Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

10/1/17

Ο Κοινοβιακός Βίος και ο Άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης (424 - 529)

O άγιος Θεοδόσιος «ο κοινοβιάρχης» καταγόταν επίσης από την Καππαδοκία, από το χωριό Μογαρισσό, πού ήταν κοντά από τα Κόμανα, τόπος εξορίας του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Μικρός μελέτησε πολύ την Αγία Γραφή και νεαρός ήρθε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και έπειτα να μονάσει (451). Αρχικά στο κοινόβιο των Σπουδαίων, στην περιοχή του πύργου του Δαυίδ, για περισσότερη όμως ησυχία αναχώρησε κι’ εκείνος, όπως και ο άγιος Σάββας, προς το νότο, κι’ έφθασε σε κάποιο σπήλαιο μεταξύ βηθλεέμ και της μονή αγίου Σάββα, στο οποίο σύμφωνα με την παράδοση διανυκτέρευσαν οι μάγοι, όταν επέστρεψαν από την προσκύνηση του Κυρίου. Εκεί έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα ασκούμενος κι’ έπειτα αποφάσισε να ιδρύσει κοινόβιο του τύπου του αγίου Θεοκτίστου και αγίου Γερασίμου.
    Η σχέση του κοινοβίου αυτού με την Λαύρα του Αγίου Σάββα ήταν η ίδια με τη σχέση των δύο προαναφερθέντων κοινοβίων και της Λαύρας του Αγίου Ευθυμίου. Τους αρχαρίους μοναχούς παρέπεμπε ο Άγιος Σάββας στο Θεοδόσιο, τον οποίο ονόμαζε «Ηγούμενο παίδων», ενώ τον εαυτό του θεωρούσε «Ηγούμενο ηγουμένων». Εξακολουθούσε δηλαδή να είναι και αυτό το κοινόβιο ένα προκαταρκτικό στάδιο προετοιμασίας, για όσους ήθελαν να γίνουν αναχωρητές. Οι «εσωτερική» του όμως διοργάνωση ήταν διαφορετική απ’ αυτή του κοινοβίου του Αγίου Θεοκτίστου και Αγίου Γερασίμου, και αυτό οφειλόταν κυρίως στην τοποθεσία του. Βρισκόταν σε σχετικά εύφορο τόπο, κοντά κάπως προς τον κόσμο με θέα προς τη Βηθλεέμ, Ιερουσαλήμ, Όρος Ελαιών, Σαραντάριο Όρος, και κατ’ ανάγκη η ζωή των μοναχών έπρεπε να συνδεθεί περισσότερο με το λαό.
    Παράλληλα με την άσκηση για την προσωπική τους τελοιποίηση, επιδίδονταν οι μοναχοί και σε εργασία προς όφελος του πλησίον. Η εργασία ήταν απαραίτητος όρος της εδώ μοναχικής ζωής. Στην είσοδο του κοινοβίου υπήρχε η επιγραφή: «μηδείς ράθυμος εισίτω» (δηλαδή, κανείς οκνηρός να μην εισέρχεται). Υπήρχαν εργαστήρια για ποικίλα εργόχειρα, από την πώληση των Οποίων συντηρούνταν η μονή, αλλά και οι ξενώνες, τα πτωχοκομεία, γηροκομία και νοσοκομεία. Η Μονή έτσι είχε το χαρακτήρα ιερής εργαζόμενης πόλης. Υπήρχε και «φροντιστήριο» (Σχολή), στην ποία εκπαιδεύονταν μοναχοί. Απ’ εδώ έπαιρναν ηγουμένους για άλλες μονές και από εδώ εξήλθαν πολλοί επίσκοποι και πατριάρχες της Εκκλησίας (Μόδεστος, Σωφρόνιος).
    Οι μοναχοί του κοινοβίου ήταν 700 περίπου, όχι μόνο έλληνες, αλλά των άλλων εθνοτήτων. Γι’ αυτό οι ναοί της μονής ήταν τέσσερις. Σ’ αυτούς ψαλλόταν η ακολουθία του όρθρου ξεχωριστά ανάλογα με τη διάλεκτο των μοναχών και έπειτα γινόταν στο «καθολικό» η λειτουργία με όλους μαζί τους μοναχούς στην ελληνική γλώσσα. Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο τρόπος ζωής των μοναχών του κοινοβίου του Αγίου Θεοδοσίου.
    Σχετικά με τη διοργάνωση του μοναχισμού στην Παλαιστίνη στα τέλη του Ε΄ αιώνα, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι υπήρχε το αξίωμα του «επόπτου» όλων των μονών, ο οποίος εκλεγόταν από όλους τους μοναχούς και διοριζόταν από τον Πατριάρχη. Είχε τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη ή Εξάρχου ή Επιτρόπου του Πατριάρχη. Βοηθούσε τον Πατριάρχη στην διεύθυνση όλων των μοναχών, επιτηρούσε στην εκλογή των ηγουμένων, διεβίβαζε τις ανάγκες των μοναχών στον Πατριάρχη ή και στον αυτοκράτορα.
    Όσον αφορά το θεσμό του ηγουμένου, αυτό εκλεγόταν από την αδελφότητά του και ήταν υπεύθυνος για την εσωτερική διοίκηση της Μονής. Καθήκοντά του ήταν η κάλυψη των πνευματικών και των υλικών αναγκών των μοναχών του, δηλαδή η συντήρησή τους, αλλά και η διδασκαλία τους. Η κτιριακή συντήρηση της μονής ανήκε επίσης στον ηγούμενο. Βοηθός του ηγουμένου στον πνευματικό τομέα ήταν ο οικονόμος. Συνήθως σ’ αυτόν παραδιδόταν ο μοναχός, όταν στο κοινόβιο, άλλοτε όμως και σε κάποιον πεπειραμένο γέροντα.
    Η μοναχική κίνηση στην Παλαιστίνη βοήθησε στη διάδοση του Χριστιανισμού και στην ανάπτυξη των θεολογικών γραμμάτων. Τα μοναστήρια ήταν κέντρα προσευχής και μελέτης, κι εστίες αντιγραφής πολλών χειρογράφων. Σ’ αυτά συντέθηκαν οι ύμνοι, πού μέχρι σήμερα ψάλλουμε στην εκκλησία, και διαμορφώθηκαν σταδιακά το τυπικό των ακολουθιών, οι νηστείες κι οι γιορτές. Στον τρόπο ζωής του μοναχισμού της Παλαιστίνης είχαν οπωσδήποτε επίδραση οι διατάξεις του μοναχισμού της Αιγύπτου και της Καππαδοκίας, κυρίως όμως οι διατάξεις του Μεγάλου Βασιλείου.
    Στο τέλος του Ε΄ αιώνα, μετά το θάνατο του Πατριάρχου Σαλλουστίου, εκλέχτηκε πατριάρχης ο Ηλίας Α΄ (494-516), πού προερχόταν από τη Λαύρα του Αγίου Ευθυμίου. Αυτός είναι ο ιδρυτής του μοναστηρίου της Θεοτόκου κοντά στο Ναό της Αναστάσεως. Σ’ αυτό συγκεντρώθηκαν οι μοναχοί του τάγματος των «Σπουδαίων», πού κατοικούσαν μέχρι τώρα στο μετόχι της περιοχής του πύργου του Δαυίδ, κι αυτό απετέλεσε στο εξής το κέντρο της «Αγιοταφιτικής Αδελφότητος». Στη θέση του βρίσκεται σήμερα η Μεγάλη Παναγία και το μοναστήρι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Επικοινωνούσε εσωτερικά με το Ναό της Αναστάσεως.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 
    Στις 11 Ιανουαρίου 529 πέθανε ο άγιος Θεοδόσιος. Την ημέρα του θανάτου του τελείται και η μνήμη του. Διάδοχός του υπήρξε ο ηγούμενος Σωφρόνιος, με ενέργειες του οποίου διευρύνθηκε το Κοινόβιο και χτίστηκε νέα εκκλησία της Παναγίας.
    Μετά από τέσσερα έτη, ήτοι στις 5 Δεκεμβρίου του 532, πέθανε και ο άγιος Σάββας σε ηλικία 94 ετών, αφού προηγουμένως προαισθάνθηκε το θάνατό του, περιόδευσε σε όλα τα άγια προσκυνήματα και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων τοποθέτησε το λείψανό του στη θέση πού είναι σήμερα ο τάφος του. Οι Σταυροφόροι το μετέφεραν στην Βενετία απ’ όπου επεστράφη στην εκκλησία των Ιεροσολύμων το 1965.

4/1/17


ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ


                                Ευχή καθαγιασμού  των υδάτων.
                        Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Τριάς υπερούσιε, υπεράγαθε, υπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, αόρατε, ακατάληπτε, Δημιουργέ των νοερών ουσιών και των λογικών φύσεων, η έμφυτος αγαθότης, το Φως το απρόσιτον, το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, λάμψον καμοί τω αναξίω δούλω σου,φώτισόν μου της διανοίας τα όμματα, όπως ανυμνήσαι τολμήσω την άμετρον ευεργεσίαν και δύναμιν.
 Ευπρόσδεκτος γενέσθω η παρ' εμού δέησις δια τον παρεστώτα λαόν, όπως τα πλημμελήματά μου μη κωλύσωσιν ενθάδε παραγενέσθαι το άγιόν σου Πνεύμα, αλλά συγχώρησόν μοι ακατακρίτως βοάν σοι και λέγειν και νυν, Υπεράγαθε, Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε, Παντοκράτωρ, προαιώνιε Βασιλεύ. Δοξάζομέν σε τον Κτίστιν, και Δημιουργόν του παντός. 

