν ὑπάρχει εἶδος κακίας ποὺ δὲν ἔκανα μὲ ἔργο καὶ μὲ λόγο, ἐν γνώσει καὶ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ μὲ ἐνθυμήσεις καὶ σκέψεις πονηρὲς πολὺ ἁμάρτησα.

Καὶ ὅσες φορὲς ὑποσχέθηκα νὰ μετανοήσω ἄλλες τόσες ξανάκανα τὰ ἴδια.

Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ μετρηθοῦν οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς παρὰ οἱ ἁμαρτίες μου. Ἔφτασαν καὶ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου ἀκόμα!

Γιατὶ ἀπὸ τὰ νιάτα μου καὶ μέχρι σήμερα ἄνοιξα τὶς πόρτες τῆς ψυχῆς μου στὶς ἄτοπες ἐπιθυμίες, δούλεψα στὶς ἄτακτες καὶ ἀχαλίνωτες ὁρμές, λέρωσα τὸν λευκὸ χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος, μόλυνα τὸν ναὸ τοῦ σώματός μου, καὶ βρώμισα τὴν ψυχή μου μὲ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας ποὺ διέπραξα.

Σὺ τὰ ξέρεις ὅλα – τί νὰ τὰ λέω;

Ἡ καρδιά μου συντρίβεται καὶ ἡ ψυχή μου βουλιάζει μέσα στὴν ἀπορία, γιατὶ ἂν καὶ τόσα ἁμαρτήματα ἔκανα, οὔτε ἕνα μικρὸ ἔργο μετάνοιας δὲν παρουσίασα. Γι’ αὐτὸ εἶναι ταραγμένη ἡ ψυχή μου, γεμάτη ὀδύνη καὶ κατήφεια.

Παρὰ ταῦτα δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ἐλπίζω στὴ σωτηρία μου ἐλπίζοντας στὴν ἀγάπη σου.

Ἐλέησέ με, Θεέ μου, μὲ τὸ μέγα ἔλεός σου, γιατὶ σὲ Σένα πιστεύω. Συγχώρησέ με τὸν ἀχρεῖο καὶ ταπεινό. Ἄκουσε τὴν προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ δούλου σου. Σὰν ἄνθρωπος ἁμάρτησα. Ὡς Θεὸς συγχώρεσέ με γιὰ τὴν πολλή σου ἀγαθότητα καὶ τὴν ἀνέκφραστη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς πανενδόξου, πανυμνήτου, ὑπερευλογημένης καὶ κεχαριτωμένης, ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας. Ἀμήν.