Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

14/3/19

«Μετάνοια είναι η άλυπη στέρηση κάθε σωματικής παρηγοριάς»\\\.ΔΑΚΡΥΑ \\

Τί θαυμαστό!
 Εκείνοι που από φυσική κλίση χύνουν ποτάμια τα δάκρυα, άκοπα, άσκοπα και ανώφελα, καθώς κι εκείνοι που τα χύνουν από κάποιαν αμαρτωλή παρόρμηση, όταν θελήσουν να κλάψουν θέαρεστα, διαπιστώνουν ότι μέσα του δεν μπορεί να τρέξει ούτ' ένα δάκρυ.
 Αυτό δείχνει ότι τα δάκρυα τα πνευματικά είναι θεϊκά δώρα.
 Και για να τ' αποκτήσει κανείς,
 πρέπει πρώτα να αποκτήσει τον φόβο του Θεού και την μετάνοια.
Αιτία των δακρύων είναι η διαπίστωση και η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας.
 «Τα μάτια μου βυθίστηκαν σε ποταμούς δακρύων, γιατί δεν τήρησα τον νόμο Σου»,
 λέει ο άγιος προφήτης Δαβίδ.
 Αιτία των δακρύων είναι η συναίσθηση της πνευματικής πτωχείας.
 Η πνευματική πτωχεία, όντας αυτή καθεαυτή μακαριότητα, γεννά άλλα μακαριότητα, το πένθος, που τρέφει, συντρέχει και δυναμώνει τη μητέρα του.
 «Δεν προέρχεται το πένθος από τα δάκρυα, αλλά τα δάκρυα από το πένθος», λέει ο όσιος Ιωάννης ο προφήτης.
 «Αυτός που βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε ανθρώπους,
 αν κόβει το θέλημά του και δεν εξετάζει τα πταίσματα των άλλων, αυτός αποκτά το πένθος.
 Και το πένθος τον βοηθάει να συγκεντρώνει τους λογισμούς του.
 Και όταν συναχθούν και ελεγχθούν οι λογισμοί, γεννούν την κατά Θεόν λύπη.
 Και η λύπη γεννά τα δάκρυα».
Τα δάκρυα, ως δώρο Θεού, είναι γνώρισμα θείου ελέους, όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος:
 «Τα δάκρυα, που παρουσιάζονται κατά την προσευχή, είναι σημείο του ελέους του Θεού, το οποίο αξιώθηκε η ψυχή με τη μετάνοιά της, και σημείο του ότι η μετάνοια έγινε δεκτή και άρχισε να εισέρχεται με τα δάκρυα στην πεδιάδα της καθαρότητας.
 Αν οι λογισμοί δεν απαλλαγούν από τα πρόσκαιρα πράγματα και δεν πετάξουν από πάνω τους την ελπίδα του κόσμου, αν δεν κινηθεί απ' αυτούς η περιφρόνηση για τον κόσμο και δεν αρχίζουν να ετοιμάζουν αγαθά εφόδια για την έξοδό του απ' αυτόν τον κόσμο,
 αν δεν αρχίσουν να κινούνται στην ψυχοί λογισμοί για τα εκεί πράγματα, τα μάτια δεν μπορούν να δακρύσουν».

Όποιος απέκτησε τη γνώση της αμαρτωλότητάς του, όποιος απέκτησε τον φόβο του Θεού,
 όποιος απέκτησε τα αισθήματα της μετάνοιας και του πένθους, πρέπει, με επιμελή προσευχή, να ζητήσει από τον Θεό το δώρο των δακρύων.
 Έτσι και η Ασχά, η κόρη του Χαλέβ, όταν παντρεύτηκε και πήγαινε στο σπίτι του συζύγου της καθισμένη σ' ένα γαϊδουράκι, με στεναγμούς και λυγμούς άρχισε να παρακαλάει τον πατέρα της: «Με πάντρεψες στην κατάξερη γη του ΄ντου! Δώσ' μου, λοιπόν, προίκα ένα ευλογημένο χωράφι, δώσ' μου ένα που να είναι πλούσιο σε νερά!»
 Και ο Χαλέβ εκπλήρωσε την επιθυμία της κόρης του.
 Οι άγιοι πατέρες στο πρόσωπο της Ασχά βλέπουν την ψυχή, καθισμένη σαν σε γαϊδουράκι στίς άλογες απαιτήσεις της σάρκας.
 Η ξερή γη συμβολίζει την πνευματική εργασία υπό την καθοδήγηση του φόβου του Θεού.
 Και το ότι με στεναγμούς και λυγμούς ζητούσε από τον πατέρα της γη πλούσια σε νερά,
 σημαίνει ότι πρέπει με στεναγμούς και πόνο καρδιάς να ζητάει κάθε ασκητής το χάρισμα των δακρύων από τον Θεό.
Εκτός από την προσευχή, για να λάβουμε το χάρισμα των δακρύων, είναι απαραίτητος και ο προσωπικός μας αγώνας.
 Ο αγώνας αυτός προηγείται των δακρύων αλλά και τα ακολουθεί.
 Ο αγώνας που προηγείται των δακρύων αποτελείται από τη διακριτική εγκράτεια τροφών και ποτών, τη διακριτική αγρυπνία, την ακτημοσύνη, την απομάκρυνση της προσοχής μας απ' όλα όσα μας περιβάλλουν και την αυτοσυγκέντρωση.
 Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει: «Μετάνοια είναι η άλυπη στέρηση κάθε σωματικής παρηγοριάς».
 Ο προφήτης Δαβίδ περιγράφει την κατάσταση του ανθρώπου που πενθεί με τούτα τα λόγια: «Μαράθηκα σαν το χορτάρι και στέγνωσε η καρδιά μου, γιατί (από την πολλή θλίψη) ξέχασα να φάω και ψωμί μου. 
Από τους γοερούς στεναγμούς μου τα κόκαλά μου κόλλησαν στο δέρμα μου.
 Κατάντησα σαν τον ερημικό πελεκάνο, έγινα σαν το νυχτοπούλι (που κρώζει πένθιμα) στα χαλάσματα.
 Άγρυπνος μένω, κι έγινα σαν το μοναχικό σπουργίτι πάνω στη στέγη.
 Με χλευάζουν ολημερίς οι εχθροί μου και ορκίζονται τώρα εναντίον μου όσοι άλλοτε με παίνευαν. Στάχτη αντί για ψωμί τρώω και το νερό, που πίνω, το ανακατεύω με τα δάκρυά μου».

