Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

29/12/12

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΙΚΙΑΣ

Στην Καισάρεια βαθειά στην Ανατολή, σε μια χώρα που την λένε Καππαδοκία γεννήθηκε ο Άγιος Βασίλειος.Η μητέρα του Εμμέλεια του έδωσε αγνή Χριστιανική ανατροφή και ο πατέρας του, ο ξακουστός ρήτορας Βασίλειος, φρόντισε μαζί με την σύζυγο του να του δώσουν μια μεγάλη μόρφωση. 


Στην αρχή ο Βασίλειος σπουδάζει στην Καισάρεια, ενώ αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βασίλειος σπουδάζει και στην Αθήνα, για και γνωρίζεται εκεί με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Είχε μελετήσει σε βάθος ποιητές, ιστορικούς, σοφούς, επιστήμονες, παιδαγωγούς, ρήτορες και συγγραφείς πολλών ειδικοτήτων. Η διάνοια του αποτελεί φαινόμενο και ο ίδιος ήταν κινητό πανεπιστήμιο.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος έλεγε με θαυμασμό για τον Βασίλειο: " Ποιό είδος επιστήμης δεν σπούδασε εις την εντέλεια; Κατόρθωσε να περιλάβει στο νου του, όλα τα είδη της γνώσης με τόση ευκολία, μ' όση άλλοι δεν κατορθώνουν ένα μόνο κλάδο να γνωρίσουν". στην πατρίδα του και άρχισε το επάγγελμα του δικηγόρου αλλά δίδασκε και σαν Φιλόσοφος.
Τα δύο αυτά επαγγέλματα όμως δεν γέμιζαν την ψυχή του ολόκληρη με χαρά και αγαλλίαση. Με το δυνατό μυαλό του και με την μελέτη του για τον Χριστιανισμό γρήγορα κατάλαβε ότι ο Χριστός ήταν ο αληθινός Θεός και ήθελε να τον αγαπήση με όλη του την ψυχή. 


Έτσι ο Βασίλειος ταξίδεψε σε μέρη όπου ζούσαν μοναχοί για να γνωρίσει την ζωή τους από κοντά. Ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Συρία, τη Μεσοποταμία και τόσο πολύ γοητεύτηκε από την ζωή των μοναχών που αποφάσισε να κτίσει σ' ένα ερημικό μέρος του Πόντου ένα μικρό σπιτάκι και ένα μικρό κήπο γύρω του και να γίνει και ο ίδιος μοναχός.
Μέσα σ' αυτό το ασκητικό περιβάλλον, μελετούσε και προσευχόταν στον Θεό αδιάκοπα.Ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος περιγράφει σ' ένα γράμμα του προς τον φίλο του Γρηγόριο για τον τόπο που διάλεξε να ζήση: 
"Αφού δεν περίμενα πια να με ακολουθίσης, ζήτησα καταφύγιο εδώ στον Πόντο. Και ο Θεός με οδήγησε σ' ένα τόπο που με ευχαριστεί πάρα πολύ. 
Θυμάσαι καμιά φορά, που παίζοντας πλάθαμε με τη φαντασία μας όμορφες τοποθεσίες; Τέτοιο είναι και το μέρος που ζω σήμερα. Εδώ και εκεί τρέχουν κρύα κατακάθαρα νερά. Στα πόδια του βουνού είναι μια πεδιάδα που ποτίζεται άφθονα από αυτά τα νερά. Στη πεδιάδα αυτή μόνα τους έχουν φυτρώσει όλων των λογιών δέντρα και είναι τόσο πυκνά, που μερικές φορές δυσκολεύεσαι να τα περάσεις. Μπροστά στην τοποθεσία αυτή δεν μετρά για τίποτα το θαυμαστό νησί της Καλυψώς που έγραψε γι' αυτό ο Ομηρος" 
Πολλοί φίλοι του πηγαίνανε να τον ιδούν στην ερημική ζωή του. Πήγε και ο φίλος του Γρηγόριος αλλά δεν έμεινε μαζί του για πολύ καιρό. 
Οι αιρετικοί, αυτοί που διέστρεφαν την αλήθεια του Ιησού Χριστού, πλήθυναν, αλλά και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προστάτευε την ειδωλολατρία και έτσι η Χριστιανική εκκλησία βρισκόταν σε κίνδυνο και είχε ανάγκη από ιερατείο το οποίο να υπερασπίζεται την αληθινή Χριστιανική πίστη. 


Έτσι ο Βασίλειος επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου και χειροτονήται ιερέας, τον ίδιο περίπου καιρό με τον Γρηγόριο. Με την ρητορική του δύναμη έδωσε θάρρος και στήριγμα στους κατατρεγμένους Χριστιανούς, αλλά και με την απλή και φιλάνθρωπη ζωή του έδινε το μεγαλύτερο και καλύτερο παράδειγμα αληθινού Χριστιανού. Μάζευε από τους πλούσιους βοηθήματα και τα μοίραζε στους φτωχούς, παρηγορούσε τους δυστυχισμένους και θυσίαζε όλες του τις δυνάμεις για να βοηθείση όσους είχαν ανάγκη. 


Σε ηλικία σαράντα χρονών, ο Βασίλειος έγινε Επίσκοπος Καππαδοκίας και παρέμεινε έτσι πατέρας του λαού και φίλος των δυστυχισμένων. Φορούσε πάντοτε το ίδιο ράσο και έτρωγε μόνο ψωμί και χόρτα χωρίς να κρατάει επάνω του περιουσία. Ίδρυσε και την Βασιλειάδα, ένα περίφημο φιλανθρωπικό ίδρυμα για την περίθαλψη των αρρώστων και την βοήθεια για τους φτωχούς. Ήταν μια αληθινή πολιτεία με ορφανοτροφείο, γηροκομείο, λεπροκομείο, ξενώνες, νοσοκομεία, φαρμακεία και άλλα κτίρια. Τριάντα χιλιάδες έζησαν εκεί μέσα αλλά και πολλοί άλλοι πήραν από εκεί πολύτιμη βοήθεια. 

Ρωμαίος αυτοκράτορας τότε ήταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και έστειλε ανθρώπους στον Επίσκοπο της Καισάρειας, τον Βασίλειο, να του παραδώσει τους θησαυρούς της πόλης , αλλιώς θα αιχμαλώτιζε το λαό της και θα τους κατέστρεφε την πόλη.
Οι Χριστιανοί σε μια προσπάθεια να σώσουν την πόλη τους, μάζεψαν όλα τα χρυσαφικά τους και τα έδωσαν στον Επίσκοπο τους για να τα παραδώσει στους Ρωμαίους. Όταν όμως αυτοί πήγαν να τα παραλάβουν, έκαμε την εμφάνιση του ο Άγιος Μερκούριος και τους κυνήγησε και τους έδιωξε. Τότε ο επίσκοπος Βασίλειος και οι Χριστιανοί δόξασαν τον Θεό και τον Άγιο που τους βοήθησαν.
Ο Μέγας Βασίλειος στη συνέχεια θέλησε να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατοίκους. Αλλά η μοιρασιά θα ήταν πολύ δύσκολη και πολλοί άνθρωποι θα αδικούνταν, αν κάποιος άλλος έπαιρνε τα δικά τους χρυσαφικά πριν από αυτούς. Σκέφτηκε λοιπόν και ζύμωσαν πολλά μικρά ψωμάκια μέσα στα οποία έβαλε από μερικά χρυσαφικά στο κάθε ψωμάκι και τα μοίρασε στο λαό. Και από εκείνο το περιστατικό ξεκίνησε το έθιμο της βασιλόπιτας. 


