Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

22/6/17

ΟΣΙΑ ΧΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ

Στην περιοχή της Εορδαίας τον εικοστό μόλις αιώνα, στις ημέρες μας, διέλαμψε η οσία κτητόρισσα του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής, Χρυσή, η ταπεινή και απλοϊκή χήρα από το χωριό Παλαιοχώρι-Φούφα, η γνωστότερη στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας «Μπάμπω-Ρύσσω», δηλαδή «Γιαγιά-Χαρίσω». Αυτή γεννήθηκε το 1877 και το επώνυμό της ήταν Πέτρου-Κύπτη. Ήταν πτωχή μα τίμια γυναίκα που την αξίωσε ο Θεός μετά από γάμου κοινωνία να αποκτήσει τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια, το Σταύρο, τον Τρύφωνα και το Θεόδωρο καθώς και μια κόρη, την Ελένη.
Υπάκουη στην Αγία Παρασκευή
Αυτή την ενάρετη Χρυσή με τη σταθερή προσήλωση στις ελληνορθόδοξες παραδόσεις διάλεξε στην ηλικία των πενηνταέξη της χρόνων η Αγία Οσιομάρτυς Παρασκευή, για να την καταστήσει πιστή της θεραπαινίδα. Αυτήν επέλεξε η θαυματουργή Αγία, για να φανερώσει τον κρυμμένο στη γη πνευματικό θησαυρό του παλιού Μοναστηριού της με την πήλινη εικόνα της και άλλα τιμαλφή αντικείμενα.
Όταν τελείωσε τις αποκαλύψεις της προς την Γερόντισσα Χρυσή η Αγία Παρασκευή και την προσέταξε να βοηθήσει στην ανεύρεση αυτού του θησαυρού, η ταπεινή Γερόντισσα έσκυψε το κεφάλι, όπως η Παναγία μας εμπρός στον Αρχάγγελο Γαβριήλ, και της είπε; «Γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α 38).
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο δεύτερος γιος της Γερόντισσας Χρυσής, ο Τρύφωνας, είχε τυφλωθεί, αλλά η μητέρα του πίστευε ακράδαντα στο Θεό, ότι θα θεραπευθεί. Πήγε, λοιπόν, αυτή στη θέση «Βακούφικα», εκεί που σήμερα είναι κτισμένο το Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, και όπου υπήρχε από παλιά αγίασμα αγνώστου ως τότε Αγίου και γέμισε ένα κανατάκι. Το έφερε στο καλύβι της και είπε στη νύφη της, τη γυναίκα του Σταύρου, ότι επειδή εκείνη θα ήταν στην Εκκλησία λόγω Κυριακής, να ρίξει στον Τρύφωνα, για να πλυθεί από το νερό που έφερε, όταν εκείνος ξυπνήσει.
Όταν πράγματι ξύπνησε αυτός και του έρριξε η νύφη του νερό, για να πλυθεί, αμέσως άρχισε να φωνάζει:
-Βλέπω, βλέπω!
Το ίδιο βράδυ παρουσιάσθηκε η Αγία Παρασκευή στον ύπνο της Γερόντισσας Χρυσής και της είπε:
-Εγώ θεράπευσα το γιο σου, τον Τρύφωνα. Γι’ αυτό θέλω να πας στον Πρόεδρο του χωριού σου, να σου δώσει εργάτες, να σκάψεις και να βρεις τα θεμέλια της Εκκλησίας μου που είναι θαμμένη στη γη.
Εκπλήρωση επιθυμίας
Η Γερόντισσα Χρυσή μαζί με τον Πρόεδρο του Μηλοχωρίου, το Μπάρμπα-Ζάχο Μπαλαχτζή πήγαν πρώτα στο Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Ιωακείμ και μετά στην αστυνομία. Από τον πρώτο εξασφάλισαν την ευλογία για τις ενέργειές τους και από τη δεύτερη την άδεια ανασκαφής. Την επόμενη αμέσως ημέρα χωρίς χρονοτριβή μαζί με άλλους Μηλοχωρίτες μετέβησαν στο σημείο που είχε υποδείξει η Αγία Παρασκευή και άρχισαν να σκάβουν. Με λεπτομέρεια η Αγία είχε υποδείξει την ακριβή οριοθέτηση του παλιού Καθολικού του Μοναστηριού με τα ιερά αντικείμενα κοντά σε μια ανθισμένη τριανταφυλλιά, ανάμεσα στα βάτα. Η περιοχή βρίσκεται στους πρόποδες βουνού που από πίσω του βρίσκεται η Κλεισούρα με το Μοναστήρι της Παναγίας μας, στο οποίο ασκήτεψε η γειτόνισσα Οσία Σοφία.
Ξαφνικά, ω του θαύματος, σκάβοντας με τη σκαπάνη σε βάθος ενάμισυ έως δύο μέτρων αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια παλαιού Ναού με δύο εισόδους. Μέσα σ’ αυτόν τον Ναό βρέθηκε μια πλάκα κεραμικού που σχημάτιζε με την αγγειοπλαστική τέχνη το περίγραμμα της μορφής της Αγίας Παρασκευής, δύο ασημένια βυζαντινά νομίσματα και δεκαπέντε πήλινα αγγεία. Από αυτά έχει διασωθεί μόνο μέρος της κεραμικής πλάκας χωρίς τη μορφή της Αγίας.
Μετά από το ιστορικό αυτό γεγονός για τους πιστούς της Δυτικής Μακεδονίας κλήρος και λαός κατάλαβαν ότι δίπλα τους είχαν έναν άνθρωπο του Θεού, μια θεραπαινίδα της Αγίας Παρασκευής και όχι μόνο δεν την ειρωνεύονταν και δεν την περιγελούσαν, αλλά και την τιμούσαν ιδιαιτέρως.
Τα θαύματα και οι ιάσεις που γίνονταν έκτοτε στον τόπο αυτό, αλλά και η ασκητική και οσιακή πολιτεία της Γερόντισσας Χρυσής έγιναν γνωστά στα χωριά της Φλώρινας, της Καστοριάς, της Κοζάνης. Σε όλη τη Δυτική Μακεδονία ξαπλώθηκε η φήμη του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής και της θεραπαινίδος και κτητόρισσάς του, της Οσίας Χρυσής. Ακόμη και στην Αττική και στην Πελοπόννησο μέχρι τη Βουλγαρία, την Τουρκία και την ηρωοτόκο μας Κύπρο, μιλούσαν γι’ αυτό και θαύμαζαν την παρρησία της Γερόντισσας προς το Θεό και την Αγία Παρασκευή.
Με τα νάματα του αγιάσματος της Αγίας Παρασκευής και τις ικεσίες της Οσίας Χρυσής καθημερινά γίνονταν και εξακολουθούν να επιτελούνται πολλά θαύματα. Τυφλοί αναβλέπουν, χωλοί περιπατούν, τρελοί σωφρονίζονται, παράλυτοι εγείρονται και νόσοι ανίατοι διώκονται.
Μια κυρία επισκέφθηκε στο Μοναστήρι με το αόμματο παιδί της. Έβλεπε όλους να πηγαίνουν να φιλήσουν το χέρι της Γερόντισσας Χρυσής, αλλά εκείνη την πλησίαζε από απόσταση λόγω του μελαμψού της δέρματος. Η Οσία Χρυσή με το διορατικό χάρισμα κόντεψε και της είπε:
-Έκανες κακούς λογισμούς για εμένα και η Αγία Παρασκευή δεν θα κάνει το θαύμα στο παιδί σου!
Εκείνη συντετριμμένη από την αποκάλυψη αυτή της Οσίας έπεσε στα πόδια της και την εκλιπαρούσε να τη συγχωρήσει, και να προσευχηθεί για το παιδί της. Η ευσυμπάθητη Γερόντισσα τότε προσευχήθηκε θερμά και αμέσως το παιδί θεραπεύθηκε.
Το θέρος του έτους 1932, στις 26 Ιουλίου, στη μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Παρασκευής, πραγματοποιήθηκε μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι στο Μηλοχώρι. Το επόμενο έτος, το 1933, αποκαταστάθηκε πάνω στα ερείπια των θεμελίων ο παλιός Ναός του με μέριμνα της Οσίας Χρυσής.
Η ταπεινή, βασανισμένη αλλά και αγιασμένη Γερόντισσα Χρυσή έλαμψε με τις αρετές της, με τα θαύματά της, με την παρρησία της ιδιαίτερα προς την Αγία Παρασκευή. Εύχρηστο σκεύος του Παναγίου Πνεύματος και ποταμός αστείρευτος χαρίτων και θαυμασίων.
Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα η Γερόντισσα Χρυσή αρρώστησε και οι δικοί της την πήραν από το Μοναστήρι πάνω σε ένα κάρο, για να την μεταφέρουν στο πατρικό της σπίτι και να πεθάνει εκεί. Τότε άστραψε ο καθαρός ουρανός και ακούσθηκαν ψαλμωδίες αγγελικές. Η Οσία έβλεπε πολλούς Αγίους να την προσμένουν και συνομιλούσε μαζί τους λέγοντας:
-Θα έλθω κοντά σας!
Στην Αγία Παρασκευή ιδιαίτερα είπε:
-Τελείωσα το έργο μου και θα έλθω κοντά σου. Λαχταρώ να βρεθούμε μαζί!
Κοιμήθηκε σε ηλικία 82 ετών, την Κυριακή του Πάσχα του 1959, που το έτος εκείνο ήταν στις 3 Μαΐου, μόλις ακούσθηκε ο χαρμόσυνος παιάνας της πίστεώς μας, το «Χριστός Ανέστη»!
Η ανακομιδή των χαριτοβρύτων λειψάνων της έγινε στις 17 Ιουνίου του έτους 1998. Από τότε το Μοναστήρι κατέχει ως πολύτιμο θησαυρό την Αγία Κάρα της Οσίας και τα πάνσεπτα λείψανά της καθώς και τη μανδήλα της, ανεκτίμητα κειμήλια που αναδίδουν όλα άρρητη ευωδία και παρέχουν στους πιστούς τα ιάματα. Αποθησαυρίζονται μέσα στο Ιερό Βήμα του Καθολικού της Αγίας Παρασκευής, στο οποίο φυλάσσεται και η εφέστια εικόνα της Οσιομάρτυρος.
Η μνήμη της Οσίας τιμάται την Πέμπτη της Διακαινησίμου και ιδιαιτέρως στις 17 Ιουνίου, ημέρα της ανακομιδής των ιερών της λειψάνων με ύμνους και ψαλμούς και ωδές πνευματικές, καθώς προτρέπει τους Χριστιανούς ο Απόστολος Παύλος

