Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

20/3/17

H προσωπική σχέση που θεώνει τον άνθρωπο

Η πίστη είναι σχέση και μια μορφή εκδήλωσης της σχέσης αυτής είναι η λατρεία μέσο των μυστηρίων της Εκκλησίας.
 Αυτή την υπέρτατη σχέση καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε και να θέσουμε νέα θεμέλια για την ωφέλεια της ψυχής μας μέσο της καρποφορίας του πνευματικού αγώνα.
Αλήθεια όμως ποια είναι η σχέση που έχουμε με τον ίδιο το βασιλιά της δόξης και σωτήρα Χριστό;
Κάθε σχέση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι έμμεσα η άμεσα παίρνει κάποιον χαρακτήρισμό.
 Η σχέση δυστυχώς με τον Χριστό αποκτά χαρακτήρα συναλλαγής και φαρισαϊσμού ενώ θα έπρεπε να είναι σχέση προσφοράς και απροϋπόθετης δοτικότητας , αγάπης και λατρείας προς τον ίδιο τον δημιουργό.
 Η ώρα της προσευχής γίνεται ώρα συναλλαγής : τι θα κάνω για να μου δώσεις , και αν μου πάρεις σε απορρίπτω.
 Με λίγα λόγια εκείνη την ώρα γινόμαστε ειδωλολάτρες δεν μιλάμε στον Χριστό αλλά σε κάποιον αόρατο δημιούργημα της φαντασίας μας που απλά το πλάθουμε στα δικά μας μέτρα για να μην ταράξουμε τον εγωισμός μας.
Αυτόν τον Θεό απορρίπτουν οι άθεοι και καλά κάνουν διότι τέτοιος Θεός απλά δεν υπάρχει.
 Έναν Θεός που δεν μου κάνει τα χατίρια του εγωισμού μου παύει να υπάρχει για μένα άρα το γυρνάω στην αθεΐα.
 Οι άθεοι αγνοούν το Θεό όπως πραγματικά είναι , απορρίπτουν κάποιον Θεό του μυαλού τους. 
 Αν γνώριζαν πραγματικά το Χριστό τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.
 Δεν θέλω τον Χριστό στις μέρες μας μεταφράζεται “δεν τον γνωρίζω”.
 Ζούμε στην ουσία προ-χριστιανικά χρόνια και η μάθηση κατήχησης είναι περισσότερο αναγκαία απο πότε.
 Στην επιλογή του αθεϊσμού σαν φίλαυτο αποτέλεσμα αποκαλύπτεται η αποκορύφωση της υπέρτατης προσωπικής πλάνης με εγωιστικά μέσα και σταθμά.
 Με την ίδια λογική απορρίπτω τον πατέρα που με έφερε στον κόσμο διότι δεν μου κάνει ότι θέλω. Εκεί σπάνε και τα θερμόμετρα της έπαρσης και της φιλαυτίας.
 Εμείς όμως ελέγχουμε την ζωή μας μόνο στο πλαίσιο της ελευθερίας επιλογών και όχι της βαθύτερης πνευματικής γνώσης προς ωφέλεια.
 Τι είναι ωφέλιμο για εμάς το γνωρίζει ο Θεός, τώρα αν θα το επιλέξουμε αυτό έγκειται στην ελευθερία επιλογής που μας έχει δώσει ως δώρο.
 Δηλαδή να πάρω θέση στην απόφαση.
Η αληθινή πραγματική σχέση με τον Χριστό είναι ένα μεγαλείο. 
Σχέση προσωπική και αναλογική στο δρόμο προς την αλλαγή και την Θέωση όπου σε αυτόν το δρόμο συναποφασίζει ο άνθρωπος με τον Θεό την εξέλιξη της διαδρομή αλλά με αποτέλεσμα τον ίδιο σκοπό. 
Τον λατρεύεις όχι για την αποκλειστικότητα της σωτηρίας, αλλά γιατί είναι Πατέρας,δημιουργός, φως , αλήθεια και ζωή αυτή που σου δίνει ακόμα και η αναπνοή του περνάει από εκείνον. «Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριο».
