Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

25/11/12

ΣΥ ΕΥΣΕΒΩΝ ΤΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ, ΕΛΠΙΣ ΑΠΗΛΠΙΣΜΕΝΩΝ

Παναγία Μηλεσιωτισσα

Συ βοηθός αμαρτωλών, παράκλησις πασχόντων,
Συ ορφανών αντίληψις, ενίσχυσις καμνόντων.
Χειμαζομένων ει λιμήν, πτωχών παρηγορία,
αβοηθήτων δύναμις, χηρών παραμυθία.

Συ ευσεβών το στήριγμα, ελπίς απηλπισμένων,
των εναθλούντων έρεισμα, χαρά των τεθλιμμένων.
Συ σκέπη και αντίληψις των Σοι καταφευγόντων,
Συ ει στερέωμα πιστών, ρύστις κινδυνευόντων.

Σην κραταιάν αντίληψιν παράσχου μοι, Κυρία,
επί την Σην ενίσχυσιν θαρρώ, ω Παναγία.
Συ σκέπε, φρούρει, φύλαττε, από παντώς κινδύνου,
Συ των παγίδων ρύσαι με του δυσμενούς εκείνου.

Συ μοι γενού βοήθεια, σθένος και προστασία,
Συ μοι, Παρθένε, άχραντε, γενού μοι σωτηρία.
Σε δυσωπώ μεσίτευσον προς λύσιν οφλημάτων
τω Σω Υιώ και άφεσιν πολλών πλημμελημάτων,

Κόρη σεμνή, Βασίλισσα, κόσμου η σωτηρία.
Συ έσο μοι παράκλησις, χαρά, παραμυθία,
ίνα απαύστως εν χαρά υμνώ το όνομά Σου,
και ψαλλων μεγαλύνω Σε και τα θαυμάσιά Σου.

23/11/12

ΔΟΣ ΑΙΜΑ , ΛΑΒΕ ΠΝΕΥΜΑ

Εδώ τονίζεται από τον Απόστολο ότι το Αίμα του Χρί­στου «καθαριεί την συνείδησιν ημών». Ποια κτιστή δύναμη μπορεί να εισχώρηση στο βάθος αυτό του ανθρώπου και να το καθαρίση; Απολύτως καμμιά. Αυτό το έργο γίνεται με την άκτιστη ενέργεια του Χρίστου. Αυτή καθαρίζει και ζωοποιεί τον εσωτερικό μας κόσμο καί κατά συνέπεια όλη την ανθρώπινη ψυχοσωματική μας φύση.
Ό Νικόλαος Καβάσιλας στην ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας επεξηγεί ότι ή θεία Κοινωνία, καίτοι δίδεται δια του σώμα­τος,όμως «εις την ουσίαν πρώτον χωρεί της ψυχής καί δια της ψυχής εις το σώμα διαβαίνει». Καί σε άλλο σημείο λέγει ότι το Σωμα και το Αίμα του Χρίστου είναι ή αληθινή βρώση και αλη­θινή πόση της Εκκλησίας και μετέχοντες της θείας Κοινωνίας του Σώματος και Αίματος του Χρίστου δεν μεταβάλλονται αυ­τά σε ανθρώπινο σώμα, αλλά αυτή (ή Εκκλησία και εμείς) με­ταβάλλεται σε εκείνα, όπως ακριβώς ό σίδηρος Οταν έρχεται σε κοινωνία με την φωτιά, αυτός γίνεται φωτιά καί όχι ή φωτιά σίδηρος.

'Ολα αυτά δείχνουν την ευεργετική ενέργεια της θείας Κοι­νωνίας καί την δύναμη του Αίματος του Χρίστου. Αυτό καθαι­ρεί την δύναμη του πονηρού, δια του Σώματος και Αίματος του Χρίστου γινόμαστε Ναοί του Αγίου Πνεύματος, αισθανόμαστε τον Χριστό «κατοικούντα εν ταίς καρδίαις ημών» και είμαστε «λελυτρωμένοι πάσης διαβολικής ενεργείας».
Το αίμα το δικό μας
Αλλά ή ενέργεια της θείας Κοινωνίας είναι συνάρτηση της δικής μας ψυχικής καταστάσεως. Ανάλογα με την προετοιμα­σία του ανθρώπου ενεργεί ή Χάρη του Χρίστου.'Ετσι στον εναν ή θεία Κοινωνία γίνεται φωτιά καί στον άλλο φως. Στόν έ­να γίνεται τροφή καί στον άλλον δηλητήριο. Γι'αυτό από ό­λους τους αγίους τονίζεται ή αξία της προετοιμασίας για την θεία Κοινωνία. Δηλ.πρέπει να δώσουμε και έμείς αίμα με την εν γένει ασκητική ζωή, ώστε να γίνουμε κοινωνοί του Σώματος και Αίματος του Χρίστου.
Αν κατά τον Απόστολο «ει τις ου θέλει έργάζεσθαι μηδέ έσθιέτω» (Β' Θεσ. γ', 10), αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την πραγματική τροφή, πού είναι το Σώμα καί το Αίμα του Χρί­στου. Χρειάζεται εργασία πνευματική. «Δός αίμα, λάβε πνεύ-μα» τονίζουν οι Πατέρες μας (άββάς Λογγίνος). Αυτή ή εργα­σία λέγεται άσκηση και φανερώνεται στην μετάνοια. Χωρίς ά­σκηση δεν μπορούμε να ζωοποιηθούμε από τον Χριστό. '
Υπάρ­χει στενή σχέση μεταξύ ασκήσεως και θείας Κοινωνίας. Ή πρώτη οδηγεί στην δεύτερη και ή δεύτερη ζωοποιεί και ενισχύει την πρώτη. Τελικά πρέπει να το καταλάβουμε ότι ή ουσιαστική διαφορά της Όρθοδοξίας με άλλες θρησκείες είναι το μυστή­ριο της θείας Ευχαριστίας και ή μετοχή μας στο άγιο Θυσια­στήριο. Αυτό είναι ή πηγή της ζωής.