23/2/19

Είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη…


    
Οπωσδήποτε  μας κάνει μεγάλη εντύπωση η πορεία του ασώτου υιού, δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στον υιό παρά στον πατέρα που μας παρουσιάζει η παραβολή.
 Όμως είναι τόσο παρήγορα τα λόγια και το δίδαγμα που μας δίδει ο Κύριος που πολύ συχνά θα έπρεπε να την έχουμε στο μυαλό μας και να παραδειγματιζόμαστε..

    «Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς», και εξακολουθούσε να έχει δύο υιούς, όμως τα δύο αυτά παιδιά ακολούθησαν διαφορετικούς και παράλληλους δρόμους.
 Παιδιά του ήταν και τα δύο.
 Ό ένα, ο νεότερος του ζήτησε «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» και έφυγε μακριά… από το σπίτι του, από τον πατέρα του, από την οικογένεια, από τους φίλους, από τη σιγουριά για να ζήσει όπως εκείνος νόμιζε καλύτερα.
 Ο πατέρας όμως τον νιώθει παιδί του, παρότι το παιδί του το σπλάχνο του δεν έπραξε όπως θα έπρεπε και τον στενοχώρησε.
 Ο πατέρας όλο τον σκέπτεται και τον περιμένει. 
Μήνυμα κανένα δεν έχει έρθει που να λέει ότι θα έρθει ο γιός του, όμως εκείνος τον περιμένει να γυρίσει.
 Το μυαλό του, η καρδιά του είναι στο χαμένο του παιδί, κοιτάζει προσεχτικά το δρόμο, μήπως και τον δει να έρχεται.
 «Έτι αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού». Και τι κάνει;
 Αρχίζει να φωτίζεται όλος, μα μάτια του ανοίγουν, ένα χαμόγελο ανθίζει στο πρόσωπο του μόλις αντικρίζει τη μορφή του χαμένου παιδιού του.
 Ο πατέρας δεν δυσκολεύεται να τον αναγνωρίσει παρόλο που είναι παραμορφωμένος από τις στερήσεις και τυλιγμένος μέσα στα κουρέλια.
    Πόσο καταπληκτική είναι αυτή η σκηνή!
 Ένας πατέρας, ηλικιωμένος  πλέον, να περιμένει να επιστρέψει το παιδί του.
 Η Αγάπη που περιμένει, δεν σβήνει και δεν λησμονιέται, αλλά περιμένει να δείξει όλη την αγάπη και την στοργή.
 Ο Κύριος αυτό το βεβαιώνει: «ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν».
    Ο άσωτος γιος δεν απελπίστηκε.
 Αυτή η πίστη και η πεποίθηση στην αγάπη του Θεού Πατέρα ήταν στην καρδιά του νέου έστω και αν από πριγκιπόπουλο κατάντησε χοιροβοσκός.
 Το όραμα του στοργικού πατέρα που τον περίμενε, η σκέψη ότι «πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι;»,
 ήταν τα κίνητρα προς τη μεγάλη, την ηρωική απόφαση:
 «αναστάς  πορεύσομαι προς τον πατέρα μου!».
     Αγαπητοί μου, αδελφοί.
Ας φωλιάσει και στις δικές μας καρδιές η μεγάλη αυτή πεποίθηση!
 Να είναι πάντα ζωντανή μπροστά μας η μεγάλη αλήθεια, ότι, κι’ όταν για οποιονδήποτε λόγο ακολουθούμε τα ίχνη του νεότερου γιού, εξακολουθούμε να είμαστε παιδιά του Θεού!
 Και ότι ο στοργικός Πατέρας, μας περιμένει να αποτινάξουμε το λήθαργο της αμαρτίας.
 Και να γυρίσουμε πίσω στο θείο προορισμό μας.
    Συχνά όμως λησμονούμε αυτή την αλήθεια.
 Πέφτουμε στην απαισιοδοξία.
 «Δεν γίνεται τίποτα με μένα!». 
 Όμως ποτέ σε καμιά ψυχή, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, εφ’ όσον δεν έφθασε στην πώρωση, δεν κόβεται οριστικά η επικοινωνία με τον Θεό.
 Μόνο που η ομίχλη της αμαρτίας την δυσκολεύει.
 Πρέπει αυτή να φύγει για να δούμε τον Πατέρα που μας περιμένει.
 Που μας παρακολουθεί κι όταν εμείς παραβαίνουμε το νόμο Του.
    Αυτό είναι το μεγάλο κίνητρο προς τη μετάνοια, την επιστροφή:
 Η πίστη πως όταν απλώσουμε σ’ Αυτόν τα χέρια μας θα δούμε ότι Αυτός πρώτα έχει απλώσει προς εμάς τα δικά Του παντοδύναμα χέρια.     Αμήν!

