Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

12/8/16

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ λοιπόν ἔδειξε στούς Ἀποστόλους, πού ἤδη τό γνώριζαν, τό σύμβολο τῆς ἀναχωρήσεώς της, τό φοίνικα, τούς μετέδωσε ἐπίσης εὐλογία καί ἀνάλογη παρηγοριά καί ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τήν ἔξοδό της καί τούς προθυμοποίησε γιά τό κήρυγμα, τούς εἶπε μέ λίγα λόγια ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς ἀποστολῆς τους. Ἔπειτα ἀσπάσθηκε τόν Πέτρο καί τούς ἄλλους Ἀποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα καί φίλοι καί μαθηταί τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου καί νά αἰσθάνεστε εὐτυχεῖς, πού ἀξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο καί Δεσπότη καί νά ὑπηρετεῖτε τέτοια μυστήρια καί νά μετέχετε τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων του, γιά νά γίνετε κοινωνοί τῆς δόξας καί τῆς Βασιλείας Του”.
Ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τά τελευταία γεγονότα, τούς ζήτησε νά ψάλλουν τούς ἐπιτάφιους ὕμνους, ἐνῶ Ἐκείνη ἄρχισε τίς πρός τόν Θεό εὐχαριστίες της.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
«Σέ εὐλογῶ”, ἔλεγε, “Δέσποτα καί Θεέ καί Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ προανάρχου σου Πατρός καί δικέ μου υἱέ, τῆς δούλης σου, γιά τήν φιλανθρωπία σου. Σέ εὐλογῶ, πού μᾶς λύτρωσες ἀπό τήν κατάρα καί μᾶς ἔδωσες τήν εὐλογία. Σέ εὐλογῶ τόν αἴτιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν μας, τῆς ζωῆς, τοῦ φωτός, τῆς εἰρήνης, τῆς δυνατότητας νά γνωρίσουμε τόν Πατέρα σου καί τό συνάναρχό σου καί ζωοποιό Πνεῦμα. Σέ εὐλογῶ Λόγε, πού εὐλόγησες τήν κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αὐτὴ μέ ἀνέκφραστο τρόπο. Σέ εὐλογῶ, πού μέ τέτοιο τρόπο μᾶς ἀγάπησες ὥστε καί γιά μᾶς νά σταυρωθεῖς καί νά πεθάνεις. Σέ εὐλογῶ, πού κατέστησες μακαρία τήν κοιλιά μου καί πιστεύω ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα μοῦ ἔχεις μιλήσει».

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μετά ἀπό αὐτά τά λόγια ἀκολούθησε ἀμέσως ἡ παράδοξη κάθοδος τοῦ Υἱοῦ της πού συνοδευόταν ἀπό τούς Προφῆτες, τούς Πατριάρχες καί ὅλους τοὺς Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οἱ Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι καί ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ἀγγελικές δυνάμεις. Τότε ὁ ἀέρας καί ὁλόκληρο τό σπίτι γέμισε. Ὅλα ἐκεῖνα πού ἡ Παρθένος προγνώριζε, τότε τά ἔβλεπε μπροστά της, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν μέρος ἀπό αὐτά τά θαυμάσια, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἁγιότητά του. Ἔτσι ἡ δεύτερη κατάβαση ἔγινε ἐνδοξότερη καί φρικωδέστερη τῆς πρώτης, καί προφανεστέρα γιά ὅσους εἶχαν ὅραση πνευματική. Δέν ἦσαν μόνον παρόντα τά κατώτερα ἀγγελικά τάγματα καί δυνάμεις, ἀλλά καί αὐτά ἀκόμη τά Σεραφείμ καί τά Χερουβείμ καί οἱ Θρόνοι παρευρίσκονταν μέ φόβο, ἱεραρχικά σύμφωνα μέ τήν τάξη τους. Ἔβλεπαν μέ φόβο ὄχι μικρότερο (ἴσως μεγαλύτερο θά ἔλεγα, ἄν ἐπιτρεπόταν), γεμάτοι ἔκπληξη γιά τήν δεύτερη κένωση καί συγκατάβασή του. Ὅ,τι ἔγινε ἄλλοτε γιά χάρη ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τώρα γιά μιὰ μόνο ψυχή, γιά μιὰ μόνον γυναίκα γινόταν ἕνα τέτοιο θαῦμα.

Ἡ συνοδεία ἦταν λαμπρή καί πολυάριθμη, ὅπως ἅρμοζε γιά τήν ἄφιξη τοῦ Δεσπότη καί τήν ἀναχώρηση τῆς Δέσποινας, ἀλλά ἡ θέαση αὐτῶν πού γίνονταν, ὅπως ἤδη εἶπα, γινόταν μόνον ἀπό τούς καθαρούς, ἄν καί ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη ἦταν ἀκατανόητη καί σ’ αὐτούς τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους πού ἦσαν γεμάτοι ἀπό τή δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικοῦσε μέσα τους. Παρευρισκόταν ἐκεῖ ὁ Χριστός μέ σῶμα καί μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη τῆς ἀστραπῆς καί τῆς λάμψεώς της, ἀπό ὅ,τι στό Θαβώρ, ἀλλά μικρότερη τῆς φυσικῆς της λαμπρότητας ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν σάν νεκροί. Ὁ Κύριος ἀμέσως τούς λέγει, “εἰρήνη ὑμῖν”, ὅπως ἄλλοτε ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στό ἴδιο σπίτι πού μαζεύτηκαν καί τότε καί τώρα, τό σπίτι τοῦ Ἰωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Σήμερα τούς συγκέντρωσε αὐτή πού γέννησε τόν Κύριο, ἡ ὁποία καί κατοικοῦσε σ’ αὐτό μέ τόν ἀγαπημένο καί παρθένο μαθητή του, τό δεύτερο καί θετό υἱό της.

Ἀκούοντας οἱ Μαθητές αὐτήν τή γλυκειά, τήν ἤρεμη καί γνώριμη φωνή, πῆραν θάρρος στό σῶμα καί στή ψυχή καί, ὅσο τούς ἦταν δυνατό, ὕψωσαν τά μάτια τους πρός τόν ἥλιο, τήν ὥρα πού Ἐκεῖνος χαμήλωνε λίγο τή λαμπρότητα τῆς ἀνατολῆς του καί τούς περιέλαμπε μέ μικρότερο φωτισμό.

Ἀλλά ἄς σταθοῦμε λίγο στά ἐπιθανάτια τῆς Παρθένου. Ἡ ψυχή της βρίσκεται σέ μία μεγάλη συγκίνηση καί σχεδόν σκιρτᾶ καί προφθάνει ἀσυγκράτητη καί τρέχει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό σῶμα ὥστε τό γρηγορότερο νά βρεθεῖ μέ τόν Υἱό της καί νά προσπέσει στά χέρια του καί νά ἀναχώρησει μαζί του. Πῶς ἦταν δυνατό νά ὑπομείνει αὐτή τή χαρά, ὅπως τή λύπη τόν καιρό τοῦ Πάθους, καί πῶς ἐμεῖς νά μήν ἐπιθυμοῦμε νά ποῦμε πώς αὐτή δέν πέθανε, ἄν καί δέν τό λέμε αὐτό, γιά νά μήν ποῦμε πρωτάκουστα διδάγματα.

Δάκρυσε, καί πάλι ἔγινε ἀνώτερη τῶν δακρύων ἀπό τή μεγάλη εὐτυχία καί τό παράδοξο θέαμα, ὅταν εἶδε μέ σῶμα ἐκεῖνον, πού λίγο παλιότερα τόν εἶδε νά σύρεται, νά καθυβρίζεται καί νά κτυπιέται, ἐνῶ περιβαλλόταν ἀπό τόσες μυριάδες Ἀγγέλων, ἀπό τόση λαμπρότητα καί τόση δόξα. Ἔβλεπε τό πρόσωπο καί τή μορφή ἐκείνου, πού ἄλλοτε τόν κορόιδευαν καί τόν ἔφτυναν, πού ἦταν ντυμένος τήν κόκκινη χλαίνα τῆς ντροπῆς, νά περιβάλλεται τώρα μέ τόση ἀξία καί λαμπρότητα. Αὐτόν πού δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε ὀμορφιά, τώρα νά ἀστράφτει ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς θεότητάς του. Ἔβλεπε τόν ἄλλοτε νεκρό πού καταδικάστηκε σάν ἀντίθεος, Θεό καί Βασιλέα καί Κριτή τῶν πάντων, ἀθάνατο καί ἀνίκητο. Ὤ, πῶς ζοῦσε καί πάλι μέσα στίς ἀντιθέσεις, ὅπως τόν καιρό τῆς Σταυρώσεως. Τό ὅραμα τή γέμιζε εὐφροσύνη, χαιρόταν ὑπερβολικά ἡ ψυχή της, ἀλλά συστελλόταν ἐπειδή ἀναχωροῦσε πρός ἐκείνη τή δόξα καί λαμπρότητα.

Τώρα πλέον δοξολογοῦσε περισσότερο ἀπό πρίν ἐκεῖνον πού τήν δόξασε. Προσευχόταν γιά τούς Ἀποστόλους καί γιά ὅλους τοὺς παρόντες, ἱκέτευε γιά τούς πιστούς ὅλης τῆς γῆς ἤ μᾶλλον γιά ὅλο τόν κόσμο καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐχθρῶν καί τῶν σταυρωτῶν. Ζητοῦσε νά λάβει ἀπό τό Δεσπότη κάποιο λόγο ἤ κάποιο σημεῖο ὡς ἐγγύηση τῆς σωτηρίας τους, ἁπλώνοντας ἱκετευτικά τά χέρια ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα τόν ἀγκαλίαζε, κινώντας τή γλώσσα καί τά χείλη μέ τά ὁποῖα τόν ἀσπαζόταν, θυμίζοντας τόν θηλασμό του, καί κλαίοντας ἀπό εὐτυχία, ἔκαμε τό πᾶν, λέγοντας ἀποχαιρετιστήριους λόγους καί προσευχές. Τότε ἀρχίζουν τήν ὑμνωδία οἱ Ἄγγελοι καί ὅλοι μένουν ἀκίνητοι καί ἐκστατικοί, ὄχι ἀπό φόβο ἀλλά ἀπό χαρά. Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιφωνοῦν μέ τή δική τους ψαλμωδία, καί ἔτσι, περνώντας ἀπό τό πανάγιο στόμα ἡ ὑπεραγία ψυχή της, σάν σέ ὕπνο, παραδίδεται στόν Υἱόν της, ξεφεύγοντας τούς πόνους τοῦ θανάτου, ὅπως τούς διέφυγε καί κατά τήν γέννηση ἤ μᾶλλον μέ τήν ἴδια καί μεγαλύτερη χαρά καί ὅπως τότε, ὅταν ἀνέκφραστα γεννιόταν ἀπ’ αὐτή ὁ Υἱός καί Θεός της, καί τώρα πού αὐτή πήγαινε πρός τόν Θεό, ὁ ὁποῖος βρισκόταν μπροστά της ὄχι μόνο νοερά ἀλλά καί αἰσθητά.

