Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

8/5/19

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΝ ΒΟΥΝΑΙΝΟΙΣ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΝ ΒΟΥΝΑΙΝΟΙΣ
Ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος γεννήθηκε στα μέρη της Ανατολής από γονείς ευσεβείς και ενάρετους. Όταν ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον Αυτοκρατορικό Στρατό, με το αξίωμα του Δούκα...
γυμνάζοντας τους στρατιώτες του, στο να είναι γενναίοι και ατρόμητοι πολεμιστές, κυρίως όμως τους νουθετούσε και τους δίδασκε να πιστεύουν στον Θεό, να προσεύχονται, να μην αδικούν ποτέ κανέναν και να ζητούν από τον Χριστό να τους δίνει δύναμη για να πολεμούν τους εχθρούς.
Δεν ήταν όμως μόνο οι εξωτερικοί εχθροί που έπρεπε να αντιμετωπίσουν, αλλά και οι διάφορες εξεγέρσεις που συνέβαιναν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Σε μία τέτοια εξέγερση εστάλη ο Νικόλαος, από τον Αυτοκράτορα Λέοντα τον Ίσαυρο τον Εικονομάχο, για να επιβληθεί στους εξεγερθέντες και να επαναφέρει την ειρήνη και την ευστάθεια.
Στην επιχείρηση αυτή είδε να χύνεται άδικα ανθρώπινο αίμα και να χάνονται ψυχές. Φοβούμενος μήπως κι εκείνος χάσει την ζωή του μα κυρίως την ψυχή του, συνοδευόμενος από δώδεκα στρατιώτες του, αποσύρθηκαν στα Βούνενα της Θεσσαλίας όπου κατοικούσαν αρκετοί ασκητές κοντά στους οποίους έζησαν ασκητικά με νηστείες, αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή.
Κοντά σ' αυτές τις ασκητικές ψυχές έμεινε ο μακάριος Νικόλαος και πλάι τους έζησε μιμούμενος και συναγωνιζόμενος μαζί τους σε αρετή, στην κατά Θεόν αρετή. Και εκείνοι βλέποντας την προθυμία και την κοπιαστική άσκησή του με νηστεία προσευχές και αγρυπνία ολονύχτια, τον αγαπούσαν εν Χριστώ. Ένας επι πλέον λόγος για τον οποίο ο Άγιος αναχώρησε απο το Στράτευμα ήταν και η διαφοροποίησή του από τον Αυτοκράτορα Λέοντα τον Ίσαυρο σχετικά με την Προσκύνηση των Αγίων Εικόνων, τις οποίες ο Αυτοκράτορας δεν τιμούσε.
Προετοιμασία για το μαρτύριο
Ο Σατανάς, που είναι μισόκαλος και χαιρέκακος υπέφερε από αυτή την αγιασμένη ασκητική ζωή της μοναχικής ζωής στα Βούνενα. Και ήθελε να καταστρέψει αυτό το ορμητήριο που τον πολεμούσε. Από την άλλη πλευρά ο Θεός είχε επιστρέψει ν' αναδειχθούν στον τόπο εκείνο Μάρτυρες Του έτσι που να συντριβεί το σχέδιο του Διαβόλου και να λάμψει η Πίστη των Αγίων.
Έτσι, λοιπόν, Άβαροι (ή Τούρκοι) που λεηλατούσαν διάφορα μέρη της Δύσης, αφού καταπάτησαν φρούρια και χώρες και αιχμαλώτισαν πολλούς, έφτασαν στη Λάρισα.
Όταν γινόντανε ο άγριος αυτός διωγμός ο μακάριος Νικόλαος ασκήτευε με άλλους συντρόφους του σε σκήτη στα Βούνενα. Τα ονόματα των συνασκητών του ήτανε τούτα: Γρηγόριος, Αρμόδιος, Ιωάννης, Δημήτριος, Μιχαήλ, Ακίνδυνος, Θεόδωρος, Παγκράτιος, Χριστόφορος, ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ , Αιμιλιανός και Νανούδιος. Κάποια, λοιπόν, νύχτα καθώς οι ασκητές αυτοί προσεύχονταν, τους παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και τους λέγει: - Ετοιμαστείτε ψυχικά ώστε να κρατηθείτε στέρεοι στην πίστη, γιατί σε λίγες μέρες πρόκειται να αντιμετωπίσετε διώξεις και μαρτύρια. Ετοιμαστείτε ώστε ν' αντέξετε και να αξιωθείτε να λάβετε τα βραβεία, τα στεφάνια της αθλήσεως, να γίνετε ευτυχείς κληρονόμοι της ουράνιας Βασιλείας.
Και αφού είπε αυτά ο άγγελος εξαφανίστηκε. Εκείνοι, όμως, μετά το χαρμόσυνο άγγελμα, επιδόθηκαν σε περισσότερο ασκητικό αγώνα, σε νηστείες και προσευχές. Φτάσανε οι διώκτες και σαν αιμοβόρα θηρία επέπεσαν κατά των ασκητών και τους χτυπούσαν οργισμένα, χωρίς ίχνος ευσπλαγχνίας, χρησιμοποιούσαν φοβερά φονικά όργανα, ράβδους, μηχανές που στρέβλωναν τα μέλη του σώματος τους και άλλα κολαστήρια. Οι γενναίοι εκείνοι ασκητές υπέμειναν με ανδρεία και γενναιότητα τα βασανιστήρια. Δεν λυποψύχησαν. Έμειναν αμετακίνητοι στην Πίστη και επισφράγισαν την αγάπη τους για το Χριστό με το αίμα της θυσίας τους, γιατί τελικά οι βάρβαροι τους αποκεφάλισαν.
Επιχειρούν να αλλαξοπιστήσουν τον Νικόλαο
Τον άγιο Νικόλαο δεν τον πείραξαν διόλου, θαύμαζαν ίσως το παράστημα του, και βλέποντας πως έχουν να κάνουν με μια ξεχωριστή περίπτωση νέου με φρόνηση και ανδρεία.
Επιδίωξη τους ήτανε να τον κερδίσουν με μέσα διπλωματικά. Αρχίσανε, λοιπόν, με ραδιουργίες και κολακείες. Πιστεύανε οι άφρονες πως θα μπορούσαν έτσι να τον κάνουνε αρνητή του Χριστού. Αλλά όλες οι μιαρές προσπάθειές τους απέτυχαν.
Ο άγιος έμενε απαρασάλευτος στην Πίστη και τους έλεγε, γενναιόφρονα:
- Εγώ δεν είμαι μωρό παιδί να γελαστώ. Άδικα ελπίζετε ότι θα αρνηθώ τον Αληθινό Θεό, τον πλάστη και ευεργέτη μου, για να γίνω προσκυνητής ειδώλων. Πρέπει να ξέρετε ότι καθώς από την αρχή ήμουνα ευσεβής Χριστιανός, Ορθόδοξος, έτσι και θα μείνω αταλάντευτος, μέχρις ότου παραδώσω την ψυχή μου στα άχραντα χέρια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Και εάν ο εχθρός του Χριστού με πιέσει με μέσα τυραννικά να Τον αρνηθώ και ν' αλλαξοπιστήσω, σας βεβαιώνω ότι με την χάρη Του θα νικήσω γιατί έχω μεγάλη φλόγα μέσα μου, για την αγάπη Του, και είμαι πρόθυμος να χύσω και αυτό το αίμα μου. Καταφρονώ δε τους δικούς σας θεούς που είναι ύλη φθαρτή, άψυχες πέτρες και ξύλα...