Δοξάζομέν σε, Υιέ του Θεού μονογενές, τον απάτορα εκ Μητρός, και αμήτορα εκ Πατρός, εν γαρ τη προλαβούση Εορτή νήπιόν σε είδομεν, εν Δε τη παρούση τέλειόν σε ορώμεν, τον εκ τελείου τέλειον επιφανέντα Θεόν ημών.
Σήμερον γαρ ο της Εορτής ημίν επέστη καιρός, και χορός αγίων εκκλησιάζει ημίν, και Aγγελοι μετά ανθρώπων συνεορτάζουσι.
 Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος, εν είδει περιστεράς, τοις ύδασιν επεφοίτησε. Σήμερον ο άδυτος Ήλιος ανέτειλε, και ο κόσμος τω φωτί Κυρίου καταυγάζεται. Σήμερον η Σελήνη λαμπραίς ταις ακτίσι τω κόσμω συνεκλαμπρύνεται. 
Σήμερον οι φωτοειδείς αστέρες τη φαιδρότητι της λάμψεως την οικουμένην καλλωπίζουσι. Σήμερον αι νεφέλαι υετόν δικαιοσύνης τη ανθρωπότητι ουρανόθεν δροσίζουσι. Σήμερον ο Άκτιστος υπό του ιδίου πλάσμστος βουλή χειροθετείται. 
Σήμερον ο Προφήτης και Πρόδρομος τω Δεσπότη προσέρχεται, αλλά τρόμω παρίσταται, ορών Θεού προς ημάς συγκατάβασιν.Σήμερον τα του Ιορδάνου νάματα εις ιάματα μεταποιείται τη του Κυρίου παρουσία. Σήμερον ρείθροις μυστικοίς πάσα η κτίσις αρδεύεται. Σήμερον τα των ανθρώπων πταίσματα τοις ύδασι του Ιορδάνου απαλείφονται.
Σήμερον ο Παράδεισος ηνέωκται τοις ανθρώποις, και ο της Δικαιοσύνης Ήλιος καταυγάζει ημίν. Σήμερον το πικρόν ύδωρ, το επί Μωϋσέως τω λαώ, εις γλυκύτητα μεταποιείται τη του Κυρίου παρουσία. Σήμερον του παλαιού θρήνου απηλλάγημεν και ως νέος Ισραήλ διεσώθημεν, Σήμερον του σκότους ελυτρώθημεν, και τω φωτί της θεογνωσίας καταυγαζόμεθα. Σήμερον η αχλύς του κοσμού καθαιρείται τη επιφανεία του Θεού ημών. 
Σήμερον λαμπαδοφέγγει πάσα η κτίσις άνωθεν. Σήμερον η πλάνη κατήργηται, και οδόν ημίν σωτηρίας εργάζεται η του Δεσπότου επέλευσις. Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει, και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί. Σήμερον η ιερά και μεγαλόφωνος των Ορθοδόξων πανήγυρις αγάλλεται. Σήμερον ο Δεσπότου προς το βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση προς ύψος το ανθρώπινων. 
Σήμερον ο ακλινής τω ιδίω οικέτη υποκλίνεται, ίνα ημάς εκ της δουλείας ελευθερώση. Σήμερον Βασιλείαν ουρανών ωνησάμεθα, της γαρ Βασιλείας του Κυρίου ουκ έσται τέλος. Σήμερον γη και θάλασσα την του κόσμου χαράν εμερίσαντο, και ο κόσμος ευφροσύνης πεπλήρωται. Είδοσάν σε ύδατα, ο Θεός, είδοσάν σε ύδατα και εφοβήθησαν. 

Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, θεασάμενος το πυρ της Θεότητος, σωματικώς κατερχόμενον, και εισερχόμενον επ' εαυτόν. Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, θεωρών το Πνεύμα το Aγιον, εν είδει περιστεράς κατερχόμενον και περιϊπτάμενόν σοι. 
Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, ορών τον Αόρατον οραθέντα, τον Κτίστιν σαρκωθέντα, τον Δεσπότην εν δούλου μορφή. Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, και τα όρη εσκίρτισαν, Θεόν εν σαρκί καθορώντα, και νεφέλαι φωνήν έδωκαν, θαυμάζουσαι τον παραγενόμενον, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, δεσποτικήν πανήγυριν σήμερον εν τω Ιορδάνη ορώντες, αυτόν Δε τον της παρακοής θάνατον, και το της πλάνης κέντρον, και τον του Aδου σύνδεσμον εν τω Ιορδάνη βυθίσαντα, και Βάπτισμα σωτηρίας τω κόσμω δωρησάμενον. Όθεν καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος δούλος σου, τα μεγαλεία των θαυμάτων σου διηγούμενος, συνεχόμενος φόβω, εν κατανύξει βοώ σοι.
Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου

Συ γαρ βουλήσει εξ ουκ όντων εις το είναι παραγαγών τα σύμπαντα τω σω κράτει συνέχεις την κτίσιν, και τη ση προνοία διοικείς τον κόσμον. Συ εκ τεσσάρων στοιχείων την κτίσιν συναρμόσας, τεττάρσι καιροίς τον κύκλον του ενιαυτού εστεφάνωσας. 
Σε τρέμουσιν αι νοεραί πάσαι Δυνάμεις. Σε υμνεί ήλιος, σε δοξάζει σελήνη, σοι εντυγχάνει τα άστρα, σοι υπακούει το φως, σε φρίττουσιν άβυσσοι, σοι δουλεύουσιν αι πηγαί. Συ εξέτεινας τον ουρανόν ωσεί δέρριν, συ εστερέωσας την γην επί των υδάτων, συ περιετείχισας την θάλασσαν ψάμμω, συ προς αναπνοάς τον αέρα εξέχεας, Αγγελικαί Δυνάμεις σοι λειτουργούσιν, οι των Αρχαγγέλων χοροί σε προσκυνούσι, τα πολυόμματα Χερουβίμ, και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ κύκλω ιστάμενα και περιϊπτάμενα, φόβω της απροσίτου σου δόξης κατακαλύπτονται. 
Συ γαρ Θεός ών απερίγραπτος, άναρχός Τε και ανέκφραστος, ήλθες επί της γης, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, ου γαρ έφερες, Δέσποτα, δια σπλάγχνα ελέους σου, θεάσασθαι υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων, αλλ' ήλθες και έσωσας ημάς. Ομολογούμεν την χάριν, κηρύττομεν τον έλεον, ου κρύπτομεν την ευεργεσίαν, τας της φύσεως ημών γονάς ηλευθέρωσας, παρθενικήν ηγίασας μήτραν τω τόκω σου, πάσα η κτίσις ύμνησέ σε επιφανέντα. Συ γαρ ο Θεός ημών επί της γης ώφθης, και τοις ανθρώποιςσυνανεστράφης. 
Συ και τα Ιορδάνια ρείθρα ηγίασας, ουρανόθεν καταπέμψας το Πανάγιόν σου Πνεύμα, και τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων. Αύτος ουν, φιλάνθρωπε Βασιλεύ, πάρεσο και νυν δια της επιφοιτήσεως του Αγίου σου Πνεύματος, και αγίασον το ύδωρ τούτο. Και δος αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου.
 Ποίησον αυτό αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτίριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, Αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. Ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν, επιτήδειον.

 Συ γαρ ει ο Θεός ημών, ο δι ύδατος και Πνεύματος ανακαινίσας την παλαιωθείσαν φύσιν υπό της αμαρτίας. Συ ει ο δι ύδατος κατακλύσας επί του Νώε την αμαρτίαν. Συ ει ο Θεός ημών, ο δια θαλάσσης ελευθερώσας εκ της δουλείας Φαραώ, δια Μωϋσέως, το γένος των Εβραίων, 
Συ ει ο Θεός ημών ο διαρρήξας πέτραν εν ερήμω, και ερρύησαν ύδατα, και χείμαρροι κατεκλύσθησαν, και διψώντα τον λαόν σου κορέσας. Συ ει ο Θεός ημών, ο δι ύδατος και πυρός, δια του Ηλιού, απαλλάξας τον Ισραήλ εκ της πλάνης του Βαάλ. Αυτός και νυν, Δέσποτα, αγίασον το ύδωρ τούτο, τω Πνεύματί σου τω Αγίω. 
Δος πάσι, τοις Τε μεταλαμβάνουσι, τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγεία. Και σώσον, Κύριε, τους δούλους σου, τους πιστούς Aρχοντας ημών. Και φύλαξον αυτούς υπό την σκέπην σου εν ειρήνη, υπόταξον υπό τους πόδας αυτών πάντα εχθρόν και πολέμιον, χάρισαι αυτοίς τα προς σωτηρίαν αιτήματα και ζωήν την αιώνιον. 
Μνήσθητι, Κύριε, του Αρχιεπισκόπου ημών (δείνος), και παντός του Πρεσβυτερίου, της εν Χριστώ Διακονίας, και παντός ιερατικού τάγματος, και του περιεστώτος λαού, και των δι ευλόγους αιτίας απολειφθέντων αδελφών ημών, και ελέησον αυτούς και ημάς, κατά το μέγα ελεός σου. Ίνα και δια στοιχείων, και δια Αγγέλων, και δια ανθρώπων, και δια ορωμένων, και δια αοράτων, δοξάζηταί σου το πανάγιον όνομα, συν τω Πατρί, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

31/12/16

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Δύσκολες εποχές!
Ζούσε πάμφτωχος.
Από περιουσία και χρήματα.
Ήταν όμως πλούσιος σε πίστη.
Δεν φοβήθηκε και δεν δίστασε να εναντιωθεί ακόμη και στον αυτοκράτορα.
Ακούστε τώρα και τι συνέβη, όπως λέει η παράδοση, με τον Ιουλιανό.
Αυτοκράτορας τότε ο Ιουλιανός, έφυγε για εκστρατεία κατά των Περσών.
Και πέρασε από την περιοχή τής Καισαρείας.


Εκεί, ο Μέγας Βασίλειος τον υποδέχθηκε με τρία κρίθινα ψωμιά ως δώρο.
Διότι χρυσάφια να του χαρίσει δεν είχε, αφού η μόνη του περιουσία ήταν ένα τριμμένο ράσο και λίγα βιβλία!
Παρεξηγήθηκε ο αυτοκράτορας, και του είπε ότι όταν επιστρέψει από την εκστρατεία θα καταστρέψει την Καισάρεια.
Φοβούμενος για τους χριστιανούς ο Μέγας Βασίλειος, είπε να συγκεντρώσουν ό,τι κοσμήματα είχαν για να τα παραδώσουν στον αυτοκράτορα.
Τους είπε επίσης, επειδή οι μέρες ήταν πολύ επικίνδυνες, να νηστέψουν, να προσευχηθούν και να μεταλάβουν.
Για να τους βοηθήσει Ο Θεός.

Έτσι κι έγινε.
Είδε μάλιστα σε όραμα την Παναγία περιτριγυρισμένη από αγγέλους.
Οι στιγμές ήταν πολύ κρίσιμες για τους χριστιανούς της Καισαρείας. Και να που τελικά τα πράγματα άλλαξαν.
Ο αυτοκράτορας λαβώθηκε από βέλος και πέθανε στην εκστρατεία.
Έτσι, η πόλη σώθηκε.
Μαζί και οι χριστιανοί. Και τα κοσμήματα;
Έπρεπε να επιστραφούν σ’ αυτούς που τα έδωσαν.
Αφού ο Μέγας Βασίλειος κράτησε ένα μέρος για τους φτωχούς, είπε να ζυμώσουν πίττες και να βάλουν μέσα στην κάθε μία και από ένα κόσμημα.
Ύστερα τις μοίρασε στους χριστιανούς.
Η παράδοση λέει μάλιστα ότι ο καθένας πήρε πίσω το κόσμημα που έδωσε!
Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, κάθε χρόνο φτιάχνουμε τη Βασιλόπιττα.
Την κόβουμε και τη μοιράζουμε την ημέρα της γιορτής του και λέμε ότι όποιος πετύχει το φλουρί, θα έχει μια ευλογημένη χρονιά!