Ἀμέσως ὅλοι οἱ Ἄγγελοι ἄρχισαν νά ψάλλουν, καί μετά τοῦ πνεύματος μέν ἔβγαινε κάποια ἄφθονη καί ἀνεξήγητη εὐωδία, ἐνῶ τό σῶμα περιβαλλόταν ἀπό πλούσιο καί ἀπλησίαστο φῶς, ὥστε καί ὁ ἀέρας γέμισε ἀπό ἤχους καί ἄσματα, περισσότερο ὅμως ἀπό τήν εὐχάριστη εὐωδία, τό δέ σῶμα ἀκτινοβολοῦσε ἀπό παντοῦ, ὥστε νά γίνεται κάπως ἀθέατο. Ἔτσι λοιπόν διαμοιράζονται τήν Παρθένο, οἱ μαθητές καί ὁ Διδάσκαλος, τά ἐπίγεια καί τά οὐράνια, ὅπως καί μετά ἀπό λίγο ὁ οὐρανός καί ὁ παράδεισος. Ὁ Κύριος καί τά γύρω ἀπό αὐτόν λειτουργικά πνεύματα πῆραν τή ψυχή, ἐνῶ οἱ μαθητές τό σῶμα.

1/8/16

Στη γιορτή της Παναγιάς μας… της Μητέρας μας!

 Γράφει ο καθηγητής Χρήστος Γερ. Σιάσος

Ο Αύγουστος, είναι ο ευλογημένος μήνας της Παναγιάς μας, για όλο τον Ελληνισμό, είναι το «Πάσχα του Καλοκαιριού».
Ευλογημένος μήνας της Μητέρας όλων των χριστιανών που μας δείχνει αγάπη, στοργή, καλοσύνη, παρηγοριά, παντοδυναμία, σοφία, μας ανακουφίζει από κάθε πόνο και θλίψη, μαζί της υπάρχει πάντα φως και ελπίδα. Παναγία, μια λέξη ευλογία, ηρεμία, χαρά, ειρήνη, όνειρο.
Από τις αρχές του μήνα Αυγούστου και όλο το δεκαπενταύγουστο αρχίζει η προετοιμασία των πιστών για την μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης, την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όλοι οι Χριστιανοί τις ημέρες αυτές κατακλύζουν τα αμέτρητα προσκυνήματά της, ανά την Ελλάδα και το Εξωτερικό, όπου λιτανεύονται οι θαυματουργές εικόνες Της, στην Παναγία Σουμελά στη Βέροια, την Παναγία της Τήνου, την Εκατονταπυλιανή στην Πάρο, την Παναγία της Κεφαλονιάς, στην εκκλησία, την ημέρα της γιορτής, εμφανίζονται στην εικόνα Της τα «φίδια της Παναγίας».
Η Παναγία μας, το ιερότερο από τα πρόσωπα της Ορθοδοξίας, δεν έχει μόνο θρησκευτική σημασία για τους Έλληνες αλλά και Εθνική, αφού πολλές φορές το πρόσωπό Της έχει συνδεθεί με τους αγώνες του Ελληνικού Έθνους.
Ο Άγιος μας, Κοσμάς ο Αιτωλός, μας λέει ότι, Μαρία σημαίνει Κυρία, σημαίνει και Βασίλισσα. Είναι η κυρία Θεοτόκος. Κυρία, γιατί κυριάρχησε πάνω στο κακό. Κυρία, γιατί είναι η Μητέρα του Κυρίου. Κυρία, γιατί εμείς οι ταπεινοί δούλοι προσπίπτουμε με πόνο και ελπίδα και ζητάμε τη μεσιτεία Της. Οποιαδήποτε άλλη κυρία αυτού του κόσμου είναι μηδενικό μπροστά στην Κυρία Θεοτόκο μας.
Είναι και Βασίλισσα η Παναγία μας, μας λέει ο Άγιος γιατί στο κεφάλι της έχει το στεφάνι της Αγιότητας. Στα χέρια Της κρατάει το σκήπτρο της αγάπης και οι θρόνοι Της είναι δύο. Ο ένας στα δεξιά του Θεού, «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου» και ο άλλος στ’ αριστερά του ανθρώπου, δηλαδή, ο θρόνος της καρδιάς μας.
Ακόμα οι γραφές των Αγίων Πατέρων μας λένε, «Το πανσεβάσμιο και κεχαριτωμένο όνομα της Μαρίας προσφυέστατα και αρμοδιότατα εδόθη εις την αειπάρθενον Θεοτόκο κατά πρόγνωση και βουλή Θεού, παρά του οποίου ήταν ορισμένη να γίνει Μητέρα Αυτού. Σημαίνει δε το όνομα Μαρία: Παντοδυναμία, τουτέστιν εκείνη η οποία ένωσε τα δύο άκρα αντικείμενα Θεό και άνθρωπο. Ακόμη σημαίνει Σοφία, η οποία βρήκε τον τρόπο για να ενώσει δύο φύσεις σε μια υπόσταση, χωρίς να συγχύσει τα ιδιώματα των φύσεων. Και τρίτον σημαίνει Αγαθότητα, δηλαδή χάρις, η οποία θεοποίησε την ανθρώπινη φύση και ανεβίβασε αυτή υπεράνω των ουρανίων δυνάμεων. Αυτά τα τρία επίθετα περιέχει το όνομα Μαρία. Δόθηκε διότι έμελλε να υπηρετήσει το μυστήριο της ενσάρκωσης του Κυρίου…». Επίσης, οι Πατέρες της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου ονομάζουν την Παρθένο Μαρία, Θεοτόκο.
Την Παναγιά μας πρόσφεραν στο Ναό οι γονείς της, Ιωακείμ και Άννα, όταν ήταν τριών χρόνων. Στο Ναό έμεινε δώδεκα χρόνια και σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων μνηστεύθηκε τον Ιωσήφ. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ την αποκάλεσε Κεχαριτωμένη, φέρνοντάς Της το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Ιησού σε ηλικία δεκαέξι χρόνων. Μετά την ανάληψη του Κυρίου έζησε άλλα δέκα χρόνια και σε ηλικία πενήντα εννέα χρόνων, «μετέστη προς την ζωήν, Μήτηρ υπάρχουσα της ζωής».
Η λατρεία των πιστών, ανώνυμων και επώνυμων, φαίνεται και από τα πολυάριθμα προσωνύμια που έχει δώσει στην Παναγιά μας, σε Ιερούς Ναούς και Ιερές Μονές, στις Άγιες Εικόνες Της, όπου και αν βρέθηκαν αυτές, όπως: Μεγαλόχαρη, Εκατονταπυλιανή, Φανερωμένη, Κοσμοσωτήρα, Χοζοβιώτισσα, Εικοσιφοίνισσα, Βρεφοκρατούσα, Ελεούσα, Θαλασσινή, Γιάτρισσα, Μυρτιδιώτισσα, Οφιούσα, Αγιασώτισσα, τριχερούσα, Κρημνιώτισσα, Καμαριώτισσα, Πορταΐτισσα, Γαλακτοτροφούσα, Ελευθερώτρια, Γλυκοφιλούσα, Μεγαλομάτα, Δεξιοκρατούσα, Αθηνιώτισσα, Μεγαλοσπηλαιώτισσα, Πουρσιώτισσα, Λιγοβιτσιάνα, Αμπελακιώτισσα, Καμινιώτισσα,Βλαχερνίτισσα, Ολυμπιώτισσα, Σουμελιώτισσα, Πλατανιώτισσα, Παμμακάριστος, Πελεκητή, Κρεμαστή, Μαρμαριώτισσα, Υγεία, Παραμυθία, Παρηγορήτρα, Μυροβλύτισσα, Αμόλυντος, Υψηλοτέρα, Κεχαριτωμένη,Ελεημονήτρια, Αγία Σκέπη, Αγιάσσου, Ελπιδοφόρα, Ευαγγελίστρα, Εύσπλαχνος, Μυροβλύτισσα, Ζωηφόρος, Ζωοδότρα, Νεροφορούσα, Ηγουμένη, Νυμφοτόκος, Αξιον Εστί, Ηλιοτόκος, Ξηροκαμπίτισσα, Αρβανίτισσα, Θεόκλητη, Ολυμπιώτισσα, Αρχαγγελιώτισσα, Ομονοούσα, Θεοσκέπαστη, Αυγουστιανή , Θρηνούσα, Παρηγορήτρα, Βλαχέρνα, Καλαμιώτισσα, Πρέσβειρα, Βρεφοκρατούσα, Καταφυγή, Γερόντισσα, Κλεισούρας, Σπηλιώτισσα, Γραφιώτισσα, Τρυφερούσα, Γρηγορούσα, Δακρυρροούσα, Δαμάστα, Φαρμακολύτρα, Διακονούσα, Χιλιονοματούσα, Χρυσοβαλάντη, Χρυσοκαστριώτισσα, Χρυσοπηγή, Εκκλησιάρχουσα, Ψυχοσώτρια, Υπερευλογημένη, Παναμώμητος, Άχραντος, Αμόλυντος, Λεσινιώτισσα, Νιαμονίτισσα, Υψενή, Τσαμπίκα, Αργοκοιλιώτισσα, Εικονίστρια, Ακαθή, Γαλατιανή, Αρεθιώτισσας, Βουλκανιώτισσα, Αρμενιώτισσα, Δομιανίτισσας και δεκάδες άλλα.
Ο Χριστός αποφάσισε να καλέσει κοντά του τη Μητέρα του. Τρεις ημέρες όμως νωρίτερα της γνωστοποίησε με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ την από τη γη μετάστασή της. Η Παναγία με τον πόθο της μετάστασής της προς τον Υιό της, πήγε στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί.
Μετά από την προσευχή, επιστρέφει στο σπίτι της και αμέσως συγκλονίζεται ολόκληρη. Στο σπίτι έφθασαν οι μαθητές του Χριστού. Μεταξύ αυτών ήταν και οι Ιεράρχες Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Ιερόθεος και ο Τιμόθεος. Η Παρθένος τους χαιρέτισε όλους. Προσεύχεται για την προστασία του κόσμου. Ο Πέτρος αρχίζει τους εξόδιους ύμνους. Οι άλλοι προπορεύονται με λαμπάδες και υμνωδίες, οδηγώντας το Θεοδόχο σώμα Της προς τον τάφο.
Η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες τιμά το τέλος της επίγειας ζωής της Θεοτόκου, την κοίμησή Της. Η Μητέρα όλων των Μητέρων βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατο. Οι Άγιοι Απόστολοι είναι όλοι εκεί, στο κέντρο βρίσκεται ο Χριστός μας ο οποίος κρατά στα χέρια Του τη Μητέρα Του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί Του. «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδεΓεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα» ψάλλει η εκκλησία μας.
Η Κοίμηση της Παναγίας
Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, πλήθος πιστών προσέρχεται στις εκκλησίες για να ακολουθήσει την περιφορά της εικόνας της Μεγαλόχαρης. Αυτή είναι και η πιο γνωστή ονομασία της Παναγιάς μας αλλά και Φανερωμένη, χάρη στις εικόνες οι οποίες φανερώθηκαν στους πιστούς στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στις μέρες μας, σε βράχους και σε σπηλιές. Κάθε Ιερός Ναός της Παναγιάς μας φέρει και μια ξεχωριστή ονομασία της.
Η εικόνα της Παναγίας της Τήνου, βρέθηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1823, με την υπόδειξη της Παναγίας στη μοναχή Πελαγία, στην Ιστορική Μονή της «Κυράς των Αγγέλων», στο Κεχροβούνι.
Με Βασιλικό Διάταγμα του 1836, καθιερώθηκε ο εορτασμός της Παναγίας στην Τήνο να είναι οκταήμερος. Στις 23 Αυγούστου, μέσα σε ατμόσφαιρα συγκίνησης, κατάνυξης και σεβασμού, ψάλλονται ύμνοι και εγκώμια, μπροστά στον επιτάφιο και την εικόνα της.
Παράλληλα με τον εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, οι Έλληνες τιμούν κι αυτούς που χάθηκαν, όταν οι Ιταλοί τορπίλισαν και βούλιαξαν το «Έλλη», μέσα στο λιμάνι. Ήταν 15 Αυγούστου 1940 ώρα 08.25 λίγο πριν από την λιτάνευση της Ιερής εικόνας. Η Μεγαλόχαρη από άκρη σε άκρη, γιόρταζε τη χάρη Της σε όλη την Ελλάδα. Το υποβρύχιο Delfino με κυβερνήτη τον Aicardi έριξε την τορπίλη του θανάτου στο «Έλλη» και βύθισε όλο τον Ελληνισμό στο πένθος. Ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση των Ιταλών εναντίον της Ελλάδος.
Η Παναγία Σουμελά, είναι το σύμβολο της ποντιακής πίστης. Η ονομασία της θαυματουργής εικόνας ήταν Αθηνιώτισσα. Την εικόνα της Παναγίας Σουμελά, σύμφωνα με την παράδοση, αγιογράφησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Μετά τον θάνατό του τη μετέφερε στην Αθήνα ο μαθητής του Ευαγγελιστή Λουκά Ανανίας και την τοποθέτησε στο Ναό της Θεοτόκου. Στο τέλος του 4ου αιώνα, σύμφωνα πάλι με την παράδοση, η Παναγία η Αθηνιώτισσα εμφανίστηκε ως όραμα στους μοναχούς, Σωφρόνιο και Βαρνάβα.
Οι μοναχοί είδαν την εικόνα να σηκώνεται από το προσκυνητάρι και να πετάει προς τα ουράνια και άκουσαν τη φωνή της να λέει: «Πηγαίνω στην Ανατολή…».