16/11/12

ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Αν δεν ήσουν Εσύ, τι θα ήταν αλήθεια η ζωή μας;
Εσύ! Η πιο μεγάλη μας χαρά, η πρώτη χαρά του κόσμου όλου. Η πρώτη! Από τότε που σκοτείνιασε ο ήλιος στο τραγικό εκείνο δειλινό του προδομένου Παραδείσου. Από τότε που σκέπασε τον ουρανό και τις καρδιές το βαρύτατο σύννεφο της αμαρτίας, του κακού, του τερατόμορφου θανάτου.
Κι έπειτα ήρθαν εκείνοι οι ατέλειωτοι χειμώνες στις καρδιές και οι θρηνητικοί των παιδιών της Εύας στεναγμοί σ’ όλης της γης τα πλάτη.
Κι έπειτα… ήρθε η δική σου η ώρα.
Το σχέδιο μυστηριώδες και ασύλληπτο είχε ετοιμασθεί πριν ακόμη δημιουργηθεί ο κόσμος. Τι σχέδιο; Σχέδιο, όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός, ο ίδιος ο Θεός, ο Δημιουργός των πάντων, να γίνει άνθρωπος, να έρθει ως άνθρωπος επάνω στη γη. Να έρθει γιατί; Όχι απλώς για να επισκεφθεί τη γη. Αλλά να έρθει ελευθερωτής του σκλαβωμένου πλάσματός του, να γίνει λυτρωτής του αποστατημένου κόσμου.
Κι αυτή ακριβώς ήταν η ώρα της νέας Εύας, αυτής της Κόρης της διαλεγμένης από την αγάπη του Θεού και προαιωνίως με σοφία προορισμένης να δώσει σάρκα και οστά στον άσαρκο, να γίνει η επίγεια Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, Εκείνου ο Οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων ως Θεός αληθινός εκ μόνου του Θεού Πατρός και ο Οποίος επ’ εσχάτων των αιώνων θέλησε να γεννηθεί και ως άνθρωπος εκ μόνης της Μητρός, διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού» (Ιω. γ΄ 17).
Ήρθε λοιπόν η ώρα της αυγής μετά τη νύχτα την ατελείωτη τόσων αιώνων σκοτεινών, τόσων και τόσων γενεών. Και η ευλογημένη Κόρη, τέκνο προσευχής των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, βλέπει το φως του ηλίου στη διεφθαρμένη Ναζαρέτ.
Κι αυτοί οι άγιοι ευγνώμονες γονείς προσφέρουν τώρα στο Θεό το δώρο που Εκείνος τους χάρισε. Την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη την οδηγούν στο χώρο του Ναού. Χωρίς να ξέρουν και χωρίς ποτέ να μπορούν να φαντασθούν πως έτσι την βοηθούσαν να ετοιμασθεί γι’ αυτό που είχε εκλεγεί.
Και ετοιμάσθηκε. Χωρίς και η ίδια να γνωρίζει ή να μπορεί να φαντασθεί. Στράφηκε μόνο όλη με όλη της την ύπαρξη προς το Δημιουργό της. Σαν να ήταν φτιαγμένη, λένε οι άγιοι, ολόκληρη από ευγνωμοσύνη. Και σαν να γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει Μητέρα του Θεού. Ετοιμάστηκε τόσο τέλεια, ώστε κι αν ακόμη γνώριζε, λέει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, τίποτε παραπάνω δεν επρόκειτο να κάνει απ’ ό,τι έκανε. Τόσο τέλεια ήταν η ετοιμασία της. «Και νυμφών και ουρανός ήν αγνοούσα του ηλίου την εξ αυτής εσομένην ανατολήν». Ήταν στολισμένο νυφικό δωμάτιο χωρίς να περιμένει το Νυμφίο· ήταν ουρανός, παρόλο που δε γνώριζε ότι απ’ αυτήν επρόκειτο να ανατείλει ο ήλιος.
Αυτό το υπέρτατο θαύμα τής σε τέλειο βαθμό ετοιμασίας της Παναγίας μας εορτάζουμε κάθε χρόνο με την τόσο γλυκιά εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, γι’ αυτό και ψάλλουμε: «Σήμερον ο ναός ο έμψυχος του μεγάλου Βασιλέως εν Ναώ εισέρχεται αυτώ ετοιμασθήναι, εις θείαν κατοίκησιν. Λαοί, αγαλλιάσθε». Δηλαδή: Η Παναγία μας, που είναι ο ζωντανός ναός του μεγάλου Βασιλέως, του Θεού, σήμερα μπαίνει στο Ναό των Ιεροσολύμων, ώστε να ετοιμασθεί γι’ αυτόν το μεγάλο βασιλιά, να γίνει κατοικία του Θεού. Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο χαρείτε, λαοί, διότι αυτό θα φέρει τη σωτηρία σας.
Αυτή είναι η εορτή μας και αυτό είναι το θαύμα της ζωής της Παναγίας μας. Γι’ αυτό και είναι χρέος όλων μας όχι μόνο να την ευγνωμονούμε, αλλά και να αγωνιζόμαστε να ζήσουμε όπως Εκείνη έζησε. Διότι, αν δεν ήταν Εκείνη, εμείς θα ζούσαμε ακόμη στο σκοτάδι ορφανοί.
Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία μας, ποια θα είχαμε Μάνα τέτοιας αγάπης εμείς; Ποια χαρά θα μπορούσε να νιώσει η καρδιά μας; Ποια αγκαλιά θα μας έκλεινε στοργική στις μεγάλες και κρίσιμες ώρες των πόνων; Και ποιο χέρι απαλό με γλυκύτατο χάδι θα σκούπιζε ανάλαφρο των ματιών μας το δάκρυ;
Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία, αν δεν ήσουν Εσύ, η χαρά των αγγέλων, η γλυκιά χαρμονή, η στοργή και η ελπίδα και το φως στην ασέληνη νύχτα, στο πυκνότατο σκότος των πολλών πειρασμών της θλιμμένης ζωής μας…
Αν δεν ήσουν Εσύ, οδηγός των βημάτων μας, ασταθών και τρεμάμενων, οδηγός προς Εκείνον που είναι η ζωή και η μόνη ατελείωτη κι αιώνια χαρά μας, τον Υιό και Θεό σου…
Αν δεν ήσουν Εσύ…
Αλλά είσαι! Εσύ! Η γλυκιά μας Μητέρα.
Εσύ! Η χαρά μας.
Έλα πάλι, σκύψε με την τόση σου αγάπη και κάνε μας έτοιμους και πάρε μας τότε, στον καιρό της εξόδου μας, κράτησέ μας κοντά Σου, για να ‘μαστε πάντα μες στο φως και τη δόξα του δικού σου Υιού, του απείρου Θεού μας.