Από τότε λένε, ότι κάθε πρωτοχρονιά ο Άγιος πηγαίνει περπατώντας από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας το ξύλινο ραβδί του. Και όπου δει αγάπη στο σπιτικό,
το ραβδί του ανθίζει,
και γεμίζει λουλούδια,
καρπούς και πουλιά που κελαηδούν!
Τα δώρα του δεν είναι σε πακέτα με χρυσές κορδέλες.
Πού να τα βρει εξάλλου, αφού είναι φτωχός ο ίδιος.
Το μεγάλο δώρο που έχει να μας δώσει είναι το παράδειγμά του! Για το πώς πρέπει να ζούμε.
Με προσφορά. Με αγάπη. Με πίστη στον Θεό.
Ο Μέγας Βασίλειος ήταν φτωχός από χρήματα και περιουσία.
Ήταν όμως πλούσιος από αγάπη.
Αγάπη για Τον Θεό και τους ανθρώπους! Έλεγε μάλιστα: «Ευσεβής είναι όχι εκείνος που ελεεί πολλούς,
αλλά εκείνος που δεν αδικεί κανέναν!»
και «Η αγαθή πράξη δεν χάνεται – όποιος σπείρει χάρη, θερίζει φιλία και όποιος φυτεύει αγαθότητα μαζεύει αγάπη!».
Καλή Χρονιά και Χρόνια Πολλά !

24/12/16

«Ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα»
Μᾶς ἀξιώνει καὶ φέτος ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νὰ ἑορτάσουμε τὴν «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν», τὰ ­Χριστούγεν­να.
 Ἑορτὴ χαρᾶς καὶ πανηγύρεως! 
«Τὰ σύμ­παντα σήμερον χαρᾶς πληροῦν­ται»!
 Ὅλοι χαίρονται καὶ ἀγάλλονται γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ: οἱ ἄγ­γελοι, οἱ ποιμένες, οἱ Μάγοι...

Μάλιστα στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, καθώς παρακολουθοῦμε τὸ ταξίδι τῶν Μάγων, συγκινούμαστε κι ἐμεῖς μὲ τὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασαν, ὅταν ἀντίκρισαν τὸν ἀστέρα ποὺ τοὺς ὁδήγησε τελικὰ στὸν προορισμό τους: στὸν νεογέννητο Βασιλέα Χριστό.
 Μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση τὸ σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής: «Ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα».
Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν αὐτὴν τὴν ­ἔντονη ἐκ­δήλωση τῆς χαρᾶς τῶν Μάγων ἂς προσπαθήσουμε κι ἐμεῖς νὰ ἀνακαλύψουμε ποιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων καὶ πῶς θὰ τὴ ζήσουμε πραγματικά.
Πολλοὶ περιμένουν τὰ Χριστούγεννα ἁπλῶς γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴ ρουτίνα τῆς καθημερινότητας.
 Γι’ αὐτοὺς ἡ χαρὰ τῆς ἑορτῆς ἐξαντλεῖται στὰ ἐντυπωσιακὰ φῶτα καὶ τὰ πολύχρωμα στολίδια, στὰ δῶρα καὶ τὶς ἐπισκέψεις, σὲ βραδινὲς διασκεδάσεις καὶ ἄλλες παρόμοιες ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις.
Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὴ γνήσια χαρά.
 Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ αἰσθανθεῖ ἀληθινὴ χαρά, μὲ τὸ νὰ ἐπιχειρήσει ἁπλῶς νὰ ξεχάσει γιὰ λίγες μέρες τὶς δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματά του.
 Διότι, ὅπως γράφει καὶ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος, κάποτε «θὰ σβήσουν τὰ φῶτα καὶ θὰ πάει ὁ καθένας στὸ σπίτι του καὶ αὐτὸς μόνος του θὰ μείνει στὸ σκοτάδι».
 Ὅταν δηλαδὴ τελειώσουν οἱ γιορτὲς κι ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέψει στὴν καθημερινὴ ­ρουτίνα, τότε θὰ αἰσθανθεῖ ἀπογοήτευση μπρο­στὰ στὴ σκληρὴ πραγματικότητα.
 Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν ἡ ἀληθινὴ χαρὰ τῆς σημερινῆς ἑορτῆς;
Στὴν πραγματικότητα ἡ οὐσία τῆς χαρᾶς τῶν Χριστουγέννων εἶναι τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, ὅπως τὸ ἐκφράζει ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς σ’ ἕναν ὕμνο τῆς ἑορτῆς: ­«Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν, καὶ οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν καὶ γὰρ ἐκ τῆς Παρθένου ἐτέχθη ὁ Κύριος».
 Ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μᾶς ἐπισκέφθηκε ὁ Σωτήρας μας, ἡ ἀνατολὴ τῶν ἀνατολῶν, κι ἐμεῖς ποὺ κατοικούσαμε στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ στὴ σκιὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου βρήκαμε τὴν ἀλήθεια 
 διότι ἀπὸ τὴν Παρθένο γεννήθηκε ὁ Κύριος.
Ἂν θέλουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ γευθοῦμε τὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων, ἂς ­σπεύσουμε, ὅπως καὶ οἱ Μάγοι, γιὰ νὰ προσκυνήσουμε τὸν Κύριο.
Μᾶς περιμένει στὴν Ἐκκλησία του.
 Ἐδῶ ποὺ Τὸν λατρεύουμε. 
Ἐδῶ ποὺ ἀκοῦμε τὸν λόγο του καὶ κοινωνοῦμε τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ πανάγιο Αἷμα του.
 Ἐδῶ θὰ Τὸν προσκυνήσουμε καὶ θὰ Τοῦ προσφέρουμε ὡς δῶρο τὴν καρδιά μας γιὰ νὰ τὴν καθαρίσει, νὰ τὴ φωτίσει, νὰ τὴν ἀνακαινίσει.
Ἔπειτα ὁ νεογέννητος Χριστὸς μᾶς περι­­­μένει καὶ στὰ πρόσωπα τῶν πτω­χῶν καὶ ἀσθενῶν ἀδελφῶν μας.
 Τὶς ἡ­­­μέρες αὐτὲς εἶναι εὐκαιρία νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας στοὺς ­συνανθρώπους μας, ποὺ στεροῦνται τὰ ἀπαραίτητα γιὰ νὰ ζήσουν, νὰ συμπαρασταθοῦμε στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ δοκιμάζον­ται.
 Κι εἶναι τόσο πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη βοηθείας!
 ­Ἄνεργοι, πτωχοί, ἄστεγοι, ἀσθενεῖς, φυλακισμένοι καὶ τόσοι ἄλλοι...
 Κι ὅπως μᾶς βεβαίωσε ὁ Κύριος, κάθε βοήθεια ποὺ προσ­φέρουμε στοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, στὴν οὐσία τὴν προσφέρουμε στὸν Ἴδιο: «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40).
Ἔτσι θὰ ζήσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα!
 Μὲ τὴ συμμετοχή μας στὴ θεία Λατρεία καὶ μὲ τὴν ὁ­­­­­­λοπρόθυμη προσ­φορὰ ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας.
Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ «ἀνατολὴ τῶν ἀνατολῶν»!
 Ἀνέτειλε ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ἔδιωξε τὸ πυκνὸ σκοτάδι τῆς κακίας καὶ τῆς ἁμαρτίας κι ἐμεῖς «εὕρομεν τὴν ἀλήθειαν»!
 Βρήκαμε τὴν Ἀλήθεια, τὸ Φῶς, τὴ Ζωή! 
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς μᾶς προτρέπει: ­«Εὐφραίνεσ­θε Δίκαιοι, οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε, σκιρτήσατε τὰ ὄρη, Χριστοῦ γεννηθέντος...».
Ὅλος ὁ κόσμος σήμερα χαίρει καὶ παν­ηγυρίζει μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
 Μακάρι καὶ ἡ δική μας καρδιὰ νὰ λάβει μέρος σ’ αὐτὴ τὴν παγκόσμια χαρὰ καὶ ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς νὰ τῆς μεταδώσει θάρρος, δύναμη κι ἐλπίδα!

11/12/16

 ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ
Ο άγιος Σπυρίδων (270-348) γεννήθηκε και έζησε στη Κύπρο ασκώντας το επάγγελμα του βοσκού. Ολιγογράμματος, απλός στους τρόπους, ταπεινός, πράος, ενάρετος. Ποτάμι ανεξάντλητο της αγάπης (αγάπης ρείθρον μη κενούμενον), φιλόξενος, προστάτης των χηρών και των πτωχών, παρηγοριά των θλιμμένων, ανεξίκακος αλλά και πηγή των θαυμάτων. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες ετιμάτο και όταν ζούσε ως θαυματουργός. Ήταν έγγαμος και είχε μιά κόρη, την Ειρήνη. Όταν κοιμήθηκε η σύζυγός του φρόντισε περισσότερο το βίο της αρετής. Όπως γράφει ο βιογράφος του Συμεών ο Μεταφραστής (P.G, 116, 417-468) «είχε ζωγραφισμένες στον εαυτό του όλες τις αρετές».

Όταν κοιμήθηκε ο επίσκοπος της μικρής πόλεως Τριμυθούντος, που βρίσκεται μεταξύ Λευκωσίας και Αμμοχώστου, οι πιστοί ομόφωνα τον κάλεσαν να γίνει Επίσκοπός τους. Ως επίσκοπος δεν άλλαξε τη ζωή του. Φρόντιζε το κοπάδι των ζώων του, ασχολείτο με τις γεωργικές εργασίες, φορούσε τα ίδια φτωχικά ρούχα και τον ίδιο σκούφο από πλεγμένα φοινικόφυλλα. Κοιμηθήκε σε ηλικία 78 ετών ειρηνικά στις 12 Δεκεμβρίου του 348 και ενταφιάστηκε στην Τριμυθούντα. Περί τα τέλη του 6ου αι. λόγω επιδρομής βαρβάρων το λείψανο του μετακομίστηκε στην Κων/λη. Μετά την άλωση της Πόλης μεταφέρθηκε στην Ήπειρο και το 1456 μ. Χ. στην Κέρκυρα. Από το 1589 εναποτέθηκε στον επ’ ονόματί του ναό όπου και παραμένει, «αδιάφθορο» διατηρώντας την ελαστικότητα του δέρματος του, μέσα σε πολύτιμη λάρνακα συνεχίζοντας τις θαυματουργικές θεραπείες. Από το λείψανο του λείπει το δεξιό χέρι, το οποίο βρίσκεται στη Ρώμη. Το πλήθος των θαυμάτων του αναφέρει ο βιογράφος του με λεπτομέρειες.

Θα αναφερθούμε στα γεγονότα και τα θαύματα που… αναφέρονται στο απολυτίκιο του.

