Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

31/7/12

ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ

Ἐπειδή ζοῦμε σέ μία δύσκολη ἐποχή, ὅπου οἱ σωματικές καί ψυχικές ἀρρώστιες βρίσκονται σέ ἔρξαρση, εἶναι ὠφέλιμο νά μιλήσουμε σήμερα καί νά ποῦμε δύο λόγια γιά τήν θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν. Ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή, ὁ ζωογόνος ἥλιος. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ σελήνη, οἱ δέ Ἅγιοι τά ἄστρα. Καί ὅπως ἡ σελήνη καί τά ἄστρα παίρνουν τό φῶς τους ἀπό τόν ἥλιο, κατά παρόμοιο τρόπο ἡ Παναγία καί οἱ Ἅγιοι παίρνουν τήν θαυματουργική χάρη καί δύναμη ἀπό τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο ἕνας στίχος ἀπευθυνόμενος στήν Παναγία λέει, χαῖρε ἀκτίς νοητοῦ ἡλίου. Ἡ Παναγία ἔχει τήν δύναμη, μπορεῖ καί θεραπεύει, ἐπιτελεῖ ἄπειρα θαύματα, θεραπεῖες καί ἰάσεις πολλῶν ἀσθενῶν. Ψάλλουμε στόν μικρό παρακλητικό κανόνα, τάς ἀσθενείας μου τῆς ψυχῆς ἰατρεύεις καί σαρκός τάς ὀδύνας, Παρθένε. Καί ἀλλοῦ πάλι λέμε, ἀπαλλαγή τῶν ἀσθενούντων ὑπάρχουσα, Θεοτόκε Παρθένε. Ὅλα αὐτά, μή λησμονοῦμε, γίνονται ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τήν δική του δύναμη. Ὁ Χριστός εἶναι ἐκεῖνος, πού μᾶς δίνει τά φάρμακα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Αὐτός μᾶς ἔδωσε τούς Ἁγίους καί τήν Παναγία Μητέρα του. Αὐτός μᾶς ἔδωσε καί τά φάρμακα, ἰατρούς καί ἐπιστήμας, ὅπως διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή. Τά διάφορα φάρμακα, πού κυκλοφοροῦν, δέν θά μποροῦσαν νά ὠφελήσουν, χωρίς τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τά ὑλικά φάρμακα, πού ὑπάρχουν στό ἐμπόριο, πολύ λίγο θά ἐπιδράσουν στόν ἄνθρωπο, ἄν δέν χρησιμοποιήσουμε καί τά πνευματικά φάρμακα, πού προσφέρει ὁ Χριστός. Τί θέλω νά πῶ; Στούς ἀνθρώπους, πού παθαίνουν ὑπερκόπωση συνιστᾶται σωματική ἀνάπαυση. Ἔχουν ὅμως ψυχική ἀνάπαυση; Τό σῶμα ἀναπαύεται στό κρεββάτι. Ἡ ψυχή ποῦ θά ἀναπαυθεῖ, ἀδελφοί μου; Αὐτήν τήν ἀνάπαυση τήν δίνει μόνο ὁ Χριστός. Αὐτήν τήν ἀνάπαυση θά τήν βροῦμε μόνο κοντά στό Χριστό. Αὐτός μᾶς εἶπε: Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς.Ἤ κάπου ἀλλοῦ, μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Λέει κάπου ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος: Γιά σένα μᾶς ἔπλασες, Κύριε, καί πουθενά δέν μπορεῖ νά ἀναπαυθεῖ ἡ ψυχή μας, ἄν δέν ἐπιστρέψει πάλι κοντά σου. Ξεκούραστη ψυχή καί ἀναπαυμένη βοηθάει πολύ τό ταλαιπωρημένο σῶμα. Τό χριστιανικό θάρρος βοηθάει πολύ τήν θεραπεία τῆς ἀρρώστειας. Ὁ γιατρός, ὅταν ἀρρωσταίνουμε, μᾶς δίνει φάρμακα. Ὅμως τήν καλή ἐπίδραση τῶν φαρμάκων, τό καλό ἀποτέλεσμα καί τήν ἐλπίδα τῆς γιατρειᾶς, τήν ὑπομονή στόν πόνο, μᾶς τά δίνει ὁ Χριστός. Πόσες φορές, ὅταν οἱ γιατροί μᾶς ἀπέλπισαν, διέγραψαν τόν ἀσθενῆ ἀπό τήν ζωή, δέν ἔδωσε ὁ Θεός τήν θεραπεία; Καί ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη συνηγορεῖ, ὅτι ὁ ἀσθενής θεραπεύεται μέ τά φάρμακα τῆς πίστεως.