Αν θυμηθούμε τα λόγια του πατρός Παϊσιου όταν προσευχόταν σε μικρή ηλικία και έλεγε “Ακόμα και άνθρωπος να είσαι Χριστέ μου αξίζει να σε αγαπήσω και να αφιερώσω την ζωή μου για σένα”, η πρόταση αυτή ξεχειλίζει με αγάπη και ρευστοποίηση του εαυτού να δοθεί σε κάτι απόλυτα χωρίς συμφωνίες και προκαταλήψεις.
 Είναι εκείνος που σε έφερε στον κόσμο ως καρπό αγάπης και δημιουργίας.
 Ο Χριστός δεν σώζει για αυτά που κάνει αλλά για αυτό που είναι.
 Η σχέση λοιπόν μαζί του και ο δίαυλος επικοινωνίας περνάει πρώτα από την ταπείνωση και την μετάνοια ώστε να αρχίσει η ακτινοβολίας της σχέσης αυτής.
 Το πρώτο βήμα είναι να αφεθούμε στην σχέση ώστε να μπορέσουμε να αντικρίσουμε τις αποκαλύψεις Του στην ζωή μας και να τις χρησιμοποιήσουμε για ωφέλεια.
 Η σχέση με τον Χριστό είναι προσωπική και το άνοιγμα σε εκείνον γίνεται μαζί Του: “ Κύριε εαν θέλεις δυνασαι με καθαρίσαι , γενηθήτω το θέλημα σου εν εμοί”. Το δεύτερο σκέλος μπορεί να έχει και δυσάρεστες συνέπειες αλλά αυτές είναι στο πλαίσιο της σωτηρίας και της ωφέλεια μας να προσπελάσουμε το στάδιο της κάθαρσης και φώτισης ώστε βιώσουμε την θέωση ως ευχαριστιακή και οντολογική κατάσταση και όχι ως κατάκτηση και κέρδος.
Ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα αλλά το σίγουρο είναι οτι τα ροδοπέταλα και οι δόξες είναι στο τέλος της διαδρομής όταν προσπεράσεις σαν πραγματικός αγωνιστής τις δυσκολίες και τότε ο Κύριος θα σε στεφανώσει με την δόξα του.
 Η πορεία του ανθρώπου προς την θέωση δεν μπορεί να παρακάμψει τον Σταυρό.
 Για αυτό και ο Χριστός κάνει σταυρική υποδοχή στον άνθρωπο.
 Χωρίς σταυρό ανάσταση δεν υπάρχει .
Ανοίγουμε την καρδιά μας να μπεί ο Χριστός μέσα μας και εμείς σε εκείνον τότε η σχέση δομείται και έχει ωφέλιμα χαρακτηριστικά αυτό συμβαίνει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πέρνουμε Χριστό μέσα μας ώστε να μας φωτίσει και να αγιάσει τον αγώνα μας.
 Η Θεία κοινωνία είναι αυτή που καλούμαστε να μετέχουμε και να γίνουμε κοινωνοί της θείας χάριτος. Μπαίνω σε μια σχέση σημαίνει αφήνω κάτι πίσω μου , αυτό που θα αφήσουμε θα είναι θα είναι ο παλιός μας εαυτός και τα πάθη που μολύνουν την ύπαρξης μας και της κόβουν το δρόμο.
 Εδω έρχεται και το μυστήριο της εξομολόγησης αφήνουμε και πετάμε τον παλιό μας εαυτό ώστε η σχέση μας με το Χριστό να γίνεται όλο ένα περισσότερο αποκαλυπτική.
 Ας αφεθούμε λοιπόν σε αυτή την υπέρτατη προσωπική σχέση μεταμόρφωσης και σωτηρίας.
 Ο θάνατος μπορεί να είναι κοντά και εαν είναι και αιφνίδιος αλίμονο μας , διότι περιθώρια για μετάνοια δεν θα μπορέσουν να υπάρξουν.
 Όταν κάποτε ένας μοναχός είδε μετά απο μεταθανάτια εμπειρία τι θα περάσει η ψυχή του ανθρώπου μετά τον θάνατο κλείστηκε στο κελί του 12 χρόνια κλαίγοντας.
 Μήπως ήρθε η ώρα να ανοίξουμε την ψυχή μας στην υπέρτατη αυτή σχέση ;
 Η ευθύνη της πρόσκλησης αυτής όπως και η σχέση είναι προσωπική.
 Καλό αγώνα !

7/3/17

«Χαίρε θρόνε πύρινε του Παντοκράτορος».

Ένας από τους χαρακτηρισμούς που οι Πατέρες της Εκκλησίας δίνουν στο πανάγιο πρόσωπό της είναι και αυτός του «ΘΡΟΝΟΥ».
«Χαίρε θρόνε πύρινε του Παντοκράτορος».
Η εικόνα αυτή προέρχεται από το όραμα του Προφήτου Ησαΐου «είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου»
. Αυτήν την εικόνα χρησιμοποιούν κι οι ιεροί υμνογράφοι της Εκκλησίας για να παρουσιάσουν τη διακονία και την προσφορά τής Θεοτόκου στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Θρόνος η Παναγία. Θρόνος δεδοξασμένος, κατά την έκφραση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «Χαίρε, θρόνε Θεού, δεδοξασμένη αγνή· χαίρε, παλάτιον ευρύχωρον»3.
Είναι ο «θρόνος ο πύρινος του παντοκράτορος», όπως ψάλλει ο Άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος.
Είναι ο «θρόνος έμψυχος του Θεού».
Είναι ο θρόνος ο χερουβικός, όπως ψάλλουμε στην περίφημη Ενάτη Ωδή των Χριστουγέννων: «Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον … θρόνον χερουβικόν την Παρθένον … εν ώ ανεκλίθη ο αχώρητος».
Σ΄ αὐτόν το θρόνο, ο οποίος είναι φλογισμένος από την ενέργεια της χάριτος του Θεού κι ο οποίος δορυφορείται από τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, αναπαύθηκε καταδεκτικά ο ποιητής του Αδάμ και απόγονός του κατά την ανθρώπινη φύση, ο Χριστός.
Δεν ζήτησε ο Θεός να κατοικήσει σε χειροποίητους Ναούς, ούτε να θεραπεύεται, κατά τη ρήση του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, από ανθρώπινα χέρια, αλλά από την άχραντη γαστέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου, προκειμένου να αναπλάσσει και να ανακαινίσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Πόσο μας συγκινεί το Μεγαλυνάριο προς την Παναγία που ψάλλεται τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου:
 «Την γαρ σην μήτραν θρόνον εποίησεν και την σην γαστέρα πλατυτέραν ουρανόν απειργάσατο»!
Θρόνος η Παναγία. Ερμηνεύοντας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το λόγο του Προφήτου Δαβίδ «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» ρωτά: Πού βρίσκεται η Θεοτόκος;
 Και απαντά ο ίδιος: «Στέκεται όχι μόνο πλησίον του Θεού, αλλά και πολύ εύλογα στα δεξιά Του· γιατί όπου κάθησε ο Χριστός στον ουρανό, δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης, εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό· … όχι μόνο επειδή ποθεί και ποθείται περισσότερο από όλους, … αλλά και επειδή είναι αληθινά θρόνος αυτού· και όπου κάθεται ο βασιλιάς, εκεί βρίσκεται και ο θρόνος του».
Αυτόν το θρόνο τον πυρίμορφο πλησιάζουμε κι εμείς κάθε φορά, προκειμένου να μας οδηγήσει στον Υιό και Θεό της.
 Ο Άγιος Θεοφάνης Επίσκοπος Νικαίας αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά:
 Ο Χριστός είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας, από την οποία κεφαλή πηγάζει «παν δώρημα τέλειον».
 Η Θεοτόκος είναι ο τράχηλος του σώματος της Εκκλησίας.
 Από αυτόν τον τράχηλο φθάνει η άνωθεν δωρεά στους πιστούς, τα μέλη του σώματος της Εκκλησίας. Είναι η μόνη οδός πού ανεβάζει τους πιστούς και τους συνδέει με την «κεφαλήν πάσης αρχής και εξουσίας και της καθ΄ ημάς εκκλησίας».

27/2/17

«Προσέξτε καλά τον εαυτό σας»,

«Αλίμονο σ᾿ εσάς που τώρα είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε».

«Αλίμονο σ᾿ εσάς που τώρα είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε». 
Ο αποφθεγματικός αυτός λόγος του Κυρίου αφορά τους παραβάτες της αγίας εντολής της νηστείας. 
Με τι θα τρέφεστε στην αιωνιότητα, όταν εδώ μάθατε να παραχορταίνετε από υλικές τροφές, που δεν υπάρχουν στον ουρανό; 
Με τι θα τρέφεστε στην αιωνιότητα, όταν δεν γευθήκατε κανένα ουράνιο αγαθό;
 Πως θα τραφείτε και θα ευφρανθείτε με τα ουράνια αγαθά, όταν γι᾿ αυτά δεν νιώσατε παρά αδιαφορία ή και αποστροφή;
Ο σαρκικός άνθρωπος είναι ολοκληρωτικά βυθισμένος στις αμαρτωλές απολαύσεις.
 Και ο νούς και η καρδιά και το σώμα του είναι παραδομένα στην ηδυπάθεια.
 Δεν μπορεί όχι μόνο πνευματικές απολαύσεις να αισθανθεί και τη θεία χάρη να αποδεχθεί, μα ούτε και να μετανοήσει. 
Γενικά, είναι ανίκανος για κάθε πνευματική εργασία. Είναι καρφωμένος στη γη, βυθισμένος στα γήινα, ζωντανός ως προς το σώμα και νεκρός ως προς την ψυχή.Το Ευαγγέλιο ανανέωσε και υπογράμμισε την εντολή της νηστείας. 
«Προσέξτε καλά τον εαυτό σας», είπε ο Κύριος. «Μην παραδοθείτε στην κραιπάλη και τη μέθη». 
Το αποτέλεσμα της κραιπάλης και της μέθης είναι η παχύτητα όχι μόνο του σώματος, αλλά και του νού και της καρδιάς. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, ο άνθρωπος οδηγείται τόσο σωματικά όσο και ψυχικά σε κατάσταση σαρκικότητας.
Τόσο βαρυσήμαντη ήταν η εντολή της νηστείας που δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο μέσα στον παράδεισο, ώστε την ίδια ώρα του ανακοινώθηκε και η τιμωρία την οποία θα συνεπαγόταν η παράβασή της: ο αιώνιος θάνατος.
 Μέχρι σήμερα ο θάνατος της αμαρτίας επισκέπτεται τους παραβάτες της αγίας εντολής της νηστείας. Όποιος δεν έχει μέτρο και διάκριση στη διατροφή του, δεν μπορεί να διαφυλάξει την αγνεία και τη σωφροσύνη, δεν μπορεί να δαμάσει την οργή, δεν μπορεί να νικήσει την οκνηρία, την αθυμία και τη λύπη, γίνεται δούλος της φιλοδοξίας και κατοικητήριο της υπερηφάνειας.
 Την υπερηφάνεια τη γεννά μέσα στον άνθρωπο η σαρκική του κατάσταση, κι αυτήν πάλι τη δημιουργεί η τρυφηλή ζωή, γενικά, και η πλούσια διατροφή, ειδικότερα.

8/2/17

ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

Πολλοί είναι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που ρωτούν για το επερχόμενο Ψυχοσάββατο και αναρωτιούνται για το τι πρέπει να πράξουν. Ψυχοσάββατο 2017: Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017, απόγευμα, στον Εσπερινό και Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 ( Επίσης, σε μερικές Μητροπόλεις κάνουν κόλλυβα και μνημονεύουν τους κεκοιμημένους και αυτό το διήμερο, Παρασκευή/Σάββατο 24/02 και 25/02, καθώς και την επόμενη Παρασκευή/Σάββατο 4 και 5 Μαρτίου 2017 κάνουμε κόλλυβα για την εορτή των Αγίων Θεοδώρων. Τέλος, παραμονή της Πεντηκοστής , το πρωί στη Θεία Λειτουργία, το δεύτερο της Πεντηκοστής είναι το διήμερο Παρασκευή- Σάββατο 2 και 3 Ιουνίου 2017 ) – καλό θα ήταν να ετοιμάσουμε και κόλλυβα και πρόσφορο υπέρ των ψυχών και να προσφέρουμε υπέρ αναπαύσεως τους έστω και ένα μικρό ποσό στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή ) που τελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας για όλους τους κεκοιμημένους αδελφούς μας . Παραθέτουμε ένα ενημερωτικό κείμενο του μακαριστού, ομότιμου καθηγητή της Θεολογίας του ΑΠΘ, κ. Σ. Σάκκου, από την ιστοσελίδα της Απολύτρωσις. Θεωρούμε τις προσευχές για τους κεκοιμημένους, τους νεκρούς μας ( είτε στη Θεία Λειτουργία, είτε στα μνημόσυνα, είτε στα τρισάγια, είτε στα ψυχοσάββατα ) ΥΨΙΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΑΓΑΠΗΣ προς τους αδελφούς που δεν είναι πια μαζί μας. Και θεωρούμε μεγάλο ατόπημα των χιλιάδων αιρέσεων και παραθρησκειών που αρνούνται τις προσευχές για τους κεκοιμημένους, με σχολαστικισμό ! Τι κρίμα είναι να αφήνουν τους νεκρούς τους αβοήθητους, χωρίς προσευχές ! Τι κρίμα, τι φοβερό είναι να πεθαίνουν και να μένουν χωρίς τις προσευχές των ζώντων !
Μεσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς. Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης ) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα : Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της Επουράνιας Βασιλείας Του.
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει: * Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.
* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα. Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο: « Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».
Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κο 5,14).
Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας.
Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής και ορισμένες παρερμηνείες στην Παράδοση της Εκκλησίας Θα πρέπει, τέλος, να εξηγήσουμε ότι πολλά λάθη από την άγνοια του παρελθόντος έχουν φτάσει ως τις μέρες μας, και θα πρέπει άμεσα να διορθωθούν. ■
 Τα μνημόσυνα θα πρέπει να γίνονται την ημέρα που πρέπει, αν αυτό είναι εφικτό, αλλιώς κατ’ οικονομία και μόνο ο ιερέας θα επιτρέψει την τέλεση του νωρίτερα ή αργότερα. 
 ■ Το σπάσιμο γυάλινων αντικειμένων ή άλλων τοιούτων,το σκέπασμα των καθρεφτών και των τηλεοράσεων για άγνωστο λόγο και η απαίτηση των συγγενών από τον ιερέα να κάνει αγιασμό στο σπίτι του αποθανόντος για να φύγει το κακό, είναι άκρως ειδωλολατρικές συνήθειες και είναι καιρός με την καθοδήγηση των ιερέων μας, να εξαλειφθούν από την παράδοση της Εκκλησίας μας.
 ■ Στα μνημόσυνα παραθέτουμε και ευλογούνται μόνο καλώς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ως ενδεικτικά της Αναστάσεως και όχι άλλα υποκατάστατα (κουλουράκια – ψωμάκια – γλυκά κ.τ.λ.). Τα κόλλυβα συμβολίζουν τις αμαρτίες του αποθανόντος κι εμείς όταν τα τρώμε λέμε “ο Θεός να τον συγχωρέσει”. 
 ■ Το πρώτο Σάββατο της Τεσσαρακοστής δεν είναι «Ψυχοσάββατο», αλλὰ εορτάζουμε το «δια κολλύβων» θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. 
 ■ Στα Ψυχοσάββατα μπορούμε να παραθέτουμε κόλλυβα είτε στην Εκκλησία, στον Εσπερινὸ της Παρασκευής και στην Θεία Λειτουργία του Σαββάτου, είτε στα κοιμητήρια, κατόπιν συννενοήσεως με τους ιερείς, το Σαββάτο μετά την Θεία Λειτουργία, είτε και στα δύο. Πρόκειται περί της ιδίας αξίας, αφού η ίδια ακολουθία διαβάζεται.
■ Τα ευλογηθέντα κόλλυβα δεν τα πετάμε ποτέ στα σκουπίδια, παρά μόνο τα μοιράζουμε σε γνωστούς και φίλους εις μνημόσυνο και συγχώρεση του αποθανόντα .

28/1/17

ΜΕ ΛΙΜΑΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΙ ΝΑΟΙ ΜΑΣ


      Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ Ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη.
 Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή. Ὁ Ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
 Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες.Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου.

 Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.
 Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι; 
 Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων.
 Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28).
 Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση;
 Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει.
 Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.
          Γιατί δὲν ἐκκλησιάζεσαι;
         Παρ᾿ ὅλα αὐτά, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία.
 Τί θλιβερό! 
Στοὺς χοροὺς καὶ στὶς διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. 
Τὶς ἀνοησίες τῶν τραγουδιστῶν τὶς ἀκοῦμε μὲ εὐχαρίστηση.
 Τὶς αἰσχρολογίες τῶν ἠθοποιῶν τὶς ἀπολαμβάνουμε γιὰ ὦρες, δίχως νὰ βαριόμαστε.
 Καὶ μόνο ὅταν μιλάει ὁ Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε καὶ ζαλιζόμαστε.
 Μὰ καὶ στὰ ἱπποδρόμια, μολονότι δὲν ὑπάρχει στέγη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς θεατὲς ἀπὸ τὴ βροχή, τρέχουν οἱ περισσότεροι σὰν μανιακοί, ἀκόμα κι ὅταν βρέχει ραγδαῖα, ἀκόμα κι ὅταν ὁ ἄνεμος σηκώνει τὰ πάντα.
 Δὲν λογαριάζουν οὔτε τὴν κακοκαιρία οὔτε τὸ κρύο οὔτε τὴν ἀπόσταση.
 Τίποτα δὲν τοὺς κρατάει στὰ σπίτια τους. Ὅταν, ὅμως, πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τότε καὶ τὸ ψιλόβροχο τοὺς γίνεται ἐμπόδιο.
 Κι ἂν τοὺς ρωτήσεις, ποιὸς εἶναι ὁ Ἀμὼς ἢ ὁ Ὀβδιοῦ, πόσοι εἶναι οἱ προφῆτες ἢ οἱ ἀπόστολοι, δὲν μποροῦν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους.
 Γιὰ τ᾿ ἄλογα, ὅμως, τοὺς τραγουδιστὲς καὶ τοὺς ἠθοποιοὺς μποροῦν σὲ πληροφορήσουν μὲ κάθε λεπτομέρεια.
 Εἶναι κατάσταση αὐτή;
 Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, καὶ σχεδὸν κανένας δὲν παρουσιάζεται στὸ Ναό.
 Φαίνεται πὼς ἡ ἀπόσταση παρασύρει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀμέλεια· ἢ μᾶλλον ὄχι ἡ ἀπόσταση, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια μόνο τοὺς ἐμποδίζει.
 Γιατί, ὅπως τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ζῆλο νὰ κάνει κάτι, ἔτσι καὶ τὸν ἀμελῆ, τὸν ρᾴθυμο καὶ ἀναβλητικὸ ὅλα μποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν. 

 Οἱ μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν Ἀλήθεια, κι ἐσὺ λογαριάζεις μία τόσο μικρὴ ἀπόσταση;
 Ἐκεῖνοι θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὸ Χριστό, κι ἐσὺ δὲν θέλεις οὔτε λίγο νὰ κοπιάσεις;
 Ὁ Κύριος πέθανε γιὰ χάρη σου, κι ἐσὺ Τὸν περιφρονεῖς;
 Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, κι ἐσὺ βαριέσαι νὰ ἔρθεις στὸ ναό, προτιμώντας νὰ κάθεσαι στὸ σπίτι σου; Καὶ ὅμως, πρέπει νὰ ἔρθεις, γιὰ νὰ δεῖς τὸ διάβολο νὰ νικιέται, τὸν ἅγιο νὰ νικάει, τὸ Θεὸ νὰ δοξάζεται καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ θριαμβεύει. 
«Μὰ εἶμαι ἁμαρτωλός», λές, «καὶ δὲν τολμῶ ν᾿ ἀντικρύσω τὸν ἅγιο».
 Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσαι ἁμαρτωλός, ἔλα ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος.
 Ἢ μήπως δὲν γνωρίζεις, ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἔχουν διαπράξει ἁμαρτίες;
 Γι᾿ αὐτὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἱερεῖς ἀπὸ κάποια πάθη, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ νὰ συγχωροῦν τοὺς ἄλλους.
 «Ἀφοῦ, ὅμως, δὲν τήρησα ὅσα ἄκουσα στὴν ἐκκλησία», θὰ μοῦ πεῖ κάποιος, «πῶς μπορῶ νὰ ἔρθω πάλι;».
 Ἔλα νὰ ξανακούσεις τὸν θεῖο λόγο.
 Καὶ προσπάθησε τώρα νὰ τὸν ἐφαρμόσεις.
 Ἂν βάλεις φάρμακο πάνω στὸ τραῦμα σου καὶ δὲν τὸ ἐπουλώσει τὴν ἴδια μέρα, δὲν θὰ ξαναβάλεις καὶ τὴν ἑπόμενη; 
Ἂν ὁ ξυλοκόπος, ποὺ θέλει νὰ κόψει μία βελανιδιά, δὲν κατορθώσει νὰ τὴ ρίξει μὲ τὴν πρώτη τσεκουριά, δὲν τὴ χτυπάει καὶ δεύτερη καὶ πέμπτη καὶ δέκατη φορά;
 Κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.
 Ἀλλά, θὰ μοῦ πεῖς, σ᾿ ἐμποδίζουν νὰ ἐκκλησιαστεῖς ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐργαστεῖς.
 Ὅμως δὲν εἶναι εὔλογη καὶ τούτη ἡ πρόφαση.
 Ἑφτὰ μέρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα.
 Αὐτὲς τὶς ἑφτὰ μέρες τὶς μοιράστηκε ὁ Θεὸς μαζί μας.
 Καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἔδωσε ἕξι, ἐνῷ γιὰ τὸν ἑαυτό Του ἄφησε μία.
 Αὐτὴ τὴ μοναδικὴ μέρα, λοιπόν, δὲν δέχεσαι νὰ σταματήσεις τὶς ἐργασίες;

20/1/17

Σιωπηλὸς συνωστισμός

Στὴν ἀποβάθρα τοῦ σταθμοῦ τοῦ τραίνου ἐπικρατεῖ τὸ ἀδιαχώρητο. Ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀνθρώπων ἔρχεται σιωπηλό, σκεφτικό, μὲ ἔκδηλη ἀγωνία καὶ φόβο. Ἄνδρες, γυναῖκες, νέοι, γέροι, παιδιά, ἐπιστήμονες καὶ ἀγράμματοι, ἄρχοντες καὶ ὑπηρέτες χωρὶς διακρίσεις, ἄλλοι φορώντας ροῦχα ἐργασίας, ἄλλοι νυχτικά, ἄλλοι ἐπίσημα κοστούμια, ἄλλοι ἀθλητικὲς φόρμες, ὅλοι, ὅμως, χωρὶς ἐπισημότητες ὁδεύουν πρὸς τὶς ἀποβάθρες. Τὴν ὥρα ποὺ κτύπησε τὸ καμπάνακι τῆς ἀναχωρήσεώς τους ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ ὅπως ἦσαν ἔτρεξαν γιὰ τὸ σταθμό, ὅπου τὰ τραῖνα τοὺς περιμένουν. Δὲν ὑπάρχουν σ’ αὐτὸν ἐκδοτήρια εἰσιτηρίων. Αὐτὰ ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ Ἄλλον πρὶν ἀπὸ χρόνια, τόσα ὅσα ἀφήνει Αὐτὸς ὁ ἄλλος στὸν καθένα, γιὰ νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ σηκώσει ἀγόγγυστα τὸ σταυρὸ ποὺ τοῦ ἔδωσε μαζὶ μὲ τὸ εἰσιτήριο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἔτσι, χωρὶς πρόσφατο εἰσιτήριο, ἀφοῦ κανεὶς δὲν γνωρίζει τὴν ὥρα ἀναχωρήσεως τοῦ τραίνου, ὅταν αὐτὸ σφυρίξει, ὅλοι συνωστίζονται, γιὰ νὰ ἐπιβιβασθοῦν σὲ αὐτό. Καὶ τὰ τραῖνα ἀναχωροῦν ἀσταμάτητα τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο.
Ὢ Θεέ μου, τέτοια κίνηση, τέτοιο συνωστισμὸ κανείς μας δὲν ἔχει δεῖ μὲ τὰ χοϊκά του μάτια, ἀφοῦ δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ συνωστισμὸ ποὺ παρατηρεῖται στὶς ἀποβάθρες ἀναχωρήσεων στὶς μεγαλύτερες γιορτὲς τοῦ χρόνου καὶ στὶς διακοπές, ὅπου πλήθη λαοῦ φεύγουν γιὰ νὰ περάσουν εὐχάριστα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὴ χείμερα τῆς καθημερινότητος. Δὲν συγκρίνεται ἐπίσης οὔτε μὲ τὸ συνωστισμό, ὅπως μοῦ τὸν διηθήθηκε ἡ γιαγιά μου, ποὺ συνέβη κατὰ τὴν κοσμοχαλασιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὰ δυσχείμερα χρόνια τῆς καταστροφῆς ἀπὸ τὶς ὀρδὲς τῶν ἀπίστων κατακτητῶν.
Παρὰ τὸ συνωστισμὸ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ φθάνουν στὸ σταθμό, ποὺ νὰ μὴν ἐπιβιβασθεῖ σὲ τραῖνο. Ὅλοι ἐπιβιβάζονται σὲ ὅποιο βροῦν μπροστά τους γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, τὸ ταξίδι χωρὶς ἐπιστροφή. Καὶ τί περίεργο. Ἐνῶ ὑπάρχει ἄπειρο συνωστιζόμενο πλῆθος ἐπιβατῶν δὲν ὑπάρχουν στὶς ἀποβάθρες οὔτε συγγενεῖς, οὔτε οἰκεῖοι, οὔτε