Στο άκουσμα αυτών των λόγων αφηνίασαν από οργή οι βάρβαροι και άρχισαν να χτυπούν τον άγιο με Ασυγκράτητη βαναυσότητα. Έπειτα πάλι άλλαξαν τακτική. Του μίλαγαν κολακευτικά.
Προσπαθούσαν να του ανάψουν τον πόθο για την ζωή και να του κλονίσουν την Πίστη.
Σκληρά βασανιστήρια
Όταν καταλάβανε πλέον ότι δεν μπορούν να τον μετακινήσουν από την βαθιά εδραιωμένη πίστη του, αποφασίσανε να τον θανατώσουν με σκληρά βασανιστήρια. Στην αρχή ξέσπασε η οργή τους επάνω του με άγριο, ανελέητο ξυλοδαρμό. Δυο και τρεις φορές αλλάξανε τους ραβδούχους που τον μαστιγώνανε. Το σώμα του Μάρτυρα είχε γεμίσει πληγές και το αίμα έτρεχε. Εκείνος δε γενναιόφρονα υπέμενε και προσευχόταν λέγοντας: - «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον».
Στη συνέχεια τον δέσανε όρθιο σ' ένα δένδρο και τον σημαιδεύσανε με τόξα. Έπειτα, αφού πήρανε το δικό του κοντάρι, τον τρυπούσαν με το μυτερό του σημείο. Και συγχρόνως με τα βασανιστήρια αυτά, στις Αβάσταχτες στιγμές του πόνου τον προέτρεπαν ν' Αρνηθεί τον Κύριο και να προσκυνήσει τα είδωλα.
Ο γενναιόψυχος Μάρτυρας όμως έμενε Αλύγιστος και τους απαντούσε:
- Θηριόγνωμοι, που μόνο σχήμα ανθρώπου έχετε, γιατί μάταια και με Αφροσύνη ελπίζετε ότι μπορείτε να με χωρίσετε από την Αγάπη του Κυρίου; Πως είναι δυνατόν να με απομακρύνετε από Εκείνον που συνέχεια παραστέκεται βοηθός μου και μου ελαφρύνει τον πόνο στα βασανιστήρια που μου κάνετε; Μάταιος ο κόπος σας. Ένα μονάχα να ξέρετε, τα μαρτύρια με τα οποία με βασανίζετε γίνονται στεφάνια τιμής και έπαθλα νίκης.
Αποκεφαλίζεται
Ύστερα από αυτήν την γενναία και αμετακίνητη στάση του Μάρτυρα, οι βάρβαροι απελπίστηκαν. Κατάλαβαν ότι καμιά δύναμη δεν μπορούσε να λυγίσει τον μακάριο Νικόλαο. Και αποφασίσανε τελικά να τον αποκεφαλίσουν. Το μαρτυρικό του αίμα πότισε την γη της Θεσσαλίας. Ήταν 9 Μαΐου 720 μ.Χ.
Στο σημείο της σφαγής εγκατέλειψαν οι Άβαροι το Σώμα του Αγίου, όπου μετά από πολλά χρόνια το βρήκε ακέραιο και ευωδιάζων κάποιος άρχοντας Ευφημιανός, ο οποίος γιατρεύθηκε από την ασθένεια της λέπρας που έπασχε και αφού το ενταφίασε, έκτισε εκεί Ναό στο όνομα του Οσιομάρτυρα.