Οἱ ψυχονευρώσεις εἶναι παθήσεις τῆς ψυχῆς, πού δέν βρῆκε τό δρόμο της. Καί ὁ δρόμος εἶναι ἕνας, αὐτός πού θά μᾶς φέρει κοντά στό Θεό. Ἕνας ἄλλος ἐπιστήμονας πάλι ἔλεγε: Τά νευρικά προβλήματα λύονται συχνά καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλο τρόπο μέ τήν χριστιανική πίστη. Διάβαζα ἀρκετά παλαιότερα σ ᾿ ἕνα ψυχιατρικό περιοδικό: Ἕνας ψυχικά ἀσθενής, πρέπει νά κάνει τοὐλάχιστον διακόσες ἐπισκέψεις στόν ψυχαναλυτή, γιά νά ἔχει κάποιο μικρό ὄφελος. Ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός πάει μιά φορά στόν πνευματικό καί ἐξομολογηθεῖ ταπεινά καί εἰλικρινά, θά ἔχει πολύ καλύτερα ἀποτελέσματα. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος γράφει καί συμβουλεύει στήν Καθολική του ἐπιστολή: Ἐάν κάποιος εἶναι ἄρρωστος, νά καλέσει τούς Ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας καί νά τοῦ κάνουν προσευχή. Νά τόν ἀλείψουν μέ λάδι, (ἐδῶ μιλάει γιά τό εὐχέλειο) καί ἡ προσευχή θά τόν σώσει, θά τοῦ δώσει τήν ὑγεία του. Ἔτσι λοιπόν καί στό Θεό θά ἐλπίζουμε, μά καί στόν γιατρό θά πᾶμε. Καί τά δύο θά κάνουμε. Δέν εἶναι ἀπιστία νά πηγαίνουμε στό γιατρό. Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τούς γιατρούς καί ὁρίζει καί νά τούς ἐπισκεπτώμαστε καί νά τούς τιμοῦμε. Καί ἡ προσευχή χρειάζεται καί ἡ ἰατρική. Καί τά φάρμακα τοῦ γιατροῦ θά πάρουμε καί τά φάρμακα τῆς Ἐκκλησίας θά χρησιμοποιήσουμε. Ἀγαπητοί μου, Ὅλοι μας κάποτε ἀρρωσταίνουμε καί, δόξα τῷ Θεῷ, πολλές φορές μᾶς δίνει τήν ὑγεία μας. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει τίς ἀσθένειες γιά δική μας πνευματική ὠφέλεια. Αὐτό ποτέ μή τό λησμονοῦμε. Ὁ κλονισμός τῆς ὑγείας μας ἤ ὁποιοσδήποτε ἄλλος πειρασμός, ἐπίσκεψη Θεοῦ εἶναι. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: Ὁ ἄρρωστος στό σῶμα εἶναι πιό ταπεινός στήν ψυχή. Ἡ ἀσθένεια γίνεται μέγας διδάσκαλος. Πρέπει ὅμως νά πηγαίνουμε στό γιατρό, γιατί τό σῶμα μας εἶναι τό ἐργαλεῖο, γιά νά ἐργασθοῦμε τίς ἀρετές τῆς ψυχῆς. Τό ἴδιο λέει καί ὁ Μέγας βασίλειος. Νά προσέχουμε τήν ὑγεία τοῦ σώματος, γιατί ἄν αὐτό ἀρρωστήσει, ἄν δέν πάει καλά, τότε δέν μποροῦμε νά κάνουμε τά πνευματικά μας καθήκοντα. Σέ κάθε δυσκολία μέ σταθερή πίστη ἄς καταφεύγουμε στήν Παναγία καί νά ζητοῦμε τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Νά γίνει γιά μᾶς ἕνας καλός γιατρός. Θερμή ἄς εἶναι ἡ ἱκεσία μας: Παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει. Ἀμήν.-

25/7/12

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 26~~~7

Η Αγία Παρασκευή έζησε πλησίον της Ρώμης, κατά την εποχή του Αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (138 - 161). Πατέρας της ήταν ο Αγάθωνας και μητέρα της η Πολιτεία. Οι γονείς της, πριν αυτή γεννηθεί, αντιμετώπιζαν προβλήματα γονιμότητας, γι’ αυτό και παρακαλούσαν τον Κύριο να τους χαρίσει ένα παιδί. Πράγματι, ο καλός Θεός εισάκουσε τις δεήσεις τους, δίνοντάς τους μία κόρη, την Παρασκευή. Η κόρη μεγάλωσε με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και σε νεαρή ηλικία διακρινόταν για