 « Της συνόδου της πρώτης αναδείχθης υπέρμαχος».
Ο άγιος Σπυρίδων δεν είχε κατά κόσμον σοφία, ήταν όμως θεοφόρος. Εκινείτο από το Άγιο Πνεύμα και ήταν ζηλωτής της ορθοδόξου πίστεως. Επί της εποχής του συνεκλήθη η Α΄ Οικ. Σύνοδος για να καταδικάσει τον Άρειο που δεν δεχόταν ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα αλλά μόνο ένα κτίσμα (δημιούργημα). Είχαν συγκεντρωθεί τότε οι 318 θεοφόροι Πατέρες που πολλοί από αυτούς ήσαν κάτοχοι της φιλοσοφικής παιδείας της εποχής. Ανάμεσα τους και ο απλός Σπυρίδων που δεν είχε ούτε ευφράδεια, ούτε ρητορική δεινότητα ώστε να μπορέσει να απαντήσει στους σοφιστικούς συλλογισμούς και τους κομψούς και γλαφυρούς λόγους των αντίθετων αιρετικών. Είχε μόνο την αρετή και τη Θεία Χάρη. Ιδιαίτερα διακρινόταν για την ευγλωττία του και τα περίτεχνα τεχνάσματα κάποιος ρήτορας που παρουσίαζε την απάτη του Αρείου ως ορθή διδασκαλία.
Τον πλησίασε ό άγιος και θέλησε να του μιλήσει. Τότε επενέβησαν οι άλλοι Πατέρες που γνώριζαν την απαιδευσία του και την απλοϊκότητά του και τον εμπόδιζαν. Ο άγιος όμως δεν τους άκουσε γιατί είχε το σχέδιο του για την απόδειξη της αλήθειας. Αφού μίλησε σύντομα εκθέτωντας την ορθόδοξη διδασκαλία κρατώντας στο αριστερό του χέρι ένα κεραμίδι και κάνοντας με το δεξί του το σημείο του σταυρού είπε: «Εις το όνομα του Πατρός». Τότε είδαν όλοι να ανεβαίνει πρός τα πάνω η φωτιά, η οποία έψησε το κεραμίδι. «Και του Υιού» συνέχισε ο άγιος. Τότε έτρεξε πρός τα κάτω το νερό με το οποίο ζυμώθηκε η λάσπη του κεραμιδιού. «Και του Αγίου Πνεύματος» συνέχισε και άνοιξε το χέρι του και έδειξε το χώμα με το οποίο κατασκευάστηκε το κεραμίδι.
Με το θαύμα του κεραμιδιού έμειναν έκπληκτοι όλοι. Το ένα κεραμίδι φανέρωνε τον ένα Θεό και τα τρία στοιχεία του τα τρία ομοούσια πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.
«Οι επίσκοποι επέστρεψαν στις επαρχίες τους, αισθανόμενοι απέραντη αγαλλίαση για την νίκη, εκπληττόμενοι από το θαύμα και δοξάζοντας τον Θεό…Ο αυτοκράτορας, έκπληκτος τίμησε με ξεχωριστές τιμές τον άγιο Σπυρίδωνα». Με το θαύμα αυτό έγινε «υπέρμαχος» της πίστεως.

 « διό νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς».
Κατά το χρόνο της απουσίας του αγίου Σπυρίδωνα στη Νίκαια για τις εργασίες της Συνόδου ξαφνικά απεβίωσε η κόρη του Ειρήνη, η οποία ζούσε ως μοναχή. Ο άγιος με υπομονή και καρτερία πέρασε τη λύπη του αποχωρισμού. Όταν γύρισε στην επισκοπή του ήλθε μια γυναίκα πολύ λυπημένη και του ανάφερε ότι έδωσε στη κόρη του, όταν ζούσε, ένα πολύτιμο χρυσό κόσμημα για να της το φυλάξει. Ο άγιος έψαξε με κάθε επιμέλεια κάθε σημείο του σπιτιού της κόρης του αλλά δεν το βρήκε πουθενά.
Πήγε τότε στον τάφο της και σάν να ήταν ζωντανή της φώναξε: «Ειρήνη, αγαπημένο μου τέκνο, που βρίσκεται το κόσμημα που σου έδωσαν να το φυλάξεις;». Εκείνη αμέσως , σαν να ξύπνησε από κάποιο ελαφρό ύπνο είπε: «Πατέρα μου, το κόσμημα το έχω τοποθετημένο στο τάδε μέρος του σπιτιού». Ο άγιος μπροστά στην έκπληξη των παρευρισκομένων, σάν να ήταν κύριος της ζωής και του θανάτου, δωρεά που πήρε από τον Χριστό, διέταξε την κόρη του: « Κοιμήσου από τώρα κόρη μου, ως τότε που ο κοινός Δεσπότης, ο Ιησούς Χριστός, θα σε αναστήσει μαζί με όλους κατά την κοινή ανάσταση».

 «και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες».
Ένας πάμπτωχος γεωργός, γνωστός του αγίου, κατέφυγε σε ένα πλούσιο που είχε γεμάτες τις αποθήκες του σιτάρι ζητώντας να δανειστεί, με την υπόσχεση της επιστροφής. Ο πλούσιος του είπε ότι χωρίς χρήματα δεν θα έπαιρνε ούτε τη σκιά του σπειριού του σιταριού.
Ο καϋμένος έπεσε σε απόγνωση και κατέφυγε στον κοινό θησαυρό των φτωχών, τον άγιο Σπυρίδωνα. Αυτός τον στήριξε με τα λόγια του και του είπε να περιμένει μέχρι την επόμενη μέρα. Πήγε τότε σπίτι του και του έδωσε ένα χρυσό βαρύ αντικείμενο το οποίο θα το έδινε ενέχειρο στον πλούσιο για να πάρει το σιτάρι που χρειαζόταν. Έτσι και έγινε. Ο φτωχός πήρε πολύ σιτάρι έθρεψε την οικογένειά του και έσπειρε τα χωράφια του. Η σοδειά ήταν τόσο πλούσια ώστε έδωσε στον πλούσιο το σιτάρι που του χρωστούσε και πήρε πίσω το ενέχειρο το οποίο επέστρεψε στον άγιο.
Τότε ο άγιος του είπε: «Ελα τώρα, αδελφέ μου, να το αποδώσουμε από κοινού σ’ Αυτόν που από αγάπη και ευσπλαχνία σου το δάνεισε και σε διευκόλυνε». Τον πήρε μαζί του σε ένα μικρό κήπο και αφού προσευχήθηκε στο Θεό άφησε κάτω το χρυσό αντικείμενο που έγινε αμέσως φίδι ζωντανό που σύρθηκε στο έδαφος και πήγε στη φωλιά του. Γιατί «όφις ο χρυσός ην».

 «και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σοι».

Κάποτε ο άγιος Σπυρίδων πήγε στο ναό για να κάνει τον Εσπερινό. Δεν υπήρχε όμως λαός. Μόνο οι νεοκώροι και οι βοηθοί. Ο άγιος τους είπε να ανάψουν καντήλια περισσότερα από ότι συνήθως ανάβουν. Ο ίδιος στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα αναφωνώντας το « ειρήνη πάσι». Επειδή όμως δεν υπήρχε ο λαός για να δώσει την απάντηση ακούστηκε από τον ουρανό φωνή πολλών μυριάδων που αντιφώνησε: «Και τω πνεύματι σου». Η φωνή ήταν μουσικότατη και παναρμόνια, δεν έμοιαζε με ανθρώπινη. Και όταν ο διάκος εκφωνούσε τα « ειρηνικά» τον έπιασε φόβος και δέος γιατί άκουγε το « Κύριε ελέησον» από τις αγγελικές φωνές. Η παναρμόνια αυτή φωνή ακουγόταν και έξω από το ναό. Πολλοί έτρεξαν με φόβο και θαυμασμό να δουν τι συμβαίνει. Μόλις μπήκαν δέν είδαν παρά μόνο τον άγιο και τον διάκο με τους λίγους πιστούς, που κι αυτοί έλεγαν ότι δεν είχαν δεί κανένα, άκουαν όμως φωνή που τους γέμιζε θεία αγαλλίαση. Έτσι βλέπομε τον άγιο Σπυρίδωνα να τελεί την ακολουθία ( μέλπειν τας αγίας σου ευχάς) με συλλειτουργούς τους αγγέλλους ( αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας).
Και σήμερα συνεχίζει τα θαύματα του ο άγιος. « Ο θαυματουργός καν τέθνηκε Σπυρίδων, του θαυματουργείν ουκ έληξεν εισέτι» λένε οι στίχοι του συναξαρίου. Δηλ. Ο θαυματουργός Σπυρίδων, αν και πέθανε, δεν έπαυσε και τώρα να θαυματουργεί».

Ταις του σου αγίου πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

5/12/16

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


Ο Άγιος Νικόλαος είναι από τους πιο γνωστούς αγίους της χριστιανοσύνης. Το όνομά του βρίσκεται στο στόμα αναρίθμητων πιστών που ζητούν τη βοήθειά του. Το όνομά του το φέρουν εκατομμύρια Χριστιανοί και πολλοί είναι οι Ναοί που είναι αφιερωμένοι σ΄αυτόν. Είναι μετά την Παναγία και τον Άγιο Γεώργιο, ο περισσότερο γνωστός σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Σ΄ όλη δε την Κύπρο υπάρχουν ενενήντα (90) και πλέον Ναοί αφιερωμένοι στο μεγάλο αυτό Ιεράρχη. Είναι αυτός που προστατεύει τους θαλασσινούς και όλους εκείνους που συναντούν τρικυμίες στη ζωή τους. Γι΄αυτό έχουν κτιστεί πολλές Εκκλησίες προς τιμή του. Όλη του η ζωή ήταν μια θαυμαστή ενσάρκωση της αγάπης και της φιλανθωπίας.
Το φωτινό του παράδειγμα ας προσπαθήσουμε να το μιμηθούμε. Ό Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας της Μικράς Ασίας γύρω στα 230 με 250 μ.Χ. Πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Πάντως κατά το έτος 300 μ.Χ. την εποχή των ασεβών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού ήταν Αρχιερέας των Μυραίων. Έζησε δε και μέχρι τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί και η οικονομική τους κατάσταση ήταν πολύ καλή. Γι΄αυτό οι φωτισμένοι γονείς του, μόρφωσαν πρώτα την απαλή ψυχή του παιδιού τους με τη θρησκεία του Χριστού μας και ύστερα τον έστειλαν στο σχολείο για να μάθει γράμματα. Από μικρός ο Άγιος Νικόλαος έδειχνε την αφοσίωσή του και την αγάπη του στο Θεό, περνώντας την ημέρα του με προσευχές και νήστευε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ακόμα και όταν ήταν βρέφος σύμφωνα με μια παράδοση δεν ήθελε να θηλάσει Τετάρτη και Παρασκευή, παραμόνο μετά τη δύση του ηλίου.
Όταν μεγάλωσε μισούσε τις απρεπείς και τις κακές συνομιλίες και συναναστροφές των νέων. Άγαπούσε να πηγαίνει τακτικά στην Εκκλησία και να συναναστρέφεται με ήσυχους, ήρεμους και καλούς ανθρώπους. Άκουε τις συμβουλές των μεγαλυτέρων του και προσπαθούσε να τις εφαρμόζει, όπου ήταν αναγκαίες.
Έμεινε ορφανός στο άνθος της ηλικίας του και απροστάτευτος μέσα στους πολλούς κινδύνους του ειδωλολατρικού περιβάλλοντός του. Εδώ έιναι η πρώτη του νίκη. Τίποτε δεν τον παρασύρει. Την περιουσία του τη χρησιμοποιεί για έργα αγάπης και φιλανθρωπίας. Τον θαυμάζουν οι Χριστιανοί για τη σταθερότητά του και προσεύχονται στο Θεό να τον αξιώσει να υπηρετήσει την Εκκλησία.
Εκείνο τον καιρό Αρχιεπίσκοπος της Λυκίας ήταν ο θείος του. Αφού εκτίμησε τις αρετές και τη μεγάλη του πίστη τον κάλεσε στην υπηρεσία του Κυρίου και τον χειροτόνησε ιερέα της Επισκοπής.
Όταν έγινε ιερέας μοίρασε όλη την περιουσία του, που του άφησαν οι γονείς του, στους φτωχούς. Έντυσε γυμνούς και δυστυχισμένους. Δεν σπατάλησε την περιουσία στος διασκεδάσεις, ούτε σο πολυτελή ενδύματα, όπως κάνουν πολλοί νέοι της σημερινής εποχής, γιατί άκουε τον Προφιτάνακτα Δαβίδ, ο οποίος οποίος λέγει. "Πλούτος εάν ρέει, μη προστίθεσθε καρδίαν" (ψαλμός ξα΄ΙΙ). Έτσι έκανε και ο Άγιος. Δεν έδωσε προσοχή στον ρέοντα και φθαρτό πλούτο, αλλά σκόρπισε αυτό, όπως έπρεπε, για να κερδίσει άφθαρτο και αιώνια ζωή. Η απλοχεριά του έσωσε πολλούς χριστιανούς από τον κατήφορο της αμαρτίας. Ο ΄Αγιος Νικόλαος ήταν άνθρωπος των έργων και όχι των λόγων.