Οι μοναχοί ακολούθησαν την εικόνα που πήγε και στάθηκε στο όρος Μελά στον Πόντο. Στο σημείο αυτό οι κάτοικοι έκτισαν Ιερό Ναό στην Παναγία όπου έλαβε το όνομα, Σουμελά. Τα τελευταία χρόνια ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος τελεί Θεία Λειτουργία στην Παναγία Σουμελά στη Τραπεζούντα.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, 1922, μοναχοί έθαψαν την εικόνα και τα κειμήλια. Το 1931 την Εικόνα την φέρνουν πάλι στην Αθήνα και ο Σύλλογος «Παναγία Σουμελά» από την Θεσσαλονίκη προχώρησε και πρότεινε μαζί με άλλες οργανώσεις και φορείς Ποντίων να κτιστεί Ιερός Ναός της Παναγίας στη θέση Καστανιά στις πλαγιές του Βερμίου της Βέροιας. Έτσι έχουμε την Παναγία Σουμελά.
Η Παναγία στο Μικρόκαστρο Κοζάνης. Στο Δήμο Βοΐου- Κοζάνης κάθε χρόνο χιλιάδες πιστοί πηγαίνουν στο μοναστήρι της Παναγιάς στη θέση Μικρόκαστρο για να προσκυνήσουν την εικόνα Της που χρονολογείται από το 1603.

Η Παναγία της Εκατονταπυλιανής, βρίσκεται στην Παροικία της Πάρου, λέγεται ότι η Αγία Ελένη πήγαινε να βρει τον Τίμιο Σταυρό στην Παλαιστίνη πέρασε από ένα Ναό της Πάρου και στην προσευχή της έταξε στην Παναγία ότι αν βρει τον Σταυρό στη θέση αυτή θα χτίσει Ιερό Ναό.
Η προσευχή της εισακούστηκε και μαζί με τον γιό της Άγιο Κωνσταντίνο, αυτοκράτορα του Βυζαντίου, ανήγειρε μεγαλοπρεπέστατο Ναό της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής. Ο Ναός έχει ενενήντα εννέα πόρτες φανερές και μία κλειστή που θα ανοίξει όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη και την Αγιά Σοφιά, όπως λέει και η παράδοση.
Η Παναγία Χοζοβιώτισσα της Αμοργού
Η Παναγία Χοζοβιώτισσα της Αμοργού, που είναι χτισμένη από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό το 1088 μ.Χ. πάνω σε γκρεμό 300 περίπου μέτρων. Η θαυματουργική εικόνα έφθασε εκεί από το μοναστήρι του Χοτζεβά της Παλαιστίνης αφού ταξίδεψε πάνω σε μια βάρκα και περιπλανήθηκε αρκετό καιρό μέσα στη θάλασσα.
Η Παναγία «Οφιούσα» της Κεφαλονιάς, κοντά στο χωριό Μαρκόπουλο της Κεφαλονιάς βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και κάθε χρόνο στη γιορτή Της εμφανίζονται τα λεγόμενα «φίδια της Παναγιάς». Η παράδοση λέει ότι οι καλόγριες που ήταν στο μοναστήρι για να μην πέσουν θύματα των πειρατών παρακάλεσαν την Παναγία να τις μεταμορφώσει σε φίδια ή πουλιά και η Παναγία έκανε το θαύμα της. Κάθε χρόνο εμφανίζονται πολλά φίδια χωρίς να ενοχλούν τους πιστούς που πάνε να προσκυνήσουν την εικόνα Της
Η Παναγία Αγιασώτισσα, βρίσκεται στην Αγιάσο της Λέσβου. Η εικόνα της Παναγίας είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά φτιαγμένη από κερί και μαστίχα. Κάθε χρόνο πολλοί πιστοί πηγαίνουν να προσκυνήσουν την εικόνα Της και να παρακολουθήσουν τις εορταστικές εκδηλώσεις που διοργανώνει το Χωριό.
Ο Επιτάφιος της Παναγίας στην Πάτμο. Εδώ οι μοναχοί κάθε χρόνο κάνουν την περιφορά του χρυσοποίκιλτου επιτάφιου της Παναγίας μέσα στους δρόμους του νησιού με πομπή, ενώ οι καμπάνες χτυπούν συνεχώς. Στην Πάτμο βρίσκεται η σπηλιά της Αποκάλυψης που ακουγόταν η φωνή του Θεού όταν υπαγόρευε στον Ιωάννη το κείμενο της Αποκάλυψης.

Η Παναγία Φανερωμένη στην Άνδρο, που βρίσκεται μέσα στο Κάστρο στην περιοχή του Κορθίου πάνω σε ύψωμα κοντά στο χωριό Κοχυλού. Εδώ στις 15 Αυγούστου όλοι οι πιστοί μετά από την Θεία Λειτουργία και την προσκύνηση της εικόνας στήνουν μεγάλο γλέντι.


Η Παναγία Τριχερούσα
Η ιστορία της εικόνας της Παναγιάς μας με τρία χέρια είναι σχετική με το βίο του Οσίου και Θεοφόρου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Σήμερα βρίσκεται στο Άγιο Όρος στην Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Λέων ο Ίσαυρος, συκοφάντησε τον άρχοντα της Δαμασκού, ότι δήθεν ο Ιωάννης προσπαθούσε να τον εξοντώσει. Ο άρχοντας της Δαμασκού έδωσε διαταγή να κόψουν το δεξί χέρι του Ιωάννη για να μη μπορέσει να ξαναγράψει και να το κρεμάσουν στην πλατεία της Πόλης για να το βλέπει ο κόσμος. Έτσι και έγινε.
Το απόγευμα της ιδίας ημέρας έβαλε ο Όσιος Ιωάννης φίλους του να παρακαλέσουν τον άρχοντα να ξεκρεμάσει το κομμένο χέρι του και να του το ξαναδώσει. Ο άρχοντας έδωσε την σχετική άδεια και διέταξε να επιστρέψουν την κομμένη παλάμη στον Όσιο Ιωάννη.
Το βράδυ ο Ιωάννης προσάρμοσε την κομμένη παλάμη στην θέση του ακρωτηριασμένου χεριού του, προσκύνησε την Εικόνα της Θεοτόκου και κλαίγοντας πικρά και με θερμή πίστη παρακαλούσε την Παναγία να τον θεραπεύσει, για να μπορεί να υπερασπίζεται την Ορθοδοξία κατά της αιρέσεως των Εικονομάχων. Ενώ προσευχόταν, είδε όραμα την Θεοτόκο, η οποία του χαμογέλασε και του είπε:
«Ιδού το χέρι σου κόλλησε και έγινε καλά. Να μη λυπάσαι πλέον και να εκπληρώσεις την υπόσχεση σου, ότι θα καταπολεμήσεις τους εικονομάχους». Ο Όσιος Ιωάννης ξύπνησε έντρομος είδε, ότι το χέρι του ήταν όπως και πρώτα, σαν να μην είχε κοπή καθόλου.
Τότε, προσκύνησε αμέσως με δάκρυα ευγνωμοσύνης στα μάτια την εικόνα της Παναγίας, την ευχαρίστησε για την μεγάλη της ευεργεσία και το έλεος της και κατασκεύασε σε ανάμνηση του θαύματος αυτού μία ασημένια παλάμη, την οποίαν τοποθέτησε στην Ιερή Εικόνα της Παναγίας.
Από τότε η Εικόνα αυτή έλαβε την ονομασία «Τριχερούσα». Εικόνα με την Παναγία «Τριχερούσα» υπάρχει και στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Ελληνικών.
Παναγία η Προυσιώτισσα
Ιερά Μονή Προυσού στην Ευρυτανία είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και πανηγυρίζει με κάθε θρησκευτική και εκκλησιαστική λαμπρότητα, στις 23 Αυγούστου. Η εικόνα της Παναγίας έχει πολύ μεγάλη ιστορία, λόγω της καταγωγής της από την Προύσα της Μικράς Ασίας, αλλά και πολύ μεγάλη χάρη. Εξάλλου εικάζεται ότι είναι έργο του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά.