14/2/19

Ἐκεῖνο τὸ παντοδύναμο «γενηθήτω».

Φαίνεται κάποτε ὁ ἄνθρωπος δυνατός.
 Ἐπιχειρεῖ ἐγ­χειρήματα μεγάλα καὶ πετυχαίνει.
 Σχεδιάζει ἔργα θαυμαστὰ καὶ τὰ πραγματοποιεῖ.
 Προσπαθεῖ νὰ δαμάζει τὶς δυνάμεις τῆς φύσεως, νὰ ἀλλάζει τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς,
 νὰ ἐπινοεῖ νέους τρόπους ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πλούτου τῆς γῆς, καὶ τὸ κατορθώνει.
 Δυνατὸς ὁ ἄνθρωπος!
Πολὺ συχνὰ ὅμως ἀποδεικνύεται τελείως ἀδύνατος.
 Ὅταν ἕνα ἀδιόρατο μικρόβιο τὸν ἐξαντλεῖ τελείως.
 Ὅταν μία ἀποτυχία στὰ σχέδιά του τὸν ἀπογοητεύει πλήρως.
 Ὅταν ἡ κακία τῶν συν­ανθρώπων του τὸν σημαδεύει καὶ τὸν ἐξουθενώνει.
 Ὅ­ταν δὲν μπορεῖ νὰ διαχειρισθεῖ τὶς ψυχικές του καταστάσεις καὶ νὰ ξεπεράσει τὸν ἑαυτό του.
 Ὅταν ἕνας σεισμὸς σωριάζει σὲ ἐρείπια τὰ ἔργα του.
 Ὅταν ὁ θάνατος κόβει ἀναπάν­τεχα τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του.
Ναί!
 Εἶναι πλῆθος οἱ περιστάσεις ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε μικροὶ καὶ ἀδύναμοι, ἀνήμποροι νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὶς μικρὲς δυσκολίες τῆς σύντομης καὶ πρόσκαιρης ζωῆς μας.
Ἕνας εἶναι ὁ Δυνατός, ποὺ ἔχει ἄπειρη δύναμη, ποὺ εἶναι πηγὴ κάθε δυνάμεως.
 Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὁ Κυβερνήτης τοῦ κόσμου, ὁ παντοδύναμος Δημιουργός.
 Αὐτὸς ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ἦλθαν ὅλα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη.
 «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν» (Ψαλ. λβ΄ [32] 9). 
Εἶπε.
 Ἕνα λόγο εἶπε.
 Ἐκεῖνο τὸ παντοδύναμο «γενηθήτω».
 Καὶ ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιουργήθηκε ὁ ὑπέροχος κόσμος μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ τὸν ὁποῖο ἀπολαμβάνουμε.
 «Τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (Ψαλ. λβ΄ [32] 6).
 Τὸ στερέωμα, οἱ θαυμαστοὶ καὶ ἀχανεῖς κόσμοι τοῦ οὐρανοῦ,
 τὰ ἀναρίθμητα ἀστέρια καὶ οἱ γαλαξίες στερεώθηκαν ἀμετακίνητα στὶς πολύπλοκες τροχιές τους
 μὲ ἕνα μόνο λόγο, μὲ τὸ ἐπιβλητικὸ πρόσταγμα τοῦ παντοδύναμου Δημιουργοῦ. 
Ποιὸς ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν «ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί»; (Ἡσ. μ΄ [40] 12).
 Τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανοὺς τὰ ὁρίζει ὁ Ἴδιος καὶ μετρᾶ τὶς τεράστιες ποσότητες τοῦ νεροῦ.
 Τὸν οὐρανὸ τὸν μετρᾶ μὲ τὴν πιθαμή του, 
τὴ γῆ τὴν κρατεῖ στὴ χούφτα του.
 Αὐτὸς «καλεῖ τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα» (Ρωμ. δ΄ 17). 
Ὅπως γιὰ μᾶς εἶναι εὔκολο νὰ δώσουμε ὄνομα σ’ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν,
 ἔτσι γιὰ Ἐ­κεῖνον εἶναι εὔκολο νὰ δώσει τὴν ὕπαρξη σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν.