11/11/12

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΗΜΕΡΑ

Όταν ο σύγχρονος χριστιανός μιλάει για τον Θεό, εννοεί, λίγο-πολύ, κάτι που βρίσκεται πέρα μακριά στον ουρανό, άγνωστο, ακατανόητο, φοβερό, απλησίαστο, που απλά το αποδέχεται, χρήσιμο για ώρα ανάγκης, μερικές φορές του αποδίδει μαγικές ιδιότητες και συχνά επαναλαμβάνει το ανορθόδοξο «πίστευε και μη ερεύνα».

Κατά τ΄ άλλα αυτή η πίστη στο Θεό δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στη ζωή του χριστιανού. Μπορεί να εκκλησιάζεται μερικές Κυριακές, να έχει στη βιβλιοθήκη του σύγχρονα πνευματικά βιβλία, παλιές εικόνες στο σαλόνι, κάποιο κομποσκοίνι στο χέρι, να δίνει και λίγη ελεημοσύνη. Όμως παραμένει ανυπόμονος στ΄ ότι οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλει, μίζερος για τα χρήματα, βυθισμένος στον ατομισμό, στην καλοπέραση, στο άγχος, στον ανταγωνισμό. Αυτό όμως δεν είναι ζωή εν Χριστώ. Μυρίζει θάνατο. Σε τι διαφέρει ο χριστιανός σήμερα από τον υπόλοιπο κόσμο; Όταν δεν έχει μακροθυμία, πραότητα, χαρά, απλότητα και κυρίως ταπείνωση, σημαίνει ότι δεν έχει νοιώσει τίποτε από την εν Χριστώ ζωή. Ζωή που ανακαινίζει, μεταμορφώνει και ωραιοποιεί τον άνθρωπο και μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες.


Η ζωή των χριστιανών μη διαφέροντας καταντά επιβίωση δίχως νόημα, ανόητη, αφού δεν μπορείς να ζεις μόνο για μια σύνταξη ή για ένα δεύτερο διαμέρισμα ή για ένα καινούριο αυτοκίνητο. Δεν καρτεράμε μια ουσιαστική αλλαγή, κινούμεθα δίχως ελπίδα. Έτσι, τρέχουμε συνέχεια, υφαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το σάβανο μας. Η ζωή, λέμε και εμείς, είναι μαύρη, άχαρη, τα ίδια και τα ίδια, μουντή, θολή, ρουτίνα.


Ο χριστιανός πρώτα-πρώτα καλείται να σκύψει και να ακούσει τη φωνή του Ευαγγελίου, που τον καλεί σε μία συνεχή διακινδύνευση της αυτάρκειας που τον διακατέχει, που πονηρού λογισμού εκείνου, που τον κινεί να λέει: ε εμείς, δόξα τω Θεώ, δεν κάνουμε τα φοβερά και αισχρά, που βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση. Η σκέψη αυτή είναι μάλλον δαιμονοκίνητη και ο εφησυχασμός που δίνει δεν είναι ασφαλώς καθόλου αγαθός. Δεν θα δώσουμε λόγο στο Θεό μόνο γιατί δεν πράξαμε το κακό, αλλά και γιατί δεν πράξαμε το καλό, δεν αγαπήσαμε τρυφερά την αρετή.


Οι χριστιανοί σήμερα έχουν διπλή ζωή, δεν είναι ακέραιοι, ενοειδείς, οι αυτοί πάντα. Ο διχασμός αυτός είναι μια μεγάλη ταλαιπωρία. Ο χριστιανός δεν μπορεί άλλος να είναι και άλλος να φαίνεται, άλλα να λέει και άλλα να ενεργεί. Αυτή η ηθοποιΐα, καλή ή κακή, δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν χριστιανό. Η αληθινή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, χαρακτηρίζει και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Δεν είναι άλλος ο κυριακάτικος χριστιανός και άλλος ο καθημερινός.