16/4/19

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Το γνωρίζατε;
Το Σύμβολο της Πίστεως είναι σύντομη ομολογία της πίστεώς μας μέσα στην οποία παρουσιάζονται περιληπτικά, με σαφήνεια και αυθεντικά τα βασικά δόγματα του χριστιανισμού.
Το «Πιστεύω» το λέμε κυρίως στο Μυστήριο του Βαπτίσματος αλλά και στις άλλες ακολουθίες. Με αυτό αναγνωρίζονται οι βαπτισμένοι από τους αβάπτιστους.
Στην αρχή υπήρχαν πολλά Σύμβολα: των Αποστόλων, του Αγίου Αθανασίου κ.λ.π. Αυτό που έχουμε σήμερα λέγεται Σύμβολο της Νίκαιας και της Κωνσταντινούπολης γιατί θεσπίστηκε στις Α΄ και Β΄ Οικουμενικές Συνόδους και είναι το μοναδικό που χρησιμοποιούν όλες οι χριστιανικές ορθόδοξες ομολογίες.

Αναφέρεται περιληπτικά σε αυτά που πρέπει να πιστεύει κάθε ορθόδοξος χριστιανός.
Αποτελείται από 12 άρθρα (στίχους).
Τα 7 πρώτα έγιναν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Τα υπόλοιπα 5 στη Β΄.
Στα 9 πρώτα άρθρα κυριαρχεί το ρήμα 'πιστεύω',
στο 10 το ρήμα 'ομολογώ',
στα 11 κ 12 το 'προσδοκώ'.
Mέσα στο Σύμβολο της Πίστεώς μας εμπεριέχονται όλα τα γράμματα της αλφαβήτου.
Εκτός από ένα...
Ποιο είναι αυτό; το γράμμα Ψ...
Γιατί μέσα εμπεριέχει όλη την αλήθεια της πίστεως μας
Χωρίς να υπάρχει μέσα ούτε ένα Ψέμα (Ψ).

4/4/19

Εμείς είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί.

 ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
 Χρυσοστομικά μαργαριτάρια
 *Όταν διαφθαρούν οι άρχοντες, οι σύμβουλοι, οι δικαστές, οι ιερείς, τίποτε πλέον δεν υπάρχει, που θα μπορέσει να εμποδίσει τον λαόν να καταστραφεί.
*Τα πουλιά έχουν φτερά για να αποφεύγουν τις παγίδες και οι άνθρωποι το λογικό για να αποφεύγουν τα αμαρτήματα.
*Δεν θα χρειαζότανε λόγια, αν έλαμπε η ζωή μας. Δεν θα χρειαζότανε δάσκαλοι, αν επιδεικνύαμε έργα. Κανείς δεν θα παρέμενε άπιστος, αν εμείς είμασταν πραγματικοί Χριστιανοί.
*Να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, για να μάθουμε να σεβόμαστε και τον Θεό. Εκείνος που είναι θρασύς στους ανθρώπους, είναι θρασύς και στον Θεό.
*Μη μου δείχνεις τον αθλητή την ώρα της προπονήσεως, αλλά την ώρα του αγώνα. Μη μου δείχνεις την ευλάβειά σου την ώρα που ακούς τα θεία λόγια, αλλά την ώρα της έμπρακτης εφαρμογής.
*Σε καμμιά αμαρτία ο διάβολος δεν καρφώνει με τόσα πολλά καρφιά τις ψυχές, όσο στη φιλαργυρία.
*Πραγματικά πλούσιος είναι εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Δηλαδή ο ολιγαρκής.
*Αν θέλεις να αφήσεις πολύ πλούτο στα παιδιά σου, άφησέ τους στην πρόνοια του Θεού. Αυτός, όταν δει ότι Του δείχνεις τόση εμπιστοσύνη και τον αναγνωρίζεις συγκληρονόμο, πώς δεν θα τους εξασφαλίσει κάθε αγαθό;
* … (Οι άγιοι) περιεφρόνουν τα χρήματα, απέφευγαν την δόξαν, είχαν απαλλαγή από τας βιοτικάς φροντίδας. Διότι εάν δεν είχαν αυτά, αλλ’ ήσαν δούλοι των παθών, και αν ακόμη ανιστούσαν απείρους νεκρούς, όχι μόνον δεν θα ωφελούσαν εις τίποτε, αλλά θα ήτο δυνατόν να θεωρηθούν και απατεώνες.
*Τέτοιοι άνθρωποι (που πιστεύουν ένεκα θαυμάτων) υπάρχουν και σήμερα πολλοί, οι οποίοι έχουν το όνομα του πιστού, αλλ’ είναι ευμετάβλητοι εις την πίστιν και ασταθείς. Δι’ αυτό ούτε τώρα ο Χριστός δεν εμπιστεύεται τον εαυτόν του, αλλ’ αποκρύπτει τα περισσότερα….
*Μη ζητής λοιπόν θαύματα, αλλά ζήτει την υγείαν της ψυχής… Μη ζητής να ίδης τυφλόν να θεραπεύεται, αλλά πρόσεξε όλους που αναβλέπουν τώρα την πιο ωραίαν και την πιο ωφέλιμον ανάβλεψιν και μάθε και συ να βλέπης με σωφροσύνη και προσπάθησε να διόρθωσης τον οφθαλμόν σου.
*… Ούτε μάς μειώνει το γεγονός ότι δεν θαυματουργούμε εάν φροντίζωμεν διά την αρετήν γενικώς. Διότι διά μεν τα θαύματα είμεθα οι ίδιοι οφείλεται, διά τον βίον όμως και τας πράξεις μας έχομεν οφειλέτην τον Θεόν.
*Πρόσεξε (τον Παύλο) πώς ενεργεί, και πουθενά να μην θαυματουργεί χωρίς λόγο, αλλά από ανάγκη· διότι και κατά τη διάρκεια της κακοκαιρίας προφήτεψε επειδή υπήρχε αιτία και όχι χωρίς λόγο….
*Κανείς λοιπόν ας μην υπερυψώνη τα θαύματα. Διότι ο δαίμων υποφέρει όταν εκδιωχθή από το σώμα του ανθρώπου και ακόμη περισσότερον, όταν ιδή ψυχήν ν’ απαλλάσσεται από την αμαρτίαν… Αν λοιπόν την αποβάλης αυτήν… επέδειξες θαύμα μεγαλύτερον από όλα τα θαύματα.
*Η Εκκλησία ιδρύθη υπό του Θεού και εστερεώθη διά του αίματος των Μαρτύρων. Και όμως πολλοί την πολεμούν και την συκοφαντούν, χωρίς να διδάσκωνται από την ιστορίαν, ότι όσοι την επολέμησαν εχάθησαν, ενώ αντιθέτως εκείνη έχει ανυψωθή μέχρι του ουρανού. Διότι η Εκκλησία όταν πολεμήται, νικά· όταν σκέπτωνται εναντίον της κακά, αυτή εξαγνίζεται, όταν υβρίζεται, γίνεται πλέον λαμπρά. Δέχεται πολλάκις επιθέσεις, όμως δεν νικάται ποτέ, κλυδωνίζεται μεν, χωρίς όμως να καταποντίζεται, υφίσταται διάφορα κακά, δεν ναυαγεί όμως ουδέποτε. Παλαίει, χωρίς ποτέ να ηττάται.
*Για την έννοια και την ιδέα της αγάπης ενομοθέτησε ο Θεός την ελεημοσύνη. Και χωρίς την ελεημοσύνη ήταν σε θέση ο Θεός να συντήρηση τους φτωχούς. Αλλά αναθέτει τη συντήρησή τους σ’ εμάς, για ν’ αναπτύξη τους μεταξύ μας δεσμούς της αγάπης και τη θέρμη των σχέσεων μας.
*Διά ποίαν αιτίαν ο απ. Παύλος, τον μεν θάνατον του Χριστού, θάνατον ονόμασε, τον δε ιδικόν μας κοίμησιν;
Όχι απλώς. Διά μεν τον Χριστόν θάνατον ωνόμασε διά να πιστοποίηση το πάθημά Του, δι’ ημάς δε κοίμησιν ωνόμασε, διά να παρηγορήση την οδύνην μας, διότι όστις κοιμάται θα εξεγερθή εξάπαντος, και τίποτε άλλο δεν είναι ο θάνατος, παρά ύπνος μακρύς.
*Η Εκκλησία είναι κιβωτός σωτηρίας, πολύ ανώτερη απ’ την κιβωτό του Νώε. Εδώ, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η Εκκλησία «παραλαμβάνει τα ζώα και μεταβάλλει… Εισήλθε κάποιος κοράκι, και εξέρχεται περιστερά. Εισέρχεται λύκος, και εξέρχεται πρόβατον. Εισέρχεται όφις, και εξέρχεται αρνίον, ου της φύσεως μεταβαλλόμενης, αλλά της κακίας ελαυνομένης».
*«Κανείς δεν θα ήταν ειδωλολάτρης, αν ήμεθα πραγματικοί Χριστιανοί· αν εφυλάγαμε τις εντολές του Χριστού όταν μας αδικούσαν και όταν μας άρπαζαν τα ιδικά μας· αν ευλογούσαμε όταν μας ύβριζαν· αν ευεργετούσα¬με όταν εδεινοπαθούσαμε. Κανείς δεν θα ήταν τόσο θηρίο, ώστε να μην τρέξη προς την ευσέβεια, αν από όλους μας ετηρείτο αυτή η τακτική».