Τόση εἶναι ἡ δύναμή Του, ὥστε μόνο νὰ σκεφθεῖ κάτι καὶ νὰ τὸ θελήσει, αὐτὸ ἀμέσως πρα­γματοποιεῖται.
 «Μόνον αὐτοῦ τὸ βούλημα (ἐγένετο) κοσμοποιΐα».
 «Ψιλῷ τῷ βούλεσθαι δημιουργεῖ καὶ τῷ μόνον ἐθελῆσαι αὐτὸν ἕπεται τὸ γεγενῆσθαι».
 Μὲ μόνη τὴ θέλησή Του δημιουργεῖ, καὶ μόνο νὰ θελήσει,
 ἀκολουθεῖ ἀμέσως ἡ πραγματοποίηση ἐκείνου ποὺ θέλησε.
Καὶ δὲν δημιουργεῖ μόνο, ἀλλὰ καὶ συγκρατεῖ τὰ ­πάντα μὲ τὴν ἀπεριόριστη δύναμή Του καὶ τὰ κυβερνᾶ καὶ τὰ κατευθύνει στὸ σκοπὸ ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει θέσει.
 Τὸ ὄνομα «Θεὸς» κατὰ μία ἑρμηνεία παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «τίθημι» ἢ ἀπὸ τὸ «θέω».
 Λέγεται Θεὸς «διὰ τὸ τεθεικέναι τὰ πάντα ἐπὶ τῇ αὐτοῦ ἀσφαλείᾳ καὶ διὰ τὸ θέειν· τὸ δὲ θέειν ἐστὶ τὸ τρέχειν καὶ κινεῖν καὶ ἐνεργεῖν καὶ τρέφειν καὶ προνοεῖν καὶ κυβερνᾶν καὶ ζωοποιεῖν τὰ πάντα». Ἐπειδὴ δὲ Αὐτὸς «τὰ πάντα κρατεῖ καὶ ἐμπεριέχει», καλεῖται καὶ παντοκράτωρ.
Ὅλα τὰ μπορεῖ ὁ παντοδύναμος Θεός.
 Ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα.
 Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ κακό.
 Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ ψέματα, δὲν μπορεῖ νὰ φερθεῖ στὸν ἄν­θρωπο μὲ κακία, δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήσει, δὲν μπορεῖ μὲ ­κανέναν τρόπο νὰ ἁμαρτήσει.
 Αὐτὸ ὅμως δὲν φανερώνει ἀδυναμία.
 Αὐτὸ προβάλλει περισσότερο τὴν παν­τοδυναμία Του. 
Διότι ἁμαρτία εἶναι ἀδυναμία, εἶναι ἀ­τέλεια τῆς φύσεως τοῦ ἁμαρτάνοντος, καὶ ὁ Θεὸς εἶ­ναι παντέλειος, δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει.
 «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε», τονίζει ὁ θεοκίνητος Ψαλμωδός (Ψαλ. ριγ΄ [113] 11).
 Ὁ Θεὸς ὅλα ὅσα θέλει τὰ μπορεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλει ὅλα ὅσα μπορεῖ.
 Δὲν θέλει τὸ κακό.
 Νικᾶ τὸ κακό, νικᾶ τὴν πηγὴ τοῦ κακοῦ, τὸν μισόκαλο διάβολο, ἀφοῦ εἶναι παντοδύναμος.
Ἂς καταφεύγουμε λοιπὸν στὸν παν­τοδύναμο Θεό,
 ὥστε καὶ ἐμεῖς, μὲ τὴ δική Του χάρη,
 νὰ νικοῦμε τὸ κακὸ μέσα μας καὶ γύρω μας.
 Ἂς καταφεύγουμε σ’ Αὐτὸν κάθε φορὰ ποὺ οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς λυγίζουν τὴν ψυχή μας, διώχνουν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ φανερώνουν τὴ μεγάλη ἀδυναμία μας.
 Νὰ προστρέχουμε τότε οἱ ἀδύνατοι ἄνθρωποι στὸ μόνο Δυνατό, στὸν παν­τοδύναμο Θεό. 
Καὶ Αὐτός, ποὺ δὲν εἶναι μόνο παν­τοδύναμος, ἀλλὰ εἶναι καὶ πανάγαθος Πατέρας,
 μᾶς καταλαβαίνει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ,
 θὰ μᾶς δίνει δύναμη, 
θὰ μᾶς δίνει θάρρος· γιὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε περισσότερο καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε πιστὰ στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μεγαλύτερη νίκη, στὴν αἰώνια δόξα καὶ χαρά.