το φυσικό της κάλλος και κυρίως για το μέγεθος της προσωπικότητάς της και το χρηστό της ήθος. Έτσι, όταν κοιμήθηκαν οι γονείς της, αυτή διαμοίρασε την κληρονομιά της και αφιερώθηκε στο ιεραποστολικό έργο. Στην πορεία της, όμως, βρήκε αντιμέτωπη την εβραϊκή συναγωγή. Οι Εβραίοι δεν αρέσκονταν στο γεγονός ότι η Εκκλησία θεμελιωνόταν ολοένα και περισσότερο, γι’ αυτό και αγανακτούσαν με την Παρασκευή, η οποία μιλούσε για τον Ιησού Χριστό τον Εσταυρωμένο. Για τον λόγο αυτό, λοιπόν, η Παρασκευή οδηγήθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου. Αυτός, αντικρίζοντας την φυσική της ομορφιά και αντιλαμβανόμενος την φρονιμότητά της τής είπε: «Αν θυσιάσεις στους θεούς, θα κερδίσεις πολλά· αλλιώς θα βασανισθεις». Τότε η Παρασκευή του απάντησε με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές: «Δεν θα αρνηθώ ποτέ το Χριστό. Οι θεοί σας είναι είδωλα. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, εκείνος που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη». Ο λόγος της έδωσε την αφορμή να την βασανίσουν. Της φόρεσαν πυρακτωμένη περικεφαλαία, λοιπόν, αλλά Χάριτι Θεού, η Αγία παρέμεινε αβλαβής. Το θαυμαστό αυτό σημείο, όμως, δεν προβλημάτισε τους βασανιστές. Τουναντίον έλιωσαν πίσσα και την έριξαν μέσα ενόσω ήταν καυτή, χωρίς, ωστόσο, η Παρασκευή να πάθει το παραμικρό. Εκείνος που τραυματίστηκε από την πίσσα ήταν ο Αυτοκράτορας, αφού ζεματιστές σταγόνες πίσσας επικάθησαν στα μάτια του, με αποτέλεσμα να χάσει το φως του. Το γεγονός αυτό συγκίνησε την Αγία, η οποία θεράπευσε τον Αυτοκράτορα. Αυτός, σαν βίωσε την ευεργεσία, απελευθέρωσε την Παρασκευή, ώστε αυτή να συνεχίσει το ιεραποστολικό της έργο. Βρισκόμενη σε μία άλλα πόλη, και ενώ κήρυττε τον Εσταυρωμένο Χριστό, οδηγήθηκε και πάλι ενώπιον του Ηγεμόνα της περιοχής. Όταν αυτός της πρότεινε να αρνηθεί την πίστη της, η Παρασκευή σημείωσε τον τύπο του τιμίου σταυρού στο σώμα της και ομολόγησε την πίστη της στον Ιησού Χριστό. Η τύχη της ήταν, πλέον, δεδομένη, από τη στιγμή που δεν αλλαξοπίστησε. Την έσυραν σε μία σπηλιά, όπου ζούσε ένα άγριο θηρίο για να την κατασπαράξει. Η ορμή του κατ’ επάνω της δεν στάθηκε ικανή να την λυγίσει, αφού με ένα μόνο φύσημά της το θηρίο έπεσε νεκρό. Το θαυμαστό αυτό γεγονός έγινε η αιτία να πιστέψουν και άλλοι άνθρωποι στο Χριστό, αλλά και της χάρισε ακόμη μία φορά την ελευθερία της να συνεχίσει το ιεραποστολικό της έργο, ωσότου φθάσει η ώρα του τελικού της μαρτυρίου. Πράγματι, η Αγία συνέχισε να μεταλαμπαδεύει το Ευαγγέλιο από πόλη σε πόλη, ώσπου την συνέλαβαν για ακόμη μία φορά. Και πάλι, όπως τις προηγούμενες φορές, η ιεραπόστολος Παρασκευή ομολόγησε με θάρρος την αγάπη και αφοσίωσή της στον θεάνθρωπο Χριστό, με αποτέλεσμα να υποστεί τα αναμενόμενα-προβλεπόμενα φρικτά βασανιστήρια. Όταν δε οι διώκτες διαπίστωσαν ότι με κανένα μέσο η Αγία δεν προδίδει την πίστη της έλαβαν την απόφαση όπως την θανατώσουν διά του αποκεφαλισμού. Έτσι η Παρασκευή αξιώθηκε να λάβει μόνιμα το αμαράντινο στεφάνι της θείας δόξας.