14/3/19

«Μετάνοια είναι η άλυπη στέρηση κάθε σωματικής παρηγοριάς»\\\.ΔΑΚΡΥΑ \\

Τί θαυμαστό!
 Εκείνοι που από φυσική κλίση χύνουν ποτάμια τα δάκρυα, άκοπα, άσκοπα και ανώφελα, καθώς κι εκείνοι που τα χύνουν από κάποιαν αμαρτωλή παρόρμηση, όταν θελήσουν να κλάψουν θέαρεστα, διαπιστώνουν ότι μέσα του δεν μπορεί να τρέξει ούτ' ένα δάκρυ.
 Αυτό δείχνει ότι τα δάκρυα τα πνευματικά είναι θεϊκά δώρα.
 Και για να τ' αποκτήσει κανείς,
 πρέπει πρώτα να αποκτήσει τον φόβο του Θεού και την μετάνοια.
Αιτία των δακρύων είναι η διαπίστωση και η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας.
 «Τα μάτια μου βυθίστηκαν σε ποταμούς δακρύων, γιατί δεν τήρησα τον νόμο Σου»,
 λέει ο άγιος προφήτης Δαβίδ.
 Αιτία των δακρύων είναι η συναίσθηση της πνευματικής πτωχείας.
 Η πνευματική πτωχεία, όντας αυτή καθεαυτή μακαριότητα, γεννά άλλα μακαριότητα, το πένθος, που τρέφει, συντρέχει και δυναμώνει τη μητέρα του.
 «Δεν προέρχεται το πένθος από τα δάκρυα, αλλά τα δάκρυα από το πένθος», λέει ο όσιος Ιωάννης ο προφήτης.
 «Αυτός που βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε ανθρώπους,
 αν κόβει το θέλημά του και δεν εξετάζει τα πταίσματα των άλλων, αυτός αποκτά το πένθος.
 Και το πένθος τον βοηθάει να συγκεντρώνει τους λογισμούς του.
 Και όταν συναχθούν και ελεγχθούν οι λογισμοί, γεννούν την κατά Θεόν λύπη.
 Και η λύπη γεννά τα δάκρυα».
Τα δάκρυα, ως δώρο Θεού, είναι γνώρισμα θείου ελέους, όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος:
 «Τα δάκρυα, που παρουσιάζονται κατά την προσευχή, είναι σημείο του ελέους του Θεού, το οποίο αξιώθηκε η ψυχή με τη μετάνοιά της, και σημείο του ότι η μετάνοια έγινε δεκτή και άρχισε να εισέρχεται με τα δάκρυα στην πεδιάδα της καθαρότητας.
 Αν οι λογισμοί δεν απαλλαγούν από τα πρόσκαιρα πράγματα και δεν πετάξουν από πάνω τους την ελπίδα του κόσμου, αν δεν κινηθεί απ' αυτούς η περιφρόνηση για τον κόσμο και δεν αρχίζουν να ετοιμάζουν αγαθά εφόδια για την έξοδό του απ' αυτόν τον κόσμο,
 αν δεν αρχίσουν να κινούνται στην ψυχοί λογισμοί για τα εκεί πράγματα, τα μάτια δεν μπορούν να δακρύσουν».

Όποιος απέκτησε τη γνώση της αμαρτωλότητάς του, όποιος απέκτησε τον φόβο του Θεού,
 όποιος απέκτησε τα αισθήματα της μετάνοιας και του πένθους, πρέπει, με επιμελή προσευχή, να ζητήσει από τον Θεό το δώρο των δακρύων.
 Έτσι και η Ασχά, η κόρη του Χαλέβ, όταν παντρεύτηκε και πήγαινε στο σπίτι του συζύγου της καθισμένη σ' ένα γαϊδουράκι, με στεναγμούς και λυγμούς άρχισε να παρακαλάει τον πατέρα της: «Με πάντρεψες στην κατάξερη γη του ΄ντου! Δώσ' μου, λοιπόν, προίκα ένα ευλογημένο χωράφι, δώσ' μου ένα που να είναι πλούσιο σε νερά!»
 Και ο Χαλέβ εκπλήρωσε την επιθυμία της κόρης του.
 Οι άγιοι πατέρες στο πρόσωπο της Ασχά βλέπουν την ψυχή, καθισμένη σαν σε γαϊδουράκι στίς άλογες απαιτήσεις της σάρκας.
 Η ξερή γη συμβολίζει την πνευματική εργασία υπό την καθοδήγηση του φόβου του Θεού.
 Και το ότι με στεναγμούς και λυγμούς ζητούσε από τον πατέρα της γη πλούσια σε νερά,
 σημαίνει ότι πρέπει με στεναγμούς και πόνο καρδιάς να ζητάει κάθε ασκητής το χάρισμα των δακρύων από τον Θεό.
Εκτός από την προσευχή, για να λάβουμε το χάρισμα των δακρύων, είναι απαραίτητος και ο προσωπικός μας αγώνας.
 Ο αγώνας αυτός προηγείται των δακρύων αλλά και τα ακολουθεί.
 Ο αγώνας που προηγείται των δακρύων αποτελείται από τη διακριτική εγκράτεια τροφών και ποτών, τη διακριτική αγρυπνία, την ακτημοσύνη, την απομάκρυνση της προσοχής μας απ' όλα όσα μας περιβάλλουν και την αυτοσυγκέντρωση.
 Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει: «Μετάνοια είναι η άλυπη στέρηση κάθε σωματικής παρηγοριάς».
 Ο προφήτης Δαβίδ περιγράφει την κατάσταση του ανθρώπου που πενθεί με τούτα τα λόγια: «Μαράθηκα σαν το χορτάρι και στέγνωσε η καρδιά μου, γιατί (από την πολλή θλίψη) ξέχασα να φάω και ψωμί μου. 
Από τους γοερούς στεναγμούς μου τα κόκαλά μου κόλλησαν στο δέρμα μου.
 Κατάντησα σαν τον ερημικό πελεκάνο, έγινα σαν το νυχτοπούλι (που κρώζει πένθιμα) στα χαλάσματα.
 Άγρυπνος μένω, κι έγινα σαν το μοναχικό σπουργίτι πάνω στη στέγη.
 Με χλευάζουν ολημερίς οι εχθροί μου και ορκίζονται τώρα εναντίον μου όσοι άλλοτε με παίνευαν. Στάχτη αντί για ψωμί τρώω και το νερό, που πίνω, το ανακατεύω με τα δάκρυά μου».

23/2/19

Είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη…


    
Οπωσδήποτε  μας κάνει μεγάλη εντύπωση η πορεία του ασώτου υιού, δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στον υιό παρά στον πατέρα που μας παρουσιάζει η παραβολή.
 Όμως είναι τόσο παρήγορα τα λόγια και το δίδαγμα που μας δίδει ο Κύριος που πολύ συχνά θα έπρεπε να την έχουμε στο μυαλό μας και να παραδειγματιζόμαστε..