30/1/19

Διαβάστε το Ευαγγέλιο,

Πολλοί άνθρωποι σκεπτόμενοι με κοσμικό φρόνημα αναρωτιούνται γιατί ο Θεός επιτρέπει κατά καιρούς άπιστοι άνθρωποι να διώκουν,
 να κατατρέχουν και να δολοφονούν τους χριστιανούς,
 σε αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Στον έφεδρο αξιωματικό σχετικά πως ο Θεός δεν επιτρέπει.
Περιγράφετε την αληθινή ιστορία των παθών σας στην αιχμαλωσία,
 η οποία είναι πράγματι διδακτική.
Τρεις φορές οι εχθροί σας οδήγησαν στο απόσπασμα και τις τρεις φορές σας γύρισαν χωρίς κάποιον ορατό λόγο.
Είναι αόρατος ο λόγος από εσάς αλλά όχι από Εκείνον που σας δημιούργησε.
 Μόνος λέτε πως εκείνες τις φοβερές ώρες ασταμάτητα προσευχόσαστε μ’ όλη σας την καρδιά στον Θεό.
«Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι άνθρωπος», λέει ο ψαλμωδός (Ψαλμ. 55, 2).
Ο αυτοκράτωρ Λέων ο Ε’ ο Αρμένιος, ανήλθε στον θρόνο το 813 μ. Χ. και διέπρεψε ως στρατηγός κατά των Αράβων.
 Ως βασιλιάς νίκησε και σκότωσε τον Κρούμο,
 ηγέτη του μεγάλου βουλγαρικού στρατού.
 Εργάστηκε για την αναδιοργάνωση του κράτους και του στρατού.
 Δολοφονήθηκε από συνωμότες.
Ο Αρειανός βασιλιάς Βαλέντιος τρεις φορές πήρε καλαμάρι να υπογράψει την απόφαση της δίωξης κατά του Μεγάλου Βασιλείου και τις τρεις φορές του έσπασε.
 Έκπληκτος ο βασιλιάς σκίζει την απόφαση και αφήνει τον άγιο στην ησυχία του.

Διαβάστε το Ευαγγέλιο,
 διαβάστε αυτό το μοναδικό και άγιο Βιβλίο της ζωής,
 και θα μάθετε την αλήθεια και θα γνωρίσετε πολλά μυστικά.
Εκεί ερμηνεύεται και η δική σας περίπτωση.
 Κάποτε κακεντρεχείς Εβραίοι ήθελαν να συλλάβουν και να σκοτώσουν τον Κύριο  Ιησου Χριστό. Αλλά δεν τους επετράπη.
Γιατί; «…Ουδείς επίασεν αυτόν, 
ότι ούπω εληλύθει η ώρα αυτού» (Ιωάν. 8, 20),
 Τι μπορεί να κάνει άνθρωπος σε άνθρωπο αν ο τα πάντα ορών Κύριος δεν επιτρέψει ή δεν αφήσει; Τίποτα.
Γι’ αυτό οι δεσμοφύλακές σας και δήμιοί σας,
τρεις φορές προσπάθησαν και τις τρεις απέτυχαν,
 αν και τίποτα στον κόσμο δεν φάνηκε να εναντιώνεται στην εξουσία που είχαν πάνω σας.
 Αλλά εναντιώθηκε Εκείνος που έχει την εξουσία πάνω στον κόσμο και στους ανθρώπους.
Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσετε τι έκανε ο Ύψιστος για σας.
Αλλά μιλήστε στον περίγυρό σας γι’ αυτό,
 ώστε και οι άλλοι να εναποθέσουν τις ελπίδες τους σ’ Αυτόν.

25/1/19

Μ’ αγαπάς στο χάλι που ‘χω;