Οι μέρες του Αγίου περνούσαν με νηστεία, προσευχή και πολλές ελεημοσύνες. Άγρυπνα γονάτιζε και παρακαλούσε τον Χριστό να του δίνει δύναμη, υπομονή και θάρρος για να μη λυγίσει στους πειρασμούς του σατανά.
Από τις πολλές ελεημοσύνες που έκαμε ο Άγιος ακούστε μια θαυμαστή και παράδοξη.
Τον καιρό εκείνο ζούσε ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος είχε τρείς πολύ όμορφες θυγατέρες. Από φθόνο των εχθρών του ο πλούσιος έχασε όλη του την περιουσία και έφτασε σε μεγάλη φτώχεια. Βρέθηκε σε τέτοια θλιβερή και δύσκολη κατάσταση που δεν μπορούσε να ζήσει μαζί με τις τρείς του θυγατέρες . Αποφάσισε να βάλει τις θυγατέρες του σε πορνείο, για να έχουν κάποιο εισόδημα και να μπορούν να ζήσουν. Ο δε Πανάγαθος Θεός, ο γινώσκων τα κρύφια των καρδιών, θέλησε να ελευθερώσει τις τρείς εκείνες ψυχές από την κόλαση και την αμαρτία. Κατά την ίδια εκείνη μέρα, κατά την οποία φανέρωσε ο πατέρας των κοριτσιών τη βούλησή του, το έμαθε και ο Άγιος Νικόλαος. Αμέσως έβαλε σ΄ενα μανδύλι τριακόσια φλωριά, πήγε κρυφά και το έρριξε στο σπίτι του πτωχεύσαντος πλουσίου από μια θυρίδα και έφυγε αμέσως χωρίς να γίνει αντιληπτός. Δεν ήθελε να φανερωθεί σε κανένα, γιατί απέφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και μόνον επιθυμούσε να αρέσει στο Θεό. Άκουε το Ιερό Ευαγγέλιο που έλεγε. "Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην, μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου" (Ματθ. ΣΤ. Στίχ. 3) δηλαδή όταν κάμνεις την ελεημοσύνη, να μη το γνωρίζει κανένας.
Ο πατέρας των τριών κοριτσιών ξύπνησε το πρωϊ και είδε στο σπίτι ένα μανδήλι δεμένο και το άνοιξε αμέσως. Μόλις είδε τόσα πολλά φλωριά έμεινε εκστατικός και έτριβε τα μάτια του από χαρά, μη πιστέυοντας το γεγονός. Μέτρησε αμέσως τα φλωριά και τα βρήκε ακριβώς τριακόσια. Μεγάλη περιουσία είχε στα χέρια του, γι΄αυτό ήταν πολύ ενθουσιασμένος και χαρούμενος, αλλά ήθελε να μάθει ποίος έκαμε αυτή την καλή πράξη. Αφού δεν γνώριζε τον ευεργέτη του ευχαριστούσε και δοξολογούσε συνέχεια τον Θεό. Αμέσως φρόντησε και ενύμφευσε την μεγαλύτερη του θυγατέρα με κάποιο πλούσιο της πόλης εκείνης και της έδωσε και τα τρακόσια φλωριά σαν προίκα. Ήλπιζε δε ότι εκείνος που τον βοήθησε θα φρόντιζε να τον βοηθήσει για την προίκα και των άλλων δυο κοριτσιών.
Αφού ο Άγιος Νικόλαος είδε ότι ο πατέρας χρησιμοποίησε τα χρήματα για καλό σκοπό, αμέσως τη δεύτερη νύκτα δένει σε άλλο μανδήλι άλλα τριακόσια φλωριά και το βράδυ πήγε και τα έρριξε πάλι από τη θυρίδα. Όταν ξύπνησε το πρωϊ ο πατέρας των κοριτσιών, βλέπει ένα άλλο μανδήλι με άλλα τριακόσια φλωριά. Θαύμασε για το γεγονός και παρακαλούσε τον Θεό να του φανερώσει τον άνθρωπο που του έκαμε αυτό το μεγάλο καλό και σώθηκαν τα κορίτσια του από την αμαρτία. Ήθελε να του φανερώσει τον ευεργέτη του που με την ελεημοσύνη του άρπαξε από τα χέρια του διαβόλου τις τρείς θυγατέρες του και τις έσωσε. Έτσι ενύμφευσε και τη δεύτερή του θυγατέρα δίνοντάς της σαν προίκα τα τριακόσια φλωριά, ελπίζοντας στον Θεό, ότι ο ευεργέτης θα βοηθήσει και την τρίτη του θυγατέρα.
Την τρίτη φορά όμως ήταν πολύ προσεχτικός και ήθελε να τρέξει και να δεί τον ευεργέτη του. Ο δε Άγιος Νικόλαος βλέποντας ότι ενύμφευσε και τη δεύτερή του θυγατέρα αποφάσισε να τελειώσει το καλό. Οπότε έδεσε πάλο σε άλλο μανδήλι άλλα τρακόσια φλωριά και πήγε να τα ρίξει κρυφά τη νύχτα από τη θυρίδα. Μόλις τα έρριξε ο Άγιος, ο πατέρας των κοριτσιών ήταν ξύπνιος δεν κοιμήθηκε, άνοιξε την πόρτα, έτρεξε και είδε κάποιο να φεύγει τρέχοντας. Ύστερα για λίγη ώρα έτρεχε ο ένας τον άλλο. Ο πατέρας των κοριτσιών τον έφασε και είδε ότι ήταν ο Άγιος Νικόλαος, ο πασίγνωστος και δημοφιλέστατος άγιος, ο μεγάλος ευεργέτης των φτωχών και των δυστυχισμένων. Αμέσως έπεσε στα πόδια του και με δάκρυα στα μάτια του έλεγε. "Σε ευχαριστώ, δούλε του Θεού, που με λυπήθηκες εμένα τον ταλαίπωρο και άθλιο και μου έκαμες τέτοια μεγάλη ελεημοσύνη. Ευτυχώς που με πρόλαβες γιατί διαφορετικά θα χανόμουν ψυχικά και σωματικά". Όταν είδε ο Άγιος Νικόλαος ότι φανερώθηκε η αρετή του, είπε σ΄αυτόν. "Δεν θέλω να πείς σε κανένα τίποτε, ενόσω ζω, για την καλωσύνη που σου ένανα".
Την επόμενη μέρα ο πατέρας νύμφευσε και την Τρίτη θυγατέρα του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ειρηνικά και δοξάζοντας το όνομα του Θεού.
Ύστερα από καιρό θέλησε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να δεί τους Αγίους Τόπους εκεί που μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος. Έτσι μπήκε σ΄ένα πλοίο μαζί με άλλους χριστιανούς για να πάει στην Παλαιστίνη.
Αφού προσκύνησε τον Άγιο Τάφο του Κυρίου, τον Γολγοθά, τον Τίμιο Σταυρό και είδε όλα τα μέρη που δίδαξε και μαρτύρησε ο Χριστός θέλησε να μείνει εκεί να ησυχάσει. Άγγελος Κυρίου τον διέταξε τη νύχτα να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Την άλλη μέρα ο Άγιος πιστός στην προσταγή του Αγγέλου κατέβηκε στο λιμάνι και ρωτούσε αν κανένα πλοίο θα ξεκινούσε για τα Πάταρα. Κανένα όμως πλοίο δεν ξεκινούσε. Τότε μερικοί ναύτες του είπαν. "Όπου βρούμε ναύλο, εκεί θα πάμε". Αμέσως ο Άγιος τους είπε. "Να σας δώσω το ναύλο και να με παρετε στα Πάταρα της Λυκίας". Ο πλοίαρχος και οι ναύτες βλέποντας ότι ο άνεμος ήταν ούριος ύψωσαν τα πανιά και αναχώρησαν. Θέλοντας να περάσουν πρώτα από την πατρίδα τους έστρεψαν το πλοίο προς την κατεύθυνση της, αλλά ο Θεός για να μην λυπήσει τον Άγιο, σήκωσε μεγάλη τρικυμία, ώστε έσπασε το πηδάλιο-τιμόνι του πλοίου και οι ναύτες απελπισθέντες ανέμεναν το θάνατο. Ο Άγιος όμως δια της προσευχής του καταπράϋνε τη θάλασσα. Ο πλοίαρχος μαζί με τους ναύτες του είδαν ότι έφθασαν στα Πάταρα και αφού έπεσαν στα πόδια του Αγίου του ζητούσαν συγχώρεση. Ο Άγιος τους φανέρωσε τη σκέψη τους και τους συμβούλευσε να μην επαναλάβουν τέτοιο πράγμα στη ζωή τους, τους ευχήθηκε και τους κετευώδωσε.
Επιτέλους ύστερα από μιά μεγάλη θαλασσοταραχή ο Άγιος επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα στα Πάταρα. Ο κόσμος του επεφύλαξε μεγάλη υποδοχή, γιατί τον αγαπούσε πάρα πολύ. Νέοι και γέροντες, άνδρες και γυναίκες, ακόμα και οι Μοναχοί του Μοναστηριού στο οποίο τον είχε αφήσει ο θείος του επίτροπο, όλοι εξήλθαν να τον καλωσορίσουν και να τον υποδεκτούν. Κοντά στα Παταρα, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων, ήταν μια μικρή πόλη που την έλεγαν Μύρα. Η πόλη Μύρα έιναι στην Μικρά Ασία, αργότερα έγινε πρωτεύουσα της Λυκίας. Σήμερα τη λένε Ντεμπρέ. Εκεί πέθανε ο Μητροπολίτης της πόλης και ήθελαν να βρούν κάποιο άξιο για να τον αντικαταστήσει.
Τότε μαζεύτηκαν οι Επίσκοποι και οι κληρικοί της επαρχίας των Μύρων για να εκλέξουν Αρχιερέα. Εκεί που συνεδρίαζαν, σνκώθηκε ένας από τους επισκόπους και είπε στους άλλους, να παρακαλέσουν τον Θεό να τους φωτίσει, για να κάνουν καλή επιλογή. Τη νύκτα, όλοι οι επίσκοποι είδαν τον ύπνο τους ένα άγγελο, που τους είπε να πάνε το πρωϊ στην Εκκλησία και όποιος μπεί πρώτος μέσα, συτόν να κάμουν επίσκοπο. Πράγματι έτσι έγινε. Ο πρώτος που μπήκε στο Ναό ήταν ο Νικόλαος. Έτσι χειροτονήθηκε ο Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων.
Η φιλανθρωπική του δράση μεγάλωσε πολύ όταν έγινε Αρχιερέας. Ίδρυσε φτωχοκομείο, ξενώνα, νοσοκομείο και άλλα ιδρύματα.