Τον Ιουλιανό αντικατέστησε ο νέος αυτοκράτορας Ουάλης, εχθρός και αυτός του Χριστιανισμού, και έστειλε στην Καισάρεια έναν αξιωματικό του, τον Μόδεστο, για να φοβίση τον Βασίλειο και να τον αναγκάση να πάψη το κήρυγμα και τις φιλανθρωπίες του 
Ατάραχος έμεινε ο Βασίλειος στις φοβέρες του αξιωματικού. 
- Πώς δεν φοβάσαι την δύναμη μου; Του λέει ο αξιωματικός. 
- Και γιατί να την φοβηθώ; Τι μπορείς να μου κάνεις και να με βλάψη; Του απαντά ο Βασίλειος. 
- Τι μπορώ να σου κάνω; Όλα είναι στην εξουσία μου. Μπορώ να κατάσχω την περιουσία σου, μπορώ να σε εξορίσω, μπορώ να σε βασανίσω σκληρά, μπορώ ακόμη και να σε θανατώσω. 
- Αυτά δεν τα φοβούμαι, βρες κάτι άλλο για να με φοβερίσης. Να μου πάρεις την περιουσία μου δεν φοβάμαι, γιατί έχω μονάχα δυο τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία.Να με εξορίσης δεν φοβάμαι, γιατί θεωρώ σαν πατρίδα μου όλη την γη. Τα βάσανα δεν τα φοβούμε γιατί το σώμα μου είναι τόσο αδύνατο που θα νεκρωθή πριν καλά καλά αρχίσεις να το βασανίζεις. Και τέλος δεν φοβάμαι τον θάνατο γιατί αυτός θα με φέρη συντομότερα κοντά στο Θεό. 
- Ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια, αποκρίθηκε ο αξιωματικός με αληθινή κατάπληξη. 
- Γιατί δεν συνάντησες ποτέ σου αληθινόν Επίσκοπο. Εμείς είμαστε ήσυχοι και ταπεινοί, όχι μονάχα στον βασιλιά αλλά και στον τελευταίο άνθρωπο. Όταν πρόκειται όμως, για την πίστη μας στο Θεό, ούτε την φωτιά φοβόμαστε, ούτε το θάνατο από το σπαθί, ούτε αν μας ρίξετε στα άγρια θηρία να μας κατασπαράξουν. Αυτά τα θεωρούμε διασκέδαση. Αυτά ας μάθη ο αυτοκράτορας μια για πάντα. 


Ατρόμητος, ταπεινός και φιλάγαθος πέρασε την ζωή του ο Μεγάλος αυτός Επίσκοπος. Ακόμη και με το ασθενικό του σώμα, ανάμεσα από πολλές κακουχίες, εξακολουθούσε να ελεή τους δυστυχισμένους, να παρηγορή τους θλιμμένους, να δίνει θάρρος στους βασανισμένους Χριστιανούς. Έγραψε πολλά βιβλία για στήριξη της Χριστιανικής πίστης, ανάμεσα τους και μια από τις Θείες Λειτουργίες της εκκλησίας μας. 


Μέσα από κόπους και στερήσεις, πέθανε σε ηλικία πενήντα ετών, την ημέρα της πρωτοχρονιάς. Όλος ο τόπος έχασε τον πατέρα και τον προστάτη του. Χιλιάδες ανθρώποι απ' όλη την επαρχία έτρεξαν στην κηδεία του. Χριστιανοί, Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί την ημέρα αυτή για τον αγαπημένο πατέρα που έχασαν.Η μνήμη του τιμάται την πρώτη του Ιανουαρίου.

26/12/12

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ

Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει σήμερα: την ίδια την αγιασμένη ζωή του αγίου Στεφάνου, το θαυμαστό μαρτύριό του ή τα θαυμάσια που σχετίζονται με την ανακομιδή των λειψάνων του και τη συνεχιζόμενη παροχή της χάρης που προχέει  σε όλους τους αιώνες; Κεντρικός άξονας που εξηγεί βεβαίως τα πάντα σ’ αυτόν, είναι η βαθειά αγάπη του προς τον Κύριο  Ιησού Χριστό, το κύριο στοιχείο της αγιότητας όλων των αγίων. Η αγάπη αυτή, ως κινητήρια δύναμη, εξηγεί κ α ι  το γεγονός ότι επιλέχτηκε ανάμεσα σε πολλούς να είναι ο πρώτος των διακόνων της πρώτης Εκκλησίας, «πλήρης πνεύματος αγίου και σοφίας»,  ώστε να διακονεί στα τραπέζια, στην παράθεση δηλαδή του φαγητού, λόγω κάποιων προβλημάτων που τότε είχαν αναφανεί, κ α ι  το γεγονός ότι επίσης «πλήρης πίστεως και δυνάμεως  εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ», κηρύσσοντας παράλληλα τον λόγο του Θεού και φέρνοντας σε σύγχυση τους Ιουδαίους, γιατί δεν μπορούσαν ν’  αντιμετωπίσουν αυτήν τη σοφία και το Άγιο Πνεύμα που τον φώτιζε στα λόγια του, αλλά κ α ι  το γεγονός ότι καλούμενος σε απολογία για χάρη της πίστεώς του, λαμβάνει τη χάρη της θεοπτίας, δηλαδή μέσα στον φωτισμό του αγίου Πνεύματος να βλέπει τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού.
Εκεί όμως που αποκορυφώνεται η αγάπη του στον Χριστό και φανερώνεται η πλούσια χάρη που τον διακατείχε, είναι η ώρα του μαρτυρίου του. Σ’  αυτές τις στιγμές, που ο χρόνος παύει να υφίσταται, γιατί πλημμυρίζει από την αιωνιότητα του Θεού, την ίδια ώρα που οι πέτρες στον δια λιθοβολισμού θάνατο που αποφασίστηκε γι’  αυτόν, έπεφταν βροχή, εκείνος γεμάτος αγάπη προς τους μαινόμενους Ιουδαίους που τον σκότωναν, προσεύχεται για τη συγχώρησή τους: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»! Κύριε, μη τους καταλογίσεις αυτήν την αμαρτία. Ποια μεγαλύτερη αποκορύφωση αγάπης μπορεί να υπάρχει, όταν ζει ο Στέφανος, με τη χάρη του Θεού, την ίδια αγάπη μ’  εκείνην του Δημιουργού του πάνω στον Σταυρό; Όπως ο Κύριος συγχωρούσε τους σταυρωτές Του – «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» - έτσι και ο άγιος Στέφανος: συγχωρεί τους λιθοβολιστές του, δείχνοντας ότι έχει φτάσει στο ανώτερο για άνθρωπο δυνατό σημείο: να είναι γνήσιο μέλος του Χριστού, προεκτείνοντας στον κόσμο την αγάπη Εκείνου.
Η ανεξικακία και η συγχωρητικότητα αυτή είναι το όριο στο οποίο προσβλέπει και κάθε Χριστιανός. Δεν μπορεί να λέγεται κανείς Χριστιανός, όταν σπεύδει να δικαιολογήσει την όποια κακία και πικρία του απέναντι σε οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, επειδή εκείνος κάτι του έκανε ή του είπε. Με τον άγιο Στέφανο, δηλαδή στην πραγματικότητα με τον Ιησού Χριστό και πάλι, καταλαβαίνουμε ότι η ενδεχομένως κακή συμπεριφορά του άλλου απέναντί μας, τα υβριστικά πιθανόν λόγια του, η αδικία που μας κάνει, δεν θεωρούνται «δικαιολογητικά» παρόμοιας και σε μας συμπεριφοράς. Αυτό το επιλέγουν και το κάνουν οι εκτός της πίστεως ευρισκόμενοι. Για τους χριστιανούς, η εχθρική στάση των άλλων (πρέπει να) θεωρείται ευεργεσία που μας ανάγει στον ουρανό, με την έννοια ότι μας δίνει την ευκαιρία να τους συγχωρήσουμε και να αγιάσουμε. Είναι έξοχη η εικόνα του «ζωγράφου» υμνογράφου, όταν μεταξύ των άλλων μας εξηγεί το τι ήταν οι πέτρες του λιθοβολισμού για τον Στέφανο: «ως βαθμίδες και κλίμακες, προς ουράνιον άνοδον, αι των λίθων νιφάδες σοι γεγόνασιν. Ων επιβαίνων τεθέασαι, εστώτα τον Κύριον, του Πατρός εκ δεξιών, σοι ομώνυμον στέφανον, προτεινόμενον, δεξιά ζωηφόρω». Σκαλοπάτια και σκάλες για την άνοδο στον ουρανό έγιναν για σένα οι νιφάδες των λίθων. Αυτές τις νιφάδες ανεβαίνοντας είδες τον Κύριο να στέκεται εκ δεξιών του Πατέρα, και να σου προτείνει με το γεμάτο ζωή δεξί χέρι Του το ίδιο με το όνομά σου στεφάνι. «Ταις του αγίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς».