Μ’ αγαπάς στο χάλι που ‘χω;
Κύριε, πριν 2000 χρόνια ρώτησες τους μαθητές σου:
 Τι λένε για μένα οι άνθρωποι;
Ο λόγος Σου διαχρονικός κι έρχεται σήμερα να κουδουνίσει στ’ αυτιά μου.
 Ζητάς κι από μένα μια απάντηση: τι λένε για μένα οι άνθρωποι;
 Εσύ γνωρίζεις τις σκέψεις που κρύβω από τους άλλους και ξέρεις –ενώπιος ενωπίω είμαστε- πως δεν θέλω να Σου πω ψέματα.
Άλλωστε Εσύ γνωρίζεις τα εσώψυχά μου.
Πώς γίνεται το λοιπόν να σε ξεγελάσω;
 Μόνο που ό,τι πούμε, παρακαλώ Σε, ας μείνει μεταξύ μας.
Συγχώρα με μονάχα γιατί θα Σε πικράνω…
Κι αρχίζω.
 Ναι, σήμερα όσο ποτέ, ομολογούν οι άνθρωποι πως είσαι απαραίτητος.
 Είσαι λένε, αναντικατάστατος.
 Γιατί, όταν πιστεύουμε στην ύπαρξή Σου, λιγότερα Lexotanil πίνουμε για να κοιμηθούμε και να ηρεμήσουμε!
Λένε πως είσαι ο Δημιουργός.
 Αλλά το βλέπεις, πως απόχτησα κι εγώ, ο άνθρωπος, δύναμη και δημιουργώ.
 Με την Επιστήμη μέχρι κλωνοποίηση κάνω!
Λένε ακόμα οι άνθρωποι του καιρού μου πως είναι βεβαιότητα η Πρόνοιά Σου.
 Αλλά καλού-κακού πρέπει να εμπιστευτώ στη δικιά μου πρόνοια, για ν’ αποχτήσω το κάτι τις -όπου θέλεις το προχωράς το κάτι τις…
Τι λεν για Σένα; Πως είσαι ο Κύριός μας, λένε.
 Γι’ αυτό άλλωστε σου αφιερώνουμε τη μια μέρα της εβδομάδας, την Κυριακή, και τις άλλες μέρες, το ξέρεις, τις αφιερώνουμε σε άλλους κυρίους.
Τι λένε για Σένα;
Μα ότι είσαι ομπρέλα που, όταν βρέχει, τρέχουμε από κάτω της να φυλαχτούμε.
 Αλλά –μη προς κακοφανισμό- μπορούμε να κυβερνάμε σήμερα τα σύννεφα,
 να τα βομβαρδίζουμε, να φεύγουν… να ’ρχονται και τέτοια.
Ακόμα λένε πως το θέλημά Σου είναι σοφό.
 Κι όπως στον ουρανό έτσι κι εδώ στη γη να γίνεται ‘κείνο που θες.
 Μονάχα, πρόσεξε, σύμφωνα με το δικό μας θέλημα να ’ναι το θέλημά Σου.
Ναι, Κύριε, για Σένα λέμε πως είσαι ο Πατέρας μας κι όπως μας είπες, είμαστε παιδιά Σου όλοι.
 Γι’ αυτό υπάκουοι στην εντολή Σου πήγαμε στα πέρατα της γης και διαδώσαμε το λόγο Σου.
 Βέβαια σα μυαλωμένοι που είμαστε, τους δώσαμε το Ευαγγέλιο και τους πήραμε τη γη τους.
 Είναι θέμα προνοητικότητας –δικής μας- όπως Σου εξήγησα.
Εξακολουθούμε πάντα, πιστοί στην εντολή Σου, να διαδίδουμε το Ευαγγέλιό Σου.
 Και βεβαίως ΟΛΑ τα παιδιά Σου πρέπει να μάθουν τη μοναδική Αλήθεια που είσαι Εσύ και ο λόγος Σου.
 Να Σε προσκυνήσουν όλοι, ε, και σα δάσκαλοι εμάς να μας χειροκροτούν, να μας ειδωλοποιούν.
Λένε οι άνθρωποι πως είσαι ο Πλάστης μας και όλοι πλάσματά Σου.
 Φιλάνθρωπος ως είσαι –το λέμε και το πιστεύουμε αυτό– όλους τους σκέπει η αγάπη Σου.
 Αγάπη είσαι, έτσι Σε λένε οι άνθρωποι κι είπες πως πρέπει να Σου μοιάσουμε.
 Γι’ αυτό ανοίξαμε τις ντουλάπες μας και δίνουμε… και δίνουμε απλόχερα στους άλλους αδελφούς μας.
 Γιατί, έλα και πες μου Σε παρακαλώ, τι να την κάνω τη ζακέτα που μου στένεψε;
Αμ το παλιομοδίσιο το παλτό και τα παπούτσια, ξέρεις δα, κείνα που με στενεύουν;
 Δοξολογούν το όνομά Σου οι άνθρωποι, όπως μας ζήτησες, γιατί αλάφρωσαν κι οι βαρυφορτωμένες μας ντουλάπες!
Αλλά γενικά μας ενδιαφέρει να μάθουν όλοι το νόμο Σου.
 Γιατί τότε δε θα κλειδώνουμε τα σπίτια μας, δε θα κινδυνεύει η ζωή μας και τα αγαθά μας!
Ο κόσμος λέει, πως είσαι ο Σωτήρας και η Οδός.
 Κι εμένα με συμφέρει πολύ να είσαι η Οδός, γιατί ο άντρας μου όταν βαδίζει το δρόμο Σου δεν θα ξενοκοιτάζει, τα παιδιά μου δεν θα ξημεροβραδιάζονται σε ντισκοτέκ και ύποπτα μπαρ.
 Θα μπορώ να έχω έτσι ήσυχο το κεφάλι μου!
 Είσαι η Οδός, αυτό λένε οι άνθρωποι, Κύριε, οδός που θα μας βοηθήσει να περάσουμε καλύτερα ετούτη τη ζωή!
Οι άνθρωποι παραδέχονται πως ήρθες και σταυρώθηκες για μας και προσκυνούν τ’ Άγια Πάθη Σου. Κι είπες και το ομολογούν αυτό οι πιστοί Σου, πως αν θέλουμε να Σε ακολουθήσουμε, να σηκώσουμε το σταυρό μας.
Κι εμείς, οι πιστοί Σου, πήραμε το σταυρό μας, και επειδή ήτανε –και μην το αρνηθείς- βαρύς, τον κάναμε κόσμημα και θαρρετά και υπερήφανα τον κρεμάσαμε στο στήθος μας.
 Ομολογούμε έτσι πως και δικοί Σου είμαστε, μα κι ελαφρύς είναι ο σταυρός.
 Άσε που ομορφαίνει τον κόρφο μας και το κομψό μας φουστάνι.
Και με ρωτάς: «Τι λένε οι άνθρωποι για μένα;»
Πως κι αν δεν υπήρχες έπρεπε να Σε εφεύρουμε!
Αγαπημένε φίλε, αδελφέ, Κύριε και Δημιουργέ, δικέ μου Πλάστη, Σε πίκρανα το ξέρω.
Ό,τι είπαμε, παρακαλώ, ας μείνει μεταξύ μας.
 Θα εξακολουθώ ίδια, ολόιδια ο Φαρισαίος, να λέω άλλα στους άλλους κι άλλα να κάνω.
 Πώς είπες;
 Μ’ αγαπάς στο χάλι που ’χω;
Το άκουσα καλά αυτό που είπες;
Πως μ’ αγαπάς, ναι… ναι… το είπες, κι Εσύ ψέματα δε λες ποτέ.
Σ’ ευχαριστώ!!!
 Κι αυτό το ευχαριστώ είναι αληθινό… αλήθεια λέω, πίστεψέ με.