Η Παναγία Αμπελακιώτισσα Ναυπακτίας, το μοναστήρι είναι γνωστό για τη λατρευτική εικόνα της Παναγίας, τα Άγια λείψανα, το χρυσοκέντητο επιτάφιο και το λαμπρό πανηγύρι το Δεκαπενταύγουστο.


Στο Νομό Αιτωλίας και Ακαρνανίας αυτές τις ημέρες εορτάζουν, ο Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Αιτωλικό, στο Χωριό Κουδούνι και στα Ρέτσινα Μεσολογγίου, στα Σιτόμενα και στη Σπολάιτα Αγρινίου, στο Θύριο Βόνιτσας, στα Βουρβιανά, στην Πετρώνα, στο Περδικάκι, καιστο Σταθά Βάλτου, στη Παναγούλα Ξηρομέρου, στο Άνω Κεράσοβο Μακρυνείας, στο Θέρμο, στην Αγία Σοφία, στους Αγίους Θεοδώρους και στους Ταξιάρχες Θέρμου, στη Νερομάνα, στο Περιστέρι, στον Πλατανιά Παραβόλας καθώς και οι Ιερές Μονές Λιγοβιτσίου και Βλοχού, η Παναγία Αμπελακιώτισσα.
Ο Άγιός μας και Προστάτης της Ιεράς Μητροπόλεώς μας Κοσμάς Αιτωλός μας λέει: «...Ευσπλαγχνίσθη ο Κύριος το γένος των ανθρώπων και ήλθε και έγινε άνθρωπος τέλειος εκ Πνεύματος Αγίου, από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και μας έβγαλεν από τας χείρας του διαβόλου».
Άλλες Εικόνες της Παναγίας μας.
Παναγία η Λεσινιώτισσα

Παναγία η Μυρτιδιώτισσα
Παναγία η Τσαμπίκα στη Ρόδο

Παναγία η Καμαριώτισσα Σαμοθράκης

Παναγία η Εικονίστρια στη Σκιάθο

Η Παναγια της Ι. Μ. των Ρέθων Βάλτου

Η Παναγία στην Ι. Μ. Βλοχού



Πηγή: agriniopress.gr

19/7/16

Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης

 
Ο Άγιος Προφήτης Ηλίας ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού.
 Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη.
Ο Ηλίας υπήρξε εξαιρετικά δραστήριος, δυναμικός και θαρραλέος προφήτης, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Θεού και έζησε περί το 816 π.Χ.
 Όταν γεννήθηκε ο Προφήτης Ηλίας, ο πατέρας του ο Σωβάκ είδε το παρακάτω όραμα:
 Άνδρες με λευκά ενδύματα τον ονόμαζαν (τον Προφήτη Ηλία) Ηλία (εκ του εβραϊκού Ηλί που σημαίνει Θεός) και του έβαζαν σπάργανα από φωτιά και του έδινα να φάει φωτιά.
Ο Σωβάκ πήγε στα Ιεροσόλυμα και φανέρωσε στους Ιερείς το όραμα, οι οποίοι του είπαν:
 «Μη φοβηθείς, ω άνθρωπε ότι η κατοικήσις του παιδίου,
 θέλει είναι φως και λόγος του μέλλει να είναι απόφασις,
 και η ζωή του, μέλλει να είναι κατά Κύριον,
 και ο ζήλος του θέλει φανεί ευάρεστος εις τον Θεόν,
 και έχει να κρίνει τον Ισραήλ με μάχαιραν και φωτίαν»
 
Ο Προφήτης Ηλίας προφήτευσε για 25 χρόνια, 
είναι αυτός πού κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό,
 κάνοντας τους Ισραηλίτες με μια φωνή να πουν:
 «αληθώς Κύριος ό Θεός, αυτός ό Θεός» (Βασιλειών Γ ιη' 39.).
Δηλαδή, αληθινά! 
Ό Κύριος, ό Θεός του Ισραήλ, αυτός είναι ό μόνος πραγματικός και αληθινός Θεός.
 Ο Ηλίας, επίσης, είναι εκείνος που με τη γλώσσα του εμπόδισε τη βροχή και δεν έβρεξε ο ουρανός τρεισήμισι χρόνια.
Είναι εκείνος που ανάστησε το νεκρό γιο της Σεραφθίας χήρας και κατέκαυσε τους εκατό ανθρώπους που έστειλε ό βασιλιάς Οχοζίας.
 Είναι εκείνος που στο όρος Χωρήβ είδε το Θεό, όσο είναι δυνατό, βέβαια, να Τον δει άνθρωπος.
Είναι εκείνος που έσχισε τον Ιορδάνη ποταμό και ανελήφθη με πύρινη άμαξα στον ουρανό,
 είναι εκείνος πού στη Μεταμόρφωση του Χριστού στάθηκε δίπλα Του μαζί με το Μωϋσή.
Όλα αυτά δείχνουν με πόσο ζήλο υπηρέτησε ο προφήτης Ηλίας το θέλημα του Θεού.
Ο προφήτης Ηλίας,
 είχε βοηθό,
 μαθητή και διάδοχό του τον Ελισσαίο.
Ο λαός μας αγαπάει πολύ τον Προφήτη Ηλία και του έχει αφιερώσει πάρα πολλές εκκλησίες που βρίσκονται ψηλά σε βουνά.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, εύχομαι χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό!!!

                                                          Απολυτίκιον
Ο ένσαρκος Άγγελος των Προφητών η κρηπίς,
 ο δεύτερος Πρόδρομος,
 της παρουσίας Χριστού,
 Ηλίας ο ένδοξος,
 άνωθεν καταπέμψας, 
Ελισσαίω την χάριν,
 νόσους αποδιώκει,
 και λεπρούς καθαρίζει"
 διό και τοις τιμώσιν αυτόν βρύει ιάματα.

12/7/16

ΟΣΙΟΥ ΠΑΊΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΠΑΝΑΓΟΥΔΑ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Θὰ πιστέψουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.
Θὰ σὲ τραβάν, γιά νά τοὺς πεῖς γιά τὸ Χριστό!
Ὁ κόσµος µοιάζει σήµερα, σὰν µιά κοχλάζουσα χύτρα ταχύτητος, µέ πολλὲς βαλβίδες! Θὰ σκάσει ἐδῶ, θὰ σκάσει ἐκεῖ. Προσεύχεσθε µή γίνει µ’ ἐµᾶς ἡ ἀρχή. Νά ζῆτε ὄσο µπορεῖτε πιὸ ἁπλά. Μὴ δυσκολεύετε ἀπὸ µόνοι σας τή ζωή σας. Οἱ πολλὲς εὐκολίες κάνουν δέσµιους τοὺς ἀνθρώπους σήµερα.

Γέροντα, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι νοιώθουνε σήµερα ἀνασφάλεια;
–Γιατί ὅλοι εἰµαστε ἀσφαλισµένοι! Ἀσφαλιζουµε τὸ αὐτοκίνητό µας, τὸ σπίτι µας, τή ζωή µας. Κάνοντας λοιπὸν τὴν κοσµικὴ ἀσφάλεια, παραµερίζουµε τὴν προστασία καὶ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ!
-Γέροντα, σ’ αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια θὰ ἐπέµβει ὁ Χριστός;
-Ναί. Ἐδῶ βλέπεις, σὲ ἕναν ἀδικηµένο πού ἔχει καλὴ διάθεση, ἐπειδὴ δικαιοῦται τὴν θεία βοήθεια, παρουσιάζονται πολλὲς φορὲς οἱ Ἅγιοι, ἡ Παναγία, ὁ Χριστός, γιά να τὸν σώσουν. Πόσο µἄλλον τώρα πού θὰ βρίσκεται σὲ τόσο δύσκολη καταστάσῃ ὁ καηµένος ὁ κόσµος. Τώρα µιά µπόρα θὰ εἶναι, µιά µἰκρὴ κατοχὴ τοῦ ἀντιχρίστου σατανᾶ. Θὰ φάει µετὰ µία σφαλιάρα ἀπὸ τὸν Χριστό, θὰ συγκλονισθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θὰ ἔρθει ἡ γαλήνη στόν κόσµο γιά πολλὰ χρόνια. Αὐτὴν τὴν φορὰ θὰ δώσει ὁ Χριστὸς µιά εὐκαιρία, γιά νά σωθεῖ τὸ πλάσµα Τοῦ. Θὰ ἀφήσει τὸ πλάσµα του ὁ Χριστός; Θὰ παρουσιασθεῖ στό ἀδιέξοδο τῶν ἀνθρώπων, γιά νά τοὺς σώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Πονηροῦ.

Θὰ ἐπιστρέψουν στό Χριστὸ καὶ θὰ ἔρθει µιά πνευµατικὴ γαλήνη σὲ ὅλη τὴν οἰκουµένη γιά πολλὰ χρόνια. Δἐν θὰ εἶναι ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἔρθει ὡς Κριτής, ἀλλὰ µιά ἐπέµβαση τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ εἶναι τόσα γεγονότα πού δέν ἔχουν γίνει ἀκόµη. Θὰ ἐπέµβει ὁ Χριστός, θὰ δώσει µιά σφαλιάρα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ σύστηµα, θὰ πατάξει ὅλο τὸ κακό, καὶ θὰ βγάλει ἀπ’ αὐτό, καλό τελικά. Θὰ γεµίσουν οἱ δρόµοι Προσκυνητάρια.

Ἔξω τὰ λεωφορεία θὰ ἔχουν εἰκόνες. Θὰ πιστέψουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Θὰ σὲ τραβάν, γιά νά τοὺς πεῖς γιά τὸ Χριστό! Ἔτσι θὰ κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ὁλοκλήρη τὴν οἰκουµένη καὶ µετὰ (ἀργότερα), ὁ Χριστὸς θὰ ἔρθει ὡς Κριτής, νά κρίνει τὸν κόσµο. Ἄλλο Κρίσῃ, ἄλλο µιά ἐπεµβαση τοῦ Χριστοῦ, γιά νά βοηθήσει τὸ πλάσµα Του.