20/7/12

ΗΛΙΑΣ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ

Ο Ηλίας καταγόταν από τη Θίσβη της Μέσης Ανατολής. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια των βασιλιάδων Αχαάβ και Οχαζία μεταξύ 873 και 852 προ Χριστού. Είχε το χάρισμα του προ – φάναι, δηλαδή γνώριζε πράγματα πριν αυτά συμβούν. Ήταν δηλαδή Προφήτης. Έθεσε το χάρισμα και την ύπαρξή του στην υπηρεσία του Θεού. Είχε την προσωνυμία Ζηλωτής. Aσκησε δριμύτατο έλεγχο στον ασεβή βασιλιά Αχαάβ και στη γυναίκα του Ιεζάβελ, οι οποίοι προσπαθούσαννα καθιερώσουν την λατρεία του θεού Βάαλ, προαναγγέλλοντας σ' αυτούς τριετή ανομβρία. Προκαλώντας την οργή τους αναγκάστηκε να αποχωρήσει σε ερημική κοιλάδα κοντά στο χείμαρρο Χορράθ, όπου τρεφόταν με τροφή, που του προσκόμιζαν κοράκια. Στα Σαρεπτά πλήθυνε το ελάχιστο αλεύρι και λάδι της φτωχής χήρας που τον φιλοξένησε στο σπίτι της και ανέστησε, με την προσευχή του, το πεθαμένο παιδί της. Μετά τη λήξη της ανομβρίας κάλεσε στο Καρμήλιο όρος τον βασιλέα Αχαάβ και τους ιερείς του θεού Βάαλ και τους καταντρόπιασε κατεβάζοντας με την προσευχή του φωτιά από τον ουρανό. Διωγμένος και πάλι από την Ιεζάβελ κατέφυγε στο όρος Σινά (Χωρήβ), όπου εμφανίστηκε σ’ αυτόν ο Θεός «εν οράματι» και του αποκάλυψε την Θεία Φύση. Ενώ συνομιλούσε με τον Ελισσαίο τον μαθητή και διάδοχό του, αρπάχτηκε ξαφνικά από πύρινο άρμα και αναλήφθηκε «ως εις ουρανόν», όπου τον μετέθετε ζωντανό ο Θεός. Ο Ηλίας υπήρξε σε όλη την διάρκεια του βίου του πολύ δραστήριος, με φλογερή ψυχή και καρδιά τολμηρή. Με ακλόνητη πίστη, στον Ένα και Μοναδικό Θεό με αξιοθαύμαστο θάρρος και με εξαιρετικό ζήλο, διεξήγαγε σκληρό αγώνα για να επαναφέρει τους συνανθρώπους του στη πίστη και λατρεία του Αληθινού Θεού σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από την προσήλωση των ανθρώπων σε ειδωλολατρικές θεότητες και ανηθικότητα. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του Προφήτη αυτού όμως, εκείνο που τον σφράγισε, είναι η μοναξιά του, η μοναχικότητα του. Στο πρώτο κάθισμα της Λιτής του Εσπερινού της Εορτής του Προφήτη Ηλία ψάλλεται: "Ηλίας ο ζηλωτής και των παθών αυτοκράτωρ ... ούτος γαρ εν σώματι άγγελος και άσαρκος άνθρωπος δέδεικται τοις κατορθώμασιν ...";. Ο αληθινός Ζηλωτής είναι εκείνος που μπορεί να κυβερνά τα πάθη του και όχι αυτός που άγεται και φέρεται από αυτά Κάποιες απο τις αρχικές του ενέργειες ήταν βίαιες και ανεξάρτητα από την καλή του πρόθεση έκανε κάποιες φορές κακό. Ο Θεός που του φανερώθηκε στο όρος Χωρήβ του Σινά, τον επέπληξε και του έδωσε να καταλάβει ότι έκανε λάθος με το παράδειγμα του δυνατού αέρα, του σεισμού, της φωτιάς και της λεπτής αύρας, φανερώνοντάς του ότι: ο Θεός δεν βρίσκεται ούτε στον δυνατό άνεμο, ούτε στον σεισμό και την φωτιά, αλλά "εν τη φωνή της λεπτής αύρας", δηλαδή ο Θεός δεν αγαπά την ένταση και την βία, αλλά την ηρεμία, την ειρήνη, την προσφορά και την πραότητα. Αληθινοί ζηλωτές είναι αυτοί που συνδυάζουν, όπως ο Προφήτης Ηλίας, τον ζήλο και την αγάπη προς τον Θεό με την προσευχή και την ησυχαστική ζωή. Αυτοί που αποφεύγουν τις ακρότητες, αφού βιώνουν την ταπείνωση του Χριστού και την εσωτερική ειρήνη. Αυτοί που αισθάνονται πραγματικά και αληθινά την παρουσία του Θεού "εν τη φωνή της λεπτής αύρας"!!!