Παρατηρείται, όπως και άλλοτε έχω πει, μια ευσεβής μασκοφορία. Μια ερμηνεία της μανιώδους σπουδής του ανθρώπου για την τέλεια εξωτερική του εμφάνιση, είναι τα φύλλα της συκής, για να καλύψει την εσωτερική του κενότητα και γυμνότητα. Στ΄ ακριβότερα και ωραιότερα ενδύματα δεν αντιστοιχεί το κάλλος και η τελειότητα του εσωτερικού κόσμου.

Ο χριστιανός παρασύρεται στις πολλές βιοτικές μέριμνες, τυρβάζει περί πολλά, αποσπάται στη μερικότητα, απολυτοποιεί το λίγο, το μικρό, αρέσκεται και προτιμά τους απαγορευμένους καρπούς, οι οποίοι του παρουσιάζονται ωραίοι, γλυκείς και ευχάριστοι, δεν θέλει να διαφέρει, δεν θέλει να αγωνίζεται, δεν θέλει να μειώνεται η ελευθερία του, λέει, να περιορίζεται. Έτσι, σίγουρα οδηγείται στη αξιοποίηση πραγμάτων δευτερευόντων, που τα θεωρεί πρώτα. Επανέρχεται ο δαίμονας της Εδέμ και προτείνει το γυαλιστερό που θαμπώνει και όχι το πολύτιμο, το εύκολα βλεπόμενο, το φθηνό, το διαφημιζόμενο, το των πολλών, το παραποιημένο, το μεταχειρισμένο, το αποδεκτό, το καταναλώσιμο.
Η απόκτηση αυτή δεν είναι κατάκτηση, δεν περιέχει γνησιότητα, αγωνιστικότητα, μόχθο υπομονής και αγάπης. Εδώ έγκειται η παραπληροφόρηση, ο αποπροσανατολισμός, η παραπλάνηση στην υιοθεσία δαιμονικού ήθους, ύποπτου, ύπουλου, δόλιου τρόπου προσεγγίσεως του κόσμου. Με τον τρόπο αυτό δίνονται σφαλερές προτεραιότητες, πλανερές, πλασματικές, αποσπασματικές αλήθειες, ωραιοποίηση της ακοσμίας, απομονωτισμός επικίνδυνος, ναρκισσισμός νοσηρός, μετάθεση του προβλήματος, πολυχρωματισμός του κελύφους. Υπερβάλλω;

Έχουμε μια μαγική αντίληψη περί Εκκλησίας εμείς οι χριστιανοί σήμερα. Λέμε: «Αν έρθεις στην Εκκλησία οι δουλειές σου θα πάνε καλά». Μα υπάρχουν χριστιανοί πιστοί που είναι άνεργοι, νέοι επιστήμονες αδιόριστοι, έμποροι πτωχεύσαντες. Λέμε: «Αν δεν έλθεις στην Εκκλησία θα καταστραφείς».
Μα ο Χριστός δεν πίεσε ερχόμενος καμία συνείδηση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να απειλούμε, να φοβερίζουμε τον κόσμο, παιανίζοντας μάλιστα ένα σκοπό που μιλά για ένα Θεό ανύπαρκτο, ένα Θεό δηλαδή τιμωρό, εκδικητή, τρομοκράτη, φθονερό, αντίδικο. Ένα Θεό που μοιράζει καλές θέσεις εργασίας, παχυλούς μισθούς, υψηλές συντάξεις, επιδόματα, ευζωΐα, μακροζωΐα και λοιπά.
Μοιάζουμε με διαφημιστές νέων προϊόντων ομορφιάς η συνήγορους του αδικημένου Θεού. Δεν έχουμε νοιώσει ακόμη εμείς οι χριστιανοί του δύστροπου εικοστού αιώνος ότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός που σώζει και δεν σώζεται από κανέναν μας. Ο Χριστός είπε" αν θέλουμε από την καρδιά μας την τελειότητα ας τον ακολουθήσουμε. Οι σημερινοί χριστιανοί γίνονται εισαγγελείς, βασιλικότεροι του βασιλέως, με ζήλο ανεπίγνωστο, με σπουδή αδιάκριτη, με νόθο ιεραποστολισμό.

Μα, αγαπητοί μου, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας ήταν άρρωστοι, φτωχοί οι πιο πολλοί, συχνά κυνηγημένοι, ανήμποροι, καταφρονεμένοι, δεν τους έπιανε το μάτι σου. Ο Χριστός δοξάσθηκε στον Γολγοθά. Ο πόνος είναι συνοδοιπόρος μας στη ζωή. Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός. Δεν επιτρέπεται η παραπληροφόρηση.
Στην Εκκλησία μέσα συνεχίζεται, ενυπάρχει ο πόνος, αλλά έχει νόημα, έχει διέξοδο, οδηγεί σε ανάσταση. Δεν έχουμε το δικαίωμα ως ορισμένοι υποψήφιοι πολιτικοί να ξεγελάμε το λαό, υποσχόμενοι επίγειους παραδείσους. Ο Χριστός είπε ότι θα έχουμε στον κόσμο αυτό θλίψη. Δεν μακαρίζει όσους χασομερούν στα γέλια. Επιθυμούμε και δημιουργούμε ένα νεοχριστιανισμό στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας, άκοπο, άμοχθο, πρόχειρο, εύκολο, δίχως κανέναν κόστος, αντιασκητικό, τελικά αντιευαγγελικό.
Σε αυτή την προοπτική η Θ. Λειτουργία στο ναό είναι μια απλή ακρόαση των λεγομένων, μία θέαση των τελουμένων, που θα μπορείς να την παρακολουθείς πιο ήσυχα και από την πολυθρόνα σου στο σπίτι από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Δεν είναι θυσία, συμμετοχή, εγρήγορση, επί τω αυτώ πάντων των αδελφών συγκοινωνούντων και θερμά δεομένων.