    «Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς», και εξακολουθούσε να έχει δύο υιούς, όμως τα δύο αυτά παιδιά ακολούθησαν διαφορετικούς και παράλληλους δρόμους.
 Παιδιά του ήταν και τα δύο.
 Ό ένα, ο νεότερος του ζήτησε «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» και έφυγε μακριά… από το σπίτι του, από τον πατέρα του, από την οικογένεια, από τους φίλους, από τη σιγουριά για να ζήσει όπως εκείνος νόμιζε καλύτερα.
 Ο πατέρας όμως τον νιώθει παιδί του, παρότι το παιδί του το σπλάχνο του δεν έπραξε όπως θα έπρεπε και τον στενοχώρησε.
 Ο πατέρας όλο τον σκέπτεται και τον περιμένει. 
Μήνυμα κανένα δεν έχει έρθει που να λέει ότι θα έρθει ο γιός του, όμως εκείνος τον περιμένει να γυρίσει.
 Το μυαλό του, η καρδιά του είναι στο χαμένο του παιδί, κοιτάζει προσεχτικά το δρόμο, μήπως και τον δει να έρχεται.
 «Έτι αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού». Και τι κάνει;
 Αρχίζει να φωτίζεται όλος, μα μάτια του ανοίγουν, ένα χαμόγελο ανθίζει στο πρόσωπο του μόλις αντικρίζει τη μορφή του χαμένου παιδιού του.
 Ο πατέρας δεν δυσκολεύεται να τον αναγνωρίσει παρόλο που είναι παραμορφωμένος από τις στερήσεις και τυλιγμένος μέσα στα κουρέλια.
    Πόσο καταπληκτική είναι αυτή η σκηνή!
 Ένας πατέρας, ηλικιωμένος  πλέον, να περιμένει να επιστρέψει το παιδί του.
 Η Αγάπη που περιμένει, δεν σβήνει και δεν λησμονιέται, αλλά περιμένει να δείξει όλη την αγάπη και την στοργή.
 Ο Κύριος αυτό το βεβαιώνει: «ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν».
    Ο άσωτος γιος δεν απελπίστηκε.
 Αυτή η πίστη και η πεποίθηση στην αγάπη του Θεού Πατέρα ήταν στην καρδιά του νέου έστω και αν από πριγκιπόπουλο κατάντησε χοιροβοσκός.
 Το όραμα του στοργικού πατέρα που τον περίμενε, η σκέψη ότι «πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι;»,
 ήταν τα κίνητρα προς τη μεγάλη, την ηρωική απόφαση:
 «αναστάς  πορεύσομαι προς τον πατέρα μου!».
     Αγαπητοί μου, αδελφοί.
Ας φωλιάσει και στις δικές μας καρδιές η μεγάλη αυτή πεποίθηση!
 Να είναι πάντα ζωντανή μπροστά μας η μεγάλη αλήθεια, ότι, κι’ όταν για οποιονδήποτε λόγο ακολουθούμε τα ίχνη του νεότερου γιού, εξακολουθούμε να είμαστε παιδιά του Θεού!
 Και ότι ο στοργικός Πατέρας, μας περιμένει να αποτινάξουμε το λήθαργο της αμαρτίας.
 Και να γυρίσουμε πίσω στο θείο προορισμό μας.
    Συχνά όμως λησμονούμε αυτή την αλήθεια.
 Πέφτουμε στην απαισιοδοξία.
 «Δεν γίνεται τίποτα με μένα!». 
 Όμως ποτέ σε καμιά ψυχή, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, εφ’ όσον δεν έφθασε στην πώρωση, δεν κόβεται οριστικά η επικοινωνία με τον Θεό.
 Μόνο που η ομίχλη της αμαρτίας την δυσκολεύει.
 Πρέπει αυτή να φύγει για να δούμε τον Πατέρα που μας περιμένει.
 Που μας παρακολουθεί κι όταν εμείς παραβαίνουμε το νόμο Του.
    Αυτό είναι το μεγάλο κίνητρο προς τη μετάνοια, την επιστροφή:
 Η πίστη πως όταν απλώσουμε σ’ Αυτόν τα χέρια μας θα δούμε ότι Αυτός πρώτα έχει απλώσει προς εμάς τα δικά Του παντοδύναμα χέρια.     Αμήν!

14/2/19

Ἐκεῖνο τὸ παντοδύναμο «γενηθήτω».