19/12/12

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Η Γέννηση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, ο οποίος κατέβηκε από τους ουρανούς και εν-σαρκώθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας.
Με την είσοδο του Χριστού στον κόσμο όλοι όσοι ζούσαν στο σκοτάδι και δεν γνώριζαν τον αληθινό Θεό, έλαβαν την θεία αποκάλυψη. Όλους τους φώτισε «το φως το της γνώσεως», όπως λέει το απολυτίκιο της μεγάλης σημερινής γιορτής: «Η Γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω, το φως το της γνώσεως».
Ας σκεφτούμε καλύτερα το νόημα του μεγάλου αυτού λόγου «το φώς το της γνώσεως». Μήπως πρόκειται για το φως της διανοίας; Όχι, όχι, το νόημα είναι πιο βαθύ. Δεν φωτίζεται η κάθε διάνοια από το φως το αληθινό. Ακόμα και ο θαυμάσιος νους των μεγαλυτέρων φιλοσόφων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη δεν φωτίζονταν από το φως της αληθείας, ενώ η διάνοια μερικών άλλων φιλοσόφων ήταν τόσο σκοτισμένη, ώστε αρνούνταν και μεγάλες πνευματικές αλήθειες.
Ασύγκριτα μεγαλύτερη του ανθρώπινου νου είναι η διάνοια του διαβόλου και των αγγέλων του.
Αλλά σίγουρα στερούνται αυτοί της οποιασδήποτε κοινωνίας με το φως και έτσι αποτελούν πηγή του βαθύτερου σκότους.
Η γνώση, λοιπόν, την οποία έφερε στον κόσμο ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το θείο φως, το οποίο φωτίζει τον κόσμο. Στο στενό σπήλαιο της Βηθλεέμ την μεγάλη εκείνη ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού άναψε για μας το θείο αυτό φως, το οποίο όσο μεγάλωνε ο Χριστός, φτάνοντας σε μέτρο ηλικίας τελείου ανδρός, τόσο δυνατότερα έλαμπε και τελικά έφτασε στο σημείο να είναι η λάμψη του αμέτρητες φορές λαμπρότερη της λάμψης του ήλιου. Επειδή το φως του Θεανθρώπου Ιησού, ο οποίος είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης είναι το θειο φως.
Στην Αγία Γραφή ο ίδιος ο Θεός και ο προαιώνιος Υιός Του ονομάζονται φως. Στην πρώτη καθολική επιστολή του ο απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει:
«Και αύτη εστίν η επαγγελία ην ακηκόαμεν υπ’ αυτού και αναγγέλλομεν υμίν, ότι ο Θεός φως έστι και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία» (Α΄ Ιω. 1,5). Και στο πέμπτο κεφάλαιο της ίδιας επιστολής γράφει: «Οίδαμεν δε ότι ο υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκωμεν τον αληθινόν· και έσμεν εν τω αληθινώ, εν τω υιώ αυτού Ιησού Χριστώ, ούτός έστιν ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος» (Α΄ Ιω. 5, 20).
Ο ίδιος ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είπε: «Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη» (Ιω. 12, 46), Και άλλη μεγάλη αλήθεια για την ουσία του Θεού, μας αποκάλυψε ο Ιωάννης ο Θεολόγος, λέγοντας ότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4, 16).
Το φως, λοιπόν, της γνώσεως το οποίο έλαμψε στον εθνικό κόσμο με την ενσάρκωση του Υιού του Θεού από την Παρθένο Μαρία είναι ταυτόχρονα το επουράνιο φως της γνώσεως του Θεού που φανερώνει τις σημαντικότερες ιδιότητες της ουσίας Του, οι οποίες είναι το θείο φως και η υπερτέλεια αγάπη. Με την λαμπροφόρα διδασκαλία Του, την οποία πάντα επιβεβαίωνε με τα θαύματα, και με τις εντολές Του ο Κύριος Ιησούς Χριστός έδειξε ότι είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, και με το θάνατό Του πάνω στο φρικτό σταυρό φανέρωσε ότι είναι και απέραντη θεία αγάπη.
Ας διαβάσουμε και άλλη μια φορά το απολυτίκιο των Χριστουγέννων:
«Η Γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω, το φως το της γνώσεως· εν αύτη γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, Σε προσκυνείν τον Ήλιον της δικαιοσύνης, και Σε γινώσκειν εξ ύψους Ανατολήν, Κύριε δόξα σοι».
Στην Ανατολή, σε μία μακρινή χώρα, όπου ζούσαν σοφοί, οι οποίοι ερευνούσαν την πορεία των άστρων και στην αγνωσία τους θεοποιούσαν τα ουράνια σώματα, έλαμψε το θείο φως. Οι μάγοι εντυπωσιάστηκαν από την εμφάνιση ενός πρωτοφανούς άστρου, το οποίο ακολουθούσε μία ασυνήθιστη πορεία και σαν κάπου να τους οδηγούσε. Μακρύς ήταν ο δρόμος και τελικά το άστρο σταμάτησε πάνω από ένα σπήλαιο της Βηθλεέμ, όπου είδαν οι μάγοι τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, που φώτισε τον κόσμο και Τον προσκύνησαν. Ας ακολουθήσουμε και εμείς τους μάγους και ας πάμε μαζί τους με φόβο στο σπήλαιο της Βηθλεέμ και ας Του προσφέρουμε τις καθαρές και γεμάτες πίστη καρδιές μας. Αμήν.