Εντός των χριστιανικών κοινοτήτων ο ανέστιος, ο ανέραστος, ο αφιλόξενος, ο απομονωμένος και ταλαίπωρος άνθρωπος ζητά να θερμανθεί από την αγάπη και την αλήθεια. Αν ερχόμενος συναντήσει τη δική μας απροθυμία, αφιλοξενία κι αδιαφορία, την κόπωση, την αναβολή, την αδιαθεσία και αναποφασιστικότητα, τότε θα είναι τραγικό και για εμάς και για εκείνον. Αν δεν έχουμε φως και χαρά, βίωμα και ζωή, τι να προσφέρουμε; Τ΄ άλλα τα βρήκε αλλού κι ίσως καλύτερα.
Αν εμείς οι χριστιανοί δεν έχουμε τη χαρά της προσωπικής συναντήσεώς μας με τον Χριστό τότε τι νόημα έχει η αναγραφή της χριστιανικής μας ιδιότητας στην ταυτότητα κι ένας τυπικός εκκλησιασμός; Λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης πως αν δεν γνωρίσουμε τι μας έπλασε ο Θεός, δεν θα κατανοήσουμε τι μας έκανε η αμαρτία. Αν δεν γνωρίσουμε το φως της χάριτος, λέμε ότι είμαστε καλά και στο ημίφως. Στο φως αποκαλύπτεται η πραγματικότητά μας. Μέσα στο φως θ' αποκαλυφθεί η Αλήθεια της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε, που νομίζουμε, που θα θέλαμε να είναι. Η Εκκλησία είναι μία μητρική αγκάλη, που όλους θέλει να σώσει, αν θελήσουν να σωθούν. Δεν είναι θεσμός, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι παράταξη, δεν είναι σύστημα, δεν είναι μέρος. Η Εκκλησία δεν δικάζει, δεν τιμωρεί, δεν ψάχνει για οπαδούς, δεν μετασχηματίζεται, δεν διαιρεί, δεν κουράζεται, δεν ξεκουράζεται, δεν ανησυχεί να πείσει αποστομωτικά, να υποδουλώσει και να κατατροπώσει κανένα και ποτέ. Προσέξτε το παρακαλώ.

Οι χριστιανοί σήμερα πρέπει να γίνουμε οι άνθρωποι των καθαρών βιωμάτων, να μιλά πιο βροντερά η ζωή μας η ίδια από τα πολλά λόγια μας, να μη απαιτούμε με προπέτεια το θαύμα, να μη βιαζόμαστε στην προσευχή, ν΄ ακούμε και τον άλλο, όποιος κι αν είναι, να υπομένουμε την αντίδραση, την αντίσταση του άλλου, να συνεργασθούμε με το Θεό. Εμείς θα του δώσουμε τον εκούσιο κόπο μας, την άσκηση, κι Εκείνος τη χάρη Του και το έλεός του, αφού πάντοτε η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνεργία Θείας Χάριτος κι ανθρώπινης ενέργειας. Ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ΄ εικόνα Θεού κι ο σκοπός της δημιουργίας του είναι η θέωση.
Η αποστολή της Εκκλησίας είναι η σωτηρία του κόσμου, τα μυστήρια της Εκκλησίας αγιάζουν τον αγωνιζόμενο άνθρωπο, ο οποίος καθαριζόμενος φωτίζεται και θεώνεται. Αυτή είναι η οθρόδοξη θεολογία, η ανθρωπολογία, η εκκλησιολογία και η ασκητική της Εκκλησίας μας. Μη ψάχνουμε γι΄ άλλες ατραπούς, όταν μία είναι η οδός της σωτηρίας, της θεώσεως, της τελειότητος.

 

του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου

9/11/12

ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ

Ἐπιδιώκετε τὴν ἀγάπη. Ζητᾶτε καθημερινὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν ἀγάπη. Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη ἔρχεται καὶ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν ἀρετῶν. Ἀγαπᾶτε, γιὰ ν’ ἀγαπιέστε κι ἐσεῖς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δῶστε στὸ Θεὸ ὅλη σας τὴν καρδιά, ὥστε νὰ μένετε στὴν ἀγάπη. «Ὅποιος ζεῖ μέσα στὴν ἀγάπη, ζεῖ μέσα στὸ Θεό, κι ὁ Θεὸς μέσα σ’ αὐτόν» 
Ὀφείλετε νὰ ἔχετε πολλὴ προσοχὴ στὶς μεταξύ σας σχέσεις καὶ νὰ σέβεστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς πρόσωπα ἱερά, ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Νὰ μὴν ἀποβλέπετε ποτὲ στὸ σῶμα ἢ στὴν ὀμορφιά του, ἀλλὰ στὴν ψυχή. Προσέχετε τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης, γιατί, ὅταν ἡ καρδιὰ δὲν θερμαίνεται ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχή, ἡ ἀγάπη κινδυνεύει νὰ γίνει σαρκικὴ καὶ ἀφύσικη, κινδυνεύει νὰ σκοτίσει τὸ νοῦ καὶ νὰ κατακάψει τὴν καρδιά.
Πρέπει νὰ ἐξετάζουμε καθημερινά, μήπως ἡ ἀγάπη μας δὲν ἀπορρέει ἀπὸ τὸ σύνδεσμο τῆς κοινῆς μας ἀγάπης πρὸς τὸ Χριστό, μήπως δὲν πηγάζει ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Κύριο. Αὐτὸς ποὺ ἀγρυπνεῖ νὰ διατηρήσει ἁγνὴ τὴν ἀγάπη, θὰ φυλαχθεῖ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ποὺ προσπαθεῖ σιγά- σιγὰ νὰ μετατρέψει τὴν χριστιανικὴ ἀγάπη σὲ ἀγάπη κοινὴ καὶ συναισθηματική.