Την εποχή εκείνη, γύρω στο 300μ.Χ., ο Αυτοκράτορας της Ρώμης Διοκλητιανός (230-313μ.Χ.) πίστευε πως η αρχαία θρησκεία ήταν απαραίτητη για την ενότητα του κράτους, γι΄αυτό καταδίωξε σκληρά τους χριστιανούς. Ευτυχώς παραιτήθηκε από την εξουσία του το 305 και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του με μεγάλη απλότητα στα κτήματα του στη Δαλματία.
Επίσης ένας άλλος Ρωμαίος αυτοκράτορας ο Μαξιμιανός (245-310μ.Χ) έκανε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Αυτός είχε στην κυριαρχία του την Ισπανία, την Αφρική και την Ιταλία με έδρα το Μεδιόλανο, το σημερινό Μιλάνο. Συγρούστηκε με τον Μ. Κωνσταντίνο που τον σκότωσε ή τον ανάγκασε να αυτοκτονήσει.
Ο Διοκλητιανός και ο Μάξιμος έστειλαν αγγελιαφόρους σ΄όλους τους επάρχους και τους διέταξαν να τιμωρούν τους εχθρούς των αρχαίων Θεών, τους χριστιανούς, άν όμως αρνηθούν το Χριστό, τότε να τους τιμούν. Πολλοί χριστιανοί από το φόβο των σκληρών βασανιστηρίων προσκύνησαν τα είδωλα και πήραν λεφτά, κτήματα ή και κάτι άλλο.
Άλλοι πάλι ομολόγησαν ότι είναι χριστιανοί και πέθαναν με φρικτά βασανιστήρια. Σ΄ αυτό τον διωγμό, ο έπαρχος της Λυκίας, έπιασε πολλούς χριστιανούς και μαζί μ΄αυτούς και τον Άγιο Νικόλαο, τους έδιωξε από τα Μύρα και τους έρριξε στη φυλακή για έξι ολόκληρα χρόνια.
Ο Άγιος Νικόλαος ακόμα και μέσα στη φυλακή δίδασκε τους χριστιανούς και τους ενθάρρυνε. Από τους πολλούς ραβδισμούς που του έδωσαν, το σώμα του έγινε κατάμαυρο και έτρεχε αίμα από τις πολλές πληγές του. Δεμένος με βαρειές αλυσίδες τον έρριξαν στη φυλακή για να συνεχίσει τα μαρτύριά του, είδε τότε με τα μάτια του το Χριστό, να του γιατρεύει τις πληγές, να τον ενθαρρύνει και να τον πλυμμυρίζει με ανέκφραστη αγαλλίαση. Και να πως. Κόντευε να ξημερώσει. Ο Άγιος φορτωμένος με αλυσίδες, διάβαζε την ορθινή προσευχή του. Ευχαριστούσε τον Πανάγαθο που τον αξίωνε να φέρει τα "στίγματα του Κυρίου" στο σώμα του, σαν τον Παύλο. Η χαρά του κορυφώθηκε, όταν σε λίγο άκουσε μέσα στη σκοτεινιά της φυλακής του αγγελικές φωνές να ψάλλουν μαζί του και μυρίστηκε την ευωδία ουράνιου μοσχολίβανου.
Μόλις πρόβαλε η αυγή, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου απλώνονταν στη γή, όταν έξω ακούστηκαν πολλές φωνές, σωστός αλαλαγμός. Σείεται η φυλακή και άγριοι κτύποι συνταράζουν τη σιδερένεια πόρτα της ζητώντας να την εκβιάσουν. Ο Άγιος σκέπτεται. "Φαίνεται ότι ήρθε η ευλογημένη ώρα! Ή ήλθαν για να συνεχίσουν πιο άγρια τα μαρτύρια! Ένίσχησέ με Κύριε, να τ΄αντικρύσω με το ίδιο χαμόγελο αι δέξε το πνεύμα μου στους κόλπους σου!". Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη σκέψη του και η σιδερένεια πόρτα κλονίζεται, υποχωρεί, ανοίγει διάπλατα, τρελλός από χαρά ο δεσμοφύλακας ορμά μέσα, αρπάζει τον Άγιο στα χέρια του κλαίοντας και προσκυνώντας τα δεσμά του, που δέκτηκε για την αγάπη του Χριστού, τον βγάζει έξω απ΄την φυλακή και τον φέρνει θριαμβευτικά στη Μητρόπολή του. Οι θερμές προσευχές του λαού για τον ποιμενάρχη τους εισακούστηκαν.
Όταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός πέθαναν ανέβηκε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος, ο γιός του Κωνσταντίνου του Χλωρού και της Αγίας Ελένης, ο οποίος ονομάστηκε μετά Μέγας Κωνσταντίνος, από τα μεγάλα έργα που έκανε και τον τρόπο που αναδιοργάνωσε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ο Κωνσταντίνος διέταξε όλους τους επέρχους, να λευτερώσουν όλους τους χριστιανούς από τις φυλακές και να γκρεμίσουν τους βωμούς των ειδωλολατρών. Ποιός μπορεί να περιγράψει τι έγινε τότε; Η γλώσσα του ανθρώπου είναι αδύνατη να εκφράσει τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το λαό και η πέννα ακόμα πιό πολύ αδύνατη να παραστήσει το παραλήρημα, που κατέλαβε τους χριστιανούς. Ο Άγιος Νικόλαος αδύνατος στο σώμα από τα πολλά βάσανα, ακμαίος όμως στη ψυχή, συνεχίζει τα υψηλά του καθήκοντα. Πέρασε πια η τρυκυμία και ήρθε η γαλήνη. Ο Άγιος είναι πάλι στο θρόνο του ελεύθερος να φωτίζει το δρόμο των χριστιανών του, ελεύθερος να σπογγέσειτα δάκρυά τους, να λατρεύει τον Θεό, ν΄ανυψώνει το ποίμνιό του στα ύψη του ιερού και μεγάλου προορισμού του. Δεν φοβάται πια τους εχθρούς της πίστης.
Στά άγιά του χέρια ο Πανάγαθος εμπιστεύτηκε θεϊκή δύναμη κι' εκείνος τη χρησιμοποιούσε με αγαθότητα, με πραότητα, μα και με ορμή συνταρακτική, όταν αντίκρυζε τους αγώνες εναντίον του Σατανά και των οργάνων του. Έτσι πέρασε όλη του η ζωή. Έφτασε παντού, κι΄όταν δεν μπορούσε να φτάσει με τα άθλια μέσα της συγκοινωνίας της εποχής εκείνης, έφτανε με το πνεύμα του. Παρηγορούσε τους πονεμένους και συμβούλευε τους πλανημένους, ενίσχυε τους φτωχούς.
Φρόντιζε ιδιαίτερα για τα νειάτα. Ήταν ένας φωτεινός οδηγός, που με τα λόγια του και το παράδειγμα του φώτιζε, καθοδηγούσε, ενέπνεε.
Τις ελεημοσύνες, τις αγρυπνίες και τις νηστείες του μόνο ο Θεός τις ξέρει. Απέφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και ζητούσε μόνο τη δόξα του Θεού. Αλλ' όσο κρυβόταν ο Άγιος, τόσο ο Πανάγαθος τον τιμούσε, γιατί ο Άγιος τιμούσε με τα έργα του τον Θεό.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου παρουσιάστηκε πάλι ο σατανάς, με μορφή ανθρώπου, κι΄αυτός ήταν ο Άρειος. Ο Άρειος ήταν διάκος και αρκετά μορφωμένος. Έλεγε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά τον έφτιαξε ο Θεός, δηλαδή ήταν δημιούργημα του Θεού. Ο Αρχιερέας Αλεξανδρείας Πέτρος, τον έδιωξε από την Επισκοπή.
Ο Άρειος κατώρθωσε να πάρει με το μέρος του τον Μητοροπολίτη Νικομήδειας και πολλούς άλλους αρχιερείς. Τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος για να σταματήσει η σύγχυση μέσα στη χριστιανοσύνη, έδωσε εντολή, να μαζευτούν όλοι οι Μητροπολίτες και οι κληρικοί στην πόλη Νίκαια της Βιθυνίας το 325μ.Χ., και να βρουν τη λύση, να λάμψει η αλήθεια.
Στην Α΄αυτή Οικουμενική Σύνοδο, πήραν μέρος 318 Πατέρες και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Άγιος Σπυρίδωνας, ο Μέγας Αθανάσιος και άλλοι. Όταν σε κάποια στιγμή ο Αρειος έφερε σε αδιέξοδο τους Άγίοις Πατέρες, ο Άγιος Σπυδίδωνας έκανε το θαύμα με το κεραμίδι. Δηλαδή έβαλε ένα κομμάτι κεραμίδι στη χούφτα του, το έσφιγξε και αυτό χωρίστηκε στα τρία: σε χώμα, νερό και φωτιά. Με αυτό τον θαύμα απέδειξε τον Τριαδικό Θεό (Πατέρας - Υιός - Άγιο Πνεύμα). Ο Άρειος όμως λόγω του εγωισμού του δεν πείστηκε και με την ρητορική του ικανότητα, γιατί ήταν πολύ μορφωμέμος και μιλούσε με θάρρος και παρρησία, είπε ότι το θαύμα αυτό είναι δαιμονικό. Τότε, ο Άγιος Νικόλαος αγανακτισμένος, δεν κρατήθηκε, σηκώθηκε από τη θέση του και έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στον Άρειο.
-Βασιλιά, είπε ο Άρειος, είναι σωστό μπροστά σου, ένας από τους Πατέρες να με κτυπήσει; Άν είναι αμαθής, ας μη μιλάει, όπως κάνουν και οι άλλοι, αν πάλι ξέρει, ας πει τη γνώμη του.
-Σωστά μιλάς, Άρειε, του λέει ο Βασιλιάς. Ο Νικόλαος θα φυλακιστεί μέχρι να τελειώσει η Σύνοδος.
Φυλακίστηκε γιατί δεν επιτρεπόταν κανείς να κτυπήσει κάποιο, μπροστά στα μάτια του Αυτοκράτορα και η ποινή ήταν ο θάνατος. Ο Αυτοκράτορας αμέσως έδωσε εντολή να πιάσουν τον επίσκοπο Πατάρων Νικόλαο. Τον έδεσαν και τον έβαλαν φυλακή, γιατί τον σεβόταν και δεν ήθελε τον θάνατό του.
Την νύκτα παρουσιάστηκε μέσα σε άσπρο σύννεφο ο Χριστός και η Παναγία και τον ρώτησαν γιατί τον έβαλαν φυλακή.