15/12/12

ΣΗΜΕΡΑ Η ΒΗΛΘΕΕΜ ΜΙΜΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Μυστήριο παράξενο και παράδοξο αντικρύζω. Βοσκών φωνές φτάνουν στ' αυτιά μου. Δεν παίζουν σήμερα με τις φλογέρες τους κάποιον τυχαίο σκοπό. Τα χείλη τους ψάλλουν ύμνο ουράνιο.
Οι άγγελοι υμνολογούν, οι αρχάγγελοι ανυμνούν, ψάλλουν τα Χερουβείμ και δοξολογούν τα Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν όλοι, βλέποντας το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς.
Σήμερα η Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: Αντί γι' αστέρια, δέχτηκε τους αγγέλους· αντί για ήλιο, δέχτηκε τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις το πώς. Γιατί όπου θέλει ο Θεός, ανατρέπονται οι φυσικοί νόμοι.
Εκείνος λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη κι έσωσε τον άνθρωπο. Όλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι' αυτόν το σκοπό.
Σήμερα γεννιέται Αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό που ποτέ δεν υπήρξε. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος! Γίνεται άνθρωπος και πάλι Θεός μένει!
Όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννησή Του: Από τη μια οι Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία· κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν αλλά αντί άλλων. O Ηρώδης πάλι, ζητούσε να βρει το νεογέννητο Βρέφος όχι για να το τιμήσει, μα για να το θανατώσει.
Ε λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας το Βασιλιά τ' ουρανού να βρίσκεται στη γη μ' ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα.
Και ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας.
Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων.
Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε χαρά.
Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο.
Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό ύμνο «απ’ τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3).
Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες.
Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη των προβάτων.
Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε αρχιερέας όπως ο Μελχισεδέκ (Εβρ. 5:10).
Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον που πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη δουλεία μας σ' ελευθερία.
Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον που τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων» (Ματθ. 4:19)
Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή.
Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης.
Κοντολογίς, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους Του την αμαρτία του κόσμου:
Οι μάγοι για να Τον προσκυνήσουν·
οι ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν·
οι τελώνες για να Τον κηρύξουν·
οι πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα·
η Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει·
η Χαναναία για να ευεργετηθεί.



Αφού λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αυλό, δίχως λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι' αυτά, τα σπάργανα του Χριστού. Αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου. Γι' αυτό τα 'χω μαζί μου: Για να πάρω από τη δύναμή τους δύναμη, για να φωνάξω μαζί με τους αγγέλους, «δόξα στον ύψιστο Θεό», και με τους ποιμένες, «και ειρήνη στη γη, ευλογία στους ανθρώπους» (Λουκ. 2:14).
Και ξέρετε γιατί; Γιατί Εκείνος που προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα, γεννιέται σήμερα από παρθένα υπερφυσικά. Το πως, το γνωρίζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: Πως αληθινή είναι και η ουράνια γέννησή του, αδιάψευστη είναι και η επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένα. Στον ουρανό είναι ο μόνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, γιος Του μονογενής. Και στη γη είναι ο μόνος που γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο, γιος της μονογενής. Όπως στην περίπτωση της ουράνιας γεννήσεώς Του είναι ασέβεια να σκεφτούμε μητέρα, έτσι και στην περίπτωση της επίγειας γεννήσεώς Του είναι βλασφημία να υποθέσουμε πατέρα. Ο Θεός Τον γέννησε με τρόπο θεϊκό. Η Παρθένος Τον γέννησε με τρόπο υπερφυσικό. Έτσι, ούτε η ουράνια γέννησή Του μπορεί να εξηγηθεί, ούτε η ενανθρώπησή Του μπορεί να ερευνηθεί. Το ότι Τον γέννησε η Παρθένος σήμερα το γνωρίζω. Το ότι Τον γέννησε ο Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ σιωπηλά τη γέννησή Του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ' ό,τι αφορά το Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά να πιστεύει στη δύναμη Εκείνου που κατευθύνει τα πάντα.
Τί φυσικότερο απ’ το να γεννήσει μια παντρεμένη γυναίκα; Αλλά και τί πιο παράδοξο απ’ το να γεννήσει παιδί μια παρθένα, δίχως άνδρα, και να παραμείνει παρθένα;
Γι’ αυτό λοιπόν μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, ας το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί είναι επικίνδυνο, αλλά γιατί είναι ανερμήνευτο.