6/11/12

Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ - ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕΤΑ



Από το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ “ Η ψυχή μετά τον θάνατο” (Ανάλυση του λόγου περί θανάτου του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς)


Οι πρώτες δυο ημέρες μετά τον θάνατο

Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήτα προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.
Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα… Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του. Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα, Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.»
Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».
Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας».
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς. Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν.
Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο. Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Μαξίμοβιτς
Τα τελώνια

Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς. Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της.
Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.»
Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει. Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια:
«Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή)
«Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή)
«Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή)
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του.
       

Ο Όσιος πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ
 Οι σαράντα ημέρες

Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.
Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου.

 
Ο Κύριος της Ζωής  
Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση

Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.
Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως.
Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.»
Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της.
Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή.
Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.
Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά.
Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.»
Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε:
«Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.»
Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο

Πηγή : periodikoendon.blogspot.gr

2/11/12

ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΚΑΤΩ ΥΠΟ ΤΗ ΣΤΕΓΗ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ

Αυτός ο λόγος του Χριστού είναι από τους πιο σπουδαίους στο Ευαγγέλιο.
Οι απόστολοι όμως δεν κατάλαβαν το νόημά του. Ο καθένας τους ήθελε να είναι πρώτος στην Βασιλεία του Θεού. Αλλά ο Κύριος τους είπε, ότι πρώτος θα είναι αυτός που θα ταπεινωθεί σαν το παιδί, σαν αυτό το παιδί που εκείνη την στιγμή ο Κύριος κρατούσε στα γόνατά του. «Αν δεν είστε σαν αυτό το παιδί, δεν θα μπείτε στην Βασιλεία των Ουρανών».
Αυτό είναι άκρως σημαντικό. Ο Κύριος, για να μπει κανείς στην Βασιλεία των Ουρανών, βάζει μία τέτοια προϋπόθεση που κανείς δεν θα περίμενε. Ποιος ποτέ έθεσε, ως παράδειγμα προς μίμηση, ένα μικρό παιδί; Όλοι οι άνθρωποι θέλουν να έχουν, ως παράδειγμα, ανθρώπους μεγάλους, σπουδαίους, διάσημους, ανθρώπους με ισχυρή βούληση. Τέτοιους ανθρώπους θέλουν να μιμούνται και το παράδειγμα τους να ακολουθούν.
Ο Κύριος τα ανατρέπει όλα. Αν ο σκοπός σας είναι τέτοιος, αν θέλετε να μιμείστε τους ανθρώπους που ο κόσμος τους θεωρεί μεγάλους και ένδοξους – αλίμονο σας! Δεν θα μπείτε σε καμία περίπτωση στη Βασιλεία του Θεού.
Θα μπουν στη Βασιλεία των Ουρανών μόνο αυτοί οι οποίοι θα ταπεινωθούν σαν τα μικρά παιδιά. Γιατί τέτοια προϋπόθεση μας βάζει ο Κύριος; Γιατί μας λέει οτι σ’ όλη μας τη ζωή πρέπει να ακολουθούμε αυτό το παράδειγμα, το παράδειγμα του μικρού παιδιού; Πρέπει να καταλάβουμε πόσο μεγάλο νόημα κρύβει ο καταπληκτικός αυτός λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η καρδιά μας μας λέει, ότι μεγάλη αλήθεια κρύβεται σ’ αυτά τα λόγια.
Όλοι μας αγαπάμε τα μικρά αθώα παιδιά. Αν τα αγαπάμε έτσι αυθόρμητα, σημαίνει ότι πραγματικά αξίζουν την αγάπη μας και πρέπει να έχουμε ως παράδειγμα την αθωότητα τους. Αυτά λοιπόν τα μικρά παιδιά πρέπει να έχουμε μπροστά μας ως παράδειγμα σ’ όλη μας τη ζωή. Ναι, Κύριε μας, δεν το καταλαβαίναμε αλλά τώρα, όταν ακούσαμε τον λόγο σου, η καρδιά μας μας λέει ότι ο λόγος σου αυτός είναι αλήθεια…
Υπάρχει τίποτα πιο καθαρό από τα αθώα μικρά παιδιά, που μέσα τους δεν έχουν ακόμα ξυπνήσει ο εγωισμός, η κενοδοξία και τα άλλα βδεληρά πάθη που σκοτίζουν και αμαυρώνουν την καρδιά του ανθρώπου, όταν μεγαλώνει; Και εμείς πρέπει να κάνουμε τη δική μας καρδιά σαν την καρδιά του μικρού παιδιού. Υπάρχει κάτι στην καρδιά των μικρών παιδιών που θα μπορούσε να μας δημιουργήσει αποστροφή, κάτι ακάθαρτο; Όχι, η καρδιά τους είναι πάντα καθαρή σαν τη σταγόνα της βροχής, είναι γεμάτη αγάπη, πραγματική ακέραια αγάπη. Η μικρή τους καρδιά αγαπάει όλους, τους γονείς, τα άλλα παιδιά με τα οποία παίζουν και γενικά όλους τους ανθρώπους.
Έχω δει πώς τα ρωσόπουλα παίζουν με τα παιδιά των Ουζμπέκων. Πολύ συγκινητικό θέαμα. Δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία διαφορά, δεν κάνουν φυλετικές διακρίσεις, όπως κάνουν οι μεγάλοι άνθρωποι.
Τέτοια αγάπη που έχουν τα παιδιά, τέτοια καθαρή και γεμάτη αδελφοσύνη κι αγάπη, δεν είναι το καλύτερο παράδειγμα για μας τους μεγάλους; Ο απόστολος Παύλος στο μεγάλο του ύμνο της αγάπης λέει: «Η αγάπη ου ζήλοι, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία» (Α’ Κορ. 13, 4-6).
Έχετε δει πολλούς ανθρώπους να έχουν τέτοια αγάπη, να έχουν μία τόσο καθαρή καρδιά; Ακριβώς τέτοια αγάπη έχουν στην καρδιά τους τα μικρά παιδιά. Η δική τους «αγάπη δεν ζηλοφθονεί». Δεν ζηλεύουν τα μικρά παιδιά το ένα το άλλο. Η δική τους «αγάπη δεν καυχάται». Δεν θεωρούν τα παιδιά τον εαυτό τους ανώτερο από τους άλλους, είναι όλα ταπεινά, δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, δεν περηφανεύονται. Η υπερηφάνεια είναι πάθος διαβολικό και είναι χαρακτηριστικό των μεγάλων ανθρώπων. Τα μικρά παιδιά δεν το γνωρίζουν, δεν έχουν κάτι για το οποίο μπορούν να περηφανεύονται, βλέπουν πως είναι μικρά και αδύναμα και χρειάζονται την προστασία και την φροντίδα των μεγάλων. Δεν έχουν αναπτυγμένη διάνοια – δεν μπορούν να καυχηθούν για τη διάνοιά τους, τα ποδαράκια και τα χεράκια τους δεν έχουν δύναμη. Γι’ αυτό ούτε και για τη σωματική τους δύναμη μπορούν να καυχηθούν.
Η αγάπη δεν κάνει ασχήμιες. Τα παιδιά δεν ασχημονούν και δεν δημιουργούν σκάνδαλα όπως οι μεγάλοι. Η αγάπη τους είναι ήρεμη, ήσυχη και σεμνή, δεν ζητάει τα δικά της. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι είναι η Ιδιοκτησία, όλα τα έχουν κοινά. Δεν έχετε δει πώς τα μικρά παιδιά δίνουν το ένα στο άλλο τα παιχνίδια τους. Δεν θεωρούν τίποτα δικό τους, όλα τα έχουν κοινά.
Τα παιδιά δεν περηφανεύονται, δεν υπάρχει τόπος για την υπερηφάνεια στην άκακη καρδιά τους. Η υπερηφάνεια φωλεύει στην καρδιά των μεγάλων ανθρώπων. Είναι για μας σαν το δηλητήριο της κόμπρας με το οποίο εμείς οι ίδιοι δηλητηριάζουμε τον εαυτό μας. Η υπερηφάνεια είναι θανάσιμη αμαρτία και αποτελεί την πνευματική υπόσταση του διαβόλου. Τα πάθη της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας είναι ξένα προς τα παιδιά. Η δική τους αγάπη «δεν χαίρει για το κακό αλλά συγχαίρει στην αλήθεια».
Δεν είναι σαν εμάς που χαιρόμαστε όταν βλέπουμε κακό στους συνανθρώπους μας. Ένα σφάλμα του αδελφού μας το διαλαλούμε σε όλους, γι’ αυτό μας αφήνει ο Θεός. Τα παιδιά δεν το κάνουν αυτό, ο νους και η καρδιά τους είναι γεμάτα εμπιστοσύνη στους γονείς τους, τον πατέρα και τη μητέρα, και σ’ όλους γενικά τους ανθρώπους.
Η πίστη τους δεν βασίζεται στη λογική. Χωρίς να κρίνουν και να συλλογίζονται, δέχονται αυτά που ακούνε από τους γονείς τους. Η καθαρή τους καρδιά ξέρει να ξεχωρίζει το καλό από το κακό και δέχεται μόνο το καθαρό, και μάλιστα, το δέχεται με εμπιστοσύνη. Πόσοι άνθρωποι σήμερα, χωρίς να διαβάσουν ποτέ την Αγία Γραφή, χωρίς ποτέ να πάρουν στα χέρια τους την Καινή Διαθήκη, ασκούν κριτική πάνω στη θρησκεία και βλασφημούν την χριστιανική μας πίστη.
Δεν έχουμε εμείς οι μεγάλοι άνθρωποι ταπείνωση. Την ταπείνωση και την υπακοή τις έχουμε διώξει από την καρδιά μας. Μόνο στα μοναστήρια, όπου πηγαίνουν οι άνθρωποι που αφιερώνουν τη ζωή τους στον Θεό, εκεί υπάρχει υπακοή. Εκεί η υπακοή θεωρείται η πρώτη και η μεγαλύτερη αρετή, και όλοι οι μοναχοί όταν λαμβάνουν το μοναχικό σχήμα, μπαίνουν υπό την καθοδήγηση ενός εμπείρου στην πνευματική ζωή γέροντα. Και το πρώτο πράγμα που τους μαθαίνει ο γέροντας είναι η υπακοή, να υποτάσσουν δηλαδή το θέλημά τους στο θέλημα του γέροντα.