23/1/19

Ο σκοπός της ζωής μας.




Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε τέλειοι καὶ ἅγιοι.
 Νὰ ἀναδειχθοῦμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ἂς προσέξουμε μήπως, γιὰ χάρη τῆς παρούσας ζωῆς, στερηθοῦμε τὴ μέλλουσα, 
μήπως, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς φροντίδες καὶ μέριμνες, ἀμελήσουμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας.
Ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μόνες τους δὲν φέρνουν τοὺς ἐπιθυμητοὺς καρπούς,
 γιατί αὐτὲς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, ἀποτελοῦν τὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό.
Στολίστε τὶς λαμπάδες σας μὲ ἀρετές.
 Ἀγωνιστεῖτε ν’ ἀποβάλετε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς. 
 Καθαρίστε τὴν καρδιά σας ἀπὸ κάθε ρύπο καὶ διατηρῆστε τὴν ἁγνή,
 γιὰ νὰ ἔρθει καὶ νὰ κατοικήσει μέσα σας ὁ Κύριος, γιὰ νὰ σᾶς πλημμυρίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὶς θεῖες δωρεές.
Παιδιά μου ἀγαπητά, ὅλη σας ἡ ἀσχολία καὶ ἡ φροντίδα σ’ αὐτὰ νὰ εἶναι.
 Αὐτὰ ν’ ἀποτελοῦν σκοπὸ καὶ πόθο σας ἀσταμάτητο.
Γί’ αὐτὰ νὰ προσεύχεστε στὸ Θεό.
 Νὰ ζητᾶτε καθημερινὰ τὸν Κύριο, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σας καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ αὐτήν.
Καὶ ὅταν Τὸν βρεῖτε, σταθεῖτε μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, 
 γιατί ἡ καρδιά σας ἔγινε θρόνος τοῦ Θεοῦ.
 Ἀλλὰ γιὰ νὰ βρεῖτε τὸν Κύριο, ταπεινωθεῖτε μέχρι τὸ χῶμα,
 γιατί ὁ Κύριος βδελύσσεται τοὺς ὑπερήφανους,
 ἐνῷ ἀγαπάει καὶ ἐπισκέπτεται τοὺς ταπεινοὺς στὴν καρδιά.
Ἂν ἀγωνίζεσαι τὸν ἀγώνα τὸν καλό,
 ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἐνισχύσει.
 Στὸν ἀγώνα ἐντοπίζουμε τὶς ἀδυναμίες,
 τὶς ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματά μας. 
Εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς πνευματικῆς μας καταστάσεως.
Ὅποιος δὲν ἀγωνίστηκε, δὲν γνώρισε τὸν ἑαυτό του.
 Προσέχετε καὶ τὰ μικρὰ ἀκόμα παραπτώματα.
Ἄν σᾶς συμβεῖ ἀπὸ ἀπροσεξία κάποια ἁμαρτία,
 μὴν ἀπελπιστεῖτε,
 ἀλλὰ σηκωθεῖτε γρήγορα καὶ προσπέστε στὸ Θεό,
 ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ σᾶς ἀνορθώσει.