12/12/12

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ

Ο  Άγιος  Σπυρίδων, που η Εκκλησία μας γιορτάζει στις 12 Δεκεμβρίου γεννήθηκε περίπου το 270 μ.Χ. στην Κύπρο. Οι γονείς του ήταν αγρότες και ασκούσαν το επάγγελμα του ποιμένα. Είχαν μια σχετική οικονομική άνεση και φρόντισαν το παιδί τους να το μορφώσουν, όσο καλύτερα μπορούσαν. Ήταν και οι δυο τους ευσεβείς Χριστιανοί και του δίδασκαν καθημερινά τις Αλήθειες της Χριστιανικής μας Πίστης. Στην αρχή,  ακολούθησε το επάγγελμα των γονιών του, όπου και τους βοηθούσε. Γρήγορα, όμως, πολλαπλασίασαν το κοπάδι τους και προσέλαβαν στην υπηρεσία τους και άλλους ποιμένες σαν βοηθούς. Μ’ αυτούς, μιλούσε καθημερινά και τους συμβούλευε ν’ ακολουθούν πάντα το σωστό δρόμο, που δεν ήταν άλλος από το δρόμο του Θεού. Τα αγαθά που κέρδιζε από την εργασία αυτή ήταν άφθονα, όμως όλα τα διέθετε στους φτωχούς, στις χήρες και τα ορφανά. Έτσι, άρχισε να αγαπιέται από τους ανθρώπους και να μιλούν γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Μόλις μεγάλωσε λίγο  του πρότειναν οι γονείς του να παντρευτεί και βρήκε ένα σεμνό και ευσεβέστατο κορίτσι με το οποίο απέκτησε και παιδιά. Όμως, γρήγορα την έχασε από κοντά του, γιατί έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο σε σχετικά μικρή ηλικία.
   Ο ξαφνικός θάνατος της γυναίκας του τον στενοχώρησε αφάνταστα. Η πίκρα του ήταν μεγάλη, όμως την μετρίαζε με τα καλά έργα που καθημερινά έκανε. Αλλά και η εκτίμηση του κόσμου στο πρόσωπό του ήταν εξαιρετικά μεγάλη  και  τον αγαπούσαν όλοι αφάνταστα, γι’ αυτό και τον παρακαλούσαν να δεχτεί να χειροτονηθεί Κληρικός. Μόλις χειροτονήθηκε Ιερέας, άρχισαν να φαίνονται τα πλούσια χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Μάλιστα δε είχε και το χάρισμα να κάνει θαύματα και να θεραπεύει διάφορες ασθένειες.
   Έτσι, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώξει απέκτησε τέτοια φήμη στη Μεγαλόνησο, που όταν πέθανε ο Επίσκοπος της πόλης Τριμυθούντος κοντά στη Σαλαμίνα, ομόφωνα εξέλεξαν το Σπυρίδωνα στη θέση του. Από τη θέση του Επισκόπου καταβάλλει κάθε προσπάθεια, προκειμένου να γίνει ο πραγματικός ποιμένας των ψυχών. Προστάτευε τους ασθενείς και παρηγορούσε τους πενθούντες και γίνεται ο πατέρας του λαού του αλλά και όλων των Ιερέων. Ήταν ο ταπεινός βοσκός, που παρά την τιμή και το αξίωμά του, δεν άλλαξε καθόλου τη ζωή του. Οι περιοδείες του γίνονταν με τα πόδια, φορώντας πάντα τα ίδια φτωχικά ρούχα και τον ίδιο σκούφο, που ήταν πλεγμένος από φύλλα φοίνικα. Το περιβάλλον του πολλές φορές τον συμβούλευε να μην κουράζεται τόσο πολύ. Εκείνος πάντα μειδιούσε και τους απαντούσε: « Για ένα άνθρωπο, που έτρεχε κοντά στα κοπάδια, τέτοιου είδους πεζοπορίες είναι παιγνιδάκι».Όταν, όμως, από μια συνεχή περίοδο ανομβρίας δοκιμάστηκε το νησί, οι κάτοικοί του άρχισαν να υποφέρουν παράξενα. Μεγάλη πείνα έπεσε στους κατοίκους, που αδυνατούσαν να καλλιεργήσουν τη γη, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα αγαθά. Σε πολλές δε περιπτώσεις, μετά την πείνα έρχονταν και ο θάνατος. Ο Άγιος Σπυρίδων με μεγάλη συγκίνηση έβλεπε το μέγεθος του κακού και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να  προσεύχεται και  παρακαλούσε το Θεό να στείλει τη βροχή του. Ο Θεός ανταποκρίθηκε στις δεήσεις και τις προσευχές του Αγίου και έστειλε τη βροχή Του, για να σωθούν οι άνθρωποι.
   Εκείνη την περίοδο, ο σκληρόκαρδος και φανατικός Μαξιμιανός εξαπέλυσε σφοδρό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Έκλειναν τους Ναούς των Χριστιανών και τους Κληρικούς καταδίωκαν παντού. Άλλους απ’ αυτούς συλλάμβαναν και τους κακοποιούσαν και άλλους έστελναν στην εξορία. Τον Άγιο συνέλαβαν και τον έστειλαν με πολλούς χριστιανούς στην Κιλικία, για να εκτελούν καταναγκαστικά έργα. Η εξορία είχε διάρκεια οκτώ περίπου χρόνια και όλοι μαζί υπόφεραν αφάνταστα. Όμως, όλο αυτό το διάστημα, ο Άγιος τους παρηγορούσε και τους έδιδε θάρρος, δοξάζοντας το Θεό, που υποφέρει για το όνομά Του. Όταν άλλαξαν οι  συνθήκες και γύρισαν όλοι οι εξόριστοι στα σπίτια τους, γύρισε μαζί τους και ο Άγιος. Τον υποδέχτηκαν οι κάτοικοι, όχι μόνο με  χαρά και αγαλλίαση, αλλά με  ψαλμούς και με ύμνους.
   Ένα άλλο, όμως, αναπάντεχο γεγονός έμελλε να δοκιμάσει τους κατοίκους του νησιού. Λίγες μέρες, πριν έλθει η ώρα του θερισμού και της σοδιάς, μια πρωτόγνωρη κακοκαιρία για τον τόπο δεν άφησε τίποτα όρθιο στο πέρασμα της. Καταστράφηκαν όλα τα σπαρτά και οι κάτοικοι άρχισαν να υποφέρουν. Όσοι από την προηγούμενη χρονιά είχαν φυλάξει στις αποθήκες τους  αγαθά, αυτοί δεν είχαν απολύτως κανένα πρόβλημα. Όμως, το πρόβλημα το είχαν οι πολλοί, που αναγκάζονταν να καταφύγουν σ’ αυτούς, προκειμένου να δανειστούν ή να αγοράσουν λίγο καρπό , για να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Γνώριζαν, έτσι, την απανθρωπιά και την αποστροφή των πλουσίων. Γεμάτοι πίκρα, τότε, έφθαναν μέχρι τον Άγιο Σπυρίδωνα και με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλούσαν να τους βοηθήσει. Ο Άγιος τους συμβούλευε, να μη στενοχωριούνται, γιατί ο Πανάγαθος Θεός θα το φροντίσει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο Ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Μια δυνατή νεροποντή πλημμύρισε τις αποθήκες των πλουσίων και τα σακιά με τους καρπούς σκόρπισαν παντού. Βρήκαν την ευκαιρία οι κάτοικοι να ξεχυθούν στους δρόμους και να μαζέψουν, όσα περισσότερα σακιά καρπών μπορούσαν, και έτσι, έλυσαν το πρόβλημα.