Φαίνεται κάποτε ὁ ἄνθρωπος δυνατός.
 Ἐπιχειρεῖ ἐγ­χειρήματα μεγάλα καὶ πετυχαίνει.
 Σχεδιάζει ἔργα θαυμαστὰ καὶ τὰ πραγματοποιεῖ.
 Προσπαθεῖ νὰ δαμάζει τὶς δυνάμεις τῆς φύσεως, νὰ ἀλλάζει τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς,
 νὰ ἐπινοεῖ νέους τρόπους ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πλούτου τῆς γῆς, καὶ τὸ κατορθώνει.
 Δυνατὸς ὁ ἄνθρωπος!
Πολὺ συχνὰ ὅμως ἀποδεικνύεται τελείως ἀδύνατος.
 Ὅταν ἕνα ἀδιόρατο μικρόβιο τὸν ἐξαντλεῖ τελείως.
 Ὅταν μία ἀποτυχία στὰ σχέδιά του τὸν ἀπογοητεύει πλήρως.
 Ὅταν ἡ κακία τῶν συν­ανθρώπων του τὸν σημαδεύει καὶ τὸν ἐξουθενώνει.
 Ὅ­ταν δὲν μπορεῖ νὰ διαχειρισθεῖ τὶς ψυχικές του καταστάσεις καὶ νὰ ξεπεράσει τὸν ἑαυτό του.
 Ὅταν ἕνας σεισμὸς σωριάζει σὲ ἐρείπια τὰ ἔργα του.
 Ὅταν ὁ θάνατος κόβει ἀναπάν­τεχα τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του.
Ναί!
 Εἶναι πλῆθος οἱ περιστάσεις ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε μικροὶ καὶ ἀδύναμοι, ἀνήμποροι νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὶς μικρὲς δυσκολίες τῆς σύντομης καὶ πρόσκαιρης ζωῆς μας.
Ἕνας εἶναι ὁ Δυνατός, ποὺ ἔχει ἄπειρη δύναμη, ποὺ εἶναι πηγὴ κάθε δυνάμεως.
 Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὁ Κυβερνήτης τοῦ κόσμου, ὁ παντοδύναμος Δημιουργός.
 Αὐτὸς ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ἦλθαν ὅλα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη.
 «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν» (Ψαλ. λβ΄ [32] 9). 
Εἶπε.
 Ἕνα λόγο εἶπε.
 Ἐκεῖνο τὸ παντοδύναμο «γενηθήτω».
 Καὶ ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιουργήθηκε ὁ ὑπέροχος κόσμος μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ τὸν ὁποῖο ἀπολαμβάνουμε.
 «Τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (Ψαλ. λβ΄ [32] 6).
 Τὸ στερέωμα, οἱ θαυμαστοὶ καὶ ἀχανεῖς κόσμοι τοῦ οὐρανοῦ,
 τὰ ἀναρίθμητα ἀστέρια καὶ οἱ γαλαξίες στερεώθηκαν ἀμετακίνητα στὶς πολύπλοκες τροχιές τους
 μὲ ἕνα μόνο λόγο, μὲ τὸ ἐπιβλητικὸ πρόσταγμα τοῦ παντοδύναμου Δημιουργοῦ. 
Ποιὸς ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν «ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί»; (Ἡσ. μ΄ [40] 12).
 Τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανοὺς τὰ ὁρίζει ὁ Ἴδιος καὶ μετρᾶ τὶς τεράστιες ποσότητες τοῦ νεροῦ.
 Τὸν οὐρανὸ τὸν μετρᾶ μὲ τὴν πιθαμή του, 
τὴ γῆ τὴν κρατεῖ στὴ χούφτα του.
 Αὐτὸς «καλεῖ τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα» (Ρωμ. δ΄ 17). 
Ὅπως γιὰ μᾶς εἶναι εὔκολο νὰ δώσουμε ὄνομα σ’ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν,
 ἔτσι γιὰ Ἐ­κεῖνον εἶναι εὔκολο νὰ δώσει τὴν ὕπαρξη σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν.
Τόση εἶναι ἡ δύναμή Του, ὥστε μόνο νὰ σκεφθεῖ κάτι καὶ νὰ τὸ θελήσει, αὐτὸ ἀμέσως πρα­γματοποιεῖται.
 «Μόνον αὐτοῦ τὸ βούλημα (ἐγένετο) κοσμοποιΐα».
 «Ψιλῷ τῷ βούλεσθαι δημιουργεῖ καὶ τῷ μόνον ἐθελῆσαι αὐτὸν ἕπεται τὸ γεγενῆσθαι».
 Μὲ μόνη τὴ θέλησή Του δημιουργεῖ, καὶ μόνο νὰ θελήσει,
 ἀκολουθεῖ ἀμέσως ἡ πραγματοποίηση ἐκείνου ποὺ θέλησε.
Καὶ δὲν δημιουργεῖ μόνο, ἀλλὰ καὶ συγκρατεῖ τὰ ­πάντα μὲ τὴν ἀπεριόριστη δύναμή Του καὶ τὰ κυβερνᾶ καὶ τὰ κατευθύνει στὸ σκοπὸ ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει θέσει.
 Τὸ ὄνομα «Θεὸς» κατὰ μία ἑρμηνεία παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «τίθημι» ἢ ἀπὸ τὸ «θέω».
 Λέγεται Θεὸς «διὰ τὸ τεθεικέναι τὰ πάντα ἐπὶ τῇ αὐτοῦ ἀσφαλείᾳ καὶ διὰ τὸ θέειν· τὸ δὲ θέειν ἐστὶ τὸ τρέχειν καὶ κινεῖν καὶ ἐνεργεῖν καὶ τρέφειν καὶ προνοεῖν καὶ κυβερνᾶν καὶ ζωοποιεῖν τὰ πάντα». Ἐπειδὴ δὲ Αὐτὸς «τὰ πάντα κρατεῖ καὶ ἐμπεριέχει», καλεῖται καὶ παντοκράτωρ.
Ὅλα τὰ μπορεῖ ὁ παντοδύναμος Θεός.
 Ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα.
 Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ κακό.
 Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ ψέματα, δὲν μπορεῖ νὰ φερθεῖ στὸν ἄν­θρωπο μὲ κακία, δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήσει, δὲν μπορεῖ μὲ ­κανέναν τρόπο νὰ ἁμαρτήσει.
 Αὐτὸ ὅμως δὲν φανερώνει ἀδυναμία.
 Αὐτὸ προβάλλει περισσότερο τὴν παν­τοδυναμία Του. 
Διότι ἁμαρτία εἶναι ἀδυναμία, εἶναι ἀ­τέλεια τῆς φύσεως τοῦ ἁμαρτάνοντος, καὶ ὁ Θεὸς εἶ­ναι παντέλειος, δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει.
 «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε», τονίζει ὁ θεοκίνητος Ψαλμωδός (Ψαλ. ριγ΄ [113] 11).
 Ὁ Θεὸς ὅλα ὅσα θέλει τὰ μπορεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλει ὅλα ὅσα μπορεῖ.
 Δὲν θέλει τὸ κακό.
 Νικᾶ τὸ κακό, νικᾶ τὴν πηγὴ τοῦ κακοῦ, τὸν μισόκαλο διάβολο, ἀφοῦ εἶναι παντοδύναμος.
Ἂς καταφεύγουμε λοιπὸν στὸν παν­τοδύναμο Θεό,
 ὥστε καὶ ἐμεῖς, μὲ τὴ δική Του χάρη,
 νὰ νικοῦμε τὸ κακὸ μέσα μας καὶ γύρω μας.
 Ἂς καταφεύγουμε σ’ Αὐτὸν κάθε φορὰ ποὺ οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς λυγίζουν τὴν ψυχή μας, διώχνουν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ φανερώνουν τὴ μεγάλη ἀδυναμία μας.
 Νὰ προστρέχουμε τότε οἱ ἀδύνατοι ἄνθρωποι στὸ μόνο Δυνατό, στὸν παν­τοδύναμο Θεό. 
Καὶ Αὐτός, ποὺ δὲν εἶναι μόνο παν­τοδύναμος, ἀλλὰ εἶναι καὶ πανάγαθος Πατέρας,
 μᾶς καταλαβαίνει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ,
 θὰ μᾶς δίνει δύναμη, 
θὰ μᾶς δίνει θάρρος· γιὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε περισσότερο καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε πιστὰ στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μεγαλύτερη νίκη, στὴν αἰώνια δόξα καὶ χαρά.