3/7/16

Ὁ   ἅ γ ι ο ς   Ἀ ν δ ρ έ α ς   Κ ρ ή τ ης


Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης ὑπῆρξε μιά πολύ ἀξιόλογη φυσιογνωμία στήν ἐποχή του κι ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους ποιητές καί ὑμνογράφους μας. Εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ θεσπεσίου Μεγάλου Κανόνος. Ἡ γνώση τοῦ βίου τοῦ μεγάλου τούτου Ἱεράρχη καί ποιητῆ δέν εἶναι ἡ ἀνάλογη μέ τήν ἀξία πού ἔχει καί τή σημασία πού ἀπόχτησε στή λειτουργική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μέγας Κανών. Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὑπῆρξε μιά μεγάλη ἐκκλησιαστική μορφή μ᾿ ἕνα ὑπέροχο ποιμαντικό ἔργο καί μιά πλούσια συγγραφική προσφορά!
 Καταγωγή
Γεννήθηκε γύρω στό 660 μ.Χ. στήν ξακουστή Δαμασκό, μία ἀπ᾿ τίς πιό ἀρχαῖες καί μεγάλες πόλεις τῆς Ἀνατολῆς. Ἐδῶ ἔγινε ἡ θαυμαστή ἐπιστροφή τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου. Στήν πόλη τούτη βαπτίστηκε, ἔλαβε τή δωρεά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἐκφώνησε τά πρῶτα κηρύγματά του. Γι᾿ αὐτό εἶναι τό καύχημα καί ἡ δόξα της. Ἔδωσε στήν Ἐκκλησία ἕνα «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15)· στήν οἰκουμένη ὁλόκληρη «πατέρα καί διδάσκαλον εὐσεβείας». Καί ὁ θεῖος Παῦλος, ὅπως παρατηρεῖ ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Μακάριος Μακρῆς, τῆς ἐπιφύλαξε μιά μεγάλη τιμή· «φύειν ἄνδρας ἀγαθούς καί διδασκάλους τῷ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας πληρώματι». ῞Ενας τέτοιος καρπός ἦταν κι ὁ ἱερός Ἀνδρέας.
Ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πού τή διέκρινε ἡ εὐσέβεια καί τή στόλιζε τό ἄνθος τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γεώργιος καί ἡ μητέρα του Γρηγορία, «ἄνθρωποι θεοφιλεῖς τε καί κόσμιοι καί ἀρετῆς μᾶλλον ἤ τῆς κάτω κτήσεως πλούτου κομῶντες καί σεμνυνόμενοι». Μέχρι τά ἑπτά του χρόνια ὁ μικρός Ἀνδρέας ἀδυνατοῦσε νά μιλήσει. Ἡ γλώσσα του ἦταν δεμένη. ῞Οταν ὅμως συμπλήρωσε τά ἑπτά χρόνια καί ἦρθε μιά μέρα στόν ναό μέ τούς γονεῖς του γιά νά τελέσουν τή θεία Λειτουργία καί κοινώνησε τό ἄχραντο σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου, ἡ γλώσσα του κατά τρόπο θαυμαστό λύθηκε καί ἄρχισε χωρίς καμιά δυσκολία πλέον νά ὁμιλεῖ. Ἐδῶ στή Δαμασκό διδάχτηκε τά πρῶτα γράμματα καί ποτίστηκε μέ τό ἄδολο γάλα τῆς εὐσέβειας, πού πολύ σύντομα ἔγινε πόθος φλογερός πού πυρπόλησε τήν καρδιά του καί τόν παρακινοῦσε ν᾿ ἀφιερώσει τήν ὕπαρξή του στήν ἀγάπη καί τή λατρεία τοῦ Θεοῦ.
 Ἱεροσολυμίτης
Ἡ θερμή αὐτή ἀγάπη του γιά τόν Χριστόν ὁδηγεῖ τά βήματά του σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν περίπου στήν Ἁγία Πόλη. Ἀποφασίζει ν᾿ ἀφιερωθεῖ στόν πανίερο ναό τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ γονεῖς του ὄχι μόνο δέν ἀντιδροῦν ἀλλ᾿ ὅπως σημειώνουν οἱ βιογράφοι του, οἱ ἴδιοι τόν προσάγουν γιά νά τόν ἀφιερώσουν. Σημάδι καί τοῦτο τοῦ βάθους τῆς πνευματικότητας τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἁγίου, μές στήν ὁποία γεννήθηκε καί μεγάλωσε.
Τά Ἱεροσόλυμα ὑπῆρξαν ὁ τόπος, ὅπου ὁ Ἀνδρέας μορφώθηκε πλατιά καί καλλιεργήθηκε βαθιά. Καί στή θύραθεν παιδεία καί στά θεολογικά γράμματα. Τόν βοηθοῦσαν ἄλλωστε σ᾿ αὐτό τά πολλά πνευματικά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τόν εἶχε προικίσει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχός καί ἀνέλαβε καθήκοντα πατριαρχικοῦ νοταρίου (γραμματέα δηλαδή) κοντά στόν πατριάρχη Θεόδωρο. Ἄν καί κυρίως στήν Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε καί ἡ Κρήτη ὑπῆρξε ὁ τόπος τῆς μεγάλης του προσφορᾶς, ἐν τούτοις τό πέρασμά του ἀπό τά Ἱεροσόλυμα τοῦ ἔδωσε τόν τίτλο τοῦ Ἱεροσολυμίτη, πού τόν συνόδευε σ᾿ ὁλόκληρη τή ζωή του καί συνεχίζει νά τόν παρακολουθεῖ καί μετά τήν κοίμησή του.
 Στή Βασιλεύουσα
Γύρω στά 685 μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων χρειάστηκε νά ἐκφράσει ἐγγράφως τήν ὁμολογία πίστεώς της στά ὅσα ἀποφασίστηκαν γύρω ἀπό τίς δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο (680-81) καί νά τήν ἀποστείλει στή Βασιλεύουσα. Στήν ἀποστολή αὐτή τῆς ὁμολογίας χρησιμοποιήθηκε ὁ πατριαρχικός νοτάριος Ἀνδρέας μαζί μέ ἄλλους δύο γέροντες «τῶν τοῦ κλήρου λογάδων»· «τόν προκείμενον ἡμῖν ἄνδρα, τόν ἄξιον τοῦ Θεοῦ δοῦλον, εἰ καί ἐν ἡλικίᾳ νέᾳ ὑπῆρχε, μεγάλως διά τήν σεμνότητα τῶν τρόπων ἐπιλεξάμενοι καί τούτῳ ἐγχειρίσαντες καί ἐμπιστεύσαντες τά τῶν εἰρημένων εὐσεβῶν δογμάτων ἀντίγραφα, ἤγουν τῆς ὀρθῆς αὐτῶν πίστεως τήν ὁμολογίαν, μετά τῶν δύο εὐλαβῶν γερόντων τοῦτον πρός τόν αὐτόν ἀνέπεμψαν βασιλέα».
Ἀπό τήν ἀποστολή αὐτή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔμελλε νά μήν ἐπιστρέψει ποτέ πίσω στά Ἱεροσόλυμα. Γιά λόγους πού δέν μποροῦμε νά ξέρουμε, ἔμεινε στήν Κωνσταντινούπολη καί ὑπηρέτησε ἐκεῖ τήν Ἐκκλησία. Ἴσως ἀρχικά νά ἐγκαταβίωσε στήν περίφημη μονή τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, πρός τιμήν τῆς ὁποίας ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος, ἔχτισε στήν Κρήτη μεγαλοπρεπή ναό. Χειροτονεῖται διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τοῦ ἀνατίθεται ἡ φροντίδα δύο φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τοῦ «εὐαγοῦς ὀρφανοτροφείου» καί «τῶν Εὐγενείου», στή διοίκηση τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος ἐπέδειξε τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης του καί τίς πολλές ἱκανότητές του. Ἀσφαλῶς στό χρονικό διάστημα τῆς εἰκοσάχρονης παραμονῆς του στήν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Ἀνδρέας διακρίθηκε καί ὡς ρήτορας καί ὡς διδάσκαλος.
 Ἐπίσκοπος
Πολύ γρήγορα τό ἦθος, ἡ πλούσια παιδεία, τό χάρισμα τοῦ λόγου καί ὅλα τ᾿ ἄλλα προσόντα πού διέθετε ὁ Ἅγιος ἔγιναν εὐρύτερα γνωστά. Ἡ φήμη τοῦ ὀνόματός του ἁπλώθηκε παντοῦ. Γι᾿ αὐτό καί γύρω στό 711 ἤ 712 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ὁ λαός τόν ὑποδέχτηκε μέ θερμές ἐκδηλώσεις τιμῆς καί ἀγάπης.