   Σε κάποια άλλη περίπτωση προκειμένου ο πλούσιος  να δώσει σιτάρι σε κάποιο πτωχό, του ζήτησε η πληρωμή, να γίνει με χρήματα. Ο πτωχός αδυνατούσε να βρει χρήματα και αναγκάζεται να καταφύγει στον Άγιο και με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλεί να τον βοηθήσει. Ο Άγιος τον άκουσε προσεχτικά και τον συμβούλεψε, να μη στενοχωριέται. Την επόμενη μέρα, τον επισκέπτεται στο σπίτι του και του δίδει ένα κομμάτι χρυσάφι, που είχε τη μορφή φιδιού, προκειμένου να το βάλει ενέχυρο, για να πάρει τα αναγκαία αγαθά. Με χαρά, τρέχει στον πλούσιο, που μόλις αντίκρυσε το χρυσάφι, προθυμοποιήθηκε να του δώσει, ότι του ζητήσει. Έτσι, πήρε αρκετό σιτάρι για να συντηρήσει την οικογένειά του, αλλά και για  σπορά. Η επόμενη χρονιά ήταν πλούσια σε συγκομιδή. Δίδει στον πλούσιο την ποσότητα του σιταριού, που του είχε δώσει, και παίρνει πίσω το χρυσάφι, που είχε βάλει ενέχυρο. Γεμάτος χαρά, επισκέπτεται τον Άγιο για να τον ευχαριστήσει, κρατώντας του συγχρόνως και το χρυσάφι. Μόλις ο Άγιος παραλαμβάνει το χρυσάφι, τον παρακαλεί να τον ακολουθήσει, για να το επιστρέψει σ’ Εκείνον, που το είχε δανειστεί. Μετά την προσευχή του Αγίου, το τοποθέτησε κάτω στη γη και σιγά-σιγά άρχισε να χάνει τη λάμψη του, άρχισε να κινείται και μεταβλήθηκε σε φίδι. Αυτό το περιστατικό ακούμε και στο Απολυτίκιο του Αγίου, « και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες…».
   Αλλά και στην Α΄ Οικουμενική  Σύνοδο του 325 μ.Χ. στη Νίκαια, ενήργησε με θαυματουργικό τρόπο. Όταν οι ρήτορες του Άρειου είχαν φέρει σε δύσκολη θέση τους Θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Άγιος κατάλαβε , ότι ήλθε η ώρα του να δράσει. Προκειμένου, λοιπόν, να αποδείξει την Τριαδικότητα του Θεού, ζήτησε να του δώσουν ένα κεραμίδι και απευθυνόμενος στους ρήτορες του Άρειου τους λέγει: « Αν σας ρωτήσω να μου πείτε πόσα πράγματα κρατώ στα χέρια μου, θα μου πείτε ότι κρατώ ένα κεραμίδι. Αυτό, που εσείς λέτε ότι είναι ένα, δεν είναι ένα και θα σας το αποδείξω». Πιάνει με το αριστερό του χέρι το κεραμίδι και με το δεξί του χέρι κάνει το Σταυρό του λέγοντας συγχρόνως το « Εις το όνομα του Πατρός». Από το χέρι του Αγίου που κρατεί το κεραμίδι ανεβαίνει φωτιά, που έψησε το κεραμίδι. « Και του Υιού», όπου από το ξερό κεραμίδι τρέχει κάτω το νερό. « Και του Αγίου Πνεύματος», όπου στα χέρια του Αγίου μένει το χώμα, που φτιάχτηκε το κεραμίδι. Άρα, τους λέγει είναι τρία τα υλικά, που φτιάχτηκε το κεραμίδι, η φωτιά, το νερό και το χώμα, όμως αποτελούν το ένα, όπως ακριβώς, συμβαίνει και με την Αγία Τριάδα. Γι’ αυτό, και το Απολυτίκιο του αρχίζει: « Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος…».
   Όταν τέλειωσαν οι εργασίες της Συνόδου, ο Άγιος Σπυρίδωνας γύρισε πίσω στην πατρίδα του την Κύπρο, όπου και πληροφορείται το θάνατο της κόρης του Ειρήνης. Το γεγονός του θανάτου της κόρης του τον στενοχώρησε πολύ, όμως τη θλίψη του θανάτου την αντιμετώπισε με καρτερικότητα. Πριν ακόμη περάσουν μερικές μέρες, τον επισκέπτεται μια γυναίκα, που με δάκρυα στα μάτια του ανακοινώνει, ότι είχε δώσει στην κόρη του ένα πολύτιμο κόσμημα, για να της το φυλάξει. Επειδή, όμως, ο θάνατός της ήταν ξαφνικός δε μπόρεσε να το πάρει πίσω. Ο Άγιος της ζήτησε να τον ακολουθήσει και πήγαν μαζί στον τάφο της. Μόλις, πλησίασαν στον τάφο, ο Άγιος ρώτησε τη θυγατέρα του, σαν να ήταν ζωντανή: « Ειρήνη, παιδί μου, πού φύλαξες το χρυσό κόσμημα της γυναίκας; Εκείνη του απαντά και του υποδεικνύει το ασφαλές σημείο, που το έχει κρύψει». Αυτό το περιστατικό αναφέρεται και στο Απολυτίκιο του Αγίου, « διο νεκράν συ εν τάφω προσφωνείς..».
   Σε κάποια άλλη περίπτωση, ο Άγιος πήγε στην Εκκλησία να προσευχηθεί και να ψάλει τον Εσπερινό. Στην Εκκλησία βρίσκονταν μόνο ο Διάκονος, που άναβε τα καντήλια. Κάποια στιγμή, ενώ έψελνε ο Άγιος, ακούγονταν και Ουράνιες ψαλμωδίες, όπως ακούγεται στο Απολυτίκιο, « και εν τω μέλπειν τας αγία σου ευχάς αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σοι, Ιερώτατε…».
   Τέλος, ειρηνικά κοιμήθηκε ο Άγιος και παρέδωσε  τη ψυχή του στις 12 Δεκεμβρίου του 348 μ. Χ. σε ηλικία 78 χρόνων. Αυτή τη μέρα γιορτάζεται και από την Εκκλησία μας.
   Ολόκληρος δε, ο Χριστιανικός κόσμος τιμά ξεχωριστά τον Άγιο Σπυρίδωνα με βαπτιστικά ονόματα, που είναι παρμένα από το Όνομά Του. Πολλοί δε, Ορθόδοξοι Ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη Του, όπως και πολλές περιοχές του τόπου μας φέρνουν το Άγιο Όνομά Του. Στην γενέτειρά Του, την Κύπρο τιμάται με ξεχωριστή θρησκευτική ευλάβεια, με Ναούς, που είναι αφιερωμένοι στο Όνομά Του. Όμως, με την ίδια ευλάβεια τιμάται και από τη νησί της Κέρκυρας, που οι κάτοικοι του νησιού Τον θεωρούν  Προστάτη και Φύλακα τους. Το Άγιο Λείψανό Του φυλάσσεται πιστά και ευλαβικά από τους κατοίκους της Κέρκυρας στον μεγαλοπρεπή Ναό Του στο κέντρο της πόλης, στο Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Μάλιστα δε, παρατηρείται ίσως, και το μοναδικό φαινόμενο, οι κάτοικοι του νησιού πριν ξεκινήσουν για το μεροκάματο της μέρας, να περνούν από το Ναό και να ασπάζονται το Ιερό Του Λείψανο.
   Στην αγιογραφία της Εκκλησία μας παριστάνεται καθισμένος στον Επισκοπικό  θρόνο, είναι ντυμένος με την Αρχιερατική Του εμφάνιση και  φέρει πάντα στο κεφάλι το σκούφο Του.