-Για τη δικιά σας αγάπη και πίστη μου απάντησε ο Νικόλαος.
Τότε ο Χριστός τον ελευθέρωσε από τα δεσμά και του έδωσε ένα Ευαγγέλιο και η Παναγία μας το ωμοφόριο του Αρχιερέα. Από τότε καθιερώθηκε όλοι οι Αρχιερείς να φορούν ωμοφόριο. Την άλλη μέρα όταν του πήγαν φαγητό και νερό στη φυλακή, τον είδαν να διαβάζει το Ευαγγέλιο και τους είπε την οπτασία που είδε και τι του συνέβηκε. Όλοι δόξασαν τον Θεό.
Η Σύνοδος, καταδίκασε τον Άρειο σαν αιρετικό κι οι Πατέρες γύρισαν στις επαρχίες τους. Έτσι ο Άγιος Νικόλαος επέστρεψε στα Μύρα.
Σε ηλικία 100 χρόνων περίπου, αρρρώστησε και σε λίγο κοιμήθηκε περί το έτος 333 μ.Χ. για να πάει να βρει τον Κύριο που τόσο πολύ αγάπησε. Προτού πεθάνει, την ώρα που προσευχόταν, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είδε αγγέλους που έρχονταν, για να παραλάβουν την αγιασμένη ψυχή του.
Το ιερό λείψανό του τάφηκε στην αυλή της Επισκοπής Λυκίας. Ύστερα από πολλά χρόνια, στην πρώτη Σταυροφορία των Φράγκων κι΄όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος ο Α΄, το μετέφερε στο Μπάρι της Ιταλίας. Η μνήμη αυτή της μεταφοράς γιοράζεται στις 20 Μαϊου.
Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου στις 6 Δεκεμβρίου, ημέρα που πέθανε, και τον κατέταξε μεταξύ των μεγαλυτέρων και επισημοτέρων Αγίων. Η Πέμπτη μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη σ΄αυτόν.
Επίσης χαρακτηρίζει τον Άγιο και ως ισαπόστολο, για το μεγάλο του έργο.
Θεωρείται και σαν ένας από τους μεγάλους προστάτες του Ελληνικού Έθνους, γιατί ο μεγάλος αυτός ιεράρχης, με τα άπειρα θαύματά του, αναδείχθηκε ο προστάτης άγιος των θαλασσινών και των ναυτιλλομένων. Επειδή η Ελλάδα είναι κατ΄εξοχήν ναυτική χώρα, τόσο στο Εμπορικό, όσο και στο Πολεμικό Ναυτικό γιορτάζει πανηγυρικά τον Άγιο, και στους Ναυστάθμους, και όπου υπάρχει ναυτική μονάδα, τελούνται λειτουργίες και δοξολογίες στη μνήμη του.
Τον Άγιο Νικόλαο δεν τον τιμούν μόνο οι άνθρωποι της θάλασσας, αλλά και το σύνολο του Ορθόδοξου Χριστιανικού κόσμου.