Μέσα μας ἔχουμε ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἐλαττώματα βαθιὰ ριζωμένα, πολλὰ εἶναι καὶ κληρονομικά.
Ὅλα αὐτὰ δὲν κόβονται μὲ μία σπασμωδικὴ κίνηση οὔτε μὲ τὴν ἀδημονία καὶ τὴ βαρειὰ θλίψη,
 ἀλλὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή,
 μὲ καρτερία,
μὲ φροντίδα καὶ προσοχή.
 Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη κρύβει μέσα της ὑπερηφάνεια.
Γί’ αὐτὸ εἶναι βλαβερὴ καὶ ἐπικίνδυνη, 
καὶ πολλὲς φορὲς παροξύνεται ἀπὸ τὸ διάβολο, γιὰ ν’ ἀνακόψει τὴν πορεία τοῦ ἀγωνιστῆ.
Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα εἶναι μακρύς.
 Εὔχεστε στὸ Θεὸ νὰ σᾶς δυναμώνει. 
 Νὰ ἀντιμετωπίζετε μὲ ὑπομονὴ τὶς πτώσεις σας καί, ἀφοῦ γρήγορα σηκωθεῖτε,
 νὰ τρέχετε καὶ νὰ μὴ στέκεστε,
 σὰν τὰ παιδιά, στὸν τόπο ποὺ πέσατε, κλαίγοντας καὶ θρηνώντας ἀπαρηγόρητα.
Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε, 
γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό. 
Μὴν ἀπελπίζεστε, ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες.
Πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς εἶναι καὶ ἀπὸ τὴ φύση τους ἰσχυρὲς καὶ ἀπὸ τὴ συνήθεια.
 Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου,
 ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια νικιοῦνται.
 Τίποτα νὰ μὴ σᾶς ἀπελπίζει.

10/1/19

Υπεραγία Θεοτόκε Παρθένε,

» Υπεραγία Θεοτόκε Παρθένε,
 σκέπε με, και διαφύλαττε τον δούλο σου από παντός κακού ψυχής τε και σώματος,
και από παντός εχθρού ορατού και αοράτου.
 Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σου.
 Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλιάς σου,
 ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών.
 Χαίρε και ευφραίνου, Θεοτόκε Παρθένε,
 και πρέσβευε υπέρ του δούλου σου Κυρία και Δέσποινα των Αγγέλων
 και Μήτηρ των χριστιανών,
 βοήθησόν μοι τω δούλω σου.
 Ω Μαρία παναμώμητε,
 χαίρε νύμφη ανύμφευτε
, χαίρε η χαρά των θλιβομένων και η παραμυθία των λυπουμένων.
 Χαίρε η τροφή των πεινώντων και ο λιμήν των χειμαζομένων,
 χαίρε των αγίων αγιωτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα,
 χαίρε του Πατρός αγίασμα,
 του Υιού το σκήνωμα,
 και του Αγίου Πνεύματος το επισκίασμα.
 Χαίρε του πάντων Βασιλέως Χριστού του Θεού ημών το τερπνόν παλάτιον,
 χαίρε η Μήτηρ των ορφανών και η βακτηρία των τυφλών,
χαίρε το καύχημα των χριστιανών και των προσκαλουμένων σε ο έτοιμος βοηθός.
Παναγία Δέσποινά μου, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου,
 ότι εις τας παναχράντους χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου.
 Γενού βοηθός και σκέπη της ψυχής μου εν τη φοβερά ημέρα της κρίσεως,
 και πρέσβευε υπέρ εμού του αναξίου ίνα εισέλθω καθαρός και αγνός εις τον Παράδεισον.
 Μη απορρίψης με, Κυρία μου, τον δούλον σου,
 αλλά βοήθησόν μοι, και δος μοι το συμφέρον της αιτήσεως.
 Λύτρωσαί με παντός κινδύνου, επιβουλής, ανάγκης και ασθενείας,
 και δώρησαί μοι προ του τέλους μετάνοιαν,
 ίνα σωζόμενος τη μεσιτεία και βοηθεία σου,
 εν μεν τω παρόντι βίω από παντός εχθρού ορατού και αοράτου, πορευόμενος θεαρέστως εν τοις θελήμασι του αγαπητού σου Υιού και Θεού ημών,
 εν δε τη φοβερά ημέρα της κρίσεως από της αιωνίου και φοβεράς κολάσεως προσκυνώ,
 ευχαριστώ και δοξάζω το πανάγιόν σου όνομα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. »