Απολυτίκιο του Αγίου:

Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός θεοφόρε Σπυρίδων πατήρ ημών. Διό νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες. Και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς σοι ιερώτατε. Δόξα τω σε δοξάσαντι. Δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα, τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

10/12/12

ΊΝΑ ΤΙ, ΚΥΡΙΕ ΑΠΕΣΤΗΣ ΜΑΚΡΟΘΕΝ

Γιατί ο Θεός επιτρέπει τόσο πόνο και μάλιστα τόσο άδικα και άνισα κατανεμημένο; Και ενώ τελικά φαίνεται ότι κάνει ένα θαύμα -που αναντίρρητα είναι θαύμα-, στην ουσία η όλη ατμόσφαιρα δημιουργεί μια αίσθηση απουσίας, όχι τόσο ανθρώπου -αυτή μπορεί να κατανοηθεί- όσο απουσίας του Θεού, -αυτή με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογείται. Φαίνεται η δύναμη Του, αλλά δεν διακρίνεται η αγάπη Του. Πώς αυτός ό Θεός συνυπάρχει με τον Θεό του υπόλοιπου Ευαγγελίου;

Μήπως, όμως, κάτι υπάρχει που όχι μόνο ξεφεύγει από τον φακό της λογικής αλλά ενδεχομένως, όταν αυτή απομονώνεται, να την αποπροσανατολίζει και να την παραπλανά;

Αν ανοίξουμε το Ψαλτήρι, αν φυλλομετρήσουμε και μερικά πατερικά βιβλία, θα δούμε πόσο αυτή η αίσθηση της φαινομενικής απουσίας του Θεού πολλές φορές εκφράζεται από τα χείλη και του Δαυίδ και των αγίων. Λέει κάπου ο Δαυίδ· «ίνα τι, Κύριε, απέστης μακρόθεν» – γιατί κάθεσαι από μακριά; «υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι;» – γιατί με περιφρονείς εκεί που πρέπει να έλθεις δίπλα μου, στις θλίψεις και στις ανάγκες μου; Νιώθω ξεχασμένος, νιώθω εγκαταλελειμμένος. Μιλάω και δεν έρχεσαι, σε φωνάζω και δεν με ακούς, σε προσδοκώ και μένεις μακριά. Απών ο Θεός από τη ζωή μου, τη στιγμή που Τον ζητώ, τη στιγμή που Τον έχω ανάγκη. «Χριστός καθεύδει», όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Δεν είναι απών ο Θεός από το μαρτύριο των μαρτύρων; Δεν είναι απών ο Θεός από τον κόσμο της ταραχής, των διενέξεων, των πολέμων, των αδικιών, των ασθενειών, των αμαρτιών, των παθών; Δεν είναι απών ο Θεός ακόμη και από το πάθος του Κυρίου, από τη σταύρωση και από την ταφή Του; Ο ίδιος ο Χριστός δεν είπε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;». Πώς όμως γίνεται ο πανταχού και πάντοτε Παρών να είναι απών;

Άραγε ο Θεός είναι πράγματι απών; Τόσο απών; Ή μήπως κάτι άλλο συμβαίνει; Μήπως πίσω από το λογικό σκάνδαλο κρύβεται μια λεπτή πνευματική λογική που συνδυάζει την αγάπη Του με την πτώση μας, τη δύναμή Του με την ασθένειά μας, τη θεότητά Του με τη λογική αδυναμία μας, τη σοφία Του με την ανικανότητά μας να κατανοήσουμε το μυστήριο Του; Τι σημαίνει ότι το κήρυγμα του σταυρωμένου Θεού είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον Έλλησι δε μωρία, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι Θεού δύναμις και Θεού σοφία»; Μήπως η ταπεινή αποδοχή του πεπτωκότος κόσμου κρύβει όχι μόνο σοφία αλλά και θεϊκή δύναμη;

Σίγουρα ο Θεός δεν μπορεί να συνυπάρχει με τον θάνατο που καθημερινά διαπιστώνουμε, την κατάρρευση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που βλέπουμε, το ξέσχισμα της λογικής που περιγράψαμε. Ούτε η αγάπη Του το αντέχει ούτε η καθαρότητά Του το δικαιολογεί. Ο Θεός είναι ζωή και μόνο. Και όταν δηλώνει την εξουσία του ο θάνατος, ο Θεός είναι Ανάσταση. Όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως είναι σωστά ως ερωτήματα που περιγράφουν τον κόσμο όπου κυριαρχεί ο θάνατος και η πτώση. Το μεγάλο ερώτημα είναι: πώς ο Θεός που εποίησε τα πάντα «καλά λίαν» αποδέχτηκε την κυριαρχία της πτώσεως και του «κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου» στον δικό Του κόσμο; Σε τελική ανάλυση, πώς εξηγείται ο θάνατος του Κυρίου και η ολόσωμη ταφή Του;

Φως σε όλα αυτά δίνει το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού και μόνο.

Αν προσέξουμε στις ευαγγελικές περικοπές που περιγράφουν την παρουσία του Θεού, θα διαπιστώσουμε ότι οι ευαγγελιστές αντί να χρησιμοποιούν τη λέξη ήλθε ο Κύριος -σαν να ήταν κάπου και ήλθε-, προτιμούν την έκφραση εμφανίζει ή φανερώνει ό Χριστός τον εαυτό Του. Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα δεν είναι αν ο Χριστός, ο Θεός, είναι παρών, αλλά πότε Αυτός μας εμφανίζεται και πότε και πως εμείς Τον βλέπουμε και ο καθένας μας Τον αισθάνεται. Αν βλέπαμε τον άλλον να θεραπεύεται, θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί φανέρωση του Θεού; ή θα το ομολογούσαμε μόνον αν θεραπευόμασταν εμείς οι ίδιοι; Αν δούμε το θαύμα στον διπλανό μας, αυτό δεν είναι φανέρωση του Θεού; Μόνον αν συμβεί στον εαυτό μας είναι; Μόνον αν εμφανιστεί στον χρόνο με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις τις δικές μας είναι πειστική η παρουσία Του; Γιατί η ικανοποίηση της δικής μας επιθυμίας και όχι το γεγονός να είναι καθοριστικό της θεϊκής φανερώσεως; Τι αξίζει περισσότερο; το έλασσον που είναι η θεραπεία μας ή το μείζον που είναι η φανέρωση του Θεού και στους διπλανούς μας•, Μήπως ο εγωισμός μας με κάποιον τρόπο αποτελεί την κύρια αιτία της παραμορφώσεως της ουσίας και της βαθύτερης αλήθειας των γεγονότων;

Ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται αλλά είναι παρών που κρύβεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ρήμα που συνήθως οι ευαγγελιστές και οι πατέρες μας αγαπούν να χρησιμοποιούν είναι ότι εμφανίζεται, βγαίνει από το κρύψιμό Του και μας φανερώνεται. Και μας φανερώνεται στους ανθρώπους που μπορούν να βλέπουν. Πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητας των οφθαλμών μας, για να αναγνωρίζουμε τον εμφανιζόμενο Θεό.