Και τα μικρά παιδιά μας μαθαίνουν την υπακοή. Ζουν χωρίς να μεριμνάνε και να ανησυχούν για τίποτα, κάτω από τη στέγη των γονέων τους. Αλλά εμείς, ζούμε εμείς χωρίς φροντίδες και μέριμνες; Κατοικούμε κάτω υπό τη στέγη του Ύψιστου; Όχι, είμαστε γεμάτοι φροντίδες, ακολουθούμε το δικό μας δρόμο, δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι η προστασία μας είναι ο Θεός. Γι’ αυτό δεν έχουμε ησυχία. Δεν έχουμε ειρήνη στην καρδιά μας, γιατί αυτή δεν μας αξίζει.
Όταν τα παιδιά παίζουν, έχουν ισότητα μεταξύ τους. Μεταξύ των μεγάλων ανθρώπων έχετε δει ποτέ την αληθινή ισότητα; Όχι, δεν την έχετε δει, γιατί αυτή δεν υπάρχει! Πέστε μου, ποιος είναι πιο στοργικός, τρυφερός, χαριτωμένος και πράος από τα μικρά παιδιά; Και εμείς, δεν πρέπει να είμαστε σαν τα μικρά παιδιά τρυφεροί, στοργικοί, πράοι και ανοιχτοί στους άλλους;
Δεν πρέπει και εμείς να είμαστε ταπεινοί σαν αυτά; Αν δεν έχουμε μέσα μας πραότητα και ταπείνωση, πως θα μπούμε στην Βασιλεία του Θεού; Τότε η είσοδος για μας θα παραμένει κλειστή. Διότι «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ίακ. 4, 6. Α’ Πετ. 5, 5). Όλα τα καλά, αγνά και αληθινά, που βλέπουμε στα παιδιά, πρέπει να τα μιμούμαστε, αλλά πιο πολύ πρέπει να μιμούμαστε την ταπείνωση τους. Αυτή η ταπείνωση που έχουν τα μικρά παιδιά, αυτή μας ανοίγει το δρόμο προς την Βασιλεία των Ουρανών. Και αν απουσιάζει αυτή και είμαστε υπερήφανοι και αλαζόνες, τότε η είσοδος σ’ αυτή είναι κλειστή για μας.
Ο απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Ρωμαίους γράφει το εξής: «Μη υπερφρονείν παρ’ ό δει φρονείν, αλλά φρονείν εις το σωφρονείν, εκάστω ως ο Θεός εμέρισε μέτρον πίστεως» (Ρωμ. 12, 3). Ο θείος Παύλος το λέει σε όλους εμάς. Βλέπετε ποιο είναι το κριτήριο και πώς πρέπει να φρονούμε για τον εαυτό μας; Σύμφωνα με το μέτρο της πίστεως που δόθηκε στον καθένα από τον Θεό. Αν περηφανευόμαστε για κάποια προσόντα ή ταλέντα που έχουμε, πέφτουμε έξω. Το μόνο αληθινό κριτήριο είναι η πίστη που δόθηκε στον καθένα από τον Θεό και η ταπείνωση που γεννά η αληθινή πίστη. «Μη γίνεσθε φρόνιμοι παρ’ εαυτοίς» (Ρωμ. 12, 16).
Το παράδειγμά μας να είναι Αυτός, που ενώ είναι ο Εξουσιαστής του κόσμου και Αϊδιος Υιός του Θεού, «εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. 2, 8).
Ας αποκτήσουμε την ταπείνωση. Η ταπείνωση μας κάνει να είμαστε σαν τα παιδιά. Αν δεν έχουμε ταπείνωση και δεν αρνηθούμε την υπερηφάνεια και τον εγωισμό, αν δεν ταπεινωθούμε και γίνουμε σαν τα παιδιά, δεν θα μπούμε στη Βασιλεία του Θεού. Αν δεν πούμε στον εαυτό μας: «Είσαι γεμάτος πάθη: υπερηφάνεια, ζήλεια, εγωισμό, είσαι ακάθαρτος, όλους τους ζηλεύεις και θεωρείς τον εαυτό σου ανώτερο»• αν δεν λέμε έτσι στον εαυτό μας, σημαίνει ότι δεν κάναμε ούτε ένα βήμα προς την Βασιλεία των Ουρανών. Μόνο τότε, όταν δηλαδή παραδεχόμαστε πως είμαστε τελείως άχρηστοι, μόνο τότε μπαίνουμε στο δρόμο που οδηγεί προς τον Ουρανό.
Υπήρχαν στη μονή της Όπτινα μεγάλοι και θεοφώτιστοι γέροντες. Ένας απ’ αυτούς, ο πατήρ Νεκτάριος, είχε μια φορά συζήτηση μ’ έναν άνθρωπο που είχε μεγάλη Ιδέα για τον εαυτό του. Και του είπε το εξής: «Ξέρεις ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το τίποτα, από τί-πο-τα», – και έκανε με το χέρι του μία χαρακτηριστική κίνηση. Από τίποτα αλλά τι ομορφιά υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο. Μέχρι να καταλάβεις ότι είσαι ένα τίποτα, μέχρι να το δεχθείς με ταπείνωση, μέχρι τότε δεν θα ενεργήσει μέσα σου η θεία χάρη και δεν θ’ αρχίσει να δημιουργεί μέσα σου κάτι καθαρό, καλό και ωραίο. Μόνο τότε, όταν με ειλικρίνεια θα πεις: «Ω, Κύριε μου, πραγματικά είμαι ένα τίποτα», – μόνο τότε θ’ αρχίσει ο Κύριος να δημιουργεί μέσα σου. Τότε θ’ ανθίσει στην ψυχή σου κάτι το ιερό, αγνό και όμορφο.
Έτσι λοιπόν! Αν δεν ταπεινωθούμε και γίνουμε σαν τα παιδιά, αν δεν αποκτήσουμε τη θεία και μεγάλη αυτή αρετή, που λέγεται ταπείνωση, δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στη Βασιλεία του Θεού. Να το θυμόμαστε αυτό. Ας χαράξουμε αυτό το λόγο του Χριστού βαθιά μέσα στην περήφανη καρδιά μας και ας αρχίσουμε το δρόμο της ταπείνωσης. Αμήν.