14/6/17

ΤΙ ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΩ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΣΕ ΟΤΙ ΜΕ ΕΧΕΙ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣΕΙ ;;;


Λοιπόν την αρχή της κατά Θεόν ωφέλειάς σου, παιδί μου, οφείλεις να την κάνεις από αυτό το σημείο: 
πρέπει να μελετάς και να συλλογίζεσαι ακατάπαυστα χωρίς ποτέ να ξεχνάς, όλες τις οικονομίες τις διευθετήσεις και τους μυστηριώδεις τρόπους της θείας βουλής και τις ευεργεσίες που σου έκανε κι εξακολουθεί να σου κάνει ο Θεός για τη σωτηρία της ψυχής σου. 
Όχι τυλιγμένος από τη λήθη που προκαλεί η κακία ή εξαιτίας της ραθυμίας να ξεχνάς τις πολλές και μεγάλες προς εσένα ευεργεσίες Του, και έτσι να περνάς τον υπόλοιπο καιρό σου χωρίς ωφέλιμα έργα και χωρίς ευχαριστία.
Επειδή οι ακατάπαυστες αυτές ενθυμήσεις των ευεργεσιών του Θεού, κεντούν σαν το σουβλί την καρδιά, και την παρακινούν σε εξομολόγηση και σε δοξολογία, σε ταπείνωση, σε ευχαριστία με συντριβή ψυχής, σε κάθε αγαθή απασχόληση, σε προθυμία για να ανταποδώσει τις ευεργεσίες προς το Θεό με τρόπους και ήθη αγαθά και με όλη την αρετή που είναι σύμφωνη με το θέλημά Του. 
Και την κάνουν να μελετά πάντοτε τον προφητικό λόγο: «Τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα, με όσα με έχει ευεργετήσει;
Ας αναλογιστεί ο άνθρωπος τις ευεργεσίες του φιλάνθρωπου Θεού από τον καιρό της γενννήσεως, ή από πόσους κινδύνους γλύτωσε, σε πόσες αμαρτίες έπεσε και σε πόσες παραβάσεις γλίστρησε θεληματικά, και εντούτοις δεν τον παρέδωσε για απώλεια και θάνατο, σύμφωνα με το δίκαιο, στα πονηρά πνεύματα που τον εξαπάτησαν, αλλά τον διαφύλαξε μακρόθυμα ο φιλάνθρωπος Κύριος, παραβλέποντας τις αμαρτίες του, περιμένοντας την επιστροφή του.
Όσιος Μάρκος ο ασκητής

2/6/17

ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟ ΠΝΕΥΜΑ


Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μας, καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους ὡς ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸ θεσμό της, καθὼς τονίζεται στὸ ἰδιαίτερα γνωστὸ στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χωρὶς τὰ χαρίσματά Του δὲν μπορεῖ οὔτε Ἐκκλησία νὰ ὑπάρξει, οὔτε Μυστήρια νὰ τελεσθοῦν, οὔτε ὁμολογία πίστεως νὰ γίνει, οὔτε ἁγιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθεῖ.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁμίλησε καὶ συνεχίζει νὰ ὁμιλεῖ διὰ τῶν Προφητῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο χαριτώνει καὶ φωτίζει τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, τελειοποιεῖ τοὺς ἱερεῖς, μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστοῦ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παπικοὺς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τὰ πάντα συντελοῦνται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ πάντα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐπενέργειά Του. Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Χριστὸς εἶχε προείπει τὴν ἔλευση καὶ γι’ αυτό παρότρυνε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μὴν φύγουν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἕως ὅτου λάβουν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Πατρός Του. Ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, εἶπε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, Ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσει τὸ τί ἔκανα καὶ τὸ τί εἶπα. «Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός,τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰωάν, ιε΄ 26).

Την πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὸ Πάσχα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» στὶς κεφαλὲς τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι φωτίσθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ λαλοῦν διάφορες γλῶσσες. Ἔκτοτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔμεινε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ μένει μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὴν πνευματικότητα στὶς ζῶσες ὑπάρξεις. «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται...». Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ζεῖ μέσα στὴν Εκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων. Ἀνασταίνει τὶς ψυχές, συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, δίδει τὰ χαρίσματα, χρίει τοὺς πιστούς, δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν στὴν ἐξομολόγηση, μετουσιάζει τὰ Τίμια Δῶρα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία. Στὴν ἱερωσύνη δίδει τὰ χαρίσματα στὸν χειροτονηθέντα, στὸ γάμο ἑνώνει δύο ὑπάρξεις, στὸ εὐχέλαιο δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐνεργεῖ στὴν ἴαση τῆς ἀσθενείας.
Ἰδιαιτέρως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ μάλιστα δυναμικὰ δίνοντάς του οὐράνιες δωρεές, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ πραότητα, ἡ χρηστότητα, ἡ πίστη, ἡ ἀγαθοσύνη. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ φωτίζει τὸν Χριστιανὸ νὰ ἐννοεῖ τὸ θεῖο λόγο στὸ κήρυγμα, στὴ μελέτη. Ὕστερα τὸν ἐνισχύει στὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικὸ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ στὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
Ἐνεργεῖ, ὅμως, σ’ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα; Ὄχι, δὲν ἐνεργεῖ σὲ ὅλους. Δὲν ἐνεργεῖ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, στοὺς ἀδιάφορους, στοὺς τυπολάτρες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ ἀσθενικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν στὴν Εκκλησία οἱ ὑγιεῖς πιστοὶ καὶ οἱ ἀσθενεῖς πιστοί. Οἱ ἀσθενεῖς πιστοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐκτελοῦν τὰ πνευματικὰ τους καθήκοντα. Σὲ αὐτούς, λοιπόν, δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας: «Πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν» (Α΄ Ἰωάν, γ΄ 6). Πρέπει ὁ ἁμαρτάνων νὰ στραφεῖ στὴ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐνεργήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει, ὥστε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴ σωτηρία του.

Ὅλοι μας ἔχουμε τὴν ἀνάγκη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει αὐτὴν τὴν ὡραία προσευχὴ ποὺ λέγεται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι τὸ Μέγα Σάββατο, τὰ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγὸς, ἐλθὲ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ εἶναι πάντα μέσα μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὸ ἴδιο μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 19). Ἂς προσέξουμε, λέει, μὴ χάσουμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πότε τὴ χάνουμε; Ὅταν ἐμμένουμε στὴν ἁμαρτία, ὅταν δὲν προσπαθοῦμε νὰ μειώσουμε ὁρισμένα ἐλαττώματα. Γι’ αὐτὸ συνέχεια πρέπει νὰ λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε», ἀφοῦ εἶναι ἀπαραίτητο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ ἔχουμε ζωὴ πνευματική. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζωογονεῖ: «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται...». Αὐτὸ καθαρίζει τὴν ψυχή, τὴν ἐξυψώνει, τὴν κάνει, ὅπως τὴ θέλει ὁ Θεός μας.
Τώρα γιατί ἀπὸ τὸ Μέγα Σάββατο ἕως τὴν Πεντηκοστὴ δὲν λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε»; Ἀπεδήμησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο; Ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Ὄχι, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἔλθει ἀκόμα. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καί ἡ Ἐκκλησία μας ἔτσι τὸ θέσπισε γιατὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, τὸ λόγο ἔχει ὁ Χριστός μας, ὁ ἀναστημένος μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Πατήρ δημιούργησε, ὁ Χριστὸς ἔσωσε, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συντηρεῖ τὴν Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία ὅλον τὸν κόσμο. Εἶναι μονίμως ἐδῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνεργεῖ, θαυματουργεῖ, συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ὅποιος τὰ βάζει μὲ αὐτὴν τὰ βάζει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ νικηθεῖ ὁ Θεὸς ποτέ;
Ἡ πα ρου σί α καὶ ἡ ἀ πο στο λὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύ μα τος μέ σα στὸν κό σμο μαρ τυ ρεῖται ἀ πὸ τὶς πολ λὲς βι βλι κὲς ἀ να φο ρὲς τό σο στὴν Πα λαιὰ ὅ σο καὶ στὴν Και νὴ Δια θή κη. Κα τὰ τὴ δη μιουρ γί α τοῦ κό σμου «πνεῦ μα Θε οῦ ἐ πε φέ ρε το ἐ πά νω τοῦ ὕ δα τος» (Γεν. α΄ 2). Στὸν κα τα κλυ σμὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε ὁ Θεὸς «ἐ πή γα γε πνεῦ μα ἐ πὶ τὴν γῆν καὶ ἐ κό πα σε τὸ ὕ δωρ» (Γεν. δ΄ 1). Στὴν ὠ δὴ τοῦ Μω ϋ σέως, με τὰ τὴν ἔ ξο δο, δο ξο λο γεῖ ται ὁ Θε ὸς μὲ τὴ φράση: «Ἀ πέ στει λας τὸ πνεῦ μά σου, ἐ κά λυ ψεν αὐ τοὺς θά λασ σα, ἔ δυ σαν ὡσεὶ μό λυ βος ἐν ὕ δα τι σφο δρῶν» (Ἐξ. ιε΄ 10). Ἐ πί σης ὁ Μω υ σῆς εὐ λο γεῖ τὸν Ἰ η σοῦ τοῦ Ναυ ῆ ὅ τι «οὗ τος ἐνε πλή σθη πνεύ μα τος συ νέ σε ως» (Δευτ. λε΄ 9)», καὶ στὸν 50ο ψαλ μὸ χα ρα κτη ρί ζε ται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πνεῦμα «εὐ θές», «ἅγιον», «ἡ γε μο νι κόν, ἐ νῶ ἡ Σοφία Σο λομῶντος τὸ χα ρα κτη ρί ζει πνεύ μα «φι λάν θρω πον» (Σοφ. Σολ. α΄ 5).
Τέ λος τὸ Ἅγιον Πνεύῦμα εἶναι τὸ «λα λή σαν διὰ τῶν προ φη τῶν». Ὁ προ φή της Ἡ σα ΐ ας ση μειώ νει: «Πνεῦ μα Κυ ρί ου ἐπ’ ἐ μέ, οὗ ἕνε κεν ἔχρι σέ με» (Ἡσ. ξ΄ 1) καὶ ὁ Ἰε ζε κι ήλ ση μειώ νει: «...καὶ ἦλ θεν ἐπ’ ἐ μὲ πνεῦμα καὶ ἔ στη σέ με ἐ πὶ τοὺς πό δας μου καὶ ἐ λά λη σε πρός με...» (Ἰεζ. γ΄ 24).

Πε ρισ σό τε ρο ἐν δει κτι κὲς πε ρὶ τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, σχε τι κὰ μὲ τὴν ἔ λευ ση καὶ μὲ τὸ ἔρ γο Του μέ σα στὴν Ἐκ κλη σί α, εἶ ναι οἱ ἀνα φο ρὲς στὴν Και νὴ Δια θή κη. Κατ’ ἀρ χὴν ἡ Γέν νη ση τοῦ Χρι στοῦ, «ἐκ πνεύ μα τος ἐ στὶν ἁ γί ου» (Ματ θ. α΄ 21). Στὸν Εὐαγ γε λι σμὸ τῆς Θε ο τό κου ὁ Ἀρχάγ γε λος Γα βρι ὴλ θὰ τῆς ἀ πα ντή σει στὴν ἔκ πλη ξή της: «Πνεῦ μα Ἅ γιον ἐ πε λεύ σε ται ἐ πὶ σὲ καὶ δύ να μις Ὑ ψί στου ἐ πι σκιά σει σοι», (Λουκ. α΄ 35). Στὴν ἔ ρη μο ὁ Ἰω άν νης ἐπα να λαμ βά νει: «Ἐγὼ μὲν βα πτί ζω ὑ μᾶς ἐν ὕ δα τι εἰς με τά νοιαν, ὁ δὲ ὀ πί σω μου ἐρ χό με νος...βα πτί σει ὑ μᾶς ἐν Πνεύ μα τι Ἁ γί ῳ καὶ πυ ρί» (Ματ θ. γ΄ 11).
Ἐ πί σης ἔ χου με καὶ αἰ σθη τὴ τὴν πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος κα τὰ τὴ Βά πτι ση τοῦ Κυ ρί ου: «Ἐ γέ νε το ἀ νε ω χθῆ ναι τοὺς οὐ ρα νοὺς καὶ κα τα βῆ ναι τὸ πνεῦ μα τὸ Ἅ γιον σω μα τι κῶς ἐν εἴ δει πε ρι στε ρᾶς» (Λουκ. γ΄ 21-22). Κα τὰ τὴ Με τα μόρ φω ση τοῦ Κυ ρί ου «...Ἰ δοὺ νε φέ λη φω τει νὴ ἐ πε σκί α σεν αὐ τούς» (Ματ θ. ιζ΄ 5). Πρό κει ται, κα τὰ τοὺς πα τέ ρες, γιὰ τὴν πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος ὡς «φω τει νῆς νε φέ λης», ποὺ «ἐπε σκί α σε» τοὺς μα θη τὲς τοῦ Κυ ρί ου.
Τέ λος, ἔχου με τὴν αἰ σθη τὴ πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος κα τὰ τὴν ἡμέ ρα τῆς Πε ντη κο στῆς, ὅ ταν οἱ μα θη τὲς «ὤ φθη σαν αὐτοῖς δια με ρι ζό με ναι γλῶσ σαι ὡ σεὶ πυ ρός ...ἐ πλή σθη σαν ἅ πα ντες Πνεύ μα τος Ἁγί ου» (Πραξ. β΄ 1-3).
Εἶ ναι αὐ στη ρὴ ἐξ ἄλλου ἡ προ ει δο ποί η ση τοῦ Κυ ρί ου, ὅ σον ἀ φο ρᾶ τὴ βλα σφη μί α κα τὰ τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, ποὺ ση μαί νει, κα τὰ τοὺς πα τέ ρες, τὴν ἀ με τα νο η σί α τοῦ ἀν θρώ που καὶ τὴν πα ρα μο νή του στὴν ἁ μαρ τί α. «Ἀ μὴν λέ γω ὑ μὶν· Ὃς ἂν βλα σφη μή σῃ εἰς τὸ Πνεῦ μα τὸ Ἅ γιον οὐκ ἔ χει ἄ φε σιν εἰς τὸν αἰῶ να, ἀλ λ’ ἔ νο χος ἐ στὶν αἰω νί ου κρί σε ως» (Μᾶρ κ. γ΄ 28-29).
Ὁ Κύ ριος λί γο πρὶν ἀπὸ τὸ Πά θος Του ὑπο σχέθηκε στοὺς μα θη τές Του τὴν ἀ πο στο λὴ τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, ὡς Πα ρα κλή του, δη λα δή, ὡς ἐ νι σχυ τοῦ στὸ ἔρ γο τους. Τοὺς εἶπε: «...Καὶ ἐ γὼ ἐ ρω τή σω τὸν πα τέ ρα καὶ ἄλ λον πα ρά κλη τον δώ σει ὑ μῖν... τὸ πνεύῦμα τῆς ἀλη θεί ας» (Ἰω άν. ιδ΄ 15), γιὰ νὰ ἐπαναλάβει στη συ νέ χεια: «...Ὁ δὲ πα ρά κλη τος, τὸ Πνεῦ μα τὸ Ἅ γιον, Ὃ πέμ ψει ὁ Πα τὴρ ἐν τῷ ὀ νό μα τί μου, Ἐκεῖ νος ὑ μᾶς δι δά ξει πά ντα...» (Ἰωάν. ιε΄ 25-26). Κα τὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, Ἐπί σκο πο Ἱε ρο σο λύ μων, «κα λεῖ ται τὸ πνεῦ μα πα ρά κλη τος, ὡς πα ρη γο ροῦν ἡ μᾶς, βο η θοῦν τὰς ἀ σθε νεί ας ἡ μῶν καὶ ἐντυγ χά νων ὑ πὲρ ἡ μῶν».
Μὲ τὴν πα ρου σί α τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος οἱ Α πό στο λοι συ νέ χισαν τὸ ἔρ γο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐ τὸ καὶ ἡ ἀ πο στο λι κή πε ρί ο δος εἶ ναι κατ’ ἐ ξο χὴν ἁγιοπνευ μα τι κή, ση μεῖ ον ἀ να φο ρᾶς στὴν ἀ νὰ τὴν οἰκουμένη πο ρεί α τῆς Ἐκ κλη σί ας. Ἔτσι, ἡ εἴ σο δος τῶν ἐ θνι κῶν στὴν Ἐκ κλη σί α, ὅ πως ἀπο φά σι σε ἡ Ἀ πο στο λι κή Σύ νο δος (48 μ.Χ.), θε ω ρεῖ ται ὡς καρ πὸς τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος ἀ φοῦ «...ἔ δο ξε τῷ Ἁ γί ω Πνεύ μα τι καὶ ἡ μῖν» (Πραξ. ιε΄ 28) γρά φουν οἱ Ἀ πό στο λοι στοὺς Χρι στια νοὺς τῆς Ἀντιοχεί ας.
Στὴ συ νέ χεια ὁ Ἀπόστολος Παῦ λος μᾶς πλη ρο φο ρεῖ γιὰ τὶς «δω ρε ὲς» καὶ τὰ «χα ρί σμα τα» τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος. Ση μειώ νει στὴν πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του «Α΄ Κορ. ιδ΄ 4»: «Διαι ρέ σεις χα ρι σμά των εἰσί, τὸ δὲ αὐ τὸ Πνεῦ μα. Ἑ κά στῳ δὲ δί δο ται ἡ φα νέ ρω σις τοῦ Πνεύ μα τος πρὸς τὸ συμ φέ ρον». Ὑπάρ χουν χα ρί σμα τα «ἔκτα κτα» (π.χ. προ φη τεί α, γλωσ σο λα λί α κ.α.) καὶ χα ρί σμα τα «μόνι μα». Γι’ αὐ τὸ ση μειώ νει: «Εἴ τε προ φη τεῖ αι κα ταρ γη θή σον ται, εἴτε γλῶσσαι παύσονται (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8) «Νυ νὶ μέ νει πί στις, ἐλ πίς, ἀγά πη, τὰ τρί α ταῦ τα, μεί ζων δὲ τού των ἡ ἀ γά πη» (Α΄Κορ. ιγ΄13). Κι ἔ τσι φθά νου με στὰ «μό νι μα» χα ρί σμα τα τοῦ Ἁ γί ου Πνεύ μα τος, όὅπως εἶ ναι, κυ ρί ως, ἡ ἀ γά πη, ἡ ὁ ποί α «ουὐδέ πο τε ἐκ πί πτει» καὶ συ μπλη ρώ νει: «ζη λοῦτε ...τὰ χα ρί σμα τα τὰ κρείτ το να...ζη λοῦ τε τὰ πνευ μα τι κά» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31). Καὶ τέ τοια χα ρί σμα τα, ὡς καρ πὸς τοῦ πνεύ μα τος, «...ἐ στίν ἀ γά πη χα ρά, εἰ ρή νη, μα κρο θυ μί α, χρη στό της, ἀγα θω σύ νη, πί στις, πρα ό της, ἐ γκρά τεια... (Γαλ. ε΄ 22). Ἔ τσι ὁ ἄνθρω πος γί νε ται «πνευ μα τι κὸς» καὶ «χα ρι σμα τι κός».
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφεται ἕνα περιστατικὸ κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ φιλοξένησε τρεῖς ἄνδρες στὴ σκηνή του (Γένεση, κεφάλαιο 18). Ὁ Ἀβραὰμ δέχτηκε τὸν Θεὸ ὡς Τριάδα Προσώπων, τὰ Ὁποῖα παρουσιάσθηκαν ὡς ἄνδρες ἀγγελιοφόροι. Οἱ τρεῖς Ἄγγελοι δηλαδὴ ποὺ δέχθηκε ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἄκτιστοι, ἦταν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ Θεοῦ μας, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἕνα Τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζει αὐτή τὴν ἀποψη, ψαλλόμενο τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου. «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ ᾿Αβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δὲ μορφώσεσιν» (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ στ´). Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ γράφει: «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ» «Γέν. 18΄ 1).
Τώρα γιὰ τὸ πῶς γίνεται ὁρατὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἂν αὐτὸ τοὺς συνοδεύει στὴ ζωή τους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ σὲ συζήτηση του μὲ τὸν Μοτοβίλωφ εἶπε:
- Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, φθάσαμε σὲ τέτοια χλιαρότητα πίστεως καὶ σὲ τέτοια ἔλλειψη εὐαισθησίας ὡς πρὸς τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. «Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς εἶδαν τὸν Θεό. Ἡ στήλη τῆς πύρινης νεφέλης, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χρησίμευε γιὰ ὁδηγὸς στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ μέσα στὴν ἔρημο. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμά Του ὄχι σὲ ὄνειρο ἢ σὲ ἔκσταση, προϊόντα ἀρρωστημένης φαντασίας, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπρόσεκτοι ποὺ γίναμε, ἀντιλαμβανόμαστε τὰ λόγια τῆς Γραφῆς ἀλλοιώτικα ἀπ' ὅ,τι θὰ ἔπρεπε. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ χάρη, τὴν ἐμποδίζουμε νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει στὶς ψυχές μας ἀπὸ διανοητικὴ ὑπεροψία.
Μὴ λησμονοοῦμε ὅτι ὁ Αδάμ δημιουργήθηκε ζῶον, ὅμοιο μὲ τὰ ἄλλα πλάσματα ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, ἂν καὶ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Θὰ ἔμενε ζῶο, ἂν δὲν εἶχε δεχθεῖ «τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς», τὸ πνεῦμα, ποὺ τὸν ἔκανε συγγενῆ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος μόνο ζωοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνοικεῖ μέσα του.
Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἐμεῖς προχωρώντας στὴν ἡλικία δὲν αὐξάνουμε στὴ σοφία, ὅπως ὁ Κύριός μας ( Λουκ. β΄ 52), ἀλλὰ ἀντίθετα φθειρόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ γινόμαστε ἁμαρτωλοί, ἀπεχθῶς μάλιστα ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ χάσαμε τὴ χάρη ποὺ εἴχαμε δεχθεῖ στὴν ἀρχή. Ἂν παρ' ὅλα αὐτὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀποφασίσει νὰ ξαναγυρίσει στὸν Θεὸ ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, πρέπει νὰ ἐξασκήσει τὶς ἀρετές, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὰ ἀμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει. Θὰ ξαναβρεῖ τότε μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ θεμελιώνει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν » ( Λουκ . ιζ΄ 21), καὶ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» ( Ματθ . ια΄ 12).
Σὲ δεύτερη ἐρώτηση τοῦ Μοτοβίλωφ γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνώρισει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἀπάντησε:
«Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἐπαναφέρει ἀδιάκοπα στὴ μνήμη μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, ἐνῶ τὸ σατανικὸ πνεῦμα, τὸ πονηρόν, ἐργάζεται κατ' ἀντίστροφη ἔννοια. Οἱ ἐνέργειες του ἐπάνω μας εἶναι θορυβώδεις, μᾶς παρακινοῦν πρὸς τὴν ἀνταρσία καὶ μᾶς κάνουν σκλάβους τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας, τῆς ματαιοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας.
Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐμφανίζεται σὰν ἕνα ἄρρητο φῶς σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ νὰ φανερωθεῖ. Ἐμφανίζεται μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, μὲ γλυκύτητα, μὲ θερμότητα, ποὺ καὶ στὸ χιόνι μέσα νὰ εἶσαι χωμένος νομίζεις ὅτι εἶσαι μέσα σὲ ἀτμόλουτρο καὶ μὲ εὐωδία ἀσύγκριτη.

Ἔτσι ὅταν ἡ Θεία Χάρις κατοικεῖ μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως μας, στὴν καρδιά μας. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί» ( Λουκ. ιζ΄ 21). Μὲ τὴ φράση «βασιλεία τοῦ Θεοῦ » ἐννοεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ βασιλεία βρίσκεται τώρα μέσα μας, μᾶς θερμαίνει, μᾶς φωτίζει, εὐχαριστεῖ τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει μὲ ἀγαλλίαση τὴν καρδιά μας. Ἡ τωρινή μας κατάσταση μοιάζει μὲ αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «οὐκ ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ » (Ρωμ. ιδ΄ 17).
«Όσο γιὰ τὴ διαφορετικὴ κατάσταση μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἐνώπιον Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ ὅλους μας ὁ Θεὸς ζητάει μιὰ καρδιὰ γεμάτη πίστη καὶ ἀγάπη. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ θρόνος στὸν ὁποῖο ἀρέσκεται νὰ κάθεται καὶ ἐκεῖ εμφανίζεται μέσα στὴν πληρότητα τῆς δόξης Του. «Υἱέ, δός μοι σὴν καρδίαν » (Παροιμ. 23΄ 26) καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ σοῦ τὰ δώσω ἐγὼ πολλαπλάσια. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. « Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ », λέγει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του «καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» ( Ματθ. στ΄ 33). « Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων».
Ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς νηπτικὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλάμβανε ὅτι, ἡ ψυχὴ ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θλίβεται, ὅταν βλέπει τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρει. Ποθεῖ καὶ γι' αὐτὸν καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο τὴν ἴδια χάρη ποὺ καὶ αὐτὴ ἔλαβε. Ἐπιθυμεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὴν ἴδια ὀμορφιά, νὰ μετανοήσουν, νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀνακαλύψουν τὴν εὐσπλαχνία Του καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπιθυμεῖ τὸ κακὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ βασιλεύσει ἡ εἰρήνη. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη, δὲν ἀνέχεται τὴν ἀπώλεια οὔτε μιᾶς ψυχῆς. Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας. Θὰ δοξασθοῦν αὐτοὶ πού, ἐπειδὴ ἦταν πλήρεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπέμειναν τὸν πόνο ὄλου τοῦ κόσμου.
Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα στὰ μάτια τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιά του πονοῦσε γιὰ ὅλη τὴν κτίση ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ Δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἀνέβαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι Σου, ἐλεῆμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς».
Στὰ νέα οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς καθημερινότητας μποροῦσε κανεὶς μέχρι ἕνα σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ πράγματα μέσω μιᾶς καταναλωτικῆς μανίας. Σήμερα, ὅμως, ποὺ στένεψαν τὰ οἰκονομικά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἐρχόμαστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὸν ἐσωτερικό μας ἑαυτό. Ἕνα κενὸ ἀπὸ πνευματικὰ ἐφόδια ποὺ δύσκολα τὸ ἀναγνωρίζουμε.
Ἡ βοήθεια τῶν Ἁγίων ἀφ’ ἑνὸς μᾶς θεραπεύει μὲ τὴν ὑπομονή, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπομόνωση μᾶς φέρνουν σὲ μιὰ αὐτοεξέταση. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ «μὴ ἀπελπίζου» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναδιάταξη τῶν προτεραιοτήτων μας.
Νὰ γεμίζουμε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς μας. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτὴ ἡ τραγικότητα τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἄνθρωποι ποὺ βιώνουν τὸν πόνο, τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου, μποροῦν νὰ προσφέρουν λύσεις. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἐνοικεῖ μέσα τους τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἂς ἐπιζητοῦμε, λοιπόν, πάντοτε, νὰ μὴν τὸ λυποῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸ χαροποιοῦμε μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς πράξει σωφροσύνης καὶ εὐποιΐας μας, γιὰ νὰ χαιρόμαστε καὶ ἐμεῖς μόνιμα κοντά Του.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

16/5/17

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Μία μεγάλη φυσιογνωμία των χρόνων της Τουρκικής δουλείας υπήρξε ο Αγιος Μακάριος, ο Επίσκοπος Κορίνθου.
 Καταγόταν από το δένδρο των Νοταράδων, που έδωσε στην Εκκλησία Αγίους, στην Επιστήμη σοφούς και στο Εθνος ήρωες.
 Από τη γενιά αυτή προερχόταν και ο Αγιος Γεράσιμος της Κεφαλληνίας.
 Ο Μακάριος ήταν το 5ο κατά σειρά παιδί από τα εννέα του Γεωργαντά και της Αναστασίας.
 Γεννήθηκε στην Κόρινθο όπου ούτε ο πλούτος, ούτε τα αξιώματα, ούτε η πολιτική του πατέρα του μπόρεσαν να θέλξουν την ψυχή του νεαρού Νοταρά προς την κοσμική δόξα.
 Επειδή τα δύσκολα εκείνα χρόνια η Κόρινθος εστερείτο διδασκάλου όλοι στράφηκαν προς τον νεαρό Νοταρά.
Για 6 χρόνια εργάστηκε ως Δάσκαλος χωρίς μισθό, διαπαιδαγωγώντας με τις γνώσεις και κυρίως με το ήθος του τους μικρούς μαθητές του.
 Στο διάστημα αυτό όμως κοιμήθηκε ο Επίσκοπος Κορίνθου, τότε κλήρος και λαός απαίτησαν από τον Πατριάρχη στο θρόνο να ανέλθη ο νεαρός δάσκαλος Νοταράς.
 Πράγματι ο ευσεβής εκείνος δάσκαλος από λαϊκός αφού έλαβε διαδοχικά όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης τον Ιανουάριο του έτους 1765 σε ηλικία 34 ετών ανήλθε στο θρόνο της Κορίνθου με την μοναχική του ονομασία Μακάριος.
 Το αρχιερατικό αξίωμα τα χρόνια εκείνα της σκλαβιάς ήταν μία διαρκής προσφορά, μια θυσία για την προστασία και την φροντίδα τόσων ψυχών.
 Στις συχνές περιοδείες στην επαρχία του τόνωνε τους προκρίτους δίνοντάς τους και το τελευταίο του γρόσι για την επισκευή του σχολείου τους.
 Μοίραζε ακόμη κολυμβήθρες στα χωριά για να γίνεται το βάπτισμα κανονικά και σύμφωνα με το τυπικό της Ορθόδοξης εκκλησίας μας.
 Το θεάρεστο αυτό έργο του όμως δυστυχώς σταμάτησε, όταν με την άτυχη Επανάσταση των Ορλώφ, τότε η Κορινθία λαφυραγωγήθηκε από τις ορδες των Αλβανών και η ύπαιθρος ερημώθηκε.
Χιλιάδες Χριστιανοί μαζί με τους ιερείς και τους προκρίτους αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στη Ζάκυνθο.
Αναμεσά τους ήταν και ο Επίσκοπος Μακάριος που με αγάπη δέχθηκε να ακολουθήσει το ποίμνιό του σ΄αυτή τη πικρή δοκιμασία του.
 Οι Ζακύνθιοι τον δέχθηκαν με αγάπη και σεβασμό και τον περιέβαλαν «ως άλλον Χριστού απόστολον».
Από τη Ζάκυνθο ήρθε στην Υδρα οπου γνωρίσθηκε και από τότε συνδέθηκε φιλικά με τον νεαρό Νικόλαο Καλλιβούρτση και μετέπειτα Οσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
Ωστόσο η Πύλη επιθυμώντας την αποκατάσταση της τάξης και την επανάκαμψη των προσφύγων στις εστίες τους, απαίτησε από τον Πατριάρχη να εκλέξει νέους Επισκόπους στις επαρχίες της Πελοποννήσου.
 Ο Αγιος Μακάριος διαμαρτυρήθηκε για την αντικανονική αυτή ενέργεια και παρακάλεσε το Πατριαρχείο να τον αφήσει ησυχάζοντα.
 Από την Υδρα ήρθε στη Χίο, στο Αγιον Ορος, στην Πάτμο (Κάθισμα Κουμάνας) , στη Σμύρνη, για να γυρίσει και πάλι στη Χίο όπου εγκαταστάθηκε οριστικά.
 Επεδόθη σε μελέτες και συγγραφή βιβλίων.
 Παράλληλα λειτουργεί και διδάσκει το λαό του Θεού.
 Ξένος από κάθε κενοδοξία, μιλούσε χωρίς επιτηδευμένους ρητορικούς λόγους, αλλά «με ύφος ήρεμον, ήσυχον γαλήνιον καθώς ήτο και η διδαχή των αλιέων αποστόλων των οποίων ήτο κατά αλήθειαν μαθητής ακριβέστατος».
Δεν ήταν μόνο κήρυκας του θείου λόγου ο Αγιος Μακάριος, ήταν και ο στοργικός πατέρας του λαού από όπου πέρασε κι επιπλέον υπήρξε ο θερμός ενισχυτής πολλών Νεομαρτύρων.
Ο Κορίνθιος ιεράρχης που σκόρπισε την πατρική του περιουσία στους ανήμπορους και στους φτωχούς ζούσε στη Χίο πολύ φτωχικά με εγκράτεια και άσκηση μεγάλη.
 Μεγάλη όμως ήταν και η φήμη του ώστε πολλοί να καταφεύγουν στο ταπεινό του κελί για να ωφεληθούν πνευματικά.
 Με τον Χριστό στην καρδιά και την προσευχή στα χείλη το 1805 ειρηνικά παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
 «Αμποτε να έλθω εις εαυτόν και εγώ και κάθε Χριστιανός –έγραφε- και να λάβωμεν αγιασμόν, λογισμόν επιστροφής και διορθώσεως…»
 Μ΄αυτή τη βαθειά αυτογωσία έζησε ο θαυμαστός Ιεράρχης της Κορίνθου Μακάριος Νοταράς την γεμάτη κατατρεγμούς ζωή του και σ΄αυτήν καλεί όλους εμάς στη διάρκεια της Ζωης μας να μαθητεύσουμε.
 Αμποτε να αξιωθούμε να μιμηθούμε  αμην

1/5/17

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ


Ἀκοῦμε τὸν προφήτη νὰ ἐρωτᾶ τὸν Θεό: «τί ὅτι ὁδὸς ἀσεβῶν εὐοδοῦται;» 
 . Γιατί οἱ δρόμοι τῆς ζωῆς τῶν ἀσεβῶν εὐοδώνονται;
 Καὶ «ἕως πότε πενθήσει ἡ γῆ;».
 Ἕως πότε θὰ πενθῆ ἡ γῆ καὶ ὅλη ἡ χλόη τοῦ ἀγροῦ θὰ ξεραίνεται ἐξ αἰτίας τῆς κακίας τῶν κατοίκων της;
Ἀκοῦμε τὸν προφήτη. Χρειαζόμαστε τὴν ἀπάντηση.
 Γιὰ ὅταν τὸ κακὸ πλημμυρίζει τὶς συνειδήσεις μας.
 Γιὰ ὅταν βλέπουμε τὴν ἀλήθεια μέσα μας νὰ παίρνει τὴν μορφὴ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης.
 Γιὰ ὅταν τὸ ἕνα ψεῦδος συναντᾶ ἄλλα ψεύδη καὶ ὅλα μαζὶ μοιάζει νὰ μὴν τὰ ἀνέχεται ἡ ζωή. 
Καὶ ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ προλέγει τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἠθικῆς τάξεως στὸν κόσμο: «ἰδοὺ ἐγὼ ἀνοίγω τὰ μνήματα ἡμῶν» (Ἰεζ. 37, 12), 
«ἰδοὺ ἐγὼ φέρω ἐφ’ ἡμᾶς πνεῦμα ζωῆς» (Ἰεζ. 37, 5).
 Νά, ἐγώ θὰ ἀνοίξω τοὺς τάφους σας, νά, ἐγώ φέρνω σὲ σᾶς πνεῦμα ζωῆς.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γεννήτρα αὐτοῦ τοῦ πνεύματος.
 Εἶναι τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ ποὺ χαμήλωσε καὶ ἔγινε τὸ γεγονὸς τοῦ κόσμου.
 Ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ προβαίνει ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ στὸν κόσμο,
 μπαίνει στὴν ἱστορία, νικᾶ τὸν θάνατο καὶ κάθε εἶδος θανάτου καὶ ἀνασταίνει τὸν ἄνθρωπο.
 Ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ πνευματικὴ πραγματικότητα καὶ δύναμη ποὺ ὑπερβαίνει τὴν νοητικὴ ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου,
 ὅμως ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο,
 δῶρο ἀτίμητο τῆς θυσίας τοῦ Θεανθρώπου. 
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀνακαινιστικὴ καὶ ζωοποιὸς δύναμη μέσα στὴν ὁποία ζεῖ ἡ ἐκκλησία.
 Ἡ ἐκκλησία τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς ἀνάστασης,
 Σ’ ἕναν κόσμο ποτισμένο ἀπὸ τὴν φθορά.
 Ὅ,τι ἄλλο βλέπει κανεὶς στὴν ἐκκλησία, 
θεσμοὺς, λατρεία, μυστήρια, ἄσκηση, εἶναι ἕνα ἀδύναμο, στὶς δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου φτιαγμένο, κέλυφος, γιὰ νὰ κρατηθεῖ, νὰ προσφερθεῖ καὶ νὰ βιωθεῖ ἡ δύναμη καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἀνάστασης.
Πῶς ἡ καρδιὰ νὰ γιορτάσει;
 Πῶς νὰ συλλάβει τὴν οὐσία τῆς γιορτῆς;
 Πῶς τὸ τρεμάμενο ἄνθος τοῦ ἀγροῦ ποὺ σήμερα εἶναι καὶ αὔριο ἕνας ζεστὸς ἀέρας τὸ ἀφανίζει, πῶς αὐτὸ τὸ ἄνθος, ὁ ἄνθρωπος,
 νὰ γιορτάσει τὴν νίκη κατὰ τοῦ ἀφανισμοῦ, τὴν νίκη καταπάνω σὲ κάθε τι ποὺ εἶναι κακὸ, ἁμαρτία, ψεῦδος, τυφλότητα, θάνατος;
 Σὲ κάθε τι ποὺ φέρνει νεκρότητα;
Ἄς ἀφήσει τὸ φῶς καὶ τὴν χαρὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μπεῖ μέσα του.
 Ἄς μὴν πεῖ τίποτα.
 Ἄς μὴν προσπαθήσει νὰ ἑρμηνεύσει, ἄς μὴν προσπαθήσει νὰ κατανοήσει τὸ μυστήριο.
 Ἄς ἀνοιχθεῖ μὲ πίστη, ἄς τραγουδήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του τὸ τραγούδι τῆς νίκης κατὰ τῆς φθορᾶς.
 «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν……τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος· τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι τῶν μικροτήτων καὶ τῶν κακιῶν ζωὴν χαρισάμενος». 
«Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως» Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο δειλὸ ψέλλισμα τῶν ἀποστόλων ἐκείνη τὴν πρώτη μέρα ποὺ ὅλα γύρισαν.
 Ναὶ, ἀδελφοί.
 Μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας ἄς τὸ πιστέψουμε. 
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ δὲν ὑπάρχει πιὸ ὄμορφη εἰκόνα ἀπὸ αὐτὴν τῆς συνάντησης δύο ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν στὴν ἀνάσταση.
 «Χριστὸς ἀνέστη!» «Ἀληθῶς ἀνέστη, ἀδελφέ μου!»

18/4/17

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ , ΚΑΥΧΗΣΙ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟ ΠΙΣΤΟ Ο ΑΝΑΣΤΑΣΑΣ ΚΥΡΙΟΣ

Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος
Ο Χριστὸς ἀνεστήθη ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἀφοῦ ἐνίκησε καὶ κατήργησε τὸ θάνατο μὲ τὸ δικό του θάνατο ἐπάνω στὸ Σταυρὸ κι ἔτσι ἐχάρισε σ' αὐτοὺς ποὺ ἦσαν θαμμένοι στὰ μνήματα τὴν αἰώνιο ζωή. 
Χαρὰ ἀνέκφραστη καὶ θρίαμβος πρωτοφανὴς ἐπικρατεῖ σήμερα στὶς στις τάξεις τῶν στρατευομένων καὶ θριαμβευόντων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἠχοῦν χαρμόσυνα οἱ καμπάνες τῶν ἱερῶν ναῶν καὶ ὁ ἦχος τους φθάνει στοὺς μακρυνοῦς ὁρίζοντες σὰν συμβολικὸς ἀντίλαλος τῆς μουσικῆς συνθέσεως, ποὺ ἐκτελοῦν σὲ ρυθμὸ πανηγυρικὸ οἱ ψυχὲς τῶν χριστιανῶν. Μυριόστομος ἐπαναλαμβάνεται ὁ ἐπικολυρικὸς ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζει καὶ νίκη καὶ σωτηρία. Καὶ μαζὺ μὲ τὶς ἱερὲς ψαλμωδίες ὑψοῦνται μὲ φλόγα σταθερὴ οἱ πασχαλινὲς λαμπάδες τῶν χριστιανῶν, σὰν ἄλλος συμβολισμὸς τοῦ φωτὸς ποὺ καίει στὶς καρδιές τους μετὰ τὴν ἀνατολὴ τοῦ Αἰωνίου Φωτὸς ἀπὸ τὸν κενὸ τάφο. 
Ρήματα, οὐρανόπεμπτου ἀγγέλου ἀκοῦνε αἱ Μυροφόροι καὶ ἀποροῦν. «Ἡγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν» (Μάρκ. Ιστ', 6). Αὐτῶν τῶν λόγων εἶναι ποιητικὴ διατύπωσι καὶ μελωδικὴ ἔκφρασι ὁ ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...». Χριστὸς ἀνέστη, λοιπόν. Ἡ μεγαλύτερη, ἡ ἱερώτερη, ἡ λαμπρότερη καὶ ἡ ἐνδοξότερη ψαλμικὴ ἔκφραση τοῦ θριάμβου τῆς πίστεώς μας. Ἀνέστη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἐσταυρωμένος Λυτρωτὴς καὶ Διδάσκαλος. Τὰ φρικτὰ πάθη καὶ ἡ τριήμερη ταφή του παραμερίσθηκαν πρὸς στιγμὴ καὶ ἡ ἔνδοξη Ἀνάστασί του καθίσταται τὸ κέντρον ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Τὸ βαρὺ σύννεφο ποὺ εἶχε σκεπάσει τὴν καρδιὰ τῶν μαθητῶν διαλύεται, καὶ προβάλλει ἐλπιδοφόρος καὶ δυνατὴ ἡ Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ θερμάνη τὶς καρδιές τους, νὰ ἀναζωογονήση τὴν πίστι τους καὶ νὰ τοὺς δώση νέα ζωή.
Ἰδοὺ ὅτι ἡ νέα αὐτὴ ζωὴ μεταδίδεται σ' ὅλους τοὺς Χριστιανούς. Ἡ Ἀνάστασι εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς νέας ζωῆς. «Ζωὴν αἰώνιον ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός, καὶ αὕτη ἡ ζωὴ ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἔστιν». Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν». (Α' Ἰωάν. ε',11). Δὲν μᾶς ἐχάρισε μόνον τὴν πρόσκαιρη ζωὴ τῆς γῆς ὁ Θεός. Μᾶς ἐχάρισε τὰ μέσα γιὰ νὰ ζήσωμε αἰώνια εὐτυχεῖς καὶ μακάριοι. Ἡ μακαρία καὶ ἀτελεύτητη ζωὴ ὑπάρχει στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Οἱ ἑνωμένοι μὲ τὸν Κύριο χριστιανοί, αὐτοὶ ποὺ ἐξαγιάζονται μὲ τὴ Χάρι τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ ζοῦν τὴν Ἀνάστασι, καὶ ἔχουν γνωρίσει τὸ νόημα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος «Ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. ια', 25). Ἡ Ἀνάστασι εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα, ἡ ἀρχὴ καὶ ὁ σκοπός, ἡ οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς.
Σαλπίζουν χαρμόσυνα οἱ ἀγγελικὲς σάλπιγγες τοῦ οὐρανοῦ καὶ μεταδίδουν τὸ μήνυμα γιὰ ν' ἀνοίξουν οἱ πύλες τοῦ Παραδείσου. Ἐγκαίνια νέα καὶ οὐράνιοι πανηγυρισμοί. Δονοῦνται τὰ δώματα στὰ οὐράνια ἀνάκτορα. Ἐναλλασσόμενες οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ὑπηρετοῦν τὸν Νικητὴ Παντοκράτορα καὶ κατὰ τὶς ἐντολές του στολίζουν τὰ βασίλεια τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὸ θρίαμβό της. Θεάματα καὶ ἀκροάματα καὶ σκιρτήματα γεύονται οἱ πρῶτοι εὐτυχεῖς κληρονόμοι, ποὺ οἱ γήϊνοι ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ φαντασθοῦν. Ἐκεῖ καταυγάζει τὰ πάντα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Παντοῦ φῶς καὶ χαρά, ζωὴ καὶ θρίαμβος, εὐτυχία καὶ πνευματικὴ εὐφροσύνη.
Τέτοια ἡ χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ. Καὶ κάτω ἐκεῖ στὰ τάρταρα, τσακισμένος καὶ ντροπιασμένος ὁ ᾍδης βοᾶ καὶ στενάζει. Ἔχασε τὸ προνόμιο τῆς κυριαρχίας του στίς ψυχές. «Ὁ ᾍδης ἐπικράνθη», κηρύσσει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Ἐπικράνθη, γιατί «κατηργήθη καὶ ἐνεπαίχθη καὶ ἐνεκρώθη καὶ ἐδεσμεύθη». Δὲν εἶχε τὴν δύναμι νὰ κρατήση τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου. Συνετρίβησαν τὰ δεσμά του, ἔπεσε κάτω ἐκεῖνος, καὶ ὁ Χριστὸς ἀνῆλθε ἀναληφθεὶς ἔπειτα, στοὺς κόλπους τοῦ Οὐρανίου Πατρός, ὅπου ὑπῆρχε πρὸ χρόνων αἰωνίων.
Ὁ θεμέλιος λίθος τῆς πίστεώς μας, τὸ κέντρο τῆς χριστιανικῆς λατρείας εἶναι ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀναστάσιμος ὕμνος εἶναι τὸ τραγούδι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ κηρύγματός τους, ἡ αἰτία τοῦ διωγμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου τους. Ὁ Χριστός, ὁ ἀναστημένος Χριστός, εἶναι ἡ μεγάλη καὶ λυτρωτικὴ πραγματικότης. Παρουσιαζόταν σαράντα ἡμέρες στοὺς μαθητὰς Του καὶ μέχρι σήμερον «παρέστησεν ἑαυτὸν ζώντα... ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις» (Πράξ. α', 13). Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας μέσα στοὺς τόσους αἰῶνας ἐξηγεῖται μὲ τὸν κενὸ τάφο καὶ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.
Συλλογισμοὺς θεόπνευστους παρέδωσε στὴν Ἐκκλησία ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου. Ἀπαριθμεῖ τὶς ἐμφανίσεις του, ἐρωτᾶ καὶ ἀπαντᾶ, γιὰ νὰ καταλήξη στὴ σκέψι «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν». Ἀλλ' ἀμέσως βεβαιώνει μὲ ἀπόλυτη πίστι· «Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α' Κόρ. ιε', 15,20). Καὶ δὲν εἶναι ἡ πίστι αὐτή, ἡ ὁμολογία ἑνὸς μεγάλου σοφοῦ μαθητοῦ. Εἶναι ἡ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ τὸ ἐξαίσιο ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, ποὺ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς ἀρνήσεως στὸν δρόμο τῆς παγκοσμίου ἱεραποστολῆς.
Ἀποδείξεις γιὰ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασι ἔχομε πολλές. Ἀλλὰ δὲν στηριζόμαστε στὶς ἀποδείξεις μόνον. Βεβαιωνόμαστε ἀπὸ τὴν πίστι. Διεκδικοῦμε τὴν μακαριότητα ποὺ ὑπεσχέθη ὁ Κύριος, ὅταν εἶπε στὸ Θωμᾶ «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Καὶ αἰσθανόμαστε βαθύτατα σὰν τὴν πιὸ τρανὴ ἀπόδειξι, τὴν προσωπικὴ μας ἀνάστασι, τὴν ἀνακαίνισι τῆς ψυχῆς καὶ τὴν προσδοκία τῆς σωτηρίας. Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ἀνανεώνουν τὴν παρουσίαν τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἀδιάκοπο θαῦμα ποὺ ἐπιτελεῖται καθημερινῶς μέσα στὴν Ἐκκλησία τῶν πιστῶν.
Νίκη τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀδικίας, τῆς ἀληθείας κατὰ τοῦ ψεύδους, θεωροῦμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ τελεία δικαιοσύνη καὶ ἡ πλήρης ἀλήθεια ἦλθε στὸν κόσμο, στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ. Ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας δὲν μπόρεσε νὰ τὸν δεχθῆ καὶ τὸν παρέδωσε στὸ σταυρικὸ θάνατο. Ἐσταυρώθη ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια. Ὅταν ἀνοίγη ὁ Τάφος καὶ ὁ ἀναστημένος Κύριος γίνεται ὁ Νικητής, τότε θριαμβεύει ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια.
Ἐπειδὴ πιστεύομε στὴν Ἀνάστασι ἔχομε τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὁ καθημερινὸς ἀγὼν τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν δὲν εἶναι χίμαιρα καὶ οὐτοπία. Ἡ ἀλήθεια, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ λύτρωσι εἶναι τὸ τρίπτυχο τοῦ περιεχομένου τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἡ ἀλήθεια, τελεία καὶ ὡλοκληρωμένη, εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ μήνυμα τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου του. Ἡ δὲ λύτρωσι εἶναι ἡ εὐεργετικὴ πραγματικότης τῆς αἰωνιότητος, ἡ ὁποία ἀπέρρευσε ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασί του.
Σημεῖον ἀπαισιόδοξο γιὰ τὴν πορεία τῆς συγχρόνου ἀνθρωπότητος εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ μηνύματος τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Μία τέτοια ἀνθρωπότης παρουσιάζει τὴν εἰκόνα, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι· «οἰδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις, ὅτι ζῇς καὶ νεκρὸς εἰ» (Ἀποκ. γ', 1). Οἱ κακίες, οἱ ἐριθεῖες, οἱ φθόνοι, τὰ ψεύδη, τὰ μίση, οἱ πόλεμοι φονεύουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερον ἀπὸ ἄλλοτε οἱ χριστιανοὶ καλοῦνται νὰ συνεργήσουν νὰ περιλάμψη στὸν κόσμο τὸ ἄπλετο καὶ ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως.
Τιμὴ καὶ δόξα, καύχησι καὶ ἐλπίδα εἶναι γιὰ τὸν ἀγωνιζόμενο πιστὸ ὁ Ἀναστὰς Κύριος. Ἐδῶ ἐλπίζει νὰ ἁπαλύνει τὴν τραχύτητα καὶ τὴν δοκιμασία τῆς ζωῆς. Ἐδῶ προσβλέπει γιὰ νὰ ἐνισχυθῆ. Ὁ Ἀπ. Παῦλος ἐζήτει «τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, εἰ πὼς καταντήσῃ εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν» (Φιλ. γ', 10-11). Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο βραβεῖο τῶν χριστιανῶν· πεθαίνουν κάθε ἡμέρα ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν τὴν προσωπική τους ἀνάστασι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ἥλιος ἀνοιξιάτικος καὶ ὀρθρινὸς ἀνατέλλει τὴν εὐφρόσυνη τούτη πασχαλινὴ ἡμέρα. Ἡ ὡραιότερη τῶν ἐποχῶν συμπίπτει μὲ τὸ ἱερώτερο τῆς πίστεως πανηγύρι. Ἡ ψυχή μας ἂς ψάλη εὐφρόσυνα τὸν ἀναστάσιμο ὕμνο. Κυττάξτε πέρα μακρυά, ἐκεῖ ὅπου κάποτε ἐσείσθη ἕνας τάφος. Ἄστραψεν ἐκεῖ ὁ οὐρανὸς καὶ τὸ ἀνέσπερο φῶς ἀνέτειλε ἀπὸ τὸ κενὸ μνημεῖο. Ὁ αἰώνιος ἥλιος τοῦ φωτός, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐμεσουρανοῦσε περίλαμπρος στὴν Αἰώνιο Βασιλεία του. Βασιλεύει καὶ τώρα καὶ στοὺς αἰῶνας ὁ Βασιλεύς. Καὶ περιμένει τοὺς ὑπηκόους του, ποὺ ἐκίνησαν μιὰ ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἱερὰ τῆς Ἐκκλησίας κολυμβήθρα, γιὰ νὰ φθάσουν στὰ ποθητὰ Βασίλεια καὶ νὰ ἀναμέλψουν καὶ πάλιν τὸν χαρμόσυνο ὕμνο «Χριστὸς ἀνέστη».

3/4/17

ΙΔΟΥ ΑΝΑΒΑΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα»

Ὁ Κύριος πορεύεται μὲ τοὺς μαθητές Του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὸ Πάθος. Πορεύεται μὲ θαυμαστὴ σταθερότητα.
 Ἐπιθυμεῖ ὅμως νὰ προετοιμάσει καὶ τοὺς μαθητές Του.
 Γι᾿ αὐτό, ὅπως ἀκούσαμε στὴν ἀρχὴ τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, τοὺς προανήγγειλε τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάστασή Του.
 Καὶ ἐμεῖς ὅμως ἔχουμε ἀνάγκη προετοιμασίας, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦμε οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἑορτὴ ποὺ ἔρχεται.
 Σ᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἐπιμείνουμε σήμερα: πῶς πρέπει νὰ ἑορτάσουμε τὸ Πάσχα. Θὰ μᾶς καθοδηγήσουν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ποὺ προτάξαμε.
1. Νὰ ὑψωθοῦμε

«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν», εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του. 
«Ἰδού». Σημαίνει: Προσέξτε σ᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ. «Ἀναβαίνομεν». Ἀνεβαίνουμε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου θὰ πάθω.
 Ὁ Κύριος λέει «ἀνεβαίνουμε», διότι ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν χτισμένη ἐπάνω σὲ λόφους, σὲ μεγαλύτερο ὑψόμετρο ἀπὸ τὴ γύρω περιοχή.
Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀφοροῦν καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἀλλὰ μὲ ἄλλη ἔννοια.
 Νὰ προσέξουμε καθὼς πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος.
 Νὰ ἀνεβοῦμε ὄχι ὑψομετρικὰ ἀλλὰ πνευματικά.
 Νὰ ὑψωθοῦμε πάνω ἀπὸ τὰ πάθη μας, νὰ ὑπερβοῦμε τὸν κατώτερο ἑαυτό μας.
 Νὰ μετανοήσουμε βαθύτερα.
 Νὰ ἐξομολογηθοῦμε μὲ μεγαλύτερη θέρμη.
 Νὰ συγχωρηθοῦμε μὲ ὅσους ἔχουμε μαλώσει ἢ παρεξηγηθεῖ.
Ὀφείλουμε ἀκόμη νὰ φράξουμε κάθε δρόμο ἀπὸ ὅπου εἰσέρχεται ἡ ἁμαρτία καὶ μᾶς μολύνει.
 Νὰ νηστέψουμε καὶ στὶς αἰσθήσεις.
 Νὰ νηστέψουμε καὶ στοὺς λογισμούς.
 Νὰ παρακαλέσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ πνεύσει στὴν καρδιά μας σὰν βίαιος εὐεργετικὸς ἄνεμος καὶ νὰ ἀπομακρύνει τὶς ἀναθυμιάσεις τῆς ποικίλης κακίας καὶ ἀκαθαρσίας μας.
 Σὲ ὅλα αὐτὰ μᾶς βοηθάει ἡ περίοδος ποὺ διερχόμαστε, ἡ νηστεία τῶν τροφῶν καὶ οἱ ἱερὲς Ἀκολουθίες· δίνουν τόνο στὸν ἀγώνα τῆς ψυχῆς.
Νὰ ὑψωθοῦμε ὅμως ὄχι μόνο πάνω ἀπὸ τὰ ἐφάμαρτα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ γήινα, ἀπὸ τὸν θόρυβο τῆς καθημερινότητος, τὶς πολλὲς ἀσχολίες καὶ ὑποχρεώσεις.
 Μὰ πῶς θὰ ξεφύγουμε;
Ὁπωσδήποτε ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ δὲν ἐπιδέχονται ἀναβολή, πρέπει νὰ γίνουν. Τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ μὴ μᾶς ἀπορροφήσουν, νὰ μὴν κυριαρχήσουν στὴν καρδιά μας.
 Εὐχῆς ἔργον εἶναι ποτὲ νὰ μὴν κυριαρχοῦν στὴ σκέψη καὶ στὴν καρδιά μας, πολὺ περισσότερο τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν.
 Νὰ ἀφήσουμε καὶ τὶς εὐχάριστες ἀσχολίες μας· θὰ τολμούσαμε νὰ ποῦμε, καὶ τὰ προβλήματά μας. Καὶ ποῦ νὰ στραφοῦμε;
2. Νὰ ζήσουμε τὰ ἱερὰ γεγονότα

Νὰ στραφοῦμε «εἰς Ἱεροσόλυμα». 
Ὅσο γίνεται πνευματικὰ πιὸ καθαροὶ καὶ ἤρεμοι, νὰ ἀνεβοῦμε στὴν Ἱερουσαλήμ· ὄχι στὴ γεωγραφικὴ πόλη Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ στὰ μεγάλα κοσμοσωτήρια γεγονότα ποὺ συνέβησαν τότε ἐκεῖ· στὰ Πάθη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἄλλαξαν τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ ἄνοιξαν τὸν Παράδεισο.
Νὰ βροῦμε χρόνο νὰ μελετήσουμε.
 Μποροῦμε νὰ μελετήσουμε τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες τῶν ἡμερῶν ἢ τὰ δώδεκα Εὐαγγέλια ἢ ἄλλο σχετικὸ βιβλίο.
 Νὰ ἐμβαθύνουμε, νὰ μᾶς ἀγγίξουν βαθιὰ τὰ ἱερὰ γεγονότα.
 Νὰ ἱκετεύσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς χαρίσει κατάνυξη, μετάνοια, εὐγνωμοσύνη.
 Ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ εἶναι δύσκολη στὸ νὰ ὑψωθεῖ στὰ οὐράνια, νὰ αἰσθανθεῖ τὸν ὠκεανὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
 Χρειάζεται προσπάθεια, φροντίδα, ἡσυχία.
 Χρειάζεται κυρίως ἡ θεία Χάρις, γιὰ νὰ ἀνοίξει στὰ μάτια τῆς ψυχῆς τὸ μυστικὸ κάλλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος.
Νὰ βρεθοῦμε εὐλαβικὰ στὸ Ὑπερῶο, ὅπου ὁ Κύριος, ἀπόλυτα εἰρηνικὸς καὶ ἀνεξίκακος, χαρίζει στὴν ἀνθρωπότητα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ Τὸν θανατώσει, τὸ πιὸ μεγάλο δῶρο, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
 Στὴ Γεθσημανῆ νὰ γίνουμε μάρτυρες τῆς ἀγωνίας Του καὶ νὰ λυπηθοῦμε γιατὶ τόσο εὔκολα ἁμαρτάνουμε, γιατὶ δὲν μισήσαμε τὰ πάθη μας.
 Νὰ ἀτενίσουμε τὸν προδότη μαθητή, τὸν ἀρνητὴ Πέτρο – μήπως τοὺς μοιάζουμε κάποτε; Νὰ δοῦμε τὴ φραγγέλωση, τὰ ραπίσματα, τοὺς ἐμπτυσμούς, τοὺς χλευασμοὺς καὶ τέλος τὴ φοβερὴ Σταύρωση.
Ἐκεῖ στέκεται ἡ πιὸ ἁγία καὶ ἡ πιὸ πονεμένη Μητέρα τοῦ κόσμου.
 Μποροῦμε νὰ τὴν κοιτάξουμε στὰ μάτια;
 Τὸ δικό μας χέρι κρατάει τὴ ρομφαία ποὺ ξεσχίζει τὴν καρδιά της.
 Νὰ μετανοήσουμε.
 Νὰ τῆς ζητήσουμε εἰλικρινὰ συγγνώμη.
 Νὰ σταθοῦμε κι ἐμεῖς κάτω ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο γιὰ ὥρα.
 Νὰ συναισθανθοῦμε τὴ δική μας εὐθύνη, τὴ δική Του ἀγάπη.
 Νὰ Τοῦ μιλήσουμε, νὰ Τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας.
 Καὶ ν᾿ ἀποφασίσουμε τί θὰ Τοῦ ἀνταποδώσουμε γιὰ τὴ μεγάλη θυσία Του γιὰ ἐμᾶς. 
«Συμ­πορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν».
 Νὰ πορευθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ σταυρωθοῦμε μαζί Του.
***

Τὰ Ἄχραντα Πάθη καὶ ἡ λαμ­προφόρος Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι γεγονότα ποὺ περιέχουν πέλαγος ἱερῶν νοημάτων, χαρίζουν ἀνεπανάληπτα βιώματα καὶ πραγματικὰ μεταμορφώνουν, ἐξαγιάζουν τὸν πιστὸ ποὺ τὰ ἑορτάζει μὲ ψυχικὴ ἀνάταση, ἐσωστρέφεια, ἐσωτερικὴ ἡσυχία καὶ μετάνοια.
 Ἂς ἀνταποκριθοῦμε στὴν εὐκαιρία ποὺ μᾶς χαρίζει καὶ ἐφέτος ὁ Κύριος· ἂς χαροῦμε, ἂς ζήσουμε τὸ πολύτιμο δῶρο Του ποὺ λέγεται Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάς, ἐφέτος καὶ ὅσες ἀκόμη φορὲς μᾶς τὸ χαρίσει στὴ ζωή μας.