H φανέρωση του Θεού -πάντα το ζούσε αυτό η Εκκλησία, δεν το έλεγε σαν μια διπλωματική υπεκφυγή-, η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική. Ο κόσμος που ζούμε είναι κόσμος πτώσεως, σύμφυτος με τον θάνατο. Κι αν δεν πεθάνουμε σήμερα, θα πεθάνουμε αύριο. Κι αν σήμερα μας αναστήσει ο Χριστός, όπως τον Λάζαρο, ύστερα από λίγο καιρό θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αν δεν φύγουμε με αρρώστια ή αυτοκινητιστικό δυστύχημα, θα φύγουμε με άλλον τρόπο. Κάπως θα φύγουμε.

Η παρουσία του Θεού είναι παρουσία για να δώσει στον καθένα μας την αίσθηση της σωτηρίας· όχι της υγείας, της δυνάμεως ή της ατέλειωτης ζωής σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά του πόθο της αθανασίας, την προσδοκία της αιωνιότητας. Να δώσει τη γλύκα ότι κι αν πονάμε, κι αν δοκιμαζόμαστε, κι αν αδικούμαστε, κι αν στερούμαστε ίσως την αμεσότητα της θεϊκής παρουσίας, όπως την αξιώνει η λογική και την απαιτούν οι φυσικές ανάγκες, μπορεί να ζούμε τη ζεστασιά, την αίσθηση και την εμπειρία της πνευματικής Του παρουσίας στη ζωή μας. Τι ζυγίζουν οι δυσκολίες και οι δοκιμασίες, όταν ζούμε τον Χριστό μέσα μας, όταν έχουμε τον Θεό κοντά μας, όταν νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στη δική Του αγκαλιά! Όταν ο Κύριος ζούσε την εμπειρία της απόλυτης εγκατάλειψης στον σταυρό, εκεί ήταν η κατ’ εξοχήν στιγμή της θεϊκής παρουσίας -ήταν αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός τη στιγμή που επιτελείτο το έργο της θείας οικονομίας! Έτσι και μ’ εμάς· η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη. Είναι αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός από τη σωτηρία μας!


Τελικά, κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε, και τότε θα δοξάσουμε τον Θεό για τις πλούσιες ευλογίες που μας δίνει, για τη δυνατότητα όχι τόσο να αποκτήσουμε την υγεία μας -αυτήν κάποτε θα τη χάσουμε- ούτε πάλι να γλυτώσουμε από μια απειλή της ζωής μας -και για αυτήν θα έρθει το τέλος-, αλλά κυρίως να απολαύσουμε τη σωτηρία μας, τη δυνατότητα δηλαδή να γίνουμε κι εμείς μέτοχοι και μέλη της βασιλείας του Θεού αιωνίως και να αντικρίζουμε «πρόσωπον προς πρόσωπον» τον Θεό και Σωτήρα μας.

4/12/12

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΘΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

Με τα μάτια της ψυχής μας, ας κοιτάξουμε ψηλά στον ουρανό και ας ακολουθήσουμε το αστέρι των σοφών μάγων, σε ένα ταξίδι προς τη Βηθλεέμ.
Η εορτή της κατά σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τα Χριστούγεννα, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ημέρες της χριστιανοσύνης. Ανήκει σις Δεσποτικές εορτές, δηλ. αναφέρεται σε γεγονός της ζωής του Δεσπότη Χριστού. Μαζί με το Πάσχα είναι οι κορυφαίες εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Την ημέρα αυτή εορτάζουμε την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, την κάθοδο του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος στον κόσμο. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει  ο άνθρωπος θεός κατά χάριν. Ο Θεός έρχεται από τον ουρανό στη γη, για να ανέβει ο άνθρωπος από τη γη στον ουρανό. Ο Χριστός ήλθε ανάμεσά μας για να σώσει το ανθρώπινο γένος, να στήσει και πάλι τις γκρεμισμένες γέφυρες επικοινωνίας με τον Θεό, να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην αληθινή του δόξα, να φανερώσει στους ανθρώπους το θέλημα του Θεού. Ο Χριστός ταπεινώθηκε βαθειά για να μας ανυψώσει, γενήθηκε στο χρόνο για να υπερβούμε εμείς το χρόνο, έλαβε την ανθρώπινη φύση για να τη θεώσει. Γι’ αυτό γιορτάζουμε, χαιρόμεθα και πανηγυρίζουμε.
ΤΟ ΑΓΙΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ
Τους πρώτους αιώνες η Γέννηση και η Βάπτιση του Χριστού συνεορτάζονταν την ίδια ημέρα, και συγκεκριμένα στις 6 Ιανουαρίου, με το κοινό όνομα Επιφάνεια. Από τα μέσα του 4ου αιώνα  καθιερώθηκε ως ξεχωριστή η γιορτή των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου, και παρέμεινε στις 6 Ιανουαρίου μόνο η γιορτή της Βαπτίσεως του Κυρίου.
Παράλληλα διαμορφώθηκε και το Άγιο Δωδεκαήμερο, δηλ. μια περίοδος δώδεκα ημερών (25 Δεκεμβρίου έως 6 Ιανουαρίου), από την ημέρα των Χριστουγέννων έως και την ημέρα των Θεοφανείων, που περιλαμβάνει ακόμη την εορτή της Περιτομής του Κυρίου  και τη μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου (1η Ιανουαρίου).
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
Η μεγάλη σημασία της εορτής των Χριστουγέννων και η ευλάβεια των χριστιανών, υπό την επίδραση μάλιστα και της χρονικά παλαιότερης Μεγάλης Τεσσαρακοστής του Πάσχα, οδήγησαν στην καθιέρωση μιας προπαρασκευαστικής περιόδου, όπου οι πιστοί ετοιμάζονται πνευματικά να «οδεύσουν» μέχρι το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Η προπαρασκευαστική αυτή περίοδος έχει διάρκεια 40 ημέρες, ονομάζεται Σαρακοστή των Χριστουγέννων και αρχίζει κάθε χρόνο στις 15 Νοεμβρίου.

Οι ύμνοι στη λατρεία μας θυμίζουν  πως έχουμε εισέλθει σε αυτή την ιερή περίοδο, πως με τρόπο πνευματικό έχουμε πάρει κι εμείς το δρόμο που οδηγεί στη νοητή Βηθλεέμ, δηλ. την Εκκλησία, στην οποία ο Χριστός γεννιέται για να αναγεννήσει κάθε άνθρωπο που ειλικρινά πιστεύει σ’ Αυτόν ως προσωπικό του Σωτήρα. Απο τις 21 Νοεμβρίου (εορτή των Εισοδείων της Θεοτόκου) ψάλλουμε τις Καταβασίες των Χριστουγέννων, η α΄ Ωδή των οποίων έχει ως εξής: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε. Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε λαοί ότι δεδόξασται». Από τις 26 Νοεμβρίου (που είναι η επομένη της αποδόσεως της παραπάνω θεομητορικής εορτής) ψάλλουμε το προεόρτιο Κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον τον προαιώνιον Λόγον εν σπηλαίω έρχεται αποτεκείν απορρήτως. Χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα, δόξασον μετά αγγέλων και των ποιμένων, βουληθέντα εποφθήναι παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν».