Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

12/4/18

ΝΥΝ ΠΑΝΤΑ ΠΕΠΛΗΡΩΤΑΙ ΦΩΤΟΣ

Ο κάθε άνθρωπος που έχει νου και γνώση, και στοιχειωδώς εξετάζει με ειλικρίνεια τον εαυτό του, μπορεί να τοποθετηθεί είτε ανάμεσα στους φίλους είτε ανάμεσα στους εχθρούς του Θεού.
 Ο προφήτης πάντως δεν αναλαμβάνει αυτό το έργο:
 να πει εσύ είσαι εχθρός εσύ φίλος.
 Ίσως σε άλλες περιπτώσεις, καταγεγραμμένες ή μη, να το είχε κάνει, εδώ πάντως, αν και είναι βέβαιο ότι θα είχε υπόψη του κάποιους ανθρώπους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εχθροί του Θεού δεν προβαίνει σε παρόμοιο προσδιορισμό.
 Φρονώ ότι ο 67ος Ψαλμός πρέπει να αναγνωστεί παράλληλα με το χωρίο 18:23 του προφήτη Ἰεζεκιήλ, το οποίο λέγει τα εξής:
 «μὴ θελήσει θελήσω τὸν θάνατον τοῦ ἀνόμου λέγει Κύριος ὡς τὸ ἀποστρέψει αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτόν».
 Σε αυτό διακρίνεται ξεκάθαρα η επιθυμία του Θεού για τη σωτηρία και όχι την απώλεια του ανόμου και του αμαρτωλού. 
 Επιθυμία του δεν είναι να τιμωρηθεί, να ασθενήσει ή να υποστεί αλλοίωση του σώματός του, αλλά να αλλάξει τον διεστραμμένο δρόμο του, να αλλάξει πορεία στη ζωή του, να στραφεί προς τη χάρη του Θεού και εν τέλει να σωθεί.
Με πολύ χαρά διαπιστώνει ο πιστός ότι, ευτυχώς για όλους μας,
 στο χώρο της Εκκλησίας δεν υπάρχει θέση για μίσος.
 Όπου η Εκκλησία γίνεται πιο αυστηρή το κάνει για παιδαγωγικούς λόγους διατηρώντας την αγάπη της και αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς που ίσως υποκρύπτουν,
 ή θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι υποκρύπτουν,
 εμπάθεια και αντί να οικοδομούν γκρεμίζουν.
 Επιτρέψτε μου, λοιπόν,
 να διατηρήσω την εντύπωση ότι το «ἀναστήτω ὁ Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί αὐτου» και οι υπόλοιποι θαυμάσιοι στίχοι του 67ου Ψαλμοῦ που πλαισιώνουν το τροπάριο που ξεκινά με τα λόγια «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν» όχι μόνο δεν εκφράζουν την επιθυμία της Εκκλησίας να χαθούν οι ασεβείς,
 αλλά αντιθέτως διακηρύττουν την πίστη της στην Ανάσταση και την καταλυτικά ευεργετική παρουσία του γεγονότος αυτού στον κόσμο μας. 
Για το λόγο αυτό οι στίχοι αυτοί αρμόζουν τέλεια με το «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός» του αναστάσιμου κανόνα που συνεπαρμένοι από τη λαμπροφόρο Ανάσταση ψάλλουμε κατά τη διάρκεια του πασχάλιου όρθρου.
Ψαλμός ΞΖ' / 67 Εἰς τὸ τέλος· ᾠδῆς ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
2 ΑΝΑΣΤΗΤΩ ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν.
 3 ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ.
 4 καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνῃ. 5 ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ· ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἀγαλλιᾶσθε ἐνώπιον αὐτοῦ.
 6 ταραχθήσονται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, τοῦ πατρὸς τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτοῦ τῶν χηρῶν· ὁ Θεὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ.
 7 ὁ Θεὸς κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας, τοὺς κατοικοῦντας ἐν τάφοις.
 8 ὁ Θεός, ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαί σε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ. (διάψαλμα).
 9 γῆ ἐσείσθη, καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ᾿Ισραήλ. 
10 βροχὴν ἑκούσιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός, τῇ κληρονομίᾳ σου, καὶ ἠσθένησε, σὺ δὲ κατηρτίσω αὐτήν.
 11 τὰ ζῷά σου κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ· ἡτοίμασας ἐν τῇ χρηστότητί σου τῷ πτωχῷ, ὁ Θεός.
 12 Κύριος δώσει ρῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ, 
13ὁ βασιλεὺς τῶν δυνάμεων τοῦ ἀγαπητοῦ, τῇ ὡραιότητι τοῦ οἴκου διελέσθαι σκῦλα.
 14 ἐὰν κοιμηθῆτε ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων, πτέρυγες περιστερᾶς περιηργυρωμέναι, καὶ τὰ μετάφρενα αὐτῆς ἐν χλωρότητι χρυσίου.
 15 ἐν τῷ διαστέλλειν τὸν ἐπουράνιον βασιλεῖς ἐπ᾿ αὐτῆς, χιονωθήσονται ἐν Σελμών.
 16 ὄρος τοῦ Θεοῦ, ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον, ὄρος πῖον.
 17 ἱνατί ὑπολαμβάνετε, ὄρη τετυρωμένα, τὸ ὄρος, ὃ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ; καὶ γὰρ ὁ Κύριος κατασκηνώσει εἰς τέλος. 
18 τὸ ἅρμα τοῦ Θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων· Κύριος ἐν αὐτοῖς ἐν Σινᾷ ἦν, ἐν τῷ ἁγίῳ. 19 ἀνέβης εἰς ὕψος, ᾐχμαλώτευσας αἰχμαλωσίαν, ἔλαβες δόματα ἐν ἀνθρώποις, καὶ γὰρ ἀπειθοῦντας τοῦ κατασκηνῶσαι.
 20 Κύριος ὁ Θεὸς εὐλογητός, εὐλογητὸς Κύριος ἡμέραν καθ᾿ ἡμέραν· κατευοδώσαι ἡμῖν ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν. (διάψαλμα). 
21 ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τοῦ σῴζειν, καὶ τοῦ Κυρίου Κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου.
 22 πλὴν ὁ Θεὸς συνθλάσει κεφαλὰς ἐχθρῶν αὐτοῦ, κορυφὴν τριχὸς διαπορευομένων ἐν πλημμελείαις αὐτῶν.
 23 εἶπε Κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐν βυθοῖς θαλάσσης.
 24 ὅπως ἂν βαφῇ ὁ πούς σου ἐν αἵματι, ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου ἐξ ἐχθρῶν παρ᾿ αὐτοῦ.
 25 ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θεός, αἱ πορεῖαι τοῦ Θεοῦ μου τοῦ βασιλέως τοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ.
 26 προέφθασαν ἄρχοντες ἐχόμενοι ψαλλόντων ἐν μέσῳ νεανίδων τυμπανιστριῶν.
 27 ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν ᾿Ισραήλ.
 28 ἐκεῖ Βενιαμὶν νεώτερος ἐν ἐκστάσει, ἄρχοντες ᾿Ιούδα ἡγεμόνες αὐτῶν, ἄρχοντες Ζαβουλών, ἄρχοντες Νεφθαλείμ. 
29ἔντειλαι, ὁ Θεός, τῇ δυνάμει σου, δυνάμωσον, ὁ Θεός, τοῦτο, ὃ κατειργάσω ἐν ἡμῖν.
 30 ἀπὸ τοῦ ναοῦ σου ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ σοὶ οἴσουσι βασιλεῖς δῶρα.
 31 ἐπιτίμησον τοῖς θηρίοις τοῦ καλάμου· ἡ συναγωγὴ τῶν ταύρων ἐν ταῖς δαμάλεσι τῶν λαῶν τοῦ ἐγκλεισθῆναι τοὺς δεδοκιμασμένους τῷ ἀργυρίῳ· διασκόρπισον ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα.
 32 ἥξουσι πρέσβεις ἐξ Αἰγύπτου, Αἰθιοπία προφθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ Θεῷ.
 33 αἱ βασιλεῖαι τῆς γῆς, ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ Κυρίῳ. (διάψαλμα).
 34 ψάλατε τῷ Θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς· ἰδοὺ δώσει τῇ φωνῇ αὐτοῦ φωνὴν δυνάμεως.
 35 δότε δόξαν τῷ Θεῷ· ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ ἡ μεγαλοπρέπεια αὐτοῦ, καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν ταῖς νεφέλαις.
 36 θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ· ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, αὐτὸς δώσει δύναμιν καὶ κραταίωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. εὐλογητὸς ὁ Θεός.

5/4/18

ΟΥΤΕ ΤΟ ΘΕΟ ΔΕΝ ΦΟΒΑΣΑΙ ΕΣΥ ΄΄;;;;;

Μεγάλη Πέμπτη

Το άρθρο αναφέρεται στη σταύρωση του Χριστού μαζί με τους δύο ληστές.
 Ο ένας από τους δύο ενώ ήταν στο Σταυρό,
 κορόιδευε και χλεύαζε τον Χριστό, ενώ ο άλλος του ζήτησε να τον συγχωρέσει και να τον πάρει μαζί του στον Παράδεισο.
Σήμερα μάς άνοιξε τον παράδεισο που ήταν κλεισμένος πάνω από πέντε χιλιάδες χρόνια.
 Γιατί την ημέρα αυτή και την ώρα άνοιξε ο Θεός τις πύλες του στο ληστή και πραγματοποίησε έτσι δύο κατορθώματα, πρώτον, ότι άνοιξε τον παράδεισο και δεύτερον, το ότι έβαλε μέσα το ληστή. Σήμερα μάς ξανάδωσε την παλαιά μας πατρίδα, 
σήμερα μάς ξανάφερε στην πόλη των προγόνων μας και προσέφερε κατοικία σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
 Γιατί είπε ο Κύριος (στο ληστή): 
«Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο».
 Τι λες; Σταυρώθηκες και καρφώθηκες και υπόσχεσαι παράδεισο;
 Ναι, λέει, για να γνωρίσεις καλά τη δύναμη που έχω ακόμη και πάνω στο σταυρό.
 Επειδή λοιπόν είναι λυπηρό το γεγονός που έγινε και για να μη στρέψεις την προσοχή σου στη σταύρωση, 
αλλά να γνωρίσεις τη δύναμη του Εσταυρωμένου, 
 γι' αυτό κάνει πάνω στο σταυρό το θαύμα αυτό, γεγονός που δείχνει ολοφάνερα τη δύναμή Του. Γιατί μπόρεσε να μεταστρέψει την πονηρή διάθεση του ληστή όχι την ώρα που ανέστησε κάποιον νεκρό,
 ούτε όταν πρόσταζε τη θάλασσα και τους ανέμους, ούτε όταν εξεδίωκε τους δαίμονες,
 αλλά με την σταύρωση και την προσήλωσή Του στο σταυρό,
 με τις βρισιές και τους εμπτυσμούς και τους χλευασμούς και τις κακολογίες, για να δεις και από τις δυο πλευρές τη δύναμή Του.

 Γιατί και ολόκληρη τη δημιουργία συγκλόνισε (κατά την ώρα της σταύρωσής Του) και ράγισε τις πέτρες, 
και την ψυχή του ληστή που ήταν σκληρότερη από την πέτρα συγκίνησε και της έδωσε αμοιβή γι' αυτό, γιατί είπε:
 «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο».[...]
Θα ρωτούσε όμως κανείς,
 τι το σπουδαίο έκανε ο ληστής για να κερδίσει μετά τη σταύρωση τον παράδεισο; 
Θέλεις να σου πω με συντομία την ανδρεία πράξη του; 
Όταν ο Πέτρος αρνήθηκε, αν και δεν σταυρώθηκε, τον Κύριο,
 ο ληστής που βρισκόταν πάνω στο σταυρό,
 πίστεψε σ' Εκείνον.
 Και το αναφέρω αυτό όχι για να κατηγορήσω τον Πέτρο, προς Θεού, αλλά για να καταδείξω τη γενναιοψυχία του ληστή.

 Ο μαθητής κάμφθηκε στην απειλή μιας υπηρέτριας,
 ενώ ο ληστής αν και έβλεπε το πλήθος που φώναζε και μαινόταν και έβριζε και περιγελούσε, δεν έδωσε σημασία σ' αυτά, 
ούτε επηρεάσθηκε από τη φαινομενική αδυναμία του Εσταυρωμένου,
 αλλά αφού τα παρέβλεψε όλα αυτά, με τα μάτια της πίστεως υπερπήδησε τα ασήμαντα εμπόδια, πίστεψε στον Κύριο των ουρανών, τον παρακάλεσε θερμά και με συντριβή του είπε:
 «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου».
Ας μην περιφρονήσουμε επιπόλαια τον ληστή και ας μη ντραπούμε να θεωρήσουμε δάσκαλό μας αυτόν που δεν δίστασε ο Κύριος μας να βάλει πρώτον στον παράδεισο.
 Ας μη ντραπούμε να θεωρήσουμε δάσκαλό μας τον άνθρωπο που αξιώθηκε πρώτος απ' όλους τους ανθρώπους να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών,
 αλλά ας εξετάσουμε με προσοχή το καθετί για να δούμε τη δύναμη του σταυρού.
 Δεν είπε στον ληστή, όπως στον Πέτρο,
 «Ακολούθησέ με και θα σε κάνω αλιέα ανθρώπων», ούτε όπως στους δώδεκα μαθητές, 
«θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους για να κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ».
 Και μάλιστα δεν του είπε ούτε μία λέξη.
 Ούτε επέδειξε σ' αυτόν (το ληστή) ο Χριστός τη δύναμή του με κάποιο θαύμα,
 ούτε και ο ίδιος ο ληστής είδε κάποιον νεκρό να ανασταίνεται,
 ούτε δαίμονες να κατατροπώνονται,
 ούτε την τρικυμισμένη θάλασσα να υπακούει.
 Τίποτε δεν του είπε ο Χριστός για τη Βασιλεία των ουρανών ή για την κόλαση,
 αλλά παρόλα αυτά ο ληστής ομολόγησε μπροστά σ' όλους την πίστη του σ' Εκείνον και μάλιστα τη στιγμή που ο άλλος ληστής Τον χλεύαζε.
 Επειδή υπήρχε και άλλος ληστής σταυρωμένος μαζί μ' εκείνον για να επαληθευτεί η προφητεία που έλεγε:
 «συγκατελέγη μεταξύ των κακούργων». 

Γιατί οι Ιουδαίοι ήθελαν να εξαφανίσουν τη δόξα Του και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να Τον προσβάλλουν μ' αυτά που έκαναν,
 μα η αλήθεια έλαμπε απ' όλες τις πλευρές και πλήθαινε μ' αυτές τις αντιδράσεις τους.
Τον χλεύαζε λοιπόν ο άλλος ληστής.
 Είδες, ληστής ο ένας, ληστής και ο άλλος. 
Και οι δυο στο σταυρό, και οι δύο ένοχοι ληστείας και άλλων κακών πράξεων. 
Αλλά δεν είχαν και οι δύο το ίδιο τέλος.
 Ο ένας κληρονόμησε τη Βασιλεία των ουρανών και ο άλλος πήγε στην κόλαση.
 Έτσι έγινε και χθες, μαθητές οι άλλοι, οι έντεκα, μαθητής και ο Ιούδας,
 όμως, ενώ εκείνοι ρωτούσαν το Χριστό: 
«Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;»,
 ο Ιούδας ετοιμαζόταν να Τον προδώσει κι έλεγε:
 «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σάς Τον παραδώσω;».
 Και εκείνοι, οι έντεκα μαθητές, ετοιμάζονταν για να περιποιηθούν το Διδάσκαλο και να πάρουν μέρος στη θεία Μυσταγωγία, ενώ ο Ιούδας έτρεχε για να Τον προδώσει.
 Έτσι και εδώ, ληστής ο ένας, ληστής και ο άλλος, όμως ο ένας Τον χλευάζει και ο άλλος Τον προσκυνεί, 
ο ένας Τον βλησφημεί και ο άλλος Τον ευφημεί και κλείνει το στόμα του βλάσφημου λέγοντάς του: «Ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; 
 Γιατί εμείς απολαμβάνουμε άξια εκείνων που κάναμε».
Είδες πόσο είναι το θάρρος του ληστή; 
Είδες θάρρος μολονότι βρίσκεται πάνω στο σταυρό;
 Είδες πίστη σε στιγμή τιμωρίας και ευλάβεια σε στιγμή βασάνων; 
Ποιος λοιπόν δε θα ένιωθε κατάπληξη για το ότι ήταν κύριος του εαυτού του και είχε τα λογικά του, αν και ήταν τρυπημένος με καρφιά;
 Και όχι μόνον ήτα κύριος του εαυτού του,
 αλλά αδιαφορούσε για τα δικά του βάσανα και φρόντιζε για τα βάσανα των άλλων και γινόταν στο σταυρό δάσκαλος και επιτιμούσε τον άλλο ληστή λέγοντάς του:
 «Ούτε το Θεό δεν φοβάσαι εσύ;»

26/3/18

ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ


Ὅταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.
Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο.
Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.
Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σωτηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της;
Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καί ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραντος ἦταν κι ὁ πόνος Της πού παραμένει ἀκατάληπτος γιά μᾶς.
Ἄσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πές σ᾽ ἐμᾶς τά παιδιά Σου, πῶς ἀγαποῦσες τόν Υἱό Σου καί Θεό, ὅταν ζοῦσες στή γῆ; Πῶς χαιρόταν τό πνεῦμα Σου γιά τό Θεό καί Σωτῆρα Σου; Πῶς ἀντίκρυζες τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου Του; Πῶς σκεφτόσουν ὅτι Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος, πού Τόν διακονοῦν μέ φόβο καί ἀγάπη ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν;
Πές μας, τί ἔνοιωθε ἡ ψυχή Σου, ὅταν κρατοῦσες στά χέρια Σου τό Θαυμαστό Νήπιο; Πῶς τό ἀνέτρεφες; Πῶς πονοῦσε ἡ ψυχή Σου, ὅταν μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσες τρεῖς μέρες στήν Ἱερουσαλήμ; Ποιάν ἀγωνία ἔζησες, ὅταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στήν σταύρωση καί πέθανε στό Σταυρό;
Πές μας, ποιά χαρά αἰσθάνθηκες γιά τήν Ἀνάσταση ἤ πῶς σπαρταροῦσε ἡ ψυχή Σου ἀπό τόν πόθο τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψη;
Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν νά γνωρίσουν τή ζωή Σου μέ τόν Κύριο στή γῆ· ἀλλά Σύ δέν εὐδόκησες νά τά παραδώσης ὅλ᾽ αὐτά στή Γραφή, ἀλλά σκέπασες τό μυστήριό Σου μέ σιγή.
Πολλά θαύματα καί ἐλέη εἶδα ἀπό τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο, ἀλλά μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν᾽ ἀνταποδώσω κάπως αὐτή τήν ἀγάπη.
Τί ν᾽ ἀναταποδώσω ἐγώ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού δέν μέ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στήν ἁμαρτία, ἀλλά μ᾽ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικά καί μέ συνέτισε; Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά Τήν ἀναγνωρίσω ἀπό τά γεμάτα χάρη λόγια Tης καί τό πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν, ὥστε καί μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Tης γλυκαίνη τήν καρδιά μου.
Ὅταν ἤμουν νεαρός ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιά φορά μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καί μπῆκε τότε στήν καρδιά μου ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπό μόνη της νά προφέρεται ἐκεῖ.
Μιά ἄλλη φορά ἄκουγα στήν ἐκκλησία τήν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καί στίς λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε» (Ἡσ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καί μέ τό λογισμό;». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! Μέσα στήν καρδιά μου μιά φωνή ἑνωμένη μέ τήν προσευχή πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτέ δέν ἁμάρτησε, οὔτε κἄν μέ τήν σκέψη». Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στήν καρδιά μου γιά τήν ἁγνότητά Της.
Ἐν τούτοις κατά τόν ἐπίγειο βίο Tης δέν εἶχε ἀκόμα τήν πληρότητα τῆς γνώσεως καί ὑπέπεσε σ᾽ ὁρισμένα ἀναμάρτητα λάθη ἀτέλειας. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο· ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, δέν ἤξερε πού εἶναι ὁ Υἱός Της καί Τόν ἀναζητοῦσε τρεῖς μέρες μέ τόν Ἰωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46).
Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπό φόβο καί τρόμο, ὅταν ἀναλογίζωμαι τή δόξα τῆς Θεομήτορος.
Εἶναι ἐνδεής ὁ νοῦς μου καί φτωχή κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλά ἡ ψυχή μου χαίρεται καί παρασύρομαι στό νά γράψω ἔστω καί λίγα λόγια γι᾽ Αὐτήν.
Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νά τό ἀποτολμήση, ἀλλά ἡ ἀγάπη μέ πιέζει νά μήν κρύψω τίς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Tης.
Ἡ Θεοτόκος δέν παρέδωσε στή Γραφή οὔτε τίς σκέψεις Tης οὔτε τήν ἀγάπη Tης γιά τόν Υἱό καί Θεό Tης οὔτε τίς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατά τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καί τότε θά μπορούσαμε νά τά συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιά τό Θεό ἦταν ἰσχυρότερη καί φλογερότερη ἀπό τήν ἀγάπη τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾽ Αὐτήν.
Παρ᾽ ὅλο ὅμως πού ἡ ζωή τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θά λέγαμε, ἀπό τήν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πώς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μέ τήν ἀγάπη Tης ὅλο τόν κόσμο καί βλέπει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς καί, ὅπως καί ὁ Υἱός Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καί ἐλεεῖ τούς πάντες.
Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου.
Δέν ψεύδωμαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Tης γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχή θά εἶχε χαθῆ ἀπό πολύν καιρό.
Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μ᾽ ἐπισκεφθῆ καί νά μέ νουθετήση, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήση ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τήν ψυχή. Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Tης.
Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.
Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς.
Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας.
Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν.

10/3/18

ΜΑΣ ΒΟΗΘΑ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Σ΄ αυτόν τον πνευματικό αγώνα του ανθρώπου που θέλει να βιώνει το θέλημα του Θεού εναντίον του αμαρτωλού κόσμου, πρωτίστως βοηθός είναι ο Κύριος των Δυνάμεων.
Αυτός με την πανσθενουργό δύναμή Του σβήνει «τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού τα καθ΄ ημών δολίως κινούμενα»
Αλλά καί εκείνη, η οποία έφερε στον κόσμο «τη σωτηρία των βροτών» και της ευσπλαχνίας το πέλαγος που είναι ο Χριστός, διά των πρεσβειών της συμπαρίσταται και επιβλέπει στον πόλεμο των παιδιών της και γεμάτη συμπάθεια γίνεται για τον καθένα «θερμή προστάτις και βοηθός τας των εναντίων εφόδους αποτειχίζουσα και προς σωτηρίαν καθοδηγούσα»
Βασικό της έργο είναι η πρεσβεία και η θερμή ικεσία για τους επί γης ανθρώπους.
 Μοιάζει με τη μητέρα εκείνων, που στην καταστροφή του πολέμου, κατόρθωσε να φθάσει στο φρούριο και να ασφαλισθεῖ, όμως ανησυχεί, κλαίει και οδύρεται, διότι τα παιδιά της, πάνω στη σύγχυση του πολέμου, αποπροσανατολίσθηκαν και δεν έχουν ακόμη φθάσει στο φρούριο.
Διά τούτο παρακαλεί φορτικώς και δέεται με δάκρυα προς τον κύριο του φρουρίου να σώσει τα παιδιά της. Και ο Κύριος ακούει των παρακλήσεών της
Ψάλλει γεμάτος θαυμασμό ο Άγιος Ανδρέας Επίσκοπος Κρήτης
 «Ως συμπαθής ούσα Κόρη, συμπαθέστατον Λόγον ἐκύησας ημίν μετά σαρκός, τούτον αεί εκδυσώπησον του ρυσθήναι κινδύνων και θλίψεων και άλλων πειρασμών, τους αγνήν Θεοτόκον εν πίστει σε δοξάζοντας»
  Μας βοηθά η Θεοτόκος:
στις θλίψεις και στις δοκιμασίες αυτής της ζωής,
στις ασθένειες τις δικές μας και των οικείων μας,
στις αδικίες και στις συκοφαντίες που καθημερινά δεχόμαστε,
στα πικρά ποτήρια των θλίψεων τα οποία επιτρέπει ο Θεός στη ζωή μας,
στα δεινά και στις δυσκολίες που μας κάνουν να πονούμε
 και που πολλές φορές μας οδηγούν στην απελπισία.
Τότε η Θεοτόκος έρχεται ταχύτατος βοηθός.
 Η βασίλισσα του πόνου γίνεται παρήγορος,
 ιατρός,
 βοηθός,
 βακτηρία,
 ενθάρρυνση και ενίσχυση, 
 προκειμένου να άρουμε το σταυρό και, διά του προσωπικού μας Γολγοθά, 
να φθάσουμε στη δόξα της Αναστάσεως.
Η βοήθειά της καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής, των αναγκών και των προβλημάτων μας.
 Με το μαφόριο των δραστικοτάτων ικεσιών της μας καλύπτει κάθε δύσκολη στιγμή και γίνεται σημείο της μητρικής της προστασίας.
Γι΄ αυτό και ο Χριστιανός καταφεύγει με εμπιστοσύνη σε αυτήν και ο πρώτος λόγος που βγαίνει από τα χείλη του είναι ο όνομά της, επαναλαμβάνοντας συχνά πυκνά την ικετήριο ῳδή μαζί με τον ιερό υμνογράφο:
 «Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε,
 ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν,
 ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν»
Πόσο ωραία μας διατυπώνει την αλήθεια αυτή ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης σ΄ ένα περίφημο κανόνα του !
 «Εν παντί εξαίφνης θροϊσμώ, μόνον σου το όνομα ότι φωνώ και δέους απαλλάττομαι, τοιαύτη η χάρις σου, και τηλικαύτη η άμετρος βοήθεια · ῂ πας ο προστρέχων, Δέσποινα εξ αναγκών λελύτρωται»
  Βοηθός η Θεοτόκος στους αγώνες του Έθνους μας.
 Η προστασία της Παναγίας δεν περιορίζεται μόνο στα πρόσωπα των ανθρώπων, αλλά επεκτείνεται και στα ανθρώπινα σύνολα.
 Η κοινωνία, οι πόλεις, αποτελούν αντικείμενο της προστασίας της Θεοτόκου.
Αυτό το γεγονός βιώθηκε και διαπιστώθηκε ιστορικά στην περίπτωση της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτή η πόλη γνώρισε επανειλημμένα την προστασία της Θεοτόκου, αφού στην ακαταμάχητη σκέπη της κατέφευγαν ο κλήρος, οι άρχοντες ο λαός και ο στρατός.
 Γι΄ αυτό και ψάλλουμε μέχρι σήμερα το γνωστό κοντάκιο του Ακαθίστου
 «Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια».
Ἀλλωστε, για την περίπτωση αυτή γράφτηκε και ο Ακάθιστος Ύμνος,
 ο οποίος ψάλλεται μέχρι και σήμερα, για να εκφράζουν πάντοτε οι Χριστιανοί την ευχαριστία τους στο πανάγιο πρόσωπό της.
Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ακόμη, τη βοήθεια της Παναγίας στους αγώνες του Έθνους μας για την απελευθέρωση της πατρίδος μας.
 Ο εθνεγέρτης Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, γράφουν οι ιστορικοί, στην μάχη της Χαλκωμάτας, όταν είδε τους Τούρκους να τον περικυκλώνουν, φώναξε δυνατά:
 «Παναγία μου, σώσε τουλάχιστον την πατρίδα μου».
Αυτήν την προστασία της Παναγίας ζήσαμε στον πόλεμο του 1940.
 «Στο μέτωπο, σε όλη τη γραμμή, από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου μέχρι ψηλά τις παγωμένες Πρέσπες, ο ελληνικός στρατός άρχιζε να βλέπει παντού το ίδιο όραμα:
 Έβλεπε τις νύκτες μία γυναικεία μορφή να προβαδίζει ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους.
 Την αναγνώριζε, την ήξερε από παλιά, του την είχαν τραγουδήσει όταν ήταν μωρό και ονειρευόταν στην κούνια.
 Ήταν η μάνα η μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα, η λαβωμένη της Τήνου, η υπέρμαχος Στρατηγός».
Σε αυτήν, λοιπόν, θα πρέπει να αναθέσουμε και εμείς τη δική μας ελπίδα και την προσδοκία, γιατί, με τα μάτια της πίστεως, γνωρίζουμε ότι θα φθάσουν οι παρακλήσεις μας στο θρόνο του Υιού και Θεού της.
Σε αυτήν οφείλουμε να ακουμπάμε πάντοτε και ιδιαίτερα στις κρίσιμες ώρες που διέρχεται η πατρίδα μας.
Αυτή, δηλαδή η Παναγία, θα μας πιάσει, ακόμη, από το χέρι και θα μας παρουσιάσει στον Υιό και Θεό της και θα μεσιτεύσει για τη δική μας σωτηρία κατά τη φοβερή ώρα της κρίσεως.
«Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν · μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων · παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». ΑΜΗΝ

22/2/18

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΑΡΙΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


Τα χείλη του μουδιασμένα ζητούσαν νερό.
 Είχε τρεις μέρες να φάει και να πιει κάτι. 
Ακολουθίες πολύωρες, μετάνοιες, μελέτη, ο κανόνας στο κελί του, η κατα μόνας αγρυπνία.
 Όλα μαζί του δίνανε μια μικρή γεύση από την άσκηση των μεγάλων ασκητών της ερήμου που ζούσανε έτσι όχι για μερικές ημέρες αλλά σχεδόν όλη τους την ζωή.
Ήταν τυπικό του μοναστηριού του να κρατούνε τριήμερη -απόλυτη- νηστεία οι πατέρες μέχρι την πρώτη Προηγιασμένη.
 Ήταν παράδοση να κάνουνε ένα γερό ξεκίνημα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Δίψα. Αυτό το αίσθημα ήταν φοβερό.
 Ήταν πλέον Τετάρτη απόγευμα.
 Η Προηγιασμένη έφτανε στο τέλος της.
 Έφτανε η στιγμή που μετά από σχεδόν τρεις ημέρες πλήρους νηστείας θα άνοιγε το στόμα του για να φάει.
 Ο ιερέας κάλεσε τους πιστούς. «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
 Μια μικρή ζαλάδα τον έκανε να πιάσει την κολόνα του ναού. 
 Ένας ένας οι μοναχοί σαν πουλάκια άνοιγαν το στόμα τους περιμένοντας την μάνα τους Εκκλησία να τα ταΐσει. 
Ήρθε η σειρά του. Άνοιξε το στόμα του.
 Ο ιερέας λέγοντας «…εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον» τον μετάλαβε Σώμα και Αίμα Κυρίου. Το στόμα του γέμισε τροφή ουράνια.
 Για πρώτη φορά, εκείνη την στιγμή κατάλαβε, σαν να είχε κάποια Θεία επίσκεψη, ότι τρώει τον Θεό.
 Χρόνια μοναχός, εκείνη η στιγμή όμως άνοιξε ο πνευματικός κόσμος μέσα του, μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. 
 Πίστευε όμως τότε κατάλαβε.
 Κατάλαβε χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει πώς κατάλαβε.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γεμάτος φόβο, χαρά, αγωνία, ειρήνη, πλήρη κατανόηση.
 Κατακλύστηκε από ευγνωμοσύνη.
 Απομακρυνθήκε από το Άγιο Ποτήριο.
 Πήγε και κάθισε και πάλι στο στασίδι του. 
Τα μάτια του ήταν διαφορετικά.
 Το κορμί του πλέον στεκόταν όπως οι αγιογραφίες του τοίχου.
 Ήταν και δεν ήταν πλέον εκεί.
 Όλα είχανε χαθεί πλέον.
 Η κούραση, η δίψα, η πείνα, οι λογισμοί, όλα χάθηκαν.
 Ένα πράγμα κυριαρχούσε πάνω στο είναι του.
 Αυτή η γεύση του Χριστού.
Η πρώτη Προηγισμένη Θεία Λειτουργία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μόλις είχε τελειώσει. 
Καθώς όλοι βγαίνανε από το Καθολικό του μοναστηριού μερικοί πατέρες τον άκουσαν να μονολογεί «πώς είναι δυνατόν να έφαγα εγώ τον Θεό; τί πήρα μέσα μου; έφαγα τον Χριστό, ξεδίψασα από το Αίμα Του, χόρτασα από το Σώμα Του…».
 Το βήμα του γοργό, λες και βιαζόταν να πάει κάπου.
 Πρόλαβε και μπήκε στο κελί του.
 Εκεί μέσα, μόνος του πλέον, γονάτισε.
 Ούτε το ράσο έβγαλε, ούτε το καλυμαύχι του, ούτε το κουκούλι.
 Έτσι όπως ήταν γονάτισε χάμο. Άπλωσε τα χέρια του στο ξύλινο πάτωμα, όπως ένας ζητιάνος που ζητά έλεος.Σιωπή.
 Είχε βραδιάσει για τα καλά.
 Έμεινε έτσι ώρα αρκετή.
 Ξάφνου ανασηκώθηκε. «Φτάνει Κύριε…φτάνει» είπε ξεσπώντας σε λυγμούς. «Δεν αντέχω την αγάπη Σου…αποτραβήξου γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει».
Οι λυγμοί σιγά σιγά σταμάτησαν, έμεινε με τα σιωπηλά του δάκρυα να διασχίζουν το πρόσωπό του. Έμεινε όρθιος με τα ράσα του, το κουκούλι στραβό πάνω στο καλυμαύχι του, τα μάτια του καθάρια, τα γένια του ανακατωμένα, τα χέρια του τρεμμάμενα.
Το κελάκι του να μοσχοβολά ευωδία που πρώτη φορά οσφράνθηκε στην ζωή του.
 Μα εκεί στα χείλη του ήταν ακόμα αυτή η γεύση του Θεού, αυτή η γεύση που πλέον θα τον συνόδευε για όλη του την ζωή.
 «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος» ήθελε να βροντοφωνάξει σε όλους τους ανθρώπους της γης.
«Ω, Χριστέ μου…θέλω να σε τρώω και να σε πίνω μέχρι να πάψω να υπάρχω», είπε σιγανά και σφράγισε το σώμα του με το σημείο του σταυρού.
Ακούστηκαν κάποιες πόρτες να ανοίγουν. 
Μετά από λίγο άνοιξε και την δική του πόρτα να δει τι γίνεται.
 Ξημέρωνε, αυτό είχε γίνει.
Όλο το βράδυ πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί.
 Δεν ένιωθε κούραση, δεν ένιωθε πείνα. 
 Ένιωθε ταϊσμένος αιωνιότητα, αφθαρσία.
 Δυο πατέρες τον συνάντησαν καθώς πήγαιναν στον ναό να τον ετοιμάσουν για την πρωινή ακολουθία. «Τόσο νωρίς πάτερ, ξεκουράστηκες»; τον ρώτησαν πρόσχαροι.
Ίσιωσε το κουκούλι του. Τους κοίταξε στα μάτια.
 Εκείνοι τα χάσανε, σα να βλέπανε κάποιον άλλον άνθρωπο. «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά», είπε και χαμήλωσε το βλέμμα του.
Οι πατέρες κοντοστάθηκαν με απορία, κοιτάχτηκαν αναζητώντας απάντηση σ’αυτό το φωτεινό αλλοιωμένο βλέμμα του αδελφού τους, αλλά δεν συνέχισαν. 
Πήγανε μέσα στο ναό. Άρχισαν να ανάβουν τα καντήλια.
 Εκείνος στάθηκε ακίνητος στο μέσο της αυλής.
 Σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Έκανε τον σταυρό του.
 Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε κι αυτός στο ναό για την πρωινή ακουλουθία.
 Άλλη μια μέρα ξεκίνησε, άλλη μια μέρα πιο κοντά προς την Ζωή, την Αγάπη.
 Άλλη μια μέρα πιο κοντά στο τέλος που θα’ναι η αρχή.
Καθώς ανέβαινε στο στασίδι του το σώμα του ανατρίχιασε ολάκερο σα να απεκδυόνταν όλο αυτό το βίωμα.
 Χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Μέχρι την άλλη φορά λοιπόν…» ψέλισε και έβγαλε το κομποσχοίνι από την τσέπη του ζωστικού του.
 Το τάλανο χτύπησε, η καμπάνα ήχησε.
 Άρχισαν να εισέρχονται στο Καθολικό οι πατέρες με τάξη και ησυχία. 
Οι μοναχοί πήρανε τις θέσεις τους.
 Ο εφημέριος φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε «Ευλογητός».
Στεκόταν στο στασίδι του και με το βλέμμα του κοιτούσε έναν έναν τους πατέρες. «Αραγε, πόσοι αδελφοί βίωσαν κάτι τέτοιο που εγώ για πρώτη φορά βίωσα χθες…» αναρωτήθηκε.
 Εκείνη τη στιγμή, ένας αδελφός περνούσε από μπροστά του.
 Σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι. 
 «Μην τα αναλύεις πολύ…αυτά είναι πράγματα του Θεού…» είπε πραεία τη φωνή και πήγε προς το αναλόγιο για να διαβάσει το Κάθισμα του Ψαλτηρίου.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή μόλις είχε αρχίσει.
 Άλλη μια πορεία για την Ανάσταση που εφέτος ήρθε από την αρχή…

14/2/18

ΚΡΙΤΑ ΔΙΚΑΙΟΤΑΤΕ

«Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, τῆς Δευτέρας και ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μνείαν ποιούμεθα».
 Αν σκεφθεί κανείς, πως την ερχόμενη Κυριακή, μνήμη της εξορίας του Αδάμ απ’ τον Παράδεισο, θυμούμαστε την αρχή του παρόντος βίου μας -κι απ’ αυτή την άποψη, η θλιβερή έξωση του Αδάμ απ’ την τρυφή του Παραδείσου, λογαριάζεται σαν πρώτη χρονικά γιορτή των χριστιανών- η μνήμη της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας πρέπει να λογαριάζεται η τελευταία απ’ όλες τις γιορτές.
 Γιατί, πραγματικά, σ’ αυτήν τελειώνουν όλα: και τα δικά μας και του κόσμου όλα τα πράγματα. 
Και πάλι με πολλή σοφία οι άγιοι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθόρισαν, ύστερ’ απ’ τις Κυριακές του Τελώνου και Φαρισαίου και του Ασώτου, να τελούμε τη μνήμη της Δευτέρας Παρουσίας. Γιατί δεν πρέπει, ακούοντας ο χριστιανός τη φιλανθρωπία του Θεού, που φαίνεται σ’ εκείνες τις παραβολές απέραντη, να πέσει σε μεγάλην αμέλεια, λέγοντας με το νου του: «ο Θεός είναι φιλάνθρωπος· άμα, στο τέλος, σταματήσω ν’ αμαρτάνω κάποτε, Εκείνος, όντας φιλάνθρωπος και πολυέλεος, θα με συγχωρέσει, κι όλα πια θα ’χουν τελειώσει καλά». Για να μη σκέφτονται, λοιπόν, μ’ αυτόν τον διαβολοκίνητο και σατανικό τρόπο οι χριστιανοί, έβαλαν οι θειότατοι Πατέρες, ύστερ’ από την Κυριακή του Ασώτου να γιορτάζουμε τη φοβερή και τρομερή εκείνη μέρα της Δευτέρας Παρουσίας. Λογιάζοντας, πως, με την ευαγγελική περικοπή της Κρίσεως, οι αμελείς που συνεχίζουν ν’ αμαρτάνουν, βλέποντας μπροστά τους την άδηλην ώρα του θανάτου και περιμένοντας την ατελεύτητη σειρά των βασάνων της Κολάσεως, που θ’ ακολουθήσουν μετά την Κρίση για τους αμαρτωλούς, ίσως ξυπνήσουν απ’ το λήθαργο κι απ’ το βαρύτατον ύπνο της αμαρτίας· ίσως αφήσουν την νεκροποιό ραθυμία και αμέλεια, για να αγωνισθούν ν’ αποκτήσουν το χρυσοστόλιστο ένδυμα των αρετών, το «ένδυμα του γάμου», που δίχως αυτό και θα κρυώνουν, όντας γυμνοί, και δεν θα μπορούν να εισέλθουν εις τον «νυμφώνα» του Χριστού.
  Δευτέρα Παρουσία λέγεται γιατί προηγήθηκε η πρώτη, κατά την οποία «σωματικῶς πρός ἡμᾶς ἐπεδήμησεν» ο Χριστός. Όμως, στην Δευτέρα δεν θα ’ρθει όπως στην πρώτη: φτωχός, άσημος, χωρίς δόξα. Θα έρθει με πολλή δόξα, με μεγάλη λαμπρότητα και με θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Και τότε δε θα ’ρθει να σώσει, μα να κρίνει τον κόσμο. Και ν’ ανταποδώσει, σ’ όσους έπραξαν αγαθά την αιώνια Βασιλεία του, και σ’ όσους έπραξαν κακά, την αιώνια κόλαση.
  Το βεβαιώνουμε συνοπτικά στο Σύμβολο της πίστεώς μας: «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὖ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».
 Κι αυτό, που οι άγιοι Πατέρες έβαλαν ως Άρθρο στο Σύμβολο της Πίστεως, το βγάζουν ακριβώς απ’ το Ευαγγέλιο της Κρίσεως, που λέγει: 
«Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν δόξαν του καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε θέλει καθήσει εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του καὶ θέλουσιν συναχθῆ ἔμπροσθέν του ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ θέλει διαχωρίσει ἀνάμεσά τους, καθὼς χωρίζει τὰ πρόβατα ὁ βοσκὸς ἀπὸ τὰ ἐρίφια, καὶ θέλει στήσει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴν δεξιάν του μεριὰν καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ζερβήν. Καὶ τότε θέλει εἰπεῖν ὁ βασιλεὺς πρὸς ἐκείνους τῆς δεξιάς μεριᾶς: ἐλᾶτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, νὰ κληρονομήσετε τὴν βασιλείαν ὁποὺ σᾶς εἶναι ἑτοιμασμένη, ἀπὸ ὅταν ἐκτίσθη ὁ κόσμος· ἐλᾶτε νὰ τὴν κληρονομήσετε τὴν βασιλείαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐγὼ ἐπείνασα καὶ ἐσεῖς μὲ ἐδώκετε καὶ ἔφαγα. Ἐδίψησα καὶ ἐδώκετέ μοι καὶ ἔπια. Ἤμην γυμνὸς καὶ μὲ ἐνδύσατε. Ἤμην ξένος καὶ μὲ προσκαλεσθήκετε, ἤμην ἀσθενὴς καὶ ἤλθετε καὶ μὲ εἴδετε. Ἤμουν εἰς τῆν φυλακὴν καὶ ἤλθετε καὶ ἐκοιτάξετέ με. Τότε θέλουσιν ἀποκριθῆ μετὰ ταπεινοφροσύνης οἱ δίκαιοι, λέγοντές, του: “Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν ἡμεῖς νὰ πεινᾶς καὶ ἐδώκαμέν σου καὶ ἔφαγες, ἢ νὰ διψᾶς, καὶ ἐδώκαμέν σου νὰ πιεῖς; Ἢ πότε σὲ εἴδομεν γυμνὸν καὶ σὲ ἐνδύσαμεν, ἢ ξένον καὶ ἐπεριμαζώξαμεν· ἢ πότε σὲ εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ὑπηρετήσαμέν σοι;” Καὶ θέλει τοῖς ἀποκριθῆ, καὶ τοῖς θέλει εἰπεῖν: “Ἀμὴν λέγω σας, βέβαια, ὅτι εἰς ὅσον ἐκάμετε πρὸς ἕνα ἀπὸ τούτους τοὺς μικροὺς τοὺς ἀδελφούς μου, ἐμένα τὸ ἐκάμετε”. Τότε θέλει εἰπεῖν καὶ ἐκείνων ὁποὺ εἶναι εἰς τὴν ἀριστερὰν μεριάν: “σύρετε ἀπὸ τ᾿ ἐμένα οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, ὁποὺ εἶναι ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τῶν ἀγγέλων του, διότι ἐπείνασα καὶ δὲν μοῦ ἐδώκετε νὰ φάγω. Ἐδίψησα καὶ δὲν μὲ ἐποτίσατε. Ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ἐκοιτάξετε”. Τότε θέλουσιν ἀποκριθῆ καὶ αὐτοί, ἀλλὰ μὲ ἀδιαντροπίαν, καὶ θέλουσιν εἰπεῖν: “Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινασμένον ἢ διψασμένον ἢ γυμνὸν ἢ ξένον ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακαῖς καὶ δὲν σὲ ἀποκοιτάξαμεν;” Καὶ θέλει τοὺς ἀποκριθῆ ὁ βασιλεὺς καὶ θέλει τοὺς εἰπεῖ: “Ἀμὴν λέγω σας, ὅτι ὅσον δὲν ἐκάμετε ἑνὸς ἀπὸ τούτους τοὺς μικροὺς, μηδὲ ἐμένα δὲν τὸ ἐκάμετε”. Καὶ ἔτσι θέλουσιν πάγει τοῦτοι εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ πάλιν οἱ δίκαιοι είς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Έτσι αποδίδει ο πολύς Μελέτιος Πηγάς το Ευαγγέλιο της Κρίσεως.
 Θα ήθελε πολύ ο άνθρωπος να ξέρει πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, οπότε όλοι οι άνθρωποι -και όσοι βρίσκονται τότε στη ζωή και όσοι ως τότε θα ’χουνε κοιμηθεί, δηλ. θα ’χουνε πεθάνει- θα παρουσιαστούν μπροστά στο φοβερό κριτή για να κριθούν για τα καλά ή κακά έργα τους. Αλλά όπως ο θάνατος έρχεται σαν κλέφτης, σε άγνωστη ώρα, έτσι και ο Κύριος για τη Δευτέρα Παρουσία, μας άφησε άγνωστους τους καιρούς, που μέλλει να γίνει. 
Κάποτε που τον ρώτησαν οι μαθηταί του γι’ αυτό, Εκείνος απάντησε: «οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιρούς, οὓς ὁ Πατήρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ». Και αλλού πάλι λέγει: «περί δέ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί τῆς ὥρας, οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἀγγελοι τῶν Οὐρανῶν, εἰ μή ὁ Πατήρ μου μόνος». Γιατί άραγε δεν φανερώνει ο Χριστός την ώρα της Κρίσεως και όταν ακόμα τον ρωτούν με αγωνία οι Μαθηταί του; Και μας απαντούν με σοφία οι Πατέρες της Εκκλησίας μας: «δίνει μονάχα τα σημάδια των καιρών, αλλά τους καιρούς τους παρασιωπά. Διότι θέλει να είμαστε πάντοτε έτοιμοι· με το να μη γνωρίζουμε διορισμένο το πότε, θέλει να μη γνωρίζουμε τίποτε, για να είμαστε έτοιμοι αείποτε».
  Υπάρχουν πολλοί, που ακούνε στο όνομα χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι -της ταυτότητος, όπως ονομάζονται προσφυέστατα- αλλά που, σαν άλλοι ειδωλολάτρες Αθηναίοι, δεν πιστεύουν ούτε στην ανάσταση των νεκρών, ούτε στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, ούτε στη φοβερή Κρίση, την οποία θ’ ακολουθήσει αιώνιος Παράδεισος ή αιώνια Κόλαση. 
 Αυτοί οι άνθρωποι, λέγουν με μια χαρακτηριστική αδιαφορία και αμέλεια: «Εδώ, στη γη δηλαδή, βρίσκεται κ’ η Κόλαση, εδώ κι ο Παράδεισος».
 Κ’ έτσι, όχι μόνον αυτοί βαδίζουν στο δρόμο της αμαρτίας, χωρίς να φοβούνται καμιά κρίση και καμιά Κόλαση, μα παρασέρνουν κι άλλους στον εύκολο δρόμο της καλοζωΐας, της καλοπέρασης, του γήινου και σαρκώδους ευδαιμονισμού. Θέλουν να μην ανοίξουν κανένα παράθυρο, να μπει το μεταφυσικό φως στη ζωή τους· αρκούνται στα φωτερά σκοτάδια και στα σκοτεινά φώτα του παρεξηγημένου πολιτισμού της επιδερμίδας. Το στόμα τους και το στομάχι τους είναι γιομάτα αδικίες, τόσο, που ν’ αδυνατούν πέρα για πέρα να γνωρίσουν τη γεύση του ουρανού. 
Γι’ αυτό και λένε, πως όλα εδώ τελειώνουν, πως «εδώ είναι κ’ η Κόλαση, εδώ κι ο Παράδεισος». Κι όμως, πρέπει να γνωρίζει κάθε χριστιανός, πως αυτά είναι λόγια του διαβόλου, που τα ψιθυρίζει στ’ αυτιά μας για να μας κάνει πιο αδιάφορους για την αρετή και πιο πρόθυμους για την αμαρτία. Κ’ είναι μεγάλη αμαρτία να τα λέει κανείς. Όσο αβέβαιη είναι η ώρα του θανάτου, τόσο βέβαιος είναι ο θάνατος, που βάζει τέρμα στη γήινη ζωή μας. Κι όσο αβέβαιος είναι ο καιρός της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, άλλο τόσο είναι βέβαιη η έλευση της Δευτέρας Παρουσίας και της φοβερής του Κρίσεως, με την αιώνια Κόλαση και τον αιώνιο Παράδεισο· για να φανερωθεί, όχι μονάχα η απέραντη φιλανθρωπία του προς τους αξίους του Παραδείσου, αλλά και η απέραντη δικαιοσύνη του προς τους αξίους της Κολάσεως.
  Για όποιον όμως πιστεύει στο Θεό, όπως μας απεκαλύφθη στην αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση, κ’ έχει σταθερότητα στην πίστη του, δεν υπάρχει κίνδυνος και περιθώρια γι’ αμφιβολίες – αν υπάρχει Κρίση στον Ουρανό, και τι συνέπειες θα ’χει αυτό για τη συνέχεια της πνευματικής ζωής του. «Καὶ συνάξω πάντα τὰ ἔθνη, λέγει ο Κύριος στον προφήτη Ιωήλ, καὶ κατατάξω αὐτὰ εἰς κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, καὶ διακριθήσομαι πρὸς αὐτοὺς ἐκεῖ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ μου. Ἐξεγειρέσθωσαν, ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρῖναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν» (Ιωήλ δ΄ 2, 12).
Κι αλλού πάλι, στον προφήτη Δανιήλ, λέγει: «Ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον· ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν» (Δαν. ζ΄ 9-10). 
Εδώ ακριβώς έχουν την αρχή του οι βαθιά κατανυκτικοί ύμνοι της Κυριακής, που ψάλλονται στο Εσπερινό: «Ὅταν μέλλῃς ἔρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι», «Βίβλοι ἀνοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις, ἀνθρώπων ἐπίπροσθεν, τοῦ ἀστέκτου Βήματος», 
«Ἠχήσουσι σάλπιγγες, καὶ κενωθήσονται τάφοι, καὶ ἐξαναστήσεται, τῶν ἀνθρώπων τρέμουσα, φύσις ἅπασα», «Οἴμοι μέλαινα ψυχή!» κ.α.
  Για το χριστιανό, λοιπόν, η μέλλουσα Κρίσις και η μέλλουσα ζωή είναι μια βεβαιότητα χειροπιαστή, θα λέγαμε, με τις πνευματικές μας αισθήσεις. «Τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ, λέγει ο θεόγλωσσος Απόστολος, ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος, πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν»(Β΄ Κορ. ε΄ 10).
Αυτή, όμως, η βεβαιότητα για τη μεταφυσική ζωή, στην οποία δεν πιστεύουν οι άθεοι, μας υποχρεώνει να ζούμε με ανάλογο τρόπο και την παρούσα ζωή, με αγάπη στο Θεό και στον πλησίον, με πνευματική και σωματική καθαρότητα, τηρώντας μ’ ένα λόγο το Νόμο του Θεού. «Μνημόνευε τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμαρτήσεις», λέγει ο σοφός Σολομών. 
Έτσι μονάχα έχουμε ελπίδα να μας βάλει δεξιά του, στη Δευτέρα Παρουσία, με τα πράα και ήρεμα πρόβατα, κι όχι ζερβά του, με τ’ άγρια κι άταχτα ερίφια. Και πράττοντας ελεημοσύνη στο φτωχό πλησίον μας, που έτσι δείχνουμε μαζί και την αγάπη προς το Θεό, την ίδια στιγμή, να λέμε συχνά αυτό το τροπάριο:
Ὅταν ἔλθῃς ὁ Θεός, ἐπὶ γῆς μετὰ δόξης,
καὶ τρέμωσι τὰ σύμπαντα,
ποταμὸς δὲ τοῦ πυρὸς,
πρὸ τοῦ Βήματος ἕλκῃ,
καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται
καὶ τὰ κρυπτὰ δημοσιεύωνται·
τότε ρῦσαί με, ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου,
καὶ ἀξίωσον, ἐκ δεξιῶν σου μὲ στῆναι,
Κριτὰ δικαιότατε.

23/1/18

Ένα σκάνδαλο, πολλές αμαρτίες και ένας άγιος!

Παναγιωτόπουλος Ἰωάννης (Λέκτορας στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν)




Μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ἱστορίες τοῦ Λαυσαϊκοῦ περιγράφει τὸ βίο ἑνὸς μοναχοῦ, ποὺ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ μοναστήρι, δούλευε σὰν φορτοεκφορτωτὴς στὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας. Καὶ ὅπως ἀπὸ κάθε λιμάνι, οὔτε ἀπ’ αὐτὸ ἔλειπαν οἱ πόρνες. Ὁ «μοναχὸς» δούλευε ὅλη τὴν ἡμέρα, καὶ τὸ βράδυ ξόδευε ὅλα ὅσα κέρδιζε, «ἀγοράζοντας» τὴν συντροφιὰ μιᾶς πόρνης γιὰ ὅλη τὴ νύχτα.

Ἦταν ἡ ντροπὴ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλης, ἦταν τὸ σκάνδαλο τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ χρόνια περναγαν καὶ παρὰ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς συστάσεις, αὐτὸς συνέχιζε τὴν ἁμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, ὅπως σὲ ὅλους μας, ὁ θάνατος ἦρθε σὰν λύτρωση, σὰν φάρμακο ποὺ θὰ τὸν ἔσωζε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ δὲν σταμάτησε νὰ κάνει ἀκόμη καὶ λίγο πρὶν πεθάνει. Καὶ πῶς νὰ τὸν ἀφήσουν χωρὶς ταφὴ γιὰ χριστιανό; Οἱ παπάδες τῆς πόλης τὸν πῆραν νὰ τὸν κηδέψουν καὶ μαζί του νὰ θάψουν τὸ σκάνδαλο. Τὸ νέο μαθεύτηκε: Ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς πέθανε. Ποιὸς ἄραγε θὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία νὰ τὸν ἀποχαιρετήσει;

Ἡ ἐκκλησία στὴν κηδεία του γέμισε ἀπὸ γυναῖκες τῆς Ἀλεξάνδρειας, τίμιες γυναῖκες, χριστιανές, ποὺ ἦρθαν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν, μὰ ὄχι σὰν ἕναν ὁποιοδήποτε νεκρό, σὰν ἅγιο! Κάποιος γνώρισε σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὸ πρόσωπο μιᾶς πόρνης, ποὺ εἶχε καιρὸ νὰ δεῖ στὸ λιμάνι… δὲν ἦταν ὅμως, ὅπως τὴν θυμόταν. Κάποιες ἄλλες, ἁπλά τοὺς θυμίζαν κάτι ἀπόμακρο.

Τότε ἡ πόλη ἔμαθε πὼς ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς ἦταν ἕνας ἅγιος, ποὺ μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ κέρδιζε, ἐξαγόραζε μία νύχτα χωρὶς ἁμαρτία, ἀγόραζε τὸ «δικαίωμα» στὸ σῶμα τους γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ψυχή τους. Τότε ἡ πόλη ἔμαθε, ὅτι αὐτὸς ποὺ νομίζαν ὅτι εἶναι τὸ «σκάνδαλο» ἦταν ἡ ἁγνότητα, ἡ ἄδολη ἀγάπη, ἡ αὐταπάρνηση, ὁ ἄνθρωπος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θέωση. Γιατί ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνεται στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ στὸ τέλος της. Γιατί ἀκόμη κι ὅταν ὁ ἴδιος ζεῖ «καθὼς πρέπει», πρέπει νὰ μαρτυρήσει, πρέπει νὰ ζήσει τὴν μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο. Τελικὰ ποιὸς εἶναι τὸ σκάνδαλο, ὁ ἄλλος ἢ ἐμεῖς; Μήπως ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ θέτω στὸν ἄλλο τὸ προσωπεῖο ποὺ μοῦ ταιριάζει νὰ τὸν βλέπω; Μήπως γιατί φοβᾶμαι μὴν ἀποκαλυφθεῖ τὸ δικό μου προσωπεῖο;

Καὶ τελικὰ τί κάνουμε μὲ τὸ σκάνδαλο, ποιὸς τὸ κουβαλᾶ, ποιὸς θὰ «σώσει» τὸ σκάνδαλο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι οὐσιαστικό, γιατί τὸ σκάνδαλο τοῦ ἄλλου ἔχει μιὰ θεμελιακὴ λειτουργία: Γεμίζει τὰ δικά μας κενά, τὰ κενά τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Εἶναι εὔκολο νὰ κατηγορήσουμε, εἶναι εὔκολο νὰ γκρεμίσουμε, ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ δουλέψουμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό! Υἱοθετοῦμε ἐπιλογὲς ἀπάνθρωπες καταρχὴν γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν κάθε μορφῆς κρίση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὑπόθεση ἰδεολογίας, θεωρίας ἢ δομῶν, εἶναι πρωτίστως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς λειτουργίας χωρὶς πραγματικὸ σκοπό, ἡ εἴσοδος σὲ ἕναν μηχανισμὸ κατάρρευσης καὶ φθορᾶς. Σήμερα ζοῦμε μὲ μοναδικὴ ἔνταση τὴν ποιοτικὴ ἀπώλεια τῶν ἐσωτερικῶν κριτήριων μιᾶς κοινωνίας ποὺ δὲν «κοινωνεῖ», ἀλλὰ μόνο «ἐπικοινωνεῖ» τὰ ἀδιάλειπτα κενά της. Ἡ «πραγματικὴ ζωὴ» δὲν εἶναι ἡ δική μας, ἀλλὰ τοῦ ἀλλοῦ. Ἐντούτοις ὀφείλουμε νὰ ἀναζητήσουμε τὴν δική μας ζωή, γιατί στὴν τελικὴ Κρίση τὸ δικό μας βιβλίο, τῆς ζωῆς μας, θὰ εἶναι ἀδειανό.



Πηγή: agiazoni.gr