14/7/12

ΥΜΕΙΣ ΕΣΤΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Υμείς εστέ το φως του κόσμου». Αγαπητοί μου αδελφοί, Ο των όλων Κύριος, ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού δεν ήλθε να καταλύσει τον Παλαιό Νόμο, τον Νόμο πού έδωκε ο Θεός Πατέρας μας στον Μωυσή επάνω στο Θεοβάδιστο όρος του Σινά, αλλά ήλθε με δική του συγκατάβαση να τον «πληρώσει», να τον τελειοποιήσει: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον Νόμο ή τους Προφήτας ούκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι». Μ’ αυτά τα αδιάψευστα Θεία λόγια προς τους μαθητές του ο Κύριος διατρανώνει τον σκοπό της εν τω κόσμω παρουσίας του και συνάμα αποκαλύπτει το μέγα και σωτήριο έργο του, το οποίο καταγράφεται στο Άγιο Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο, ο λόγος του Ιησού Χριστού, χθές και σήμερα το αυτό και στους αιώνες, δεν επιδέχεται καμία μα καμία προσθαφαίρεση, «ιώτα έν ή μία κεραία ου μή παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται». Ο Νόμος της Χάριτος, ο Νόμος του Ιησού Χριστού, πού είναι φώς, ζωή και αλήθεια, δεν δέχεται ουδεμία τροπή, ουδεμία αλλοίωση, διότι η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο. Αυτή η χάρις, αυτή η αλήθεια, αυτό το φώς μεταλαμπαδεύτηκε εν Αγίω Πνεύματι στους Αγίους και Θεοκηρύκους Αποστόλους και δι αυτών στον άνθρωπο της κάθε εποχής, ο οποίος πλάστηκε παρά του Θεού Πατρός των Φώτων «βραχύ τι παρά αγγέλους δόξη και τιμή εστεφανωμένος», να είναι τηρητής του νόμου της χάριτος αλλά και συγχρόνως να εφαρμόζει, προς ίδιον όφελος της ψυχής του, τα του Ευαγγελίου Θεία διδάγματα. Δυστυχώς, όμως, κατά καιρούς πολλοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι σοφοί και επεχείρησαν να αντιτάξουν διηγήσεις ξένες προς την Ευαγγελική αλήθεια, ξένες προς τα όσα ωραία, όσα αληθή, όσα σεμνά παρέδωκαν οι Άγιοι Απόστολοι. Αυτές τις κακόδοξες διδασκαλίες έρχεται η Αγία του Χριστού Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική με τους Αγίους Πατέρες της τετάρτης εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, εν Αγίω Πνεύματι, να αναιρέσει και να καθορίσει μια για πάντα την καθαρή και Ουράνιο διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και των Θεοκηρύκων Αποστόλων. Η Χριστιανική Θρησκεία του Γλυκυτάτου Ιησού, η Θρησκεία της αγάπης και της απολύτρωσης, πολεμήθηκε δεινώς και υπούλως από σχίσματα, αιρέσεις και κακοδοξίες, οι οποίες διεστρέβλωναν την αλήθεια και προσπάθησαν να διαφθείρουν ακόμη και αυτό το Θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Και όμως, «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν» την Εκκλησία του Χριστού. Η Εκκλησία του Εσφαγμένου Αρνίου της Αποκαλύψεως, η Εκκλησία του Ιησού Χριστού πάντοτε πολεμουμένη νικούσε. Οι Άγιοι Πατέρες, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου, τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, οι πολύφωτοι αστέρες του νοητού της Εκκλησίας στερεώματος με λόγια και έργα αγωνίστηκαν και νίκησαν τους βαρείς λύκους, τους ασεβείς του Πνεύματος περιφρονητές. Με τους δύο τόμους της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου οι εξακόσιοι τριάκοντα θεοφόροι Πατέρες ανέπτυξαν και καθιέρωσαν το δόγμα της αληθούς Πίστης, και περιχαράκωσαν την Εκκλησία και απομάκρυναν τους βαρείς και λυσώδεις λύκους , Σεβήρο , Διόσκουρο , Ευτύχιο ,Νεστόριο και την αυτών χορία. «Η Σοφία ωκοδώμησε εαυτήν οίκον και υπείρησε στύλους επτά». Οι μεγαλώνυμοι της Εκκλησίας Πατέρες, «στόμα του Θεού γενόμενοι» ως ποταμοί καλλίρροοι πότισαν το αγλαόκαρπο δένδρο, την Εκκλησία του Χριστού, με την σοφία και την διδασκαλία τους και απέδειξαν θεοπνεύστως την αλήθεια, «εν δύο ταις θελήσει και φύσεσι Πανάμωμε, μιά δε τη υποστάσεσει, τίκτεις Θεόν απορρήτως, τον δι ημάς πτωχεύσαντα, μέχρι Σταυρού θελήματι». Η Αγία Εκκλησία, σήμερα, από περάτων έως περάτων της Οικουμένης τιμά και γεραίρει την μνήμη των Αγίων Πατέρων της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου και προβάλει αυτούς προς μίμηση. Κάθε χριστιανός οφείλει, λοιπόν, να αγωνίζεται υπέρ της αληθείας και να λάμπει ως φώς κατά την αρετή: «υμείς εστέ το φώς του κόσμου». «Σείς», λέγει ο Κύριος στους μαθητές του, «είστε το φώς του κόσμου», το φώς των εν σκότει και σκιά καθημένων. Ο Χριστιανός φωτιζόμενος με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος γίνεται δοχείο της Χάριτος Αυτού και περιχαρακωμένος με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, δυναμώνει στην πίστη και στην κατά Χριστό ζωή και τελειοποιείται σ’ άνδρα τέλειο εντός της Εκκλησίας, της μοναδικής πηγής σωτηρίας. Ο αληθινός Χριστιανός οφείλει να είναι το «φως του κόσμου - το άλας της γής», και, όπως ο λύχνος φωτίζει και το αλάτι συντηρεί τις υλικές τροφές, έτσι και ο Χριστιανός πρέπει να φωτίζει με την αγία του ζωή και να συντηρείται πνευματικά με τον Ουράνιο Άρτο, την τροφή του παντός κόσμου, τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος εκουσίως έγινε Θύμα και Θύτης από αγάπη προς το άνθρωπο, τον άνθρωπο της κάθε εποχής. Αδελφοί μου, Άς πράττουμε, λοιπόν, έργα αγάπης, έργα δικαιοσύνης και ας μας φωτίζει πάντοτε στην ζωή μας το Φώς της Ζωής, ο Κύριος της Δόξης Χριστό και τότε θα είμαστε μακριά από κάθε αιρετική διδασκαλία και θα μας πληρεί η χάρις και το έλεος της ευσπλαχνίας Του, του υπέρ ημών πτωχεύσαντος Θεανθρώπου. Γεγονός είναι ότι, η αίρεση και η ψευδή διδασκαλία, από όπου και να προέρχονται, σκοπό έχουν να μας απομακρύνουν από την Εκκλησία του Θεανθρώπου Ιησού, να δηλητηριάσουν την ψυχή μας και μας οδηγήσουν στον πνευματικό θάνατο, δηλαδή στον χωρισμό μας από την αγκαλιά του Θεού Πατρός, παρά του Οποίου πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον. ΑΜΗΝ.

10/7/12

ΑΝΤΙΛΑΒΟΥ , ΣΩΣΟΝ , ΕΛΕΗΣΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑΦΥΛΑΞΟΝ ΗΜΑΣ , Ο ΘΕΟΣ ΤΗ ΣΗ ΧΑΡΙΤΙ

Η ιερή τελετουργία έχει μια δραματική κίνηση. Αρχίζει και προχωρεί προοδευτικά, για να φτάσει σ’ ένα ύψιστο σημείο, απ’ όπου πάλι, σαν και να κατεβαίνει, φτάνει στο τέλος. Όλη η ακολουθία της θείας Λειτουργίας είναι μια ιερή πραγματικότητα, ζωντανή και κινούμενη. Δεν είναι βέβαια θέατρο η τελετή της θείας Λειτουργίας. Αυτό δεν μπορούμε να το πούμε, γιατί είναι βλασφημία, μα έχει πραγματικά μια δραματική κίνηση. Η θεία Λειτουργία, σαν τελετουργικό κείμενο, είναι ένα κείμενο ποιητικό και δραματικό. Πιο ζωντανά λοιπόν τώρα, συμπληρώνοντας την προηγούμενη δέηση, αλλά και συγκεφαλαιώνοντας όλες τις δεήσεις που έγιναν, η λειτουργική σύναξη δέεται· «Αντιλαβού, σώσον, ελέησον και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη ση χάριτι». Το νέο που κομίζει ο Ιησούς Χριστός στον κόσμο είναι η χάρη. Το χαροποιό μήνυμα του Ευαγγελίου και το μυστήριο της Εκκλησίας είναι η χάρη. Ό,τι έχει η «καινή κτίσις», που δεν υπάρχει στον παλαιό κόσμο, είναι η χάρη. Βασίλειο της χάρης είναι η βασιλεία των ουρανών. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο προοίμιο του Ευαγγελίου του επιγραμματικά σε δύο προτάσεις, μας λέει για τη χάρη και την αλήθεια του Ιησού Χριστού σε σχέση με τον Μωυσή και το νόμο. «Ο νόμος διά Μωϋσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο»· ο Μωυσής και ο Χριστός, ο νόμος και η χάρη, η πα­λαιά και η καινή Διαθήκη. Αλλά και κάτι άλλο, μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «εδόθη» και το «εγένετο»· ο νόμος του Μωυσή είναι παράδοση εντολής, η χάρη του Ιησού Χριστού είναι πράξη σωτηρίας. «Η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο» θα πει πως ο Ιησούς Χριστός, «ιερεύς εις τον αιώνα», ιερούργησε και ιερουργεί, ώστε να είναι πια παντοτινό σε μας γεγονός η αλήθεια του Ευαγγελίου και η χάρη της σωτηρίας. Αυτά τα δύο είναι το ίδιο· η αλήθεια του Ευαγγελίου είναι ή χάρη της σωτηρίας, και η χάρη της σωτηρίας είναι η αλήθεια του Ευαγγελίου. Η σωτηρία του ανθρώπου είναι χάρη και δωρεά του Ιησού Χριστού. Ο απόστολος Παύλος το υπερτονίζει ότι «χάριτί έστε σεσωσμένοι», είσαστε σωσμένοι με τη χάρη. Αυτό, θα πει πως μήτε με τα έργα μήτε με την αρετή του, όση κι αν είναι, σώζεται ο άνθρωπος, αλλά με τη χάρη του Θεού, που είναι ο Σταυρός και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Σωτηρία είναι να ξαναγίνει ο άνθρωπος παιδί του Θεού· να ξαναβρεί τη θέση του απέναντι στο Δημιουργό του, που την έχασε εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος· να λυτρωθεί από το βάρος της αμαρτίας, που πιέζει την ψυχή του· να ζήσει τη χαρά της δικαίωσής του από την καταδίκη του στο θάνατο. Η σωτηρία, μ’ ένα λόγο, είναι «Άφεσις αμαρτιών και ζωή αιώνιος», χαρά ανεκλάλητη και δοξασμένη, που την προγεύονται και τη ζουν οι πιστοί μέσα στη ζωντανή προσδοκία της ένδοξης αποκάλυψης του Ιησού Χριστού. Οι πιστοί, γράφει ο απόστολος Πέτρος, είναι οι άνθρωποι, που τους φυ­λάει η δύναμη του Θεού για τη σωτηρία, που είναι έτοιμη να φανερωθεί στον έσχατο καιρό. Σωτηρία είναι να γίνει ο άνθρωπος Θεός με τη χάρη του Θεού. Όχι μόνος του· όχι βγάζοντας το Θεό από τη ζωή του για να πάρει τη θέση του. Αλλά με τη χάρη του Θεού, που είναι ο Ιησούς Χριστός και το απολυτρωτικό του έργο, ο Θεός που έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος θεός. Πώς μπορούμε όλα αυτά, που είναι το κήρυγμα των Αποστόλων και η διδασκαλία των Πατέρων, πώς μπορούμε να τα εκφράσουμε και να τα διατυπώσουμε καλύτερα, πιο απλά και πιο σωστά; Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει τρόπος, γιατί όλα αυτά ή τα ζει κανείς ή δεν τα ζει. Δεν είναι συμπεράσματα κάποιων συλλογισμών, αλλά μια βαθειά εμπιστοσύνη, με την οποία ακούει ο άνθρωπος το Θεό να του μιλάει στις Γραφές και να τον διδάσκει η Εκκλησία. Πρέπει να ζεις την τραγικότητα της αμαρτίας, όσο πιο πολύ είσαι άγιος, για να καταλάβεις τί είναι η σωτηρία και ότι η σωτηρία δεν είναι παρά χάρη του Θεού. Μέσα σ’ αυτή τη ζωηρή αίσθηση της αμαρτίας και της σωτηρίας, η Εκκλησία στη θεία Λειτουργία δέεται και παρακαλεί·«Αντιλαβού, σώσον, ελέησον και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη ση χάριτι». Από το ένα μέρος μας απειλούν οι συνέπειες της αμαρτίας κι από το άλλο μας ενισχύει η προσδοκία της σωτηρίας, η εμπιστοσύνη μας στη χάρη του Θεού. Σε μια τελευταία τώρα δέηση, στην οποία μιλάμε πρόσωπο με πρόσωπο στο Θεό, παρακαλούμε να μας βοηθήσει και να μας φυλάξει μέσα σε όλα, για τα οποία τον παρακαλέσαμε ως τώρα, να μας ελεήσει και να μας σώσει. Όχι με άλλο μέσο και για άλλη αιτία, αλλά με τη χάρη του, που είναι και η σοφία του και η δύναμή του. Η χάρη του Θεού είναι η αγάπη του για μας, και επειδή μας αγαπάει γι’ αυτό ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος μέσα σε όσα κάνει για να μας σώσει. Όχι, επειδή είναι σοφός και δυνατός, μας σώζει με τη χάρη του, αλλ’ επειδή μας αγαπά και θέλει, γι’ αυτό ξέρει κάθε τρόπο κι έχει όλη τη δύναμη να μας σώσει. Το «ελέησον» είναι η φωνή του λαού, που αποκρίνεται σε κάθε δέηση του ιερέα με το «Κύριε ελέησον». Τώρα την παίρνει ο λειτουργός ιερέας κι είναι σαν και να λέει στο Θεό. «Ναι, Κύριε, ελέησέ μας, καθώς με μια φωνή σε παρακαλεί όλη η σύναξη. Σε άλλο δεν ελπίζουμε παρά μόνο στο έλεός σου, να μας λυπηθείς και να μας σώσεις». Και το «σώσον» είναι κάτι άλλο και περισσότερο από το «αντιλαβού» και το «διαφύλαξαν». Ο λειτουργός ιερέας στην τελευταία αυτή δέηση, που καθώς είπαμε συγκεφαλαιώνει όλες τις προηγούμενες δεήσεις, είναι σαν και να λέει στο Θεό. «Βοήθησέ μας σε όσα σε παρακαλούμε, για την ειρήνη, για το ναό μας, για τους ευσεβείς χριστιανούς, για τον κλήρο και το λαό, για την πόλη μας, για την καρποφορία της γης· και φύλαξέ μας σε όλες τις περιστάσεις και τις θλίψεις του βίου μας. Και μέσα σε όλα αυτά σώσε μας με τη χάρη σου και γλύτωσέ μας από τον αντίδικο της σωτηρίας μας. Όχι μόνο φύλαξέ μας και διατή­ρησέ μας σε τούτον εδώ τον βίο, αλλά και σώσε μας και χάρισέ μας την άλλη ζωή». Δεν μπορεί να λείψει από την πίστη της Εκκλησίας κι από τη θεία Λειτουργία η ελπίδα και η προσδοκία της μέλλουσας ζωής. Το τέλος κι ό σκοπός της πίστεως είναι η σωτηρία, δηλαδή η μέλλουσα και αιώνιος ζωή. Ο απόστολος Πέτρος το γράφει καθαρά· «κομιζόμενοι το τέλος της πίστεως ημών σωτηρίαν ψυχών». Όλα τα άλλα καταντούν μάταια και παίρνουν μόνο ένα ανθρώπινο και κοινωνικό νόημα, χωρίς την ελπίδα της σωτηρίας. Τότε αληθεύει ο λόγος εκείνος του αποστόλου Παύλου, ότι «ει εν τη ζωή ταύτη ελπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνον, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν»· αν μόνο γι’ αυτήν εδώ τη ζωή πιστεύομε και ελπίζουμε στο Χριστό, τότε είμαστε οι πιο αξιολύπητοι απ’ όλους τους ανθρώπους. Ίσως είναι ανάγκη στον καιρό μας περισσότερο από άλλοτε να τονίζεται αυτή η αλήθεια, γιατί το κήρυγμα κι η αλήθεια του Ευαγγελίου πάει να καταντήσει μια απλή κοινωνική διδασκαλία και πολλοί, άντε να μιλάνε για Θεολογία, προτιμούν να λένε τώρα για Κοινωνιολογία. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο δεν έχουν πια κανένα νόημα η σύναξη της Εκκλησίας και ο σκοπός της θείας Λειτουργίας. Αλλά η Εκκλησία, καθώς ακριβώς φαίνεται στη θεία Λειτουργία, χωρίς να αγνοεί τον βίο, μέσα από τον βίο μας οδηγεί στη ζωή, «προς την μέλλουααν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς»· στη δόξα, που μέλλει να μας φανερωθεί. Η ζωή του πιστού είναι η ζωή της χάρης του Θεοί επάνω του. Ο αληθινός πιστός είναι ο χαριτωμένος άνθρωπος. Εδώ βέβαια γεννιούνται κάποια ερωτήματα. Ποιά είναι η θέληση του ανθρώπου μέσα στη θεία χάρη; Ποιά είναι τα όρια της ελευθερίας του ανθρώπου μέσα στη βουλή του Θεού; Γιατί η βουλή του Θεού είναι «πάντας αν­θρώπους σωθήναι», να σωθούν με τη χάρη του όλοι οι άνθρωποι. Μπορούμε επιγραμματικά να πούμε ότι ο Θεός θέλει να σωθούν όλοι και σώζονται όσοι θέλουν. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής το διατυπώνει έτσι, ότι ο άνθρωπος σώζεται «διά της χάριτος του Θεού και διά της οικείας φιλοπονίας και σπουδής». Πάει να πει πως το έργο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται από την συνεργασία του ανθρώπου· εκείνο που δίνει έτοιμο ο Θεός να απλώσει ο άνθρωπος και να το πάρει. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο μόνος του, αλλά δεν μπορεί να τον σώσει μόνος του· έτσι κανένας δεν είναι που θέλει να σωθεί και δεν σώζεται. Μ’ αυτή την πίστη και την βέβαιη ελπίδα στη λειτουργική της σύναξη η Εκκλησία συγκεφαλαιώνει τις δεήσεις της Μεγάλης Συναπτής και παρακαλεί· «Αντιλαβού, σώσον, ελέησον και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη ση χάριτι». Αμήν.