Τό ποιμαντικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ὑπῆρξε πλούσιο καί καρποφόρο. Συνδύασε ἄριστα τά θεωρητικά ἐνδιαφέροντα καί τήν ἀγάπη του γιά τήν ποίηση μέ τά πρακτικά ποιμαντικά ζητήματα. ῾Ως ἐπίσκοπος, ὅπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «ἔδειξε τό τε μεγαλοφυές αὐτοῦ τῆς ψυχῆς καί τό τῆς ἀρετῆς ἀπαράμιλλον καί τήν τελεωτάτην ἕξιν τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης». Τό ἐνδιαφέρον του πρωταρχικά στράφηκε πρός τόν ἱερό κλῆρο. Γνώριζε τό ὕψος τῆς ἱερωσύνης. Εἶχε συνειδητοποιήσει βαθιά τό μεγαλεῖο τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς καί τίς εὐθύνες πού συνεπάγεται γιά κείνους πού ἀναδέχονται τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ. ῞Ολα αὐτά προσπάθησε ὄχι μόνο νά τά μεταδώσει μέ τόν λόγο καί τή διδαχή στόν κλῆρο τῆς ἐπισκοπῆς του, ἀλλά καί νά τά ἀκτινοβολήσει μέσα ἀπό τή δική του ἱερατική ζωή καί τό προσωπικό του παράδειγμα.
Ἡ φροντίδα τοῦ ἐπισκόπου ἀγκάλιασε ἀκόμη καί τούς μονάζοντες· «τούς παρθενῶνας καί τά σεμνεῖα ρυθμίζει καί περί βίου νομοθετεῖ μοναχῶν». Ἀπ᾿ τό ἱερό τάγμα τῶν μοναζόντων θά ἐπιλέξει καί τούς ἱερωμένους πού θά ἐγκαταστήσει στόν ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἀνοικοδόμησε.
Τό μεγάλο χρέος κάθε ἐπισκόπου εἶναι ἡ προστασία καί ὁ στηριγμός τοῦ λαοῦ. Ἡ καθοδήγησή του μέ τό φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἁγιασμός του μέ τή ζωοποιό χάρη τῶν θείων μυστηρίων. Ἡ διαφύλαξή του ἀπό τή λύμη τῆς αἱρέσεως καί τίς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ. Στό ἱερό τοῦτο χρέος του ὁ ἐπίσκοπος Ἀνδρέας ἀνταποκρίθηκε μ᾿ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς του. ῞Οπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «παιδαγωγεῖ τήν νεότητα, συνετίζει τήν πολιάν, τούς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφει, τοῖς μετανοοῦσιν ἐγγυᾶται τόν θεῖον ἔλεον, τούς ἀγωνιζομένους ἀλείφει, τοῖς καλῶς τρέχουσιν εὐτονίαν προστίθησιν, ἀμύνει πολεμουμένοις, περιτρεπομένους ὑπανέχει, πίπτοντας ἀνορθοῖ, ὑποστηρίζει τούς ὀκλάζοντας, νικῶντας στεφάνοις λαμπροῖς ἀναδεῖ· γίνεται μέν ἑστῶσιν ἀσφάλεια, τοῖς δέ κειμένοις ἀνάστασις, ἀσθενοῦσι ῥῶσις, ἀθυμοῦσι παραμυθία, ὀλιγωροῦσιν ἀναψυχή, πατήρ ὀρφανῶν, προστάτης χηρῶν, πενήτων ἄσυλος θησαυρός, πεινώντων τροφή, ριγώντων ἐσθής». ῞Οταν τά νότια παράλια τῆς Κρήτης θά δεχτοῦν μεγάλη ἐπιδρομή τῶν Ἀράβων καί ὁ χριστιανικός πληθυσμός θά καταφύγει στό κάστρο «τοῦ Δριμέως», ἀνάμεσά τους θά σταθεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος δοκιμάζοντας κι ἐκεῖνος τίς ταλαιπωρίες τοῦ λαοῦ, ἐμψυχώνοντάς τον καί προσευχόμενος θερμά γιά τή σωτηρία του. Ἄλλοτε πάλι, πού εἶχε ἐνσκήψει μεγάλη ἀνομβρία καί ξηρασία στή νῆσο, οἱ θερμές προσευχές τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου ἄνοιξαν τούς οὐρανούς· «τόν συνήθη τῇ γῇ δίδωσιν ὑετόν καί καταψύχει τούς ἐκτακέντας καί τήν μάστιγα ἀναστέλλει τοῦ λιμοῦ».
Ἡ στοργή τοῦ ἐπισκόπου στράφηκε ἀκόμη καί πρός τούς πονεμένους. Γιά χάρη τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ ᾿Ιησοῦ οἰκοδόμησε ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικό ἵδρυμα «τόν Ξενῶνα». «Ἔτι τε καί ξενῶνα ἐξ αὐτῶν κρηπίδων ἱδρύεται, ὡς θεραπείαν γεγηρακότων, εἰς ἰατρείαν καί ἄκος νοσούντων, εἰς ξένων καί πενήτων σκέπην τε καί κατανομήν. Οἷς οὐ μόνον δαψιλῶς ἐχορήγει τά πρός χρείαν ἅπασαν καί διατροφήν, τά τοῦ Θεοῦ θείως καί πανσόφως ὁ πάνσοφος ἀνακαλῶν, ἀλλά καί τόν αὐτοῦ Δεσπότην μιμούμενος καί διδάσκαλον, ὡς κἄν τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, οἰκείαις τοῖς νοσοῦσι διηκονεῖτο χερσί, λεντίῳ ζωννύμενος καί τοῖς ποσί χεῖρας νίπτων καί κεφαλάς, καί ἕλκη καθαίρων, καί τούς μυδῶντας ἰχῶρας μονονού τῇ γλώττῃ ἀπομάττων καί ἐκμυζῶν. Οὕτως αὐτόν εἷλεν ἡ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον ἀγάπη».
Πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἔτρεφε πολλή ἀγάπη καί βαθιά εὐλάβεια. Τό διαπιστώνουμε ἀπό τούς ὕμνους πού τῆς ἀφιέρωσε. Ἀπό τούς λόγους πού ἐκφώνησε καί τά ἐγκώμια πού ἔπλεξε γιά τό ἅγιο πρόσωπο καί τίς ἑορτές της. Ἔκφραση ἀκόμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης ὑπῆρξε καί ἡ ἀνέγερση μεγαλοπρεποῦς ναοῦ πρός τιμήν τῆς Παναγίας, πού τόν ὀνόμασε Βλαχέρνες· «ναόν ἐκ νέας εὐπρεπῶς ᾠκοδόμησε τῆς Παναχράντου καί πανυμνήτου Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ ἐμψύχου καί ἡγιασμένου τοῦ Θεοῦ Λόγου ναοῦ, Βλαχέρνας τόν τοιοῦτον παρ᾿ αὐτοῦ οἰκοδομηθέντα ναόν ὀνομάσας, ἱερεῖς λειτουργούς ἐκ τοῦ μοναχικοῦ σχήματος ἐν αὐτῷ πρός ὑμνῳδίαν καί δοξολογίαν Θεοῦ θεοπρεπῶς ἐγκαταστήσας, εἰς ἀντίδωρον τῶν μεγαλοδωρεῶν καί ἀντιλήψεων τῶν εἰς αὐτόν παρά τῆς τοῦ Θεοῦ πύλης προελθόντων». Δέν παρέλειψε ἀκόμη νά φροντίσει καί γιά τούς παλαιούς καί «ἠμελημένους» ναούς. Τούς ἐπισκεύασε καί «εὐπρεπῶς αὐτούς κατεκόσμησε» μέ ὅσα ἦταν ἀναγκαῖα γιά τήν ἱερή λειτουργία τους «πλουσίᾳ καί φιλοτίμῳ χειρί».
 Τό τέλος του
«Χρείας καλεσάσης» ὁ σεβάσμιος ἐπίσκοπος Κρήτης μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη. Ποιά ἦταν αὐτή ἡ ἀνάγκη πού τόν ἔφερε στή Βασιλεύουσα δέν γνωρίζουμε. Καί οἱ δύο βιογράφοι του –πολύ μεταγενέστεροι βέβαια– σιωποῦν. Πολλοί ἀπό τούς νεωτέρους ἐρευνητές συσχετίζουν τό ταξίδι του αὐτό μέ τήν εἰκονομαχία πού εἶχε ἤδη ἐκραγεῖ καί τήν εἰκονόφιλη στάση πού ἀσφαλῶς θά ἔλαβε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Στήν Κωνσταντινούπολη πολλοί τόν ὑποδέχτηκαν μέ ἀγάπη καί σεβασμό καί τόν συναναστράφηκαν γιά νά ὠφεληθοῦν πνευματικά· «πολλοί πρός αὐτόν ὠφωλείας χάριν ἀόκνως παρεγίνοντο... τῷ ὑετῷ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ τάς καρδίας καταρδευόμενοι». Ἐδῶ στήν Κωνσταντινούπολη προεῖδε τό τέλος τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του καί ὅτι «ἐν τῇ μητροπόλει αὐτοῦ ἔτι ζῶν οὐ μή παραγένηται». Πράγματι. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Κρήτη, ἀπέθανε στήν Ἐρεσσό τῆς νήσου Λέσβου στίς 4 ᾿Ιουλίου τοῦ 740 μ.Χ. καί ἐνταφιάστηκε ἐκεῖ στόν ναό τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἡ καθιέρωσή του ὡς ῾Αγίου ἔγινε ἀρκετά νωρίς, ἄν κρίνουμε ἀπ᾿ τό γεγονός ὅτι τόν Κανόνα τῆς Ἀκολουθίας του συνέταξε ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός († 845). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του τήν 4η ᾿Ιουλίου, ἡμέρα τῆς μακάριας κοιμήσεώς του.