30/11/16

Ο ΑΓΙΟΣ  ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ
Εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησι»
Ο Άγιος Φιλάρετος, ζούσε κατά τους χρόνους, που στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε ο Κωνσταντίνος και η Ειρήνη, περί το έτος 780 μ.Χ. Γεννήθηκε λίγο μετά το 700 μ.Χ. Καταγόταν από τα μέρη της Παφλαγονίας και από την πόλη Άμνειαν. Ήταν επίσημος και κατείχε το αξίωμα του Υπάτου. Ήταν όμως ο μακάριος και πραγματικά φιλάρετος. Ήταν και πολύ πλούσιος. Είχε πολλά ζώα. Είχε χωράφια, αμπέλια και άλλα κτήματα. Επίσης είχε πολλούς δούλους και υπηρέτες. Η γυναίκα του, η Θεοσεβή, ήταν ευγενική. Φοβόταν και σεβόταν τον Κύριο. Είχαν ένα αγόρι τον Ιωάννη και δύο θυγατέρες, την Υπατία και την Ευανθία. Ο Φιλάρετος ήταν πολύ ελεήμων, και φιλόξενος. Κάθε μέρα έδιδε άφθονα από τα πλούτη του στους φτωχούς, στους πεινασμένους, στους γυμνούς, στις χήρες και στα ορφανά. Η φήμη του ακούστηκε σ” όλη την Ανατολή. Έρχονταν, λοιπόν, οι φτωχοί και όσοι είχαν ανάγκην. Έπαιρναν από αυτόν άλλος χρήματα, άλλος ζώα, άλλος άλλο τι, ανάλογα με την ανάγκη που είχε ο καθένας. Το σπίτι του ευλογημένου Φιλαρέτου, ήταν πηγή ανεξάντλητος. Και όσο αυτός έδιδε με πρόσωπο χαρούμενο, τόσο ο πλουσιόδωρος Κύριος, πλήθυνε τα αγαθά του περισσότερο.
Γίνεται φτωχός
Ο μισόκαλος όμως φθόνησε την αρετή του Φιλαρέτο. Ο Φιλάρετος όμως πτώχευσε. Πτώχευσε διότι έδιδε κατά την συνήθειά του κάθε ημέρα ελεημοσύνη. Μοίραζε τα κτήνη του και την περιουσία του. Άλλα και διότι κλέφτες και κακοποιοί τον έκλεβαν και οι δυνατότεροι του άρπαζαν την περιουσία. Δεν του έμειναν, παρά ένα ζευγάρι βόδια, ένας όνος, μια αγελάδα με το μοσχαράκι της και μερικά μελίσσια. Τα χωράφια του τα άρπαξαν με το έτσι θέλω οι γεωργοί και οι γείτονες, γιατί είδαν, ότι όταν πτώχευσε δεν μπορούσε να τα καλλιεργήσει. Έτσι λοιπόν άλλοι με τη βία και άλλοι παρακαλώντας, του τα πήραν όλα και δεν του άφησαν τίποτε παρά το σπίτι, όπου κατοικούσε. Από αυτά όλα, που έπαθε ο Φιλάρετος δεν λυπόταν καθόλου.
Δίδει το βόδι από το ζευγάρι του
Μια μέρα ο Φιλάρετος επήρε το ζευγάρι του και επήγε στο χωράφι του, που του είχε απομείνει, να εργαστεί. Έχει κοντά ατό χωράφι του εργαζόταν ένας άλλος γεωργός φτωχός με το βόδι του. Έξανα το βόδι του ψόφησε. Ο δύστυχος λυπήθηκε πάρα πολύ, γι” αυτό που έπαθε, διότι ήταν φτωχός πολύ, αλλά και χρεωμένος. Έτρεξε αμέσως στο Φιλάρετο, να του πει τη συμφορά του και τουλάχιστον να τον παρηγορήσει γιατί ήξερε, ότι δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να τον βοηθήσει. Ο ελεήμων όμως, άνθρωπος, όταν είδε τον γείτονά του δακρυσμένο, τον συμπόνεσε. Αμέσως ξέζεψε το βόδι του και του το χάρισε.
Χαρίζει και το άλλο βόδι
Μετά πέντε ημέρες, εκεί που έβοσκε το βόδι του γεωργού, έφαγε φαρμακερό βότανο και ψόφησε. Αμέσως ο γεωργός πήρε εκείνο το βόδι που του χάρισε ο Φιλάρετος και το πήγε στο σπίτι του, λέγοντας:
—Για την αμαρτία που έκανα, παίρνοντάς σου το βόδι, αδίκησα τα παιδιά σου. Ο Θεός με τιμώρησε, για την αδιακρισία μου και μου θανάτωσε και το άλλο το δικό μου. Αλλά ο Φιλάρετος του έδωσε και το άλλο το δικό του και του λέγει:
—Πάρε και αυτό και δούλευε, γιατί εγώ σκοπεύω να πάω σε άλλο τόπο μακρινό και δεν το χρειάζομαι.
Έχω κρυμμένα χρήματα πολλά
Στο σπίτι όμως του Φιλαρέτου, κλαίγανε η γυναίκα του και τα παιδιά του γιατί πλέον ήταν φτωχοί και δεν είχαν ούτε το ζευγάρι για να καλλιεργήσουν την γη τους και να βγάλουν το ψωμί τους. Όμως τους Άγιος τους παρηγόρησε και τους είπε:
—Μη στενοχωρείστε. Έχω χρήματα κρυμμένα σε ένα τόπο τόσα πολλά, ώστε εκατό χρόνια να ζήσετε, και να ντύνεστε. Εγώ είχα προβλέψει αυτή τη φτώχεια μας και όταν πωλούσα τα ζώα, φύλαγα τα χρήματα.
Αυτά τους τα έλεγε με τέτοια βεβαιότητα, διότι προέβλεπε με την χάριν του Αγίου Πνεύματος, σαν προορατικός, σαν προφήτης, εκείνο, που έμελλε να γίνει ύστερα, όπως και έγινε. Κατόπιν ο Άγιος ο ελεήμονας έδωσε και το άλογο και την αγελάδα του με το μοσχαράκι της σε δύο φτωχούς. Και από το υστέρημα του πάλι ο Άγιο έδινε ελεημοσύνη στους φτωχούς
Φιλοξενεί θαυμαστώς την Βασιλική αποστολή
Τον καιρό εκείνο, βασίλευε η φιλόχριστος Ειρήνη και ο υιός της, Κωνσταντίνος, (780-794). Η βασίλισσα και ο υιός της σκέφθηκαν να διαλέξουν την πιο ωραία και ενάρετη κόρη, για σύζυγο του βασιλέως. Έστειλαν, λοιπόν, αξιωματικούς εις πάσαν πόλιν και χώραν για να βρουν την πιο ωραία και καλή με χριστιανική ανατροφή. Αφού πήγαν σ” όλες τις πόλεις, ήλθαν και στην Άμνεια. Όταν είδαν οι βασιλικοί άνθρωποι το ωραίο σπίτι του Φιλάρετου, νόμισαν ότι κανενός μεγάλου άρχοντος θα είναι. Διέταξαν τους υπηρέτες τους να καταλύσουν εκεί. Ο Φιλάρετος, όταν τους είδε να έρχονται, πήρε το ραβδί του και προϋπάντησε τους ξένους με μεγάλη χαρά, λέγοντας:
—Σας ευχαριστώ που καταδεχτήκατε να καταλύσετε στο φτωχικό μας.
Έπειτα διέταξε τη γυναίκα του να ετοιμάσει με επιμέλεια φαγητό για να φάνε οι ξένοι.
Η γυναίκα του όμως του λέγει:
—Μια κότα δεν άφησες, δυστυχισμένε, στο σπίτι σου. Τι να τους ετοιμάσω;
Ο Άγιος όμως της λέγει:
—Άναψε συ το τζάκι, στόλισε το μεγάλο τρίκλινο και καθάρισε την ελεφαντένια τράπεζα εσύ και ο Θεός θα μας στείλει τώρα και φαγητά, όσα θέλομε.
Ετοίμασε, λοιπόν, η γυναίκα του όλα, όπως της είπε. Και ω του θαύματος! Οι πρώτοι της χώρας, έφεραν από την ιδιαίτερη πόρτα, αρνιά, κριάρια, κότες, περιστέρια, παλιό κρασί και ότι άλλο χρειαζόταν ένα μεγάλο τραπέζι.
Ζητούσαν νύμφη για τον Βασιλέα
Έφαγαν και ευχαριστήθηκαν οι φιλοξενούμενοι. Την επόμενη ημέρα θέλησαν να δουν την οικογένεια του Φιλάρετου. Έτσι στολίσθηκαν τα κορίτσια και με τάξη, ήλθαν και προσκύνησαν τους ξένους, με σχήμα θαυμάσιο. Οι βασιλικοί ξένοι, όταν είδαν το κάλλος των κοριτσιών, την ευταξία τους, τους τρόπους τους, θαύμασαν και ευχαριστήθηκαν που βρήκαν ότι ζητούσαν. Άρχισαν αμέσως να εξετάζουν την ηλικία, να μετρούν το σώμα, το πόδι του καθενός σύμφωνα με την παραγγελία, που είχαν. Όλα ήσαν τέλεια. Και η μορφή ομοίαζε με την εικόνα που βαστούσαν. Τότε τους πήραν όλους, με μεγάλη χαρά: Τον γέροντα Φιλάρετο, την σύζυγο του Θεοσεβή, τον πρώτο υιό του, τον Ιωάννη, την θυγατέρα του Υπατία, που ήταν χήρα με τις δυο θυγατέρες της, την Μαρία και την Μαρανθία και με όλους αυτούς τους συγγενείς των, εν όλω τριάντα άτομα, έφυγαν για τα Ανάκτορα.
Πως βρέθηκε ο κρυμμένος θησαυρός
Όταν έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη αμέσως την μεν πρώτη την Μαρία, στεφανώθηκε ο βασιλεύς, την δε δεύτερη, ένας άρχοντας, πατρίκιος το αξίωμα, και την άλλη εγγονή του Αγίου, την θυγατέρα της άλλης του κόρης, την έστειλαν εις τον βασιλέα των Λογγοβάρδων, τον Αργούσην. Αυτός είχε ζητήσει να του στείλουν από την Κωνσταντινούπολη μία κόρη ως σύζυγο. Έγιναν, λοιπόν, οι γάμοι με μεγάλη χαρά. Κάλεσε ο βασιλεύς, όλους τους συγγενείς του Φιλαρέτου, και τους έδωσε από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο, τόπους πολλούς, να ορίζουν δικούς τους. Τους έδωσε ακόμη κτήματα, ενδυμασίες, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους, μαργαριτάρια και σπίτια πολλά να κατοικούν κοντά στο παλάτι. Τότε θυμήθηκαν όλοι τα λόγια του γέροντος Φιλαρέτου, που τους έλεγε, ότι έχει θησαυρό κρυμμένο και τον μακάριζαν και τον ευχαριστούσαν, που τους προξένησε τόση ευτυχία. Ο δε Άγιος γέροντας, αφού έλαβε από τον βασιλέα πολλά δωρήματα, δεν λησμόνησε τις δωρεές του Θεού, ούτε άφηκε την πρώτη του συνήθεια, αλλά τον ευχαριστούσε με λόγια και έργα πάντοτε.
Στο Μοναστήρι της κρίσεως για τον τάφο του
Ζούσε στο παλάτι ο Φιλάρετος όλη την ημέρα. Δεν θέλησε ποτέ όμως να φορέσει μεταξωτό ένδυμα, η χρυσή ζώνη. Ούτε αξίωμα θέλησε να πάρει από το βασιλιά. Μόνον, επειδή τον παρεκάλεσε ο βασιλεύς και η βασίλισσα, εδέχθη με βία μεγάλη το αξίωμα του Υπάτου.
Ήλθε όμως καιρός και ο Κύριος απεκάλυψε εις τον Φιλάρετο το τέλος της ζωής του. Επήρε, λοιπόν, τον υπηρέτη αυτόν, που κρατούσε τα βαλάντια της ελεημοσύνης και πήγαν κρυφά σ” ένα Μοναστήρι της πόλεως που ονομάζονταν «της Κρίσεως». Έχει έμεναν παρθένες μοναχές. Ζήτησε από την ηγουμένη μνήμα πελεκητό καινούργιο. Εκείνη απόρησε. Τότε ο Άγιος της λέγει:
—Μετά δέκα ημέρες φεύγω από την ζωή αυτή και πηγαίνω στην άλλη Βασιλεία. Θέλω δε να ενταφιαστεί σ” αυτό το μνήμα το άθλιο σώμα μου. Στον υπηρέτη είπε να μην αποκαλύψει σε κανέναν τίποτε.
Οι τελευταίες υποθήκες του
Όταν έφθασε στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος. Κατά την ενάτη ημέρα κάλεσε όλους τους συγγενείς του και τους είπε:
—Τέκνα μου, ο Βασιλεύς με κάλεσε να υπάγω προς αυτόν σήμερα. Αυτοί νόμισαν ότι λέγει για τον γαμβρό του και του λέγουν:
—Πως μπορείς να πας, αφού είσαι εξασθενημένος από την αρρώστια;
—Αυτοί, τους λέγει, που θα με σηκώσουν με θρόνο χρυσό, είναι εδώ δεξιά μου, αλλά σεις δεν τους βλέπετε.
Τότε κατάλαβαν τι σήμαιναν τα λόγια του και άρχισαν να κλαίνε. Ο Άγιος όμως τους έκανε νόημα να σιωπήσουν κι άρχισε να τους συμβουλεύει:
—Γνωρίζετε, παιδιά μου, καλά τη ζωή μου. Έκανα την ελεημοσύνη από τον κόπο μου και όχι από αδικίες και αρπαγές. Ενθυμείσθε τα πλούτη που είχα πρώτα, και την φτώχεια που μου ήλθε ύστερα. Και πάλιν βλέπετε τον τελευταίο πλούτο, που μου απέστειλε ο Κύριος. Μήπως με είδατε ποτέ να δώσω σημασία στα πλούτη ή να γογγύσω στη φτώχεια; Είδατε ποτέ να αδικήσω κανέναν άνθρωπο; Λοιπόν το ίδιο να κάνετε και σεις, αν θέλετε την σωτηρία σας. Μη λυπηθείτε τα πλούτη που χάνονται, αλλά δίδετε στους φτωχούς. Στείλατε τα σε εκείνον τον κόσμο, που πηγαίνω κι εγώ και θα σας τα φυλάξει ο Θεός ακαίρεον, να τον βρείτε όταν έλθετε. Μην τον αφήσετε εδώ, για να τον χαίρονται άλλοι και σεις να υποφέρετε βάσανα αιώνια. Μοιράστε τον σε χήρες και ορφανά, σε φυλακισμένους και σε Εκκλησιές και μοναστήρια για να σας τον ανταποδώσει ο πλουσιόδωρος βασιλεύς, να αγάλλεσθε την ουράνιο βασιλεία ατελεύτητα.
Ο ύπνος του δικαίου
Τότε ευχήθηκε την γυναίκα του και όλους τους συγγενείς του. Έλαμψε όλο το πρόσωπο του, σαν ήλιος και έψαλλε χαρούμενος το, «ἔλεος καί κρίσιν ἄσομαι σοί Κύριε». Τελειώνοντας το ψαλμόν, διεχύθηκε τόση ευωδία στο σπίτι, σαν να είχαν χύσει μύρο πολύτιμο και να θυμίαζαν με πολλά αρώματα. Τότε είπε και το Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν» και το «Πάτερ ἠμῶν». Όταν όμως έλεγε «Γεννηθήτω τό θέλημά σου» παρέδωκε την άγια του ψυχή, εις χείρας του Θεού, γέροντας πλέον και πλήρης ημερών. Καίτοι ήτο πολύ γέρων, ούτε τα δόντια του είχε χάσει, ούτε το χρώμα του προσώπου του είχε αλλάξει. Ήταν ανθηρός και ωραίος στο πρόσωπο, σαν μήλο η σαν τριαντάφυλλο. Εκοιμήθη το 792 μ.Χ.
Θαυματουργεί στην κηδεία του
Τότε ήλθε ο βασιλεύς και όλη η Σύγκλητος και οι συγγενείς και έθαψαν το τίμιο σώμα του εις τον τάφο, τον οποίον ετοίμασε ο ίδιος. Έδωκαν εκείνην την ημέρα πολλή ελεημοσύνη στους φτωχούς, οι οποίοι ακολουθούσαν το άγιο Λείψανο και θρηνούσαν και έλεγαν στον Θεό.
—Γιατί, Κύριε, μας στέρησες τον τροφέα και ευεργέτη μας; Ποιος θα μας ντύσει; Ποιος θα πληρώσει τα χρέη μας; Ποιος θα συμπαθήσει ημάς τους φτωχούς και ασήμαντους; Μεταξύ αυτών ήταν και ένας δαιμονισμένος, που ακολουθούσε. Εφώναζε άστατα και προσπαθούσε να ρίξει το λείψανο κάτω. Όταν όμως έφθασαν στον τάφο, ο δαίμονας έριξε τον άνθρωπο κάτω και τον τάραξε πολύ. Τότε το δαιμόνιον έφυγε. Ο άνθρωπος έγινε υγιής με την προσευχή του Αγίου Φιλαρέτου. Όταν είδαν αυτό το θαύμα, όλοι δόξασαν το Θεό, που έδωσε τόση χάρι στο δούλο του. Κατόπιν ενταφίασαν τον Άγιο στην λάρνακα, που αγόρασε ο ίδιος στο Μοναστήρι της Κρίσεως.

Θνῄσκει ὁ πᾶσαν ἀρετὴν φερωνύμως, Πάτερ φιλήσας, τόν γε μὴν οἶκτον πλέον.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Θείας πίστεως, περιουσίᾳ, διεσκόρπισας, τοῖς δεομένοις, τὸν προσόντα σοι πλοῦτον Φιλάρετε· καὶ εὐσπλαγχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγόν του ἐλέους ἐδόξασας· Ὃν ἱκέτευε, δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσί σε, ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.