30/1/19

Διαβάστε το Ευαγγέλιο,

Πολλοί άνθρωποι σκεπτόμενοι με κοσμικό φρόνημα αναρωτιούνται γιατί ο Θεός επιτρέπει κατά καιρούς άπιστοι άνθρωποι να διώκουν,
 να κατατρέχουν και να δολοφονούν τους χριστιανούς,
 σε αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Στον έφεδρο αξιωματικό σχετικά πως ο Θεός δεν επιτρέπει.
Περιγράφετε την αληθινή ιστορία των παθών σας στην αιχμαλωσία,
 η οποία είναι πράγματι διδακτική.
Τρεις φορές οι εχθροί σας οδήγησαν στο απόσπασμα και τις τρεις φορές σας γύρισαν χωρίς κάποιον ορατό λόγο.
Είναι αόρατος ο λόγος από εσάς αλλά όχι από Εκείνον που σας δημιούργησε.
 Μόνος λέτε πως εκείνες τις φοβερές ώρες ασταμάτητα προσευχόσαστε μ’ όλη σας την καρδιά στον Θεό.
«Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι άνθρωπος», λέει ο ψαλμωδός (Ψαλμ. 55, 2).
Ο αυτοκράτωρ Λέων ο Ε’ ο Αρμένιος, ανήλθε στον θρόνο το 813 μ. Χ. και διέπρεψε ως στρατηγός κατά των Αράβων.
 Ως βασιλιάς νίκησε και σκότωσε τον Κρούμο,
 ηγέτη του μεγάλου βουλγαρικού στρατού.
 Εργάστηκε για την αναδιοργάνωση του κράτους και του στρατού.
 Δολοφονήθηκε από συνωμότες.
Ο Αρειανός βασιλιάς Βαλέντιος τρεις φορές πήρε καλαμάρι να υπογράψει την απόφαση της δίωξης κατά του Μεγάλου Βασιλείου και τις τρεις φορές του έσπασε.
 Έκπληκτος ο βασιλιάς σκίζει την απόφαση και αφήνει τον άγιο στην ησυχία του.

Διαβάστε το Ευαγγέλιο,
 διαβάστε αυτό το μοναδικό και άγιο Βιβλίο της ζωής,
 και θα μάθετε την αλήθεια και θα γνωρίσετε πολλά μυστικά.
Εκεί ερμηνεύεται και η δική σας περίπτωση.
 Κάποτε κακεντρεχείς Εβραίοι ήθελαν να συλλάβουν και να σκοτώσουν τον Κύριο  Ιησου Χριστό. Αλλά δεν τους επετράπη.
Γιατί; «…Ουδείς επίασεν αυτόν, 
ότι ούπω εληλύθει η ώρα αυτού» (Ιωάν. 8, 20),
 Τι μπορεί να κάνει άνθρωπος σε άνθρωπο αν ο τα πάντα ορών Κύριος δεν επιτρέψει ή δεν αφήσει; Τίποτα.
Γι’ αυτό οι δεσμοφύλακές σας και δήμιοί σας,
τρεις φορές προσπάθησαν και τις τρεις απέτυχαν,
 αν και τίποτα στον κόσμο δεν φάνηκε να εναντιώνεται στην εξουσία που είχαν πάνω σας.
 Αλλά εναντιώθηκε Εκείνος που έχει την εξουσία πάνω στον κόσμο και στους ανθρώπους.
Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσετε τι έκανε ο Ύψιστος για σας.
Αλλά μιλήστε στον περίγυρό σας γι’ αυτό,
 ώστε και οι άλλοι να εναποθέσουν τις ελπίδες τους σ’ Αυτόν.