25/6/16

ΑΓΙΑ ΦΕΒΡΩΝΙΑ

Η Αγία Φεβρωνία, ήταν περιζήτητη νύμφη για την σωματική της ομορφιά. Το ίδιο όμως έλαμπε και η αγνή ψυχή της. Για το λόγο αυτό σε ηλικία 17 ετών, επέλεξε το δρόμο της
άσκησης και της εγκράτειας στο μοναστήρι όπου ηγουμένη ήταν η θεία της, Βρυένη και βρισκόταν στην Μεσοποταμία (στην πόλη της Νισίβεως, που λέγεται Αντιόχεια της
Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και Περσικού κράτους).
Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις
Θείες Γραφές. Έγινε δε υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές για τη σύνεσή της το ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.
Κάποια ημέρα όμως, ένα στρατιωτικό σώμα το οποίο κατεδίωκε χριστιανούς, με επικεφαλής το Σεληνο (288 μ.Χ.) έφθασε και στο μοναστήρι της Φεβρωνίας. Η Ηγουμένη φοβόταν για την Φεβρωνία
Είχε λοιπόν η Βρυένη μεγάλο φόβο και αγωνία, πως να φυλάξει την Φεβρωνία από τους ασεβείς για να μην την διαφθείρουν. Έτσι, οι μεν άλλες έτρωγαν μία φορά την ήμερα, ενώ
αυτήν την διέταξε να τρώγει μία φορά κάθε δύο μέρες, για να μαραθεί πολύ η ομορφιά της και να φαίνεται άσχημη. Η Φεβρωνία έκανε περισσότερο αγώνα, όσο μπορούσε, και δεν
χόρταινε ούτε ψωμί, ούτε νερό, αλλά έτρωγε μόνο τόσο όσο για να ζει. Επίσης κοιμότανε λίγο, και όχι στο στρώμα, αλλά ξεκουραζόταν καθισμένη σε σκαμνί ή ξάπλωνε κάτω στην
γη για να μην έχει ανάπαυση, ώστε να κοιμάται λίγο και να βασανίζει το σώμα της. Όταν πειραζόταν στον ύπνο της από τον διάβολο, σηκωνότανε αμέσως και παρακαλούσε με
δάκρυα τον Θεό να τον διώξει. Διάβαζε με μεγάλη προσοχή τα βιβλία, διότι εκ φύσεως ήταν φιλομαθής.
Από φόβο κρύβονται οι Μοναχές
Εκείνες τις ημέρες ήλθε στην περιοχή τους ο Σελήνος με τον Λυσίμαχο. Έτσι όλοι οι Χριστιανοί, λαϊκοί, Κληρικοί και Μοναχοί, άφηναν τα κελιά τους και έφευγαν στα όρη και στα
σπήλαια, ακόμη και αυτός ο Επίσκοπος της πόλεως, και κρυβόντουσαν για τον κίνδυνο που ερχόταν. Όταν άκουσαν αυτό οι Μοναχές εκείνης της Μονής, πήγαν λοιπόν στην
Ηγουμένη και της είπαν. «Συγχώρησέ μας να κρυφτούμε, διότι δεν είμαστε εμείς καλύτερες από τους κληρικούς και από τον Επίσκοπο. Γνωρίζεις ότι εδώ είναι μερικά κορίτσια,
και κινδυνεύουν πρώτα μεν να τις μιάνουν οι στρατιώτες, δεύτερον δε δεν μπορούμε να υπομείνουμε τα βασανιστήρια, και θα στερηθούμε, οι ταλαίπωρες και τον μισθό της
ασκήσεως. Λοιπόν εάν ορίζεις, ας πάρουμε και την Φεβρωνία, που ήταν άρρωστη, και ας κρυφτούμε σε κάποιο μέρος».
Η Φεβρωνία απάντησε. «Ζη Κύριος ο Χριστός μου, τον οποίο νυμφεύθηκα και του αφιέρωσα την ψυχή μου. Δεν βγαίνω από αυτόν τον τόπον, αλλά εδώ θα πεθάνω και θα
ενταφιασθώ για τον Δεσπότη μου». Η Ηγουμένη τις είπε. «Κάθε μία γνωρίζει το συμφέρον της, κάντε όπως θέλετε». Τότε μία – μία χαιρετούσε την Ήγουμένη και την Φεβρωνία
και έφευγαν.
Οι διώκτες πάνε στο Μοναστήρι
Το πρωΐ, όταν ανέτειλε ο ήλιος έγινε στην πόλι μεγάλη ταραχή και σύγχυση, διότι ο Σελήνος διέταξε και έριξαν στις φυλακές πολλούς Χριστιανούς τους οποίους βασάνισαν. Του
ανέφεραν λοιπόν μερικοί Έλληνες, γι’ αυτό το Μοναστήρι, και αμέσως έστειλε στρατιώτες, να φέρουν στο δικαστήριο όσες βρουν εκεί. Έσπασαν λοιπόν οι στρατιώτες τις πόρτες
και αφού μπήκαν μέσα βρήκαν μόνον τρεις. Κάποιος στρατιώτης έβγαλε το ξίφος να σκοτώσει την Ηγουμένη. Τότε η Φεβρωνία έπεσε στα πόδια τους και τους είπε: «Σας εξορκίζω
στον Θεόν ο οποίος κατοικεί στα ουράνια, να σκοτώσετε πρώτα εμένα, για να μη δω τον θάνατο της Κυρίας μου».
Έτσι επέστρεψε στο Πραιτώριο, και λέγει στον Λυσίμαχο. «Πήγαμε στο Μοναστήρι, και είδα μία νέα της οποίας θαύμασα την ομορφιά. Μα τους θεούς δεν είδα ωραιότερη γυναίκα,
και πράγματι είναι άξια για σένα». Του λέγει ο Λυσίμαχος: «Έχω εντολή από την μητέρα μου να μην κακοποιήσω Χριστιανό. Πως να κάνω κακό στις δούλες του Χριστού; Σε
παρακαλώ λοιπόν να τις διαφυλάξεις, ώστε να μη πέσουν στα χέρια του θείου μου».
Ένας όμως πολύ κακός στρατιώτης ανέφερε στο Σελήνο αυτό. Τότε θύμωσε ο Σελήνος και έστειλε στρατιώτες να φέρουν την νέα στο δικαστήριο. Πήγαν λοιπόν, την άρπαξαν σαν
άγρια θηρία, την έδεσαν από το λαιμό και την έσυραν. Η Ηγουμένη και η Θωμαΐς προσπάθησαν να πάνε μαζί της για να την συμβουλεύσουν, αλλά οι στρατιώτες δεν επέτρεψαν.
Έτσι τους παρακάλεσαν να τις αφήσουν να κάνουν προσευχή προς τον Κύριον.
Ο Κόσμος στο πλευρό της Φεβρωνίας
Όταν τελείωσαν την προσευχή οι στρατιώτες πήραν την Αγία την οποία ακολούθησε η Θωμαΐς με ανδρικά φορέματα. Αλλά και άλλες πολλές γυναίκες κοσμικές (οι οποίες
πήγαιναν στο Μοναστήρι και τις δίδασκε), ακολούθησαν, για να δουν τους αγώνες της Αγίας και κτύπαγαν τα στήθη τους και έκλαιγαν πικρά. Το ίδιο και η Συγκλητική Ιερεία,
μόλις το έμαθε, έκλαιγε στο σπίτι της και έλεγε στους γονείς της. «Η αδελφή μου και δασκάλα μου Φεβρωνία δικάζεται και εγώ κάθομαι με άνεση;». Και ενώ έλεγε αυτά, έπεισε
τους γονείς της να την αφήσουν, να πάει στο θέατρο. Έτσι πήρε μαζί της ως συνοδούς μερικές δούλες της και πήγε με δάκρυα στο θέατρο.
Η Αγία μπροστά στον Σελήνο
Αφού συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος στο θέατρο, έφεραν την Αγία, και όλοι όσοι την είδαν την συμπόνεσαν. Τότε ο ηγεμόνας ρώτησε. «Εγώ είχα σκοπό να μη σου μιλήσω
καθόλου, αλλά η ομορφιά σου και η ευγένεια του προσώπου σου σταμάτησαν την πολλή μου αγανάκτηση. Λοιπόν όχι ως κατηγορούμενη σε ερωτώ, αλλά ως τέκνο μου αγαπητό
σε συμβουλεύω, και σε παρακαλώ να ακούσεις τα λόγια μου. Μα τους θεούς, αρραβωνιάσαμε τον Λυσίμαχο, με μια πλούσια και ωραία κοπέλα, εγώ και ο αδελφός μου Άνθιμος,
ο πατέρας του. Όμως σήμερα συμφωνώ να λύσω εκείνον τον αρραβώνα, για να πάρεις εσύ αυτόν ως σύζυγο, που και αυτός είναι νέος, όμορφος και ωραίος και είναι τώρα δίπλα
μου. Και μη φοβηθείς εάν είσαι πτωχή και άπορη από χρήματα, διότι εγώ δεν έχω παιδιά και σας χαρίζω όλον τον πλούτο μου, για να με έχετε σαν πατέρα, να έχεις δόξα αμέτρητη,
να σε μακαρίζουν όλες οι γυναίκες, και ο ίδιος ο βασιλεύς θα σας δώσει αναρίθμητα δώρα ο όποιος μάλιστα υποσχέθηκε να κάνη τον Λυσίμαχο Έπαρχο, και δεν υπάρχει άλλο
αξίωμα από αυτό μεγαλύτερο. Λοιπόν δως μου μια καλή απάντηση να χαροποιήσεις την ψυχή μου. Διότι εάν δεν συμφωνήσεις με αυτά που σου είπα, τρεις ώρες δεν θα σε
αφήσω να ζήσεις σε αυτόν τον κόσμο».
Του λέγει τότε η Φεβρωνία. «Εγώ έχω στους ουρανούς νυφικό δωμάτιο αχειροποίητο, νυμφώνα που δεν μπορεί να καταστραφεί, προίκα την βασιλεία των ουρανών και Νυμφίο
αθάνατο. Έτσι δεν μπορώ να συζήσω με άνθρωπο. Λοιπόν μη πλανάσαι, ούτε να κουράζεσαι με κολακείες και απειλές να με δοκιμάζεις, διότι ποτέ δεν πρόκειται να με νικήσεις».
Αρχίζουν τα βασανιστήρια Όταν άκουσε αυτά ο τύραννος θύμωσε, και διατάζει να γδύσουν την Αγία και να την παρουσιάσουν γυμνή μπροστά σε όλους, για να ντραπεί την ασχημοσύνη της, και να σκεφθεί,
από ποια λαμπρή δόξα σε πόση ατιμία κατάντησε. Κατόπιν διέταξε να τεντώσουν την Αγία τέσσερις άνδρες, να ανάψουν φωτιά από κάτω για να καίγεται και από πάνω να την
κτυπούν δυνατά και αλύπητα στην ράχη της, άλλοι τέσσερις άνδρες. Και ενώ την έδερναν για πολλή ώρα οι άσπλαχνοι, άλλοι ράντιζαν με λάδι την φωτιά, για να ανάβει
περισσότερο και να την καίει χειρότερα. Όταν είδε ότι έπεφταν οι σάρκες της και φαινόταν ως νεκρή, διέταξε να την ρίξουν παράμερα.
Όταν είδε ο τύραννος ότι δεν απέθανε την εξέταζε και της έλεγε. «Πως σου φαίνεται η πρώτη τιμωρία σου Φεβρωνία;». Εκείνη του απάντησε: «Κατάλαβες με την πρώτη δοκιμή,
ότι με την βοήθεια του Χριστού, έμεινα ανίκητος και καταφρονώ τα βασανιστήρια σου». Τότε πάλι είπε ο τύραννος. «Κρεμάστε την στο ξύλο και ξεσχίσθε δυνατά τα πλευρά της με
σιδερένια νύχια, έπειτα κάψτε τα ξεσχισμένα μέλη της μέχρι τα κόκκαλά της». Τόσο πολύ ξέσχισαν την Αγία, ώστε έπεφταν στην γη οι σάρκες της, και το αίμα της έτρεχε ποτάμι.
Έπειτα έφεραν φωτιά και κατέκαιαν τα σπλάγχνα της. Η μακαρία όμως έβλεπε προς τον ουρανό και έλεγε: «Έλα, Κύριε, και βοήθησε με, και μη παραβλέψεις την δούλη σου».
Αυτά αφού είπε σιώπησε διότι εκαίγετο από την φωτιά.

Την βασανίζει πιο σκληρά
Πολλοί από τους παρευρισκόμενους έφυγαν λόγω της μεγάλης αγριότητας του ηγεμόνα οι δε υπόλοιποι τον παρακαλούσαν να την πάρει από την φωτιά και ο τύραννος
υπεχώρησε. Είπε δηλαδή και έσβησαν την φωτιά, αλλά την άφησαν ακόμη κρεμασμένη και την ρωτούσε. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να απαντήσει. Έτσι την κατέβασαν και την
έδεσαν στον πάσσαλο, και αφού κάλεσε ο τύραννος γιατρό τον διέταξε να κόψη την γλώσσα της και να την κάψουν επειδή δεν του απάντησε. Η Αγία έβγαλε αμέσως την εύλαλον
γλώσσα της και έκανε με νόημα του γιατρού σύμφωνα με την διαταγή του τυράννου και πράγματι πήρε ο γιατρός το σίδερο να την κόψη, αλλά ο λαός φώναζε, και παρακαλούσε
τον ηγεμόνα να τους κάμει την χάρη αυτή, και να την αφήσει για την ώρα. Ο άγριος ηγεμόνας διέταξε να αφήσουν την γλώσσα και να σπάσουν τα δόντια της. Άρχισε λοιπόν ο
γιατρός να ξεριζώνει τα δόντια και όταν ξερίζωσε τα δέκα επτά, από τους πόνους και την αιμορραγία λιγοθύμησε η αγία τότε ο τύραννος και διατάζει τον γιατρό, να σταματήσει.
Της έδωσε μάλιστα και θεραπευτικά βότανα για να σταματήσει να τρέχει αίμα.
Της κόβουν το στήθος και την καίνε
Τότε πάλι την ρώτησε ο τύραννος. «Τι λέγεις Φεβρωνία; Προσκυνάς τους θεούς;» Η Αγία του είπε όχι. «Γιατί δεν με θανατώνεις το γρηγορότερο, για να πάω στον αγαπημένο μου
Χριστό, αλλά εμποδίζεις τον δρόμο μου;». Τότε διατάζει να κόψουν, αλλοίμονον! τους μαστούς της και έπειτα να κάψουν το στήθος της.
Η Ιερεία, όταν είδε, ότι ο αλιτήριος Σελήνος σκεπτόταν να υποβάλει την Φεβρωνία και σε άλλα βασανιστήρια, στάθηκε μπροστά του και τον έβρισε λέγουσα. «Δεν χόρτασες,
απάνθρωπε, που τόσα κακά έκανες αυτής της Αγίας κοπέλας; Ούτε θυμήθηκες τα μέλη της μητέρας σου όπου θήλασες, η οποία κακώς σε γέννησε, αλλά έδειξες τόσην
ασπλαχνία σε αυτήν την ταπεινή; Εύχομαι να μη σε συγχωρήσει ο Ουράνιος Βασιλεύς, αλλά να σε βασανίσει και σε αυτόν τον κόσμο και στον αιώνιο». Όταν άκουσε αυτά ο άδικος
δικαστής θύμωσε, και διέταξε να την δέσουν και αυτήν σαν κατάδικη, για να την βασανίσει, επειδή τον έβρισε. Εκείνη έμπαινε στο στάδιο χαρούμενη και έλεγε: «Κύριέ μου Ιησού
Χριστέ, δέξε με και εμένα την ταπεινή, μαζί με την Κυρία μου Φεβρωνία». Τότε οι φίλοι του Σελήνου τον συμβούλεψαν να μη κάνη κακό δημόσια στην Ιερεία, επειδή όλος ο κόσμος
είναι μαζί της.
Όταν άκουσε αυτά ο τύραννος δεν τόλμησε να κάνη σε αυτήν τίποτε και επειδή δεν μπορούσε να την εκδικηθεί, γι αυτό τον λόγο διέταξε να κόψουν τα χέρια της Φεβρωνίας και το
ένα πόδι για το πείσμα της Ιερείας. Έκοψαν λοιπόν και τα δύο χέρια της Μάρτυρος. Όταν έκοβε το πόδι, ο δήμιος από τον αστράγαλο, δεν πέτυχε ο πέλεκυς την άρθρωση και την
κτύπησε τρεις φορές, έως ότου να το κόψη ο άσπλαχνος. Έτσι όλο το σώμα της μακαρίας συγκλονίστηκε από τον πόνο. Και επειδή αισθανόταν μεγάλους πόνους και ανείπωτη
κάκωση, άπλωσε και το άλλο πόδι, και το έβαλε στο ξύλο να το κόψη και αυτό, για να ξεψυχήσει και να μη βασανίζεται. Βλέποντας αυτό ο άδικος δικαστής, σκληρύνθηκε
περισσότερο, και είπε. «Βλέπετε πόση δύναμη έχει αυτή η αναίσχυντη». Έπειτα είπε προς τον δήμιο. «Κόψε και αυτό». Αφού πέρασε ώρα πολλή και ψυχορραγούσε πλέον η
Αγία, ρώτησε τους δήμιους. Ακόμη ζει αυτή η τρισκατάρατη;» Αυτοί είπαν. «Ναι». Τότε διατάζει ο δυσεβέστατος να της κόψουν την αγία της κεφαλή. Πήρε λοιπόν το σπαθί ο
δήμιος και κρατώντας την Αγία από τα μαλλιά, έκοψε την τιμία της κεφαλή στις 25 Ιουνίου.
Ο Λυσίμαχος διέταξε να φρουρούν το Λείψανο
Ο Λυσίμαχος έμεινε μέσα στενοχωρημένος και έχυνε δάκρυα από την καρδιά του για την Μάρτυρα, την οποία δεν άφησε τους χριστιανούς να την πάρουν, γιατί προσπαθούσαν
να μοιρασθούν το τίμιο λείψανο, αλλά διέταξε τους στρατιώτες να το φρουρούν, για να της κάνη μεγάλη τιμή, να ενταφιάσει το πανάγιο σώμα της σώο και ακέραιο στο άγιο
Μοναστήρι της. Αυτά αφού διέταξε δεν πήγε στο γεύμα, αλλά κλείσθηκε στο δωμάτιό του και θρηνούσε της Φεβρωνίας τον θάνατο. Εν το μεταξύ ο Σελήνιος φρικτό θάνατο.
Έπειτα ο Λυσίμαχος κάλεσε τον κόμητα Πρίμο, και του λέγει. «Διέταξε αμέσως ξυλουργούς να κάνουν για την Φεβρωνία μία λάρνακα από ξύλα που δεν σαπίζουν, και στείλε σε
όλα τα μέρη κήρυκες να φωνάξουν και να συγκεντρωθούν χριστιανοί χωρίς φόβο η κάποια δειλία στην ταφή της Οσιομάρτυρος, επειδή ο θείος μου απέθανε. Και όταν ο κόσμος
συγκεντρωθεί, ας σηκώσουν με ευλάβεια οι στρατιώτες το άγιο λείψανο να το μεταφέρουν στο Μοναστήρι της Βρυένης, και να μην αφήσεις κανέναν να αρπάξει κάποιο μικρό
κομμάτι. Ούτε σκύλο να αφήσεις η άλλο ζώο ακάθαρτο να γλείψει καθόλου την γη, όπου χύθηκε το τίμιο αίμα της. Αλλά και αυτό το χώμα να το πας στο Μοναστήρι που σου
είπα».
Τότε ο Πρίμος έκανε όσα διέταξε ο Λυσίμαχος, και σήκωσαν οι καλύτεροι στρατιώτες το άγιο λείψανο, ενώ ο ίδιος κράτησε την τιμία κεφαλή, τα χέρια, τα πόδια, και τα άλλα μέλη
στον μανδύα του με ευλάβεια. Και ενώ πήγαιναν στο Μοναστήρι έτρεχε πάρα πολύ πλήθος λαού.
Μετά το μαρτύριο της Αγίας, πλήθος Ελλήνων ειδωλολατρών επέστρεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Πρίμος και ο Λυσίμαχος, οι οποίοι
βαπτίσθηκαν και αρνήθηκαν τελείως τον κόσμο. Ούτε επέστρεψαν στον ασεβέστατο βασιλέα, αλλά πήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μαρκελλίνο, και τους έκανε Μοναχούς, και
τελείωσαν την ζωή τους ασκητικά, με θεάρεστη ζωή. Βαπτίσθηκαν επίσης πολλοί στρατιώτες και τελείωσαν την ζωή τους θεάρεστα.
Ο Επίσκοπος ζητά το άγιο Λείψανο
Ο Επίσκοπος εκείνης της πόλεως επί έξι χρόνια έκτιζε περικαλλή ναό στο όνομα της Φεβρωνίας, και όταν τον τελείωσε, συνεκάλεσε και τους υπόλοιπους επισκόπους για τα
εγκαίνιά του.
Την εικοστή πέμπτη Ιουνίου ήμερα που μαρτύρησε η Αγία έκαμαν ολονύκτια αγρυπνία, και συγκεντρώθηκε τόσος πολύς λαός, ώστε δεν τους χώραγε η Εκκλησία. Το πρωί, όταν
τελείωσαν την Ακολουθία, πήγαν όλοι οι επίσκοποι στο Μοναστήρι, να ζητήσουν το άγιο Λείψανο της Αγίας, για να το φέρουν στον νέο Ναό που έκτισαν. Η Ηγουμένη όμως και
όλες οι αδελφές, όταν άκουσαν αυτά, έπεσαν στα πόδια των Επισκόπων και με δάκρυα έλεγαν: «Ελεήστε μας για τον Κύριο, και μη μας στερήσετε τέτοιας παρηγοριάς και
παρακλήσεως, να μας πάρετε τον θησαυρό μας».
Τότε λέγει προς την Βρυένη ο Επίσκοπος. «Άκουσε αδελφή. Συ γνωρίζεις καλά πόσο φρόντισα και βασανίσθηκα έξι χρόνια μέχρι σήμερα, με πολύ κόπο και έξοδα προς δόξα της
Αγίας Μάρτυρος. Λοιπόν μη θελήσεις να μείνει ο κόπος μου άκαρπος».
Η Ηγουμένη του είπε. «Εάν αυτό το έργο αρέσει της Αγίας και της αγιοσύνης σας, τι είμαι εγώ να σας εμποδίσω; Πηγαίνετε λοιπόν και σηκώστε την, εάν είναι θέλημα Θεού».
Τότε πήγαν οι Αρχιερείς στον τάφο της Μάρτυρος, και διάβασαν τις ευχές για να σηκώσουν την λάρνακα. Όταν τελείωσαν την ευχή οι Επίσκοποι, και άπλωσαν τα χέρια να
σηκώσουν το άγιο Λείψανο, γίνεται αμέσως στον αέρα τόση μεγάλη και φοβερή βροντή, ώστε έπεσαν όλοι τρομαγμένοι κάτω στην γη. Και πάλι, όταν πέρασε λίγη ώρα και
συνήλθαν από τον φόβο, ξαναδοκίμασαν να το σηκώσουν, αλλά δεν μπόρεσαν. Διότι έγινε τόσο μεγάλος και φοβερός σεισμός ώστε φαινόταν ότι θα έπεφτε όλη η πόλις.
Τότε κατάλαβαν όλοι, ότι η Αγία δεν ήθελε να φύγει από το Μοναστήρι. Έτσι οι μεν αδελφές χάρηκαν, ο δε ευλαβής επίσκοπος και οι πολίτες λυπήθηκαν και μάλιστα οι
παρακάλεσαν την Ηγουμένη να τους δώσει έστω ένα μικρό κομμάτι από το άγιο λείψανο. Τότε η Βρυένη άνοιξε την λάρνακα και βγήκε λάμψις όμοια με την ακτίνα του ήλιου και
αστραπή πυρός από την Αγία. Την ώρα όμως που η Βρυένη άπλωσε το δεξί της χέρι να πάρει το ένα χέρι της Μάρτυρος να το δώσει στον Επίσκοπο, αμέσως το χέρι της
Ηγουμένης ξεράθηκε και έμεινε (ω του θαύματος) ακίνητο, και δεν μπορούσε να το βγάλει από την λάρνακα. Έτσι με δάκρυα έλεγε. «Σε παρακαλώ, Φεβρωνία παιδί μου, μη
οργίζεσαι εναντίον μου, της ταπεινής, αλλά ενθυμήσουν τους κόπους μου, και μην παραδειγματίσεις τα γερατεία μου». Τότε λοιπόν την συγχώρεσε η Όσια και γιατρεύτηκε το
χέρι της. Έτσι πήρε μόνο ένα δόντι της Μάρτυρος και το έδωσε στον Επίσκοπο, το οποίο πήραν με ευλάβεια, και έψαλλαν όλοι με λαμπάδες και θυμιάματα, και όταν έφθασαν
στον Ναό το τοποθέτησαν στο Άγιο Θυσιαστήριο.
Η Αγία θαυματουργεί
Ο παντοδύνανος Θεός έδειξε και εκεί τα θαυμάσια του σε εκείνο το μικρότατο μέρος του λειψάνου και γινόντουσαν εξαίσια θαύματα. Τυφλοί έβλεπαν, χωλοί περπατούσαν,
παράλυτοι σηκωνόντουσαν, και δαίμονες έφευγαν από τους ασθενείς. Αυτά μαθεύτηκαν παντού και όλοι από κάθε μέρος και χώρα έφερναν αρρώστους, άλλους με το κρεββάτι
και άλλους στα άλογα φορτωμένους, και όλοι γινόντουσαν καλα


Προὶξ τῇ γυναικῶν καλλονῇ Φεβρωνία. Τομὴ κεφαλῆς· ὡς καλὴ σοι προὶξ γύναι! Δῶκε δὲ Φεβρωνίη ξίφει αὐχένα εἰκάδι πέμπτῃ.
Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα


Ὡς τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς
παρθένον σε, καὶ Ὁσίαν καὶ Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ Ὁσιομάρτυς.