φίλοι, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετίσουν. Ὁ χαιρετισμὸς ἔχει προηγηθεῖ πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὸ σταθμό, ἀφοῦ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν μπορεῖ νὰ τὶς προσεγγίσει. Ὑπάρχουν νοητοί, ἄϋλοι φρουροὶ ποὺ τὸν φυλάσσουν. Ἄλλωστε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες δὲν ἔχει ἀποσκευές, γιὰ νὰ χρειασθεῖ τὴ βοήθειά τους. Γιὰ τὸ ταξίδι αὐτὸ οἱ ὑλικὲς ἀποσκευὲς δὲν ἐπιστρέπονται, ὅπως δὲν ἀπαιτεῖται καὶ πρόσφατο εἰσιτήριο. Κάθε ἐπιβάτης ἔχει μόνο δύο συνοδούς, τοὺς ὁποίους, ἀλλοίμονο, γιὰ πρώτη φορὰ βλέπει. Αὐτοὶ θὰ τὸν συνοδεύσουν στὸν τελικό του προορισμό. Εἶναι δύο συνοδοὶ μὲ ἀντιπαλότητα, ἀφοῦ κάθε ἕνας θέλει τὸ συνοδευόμενό του νὰ τὸν κατευθύνει στὸ δικό του προορισμό. Καὶ οἱ ἐπιβάτες δὲν μποροῦν νὰ ἀντιδράσουν. Ἄγονται καὶ φέρονται ἀπὸ αὐτοὺς καὶ μόνο ἀγωνιοῦν γιὰ τὸν τελικὸ προορισμό. Θὰ εἶναι προορισμὸς ἀσταμάτητης χαρᾶς μέσα στὸ ἄδυτο φῶς ἢ προορισμὸς διαρκοῦς θλίψεως μέσα στὸ βαθὺ σκοτάδι;
Τὸ τραῖνο μὲ ὅλους τοὺς ἐπιβάτες τρέχει μέσα ἀπὸ τὸ χωροχρόνο καὶ κατευθύνεται σὲ μέρη ἄγνωστα. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει πόνος ἢ λύπη ἢ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητη. Ἡ ἀγωνία τῶν ἐπιβατῶν αὐξάνει ὅσο τὸ τραῖνο τρέχει πρὸς τὸ τέλος. Θὰ φθάσουν στὸ φῶς ἢ στὸ σκοτάδι; Δυστυχῶς αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐπιλέξουν τώρα τὸν προορισμό τους. Ἔπρεπε νὰ τὸν εἶχαν προεπιλέξει πρὶν ξεκινήσουν τὸ μεγάλο ταξίδι. Ὅταν σήκωναν μὲ χαρὰ τὸ σταυρὸ ποὺ τοὺς δόθηκε καὶ δόξαζαν τὸ δωρεοδότη τους, ὅταν ἔβαζαν λαδάκι στὸ λυχνάρι τους, γιὰ νὰ μὴ σβήσει καὶ νὰ τοὺς φωτίζει μέχρι τέλους στὸ πρόσκαιρό ταξίδι τους, αὐτὸ ποὺ διαρκοῦσε ἡμέρες καὶ νύχτες χωρὶς νὰ γνωρίζουν ἂν θὰ τελείωνε κάποια ἡλιόλουστη ἡμέρα ἢ κάποια ζοφώδη καὶ ἀσέληνη νύχτα.
Οἱ δύο συνοδοὶ ἀνοίγουν τὰ βιβλία τους καὶ βλέπουν τὶς κρατήσεις τῶν εἰσιτηρίων καὶ ὅλα τὰ γραφόμενα. Ἀνάλογα μὲ αὐτὰ θὰ χτυπήσουν καὶ τὸ κουδούνι γιὰ τὴν ἀποβίβαση τῶν ἐπιβατῶν ποὺ συνοδεύουν καὶ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀντισταθοῦν στὶς ἀποφάσεις τους. Ἄλλωστε οἱ ἴδιοι εἶχαν προδιαγράψει τὸν τελικό τους προορισμὸ μὲ τὰ ἔργα τους, μὲ τὴν κοινωνική τους συμπεριφορά, μὲ τὴν ἀγάπη τους καὶ πρώτιστα μὲ τὴν πίστη τους σὲ Αὐτὸν ποὺ θὰ τοὺς περιμένει νὰ τοὺς ὑποδεχθεῖ καὶ εἴτε νὰ τοὺς πεῖ «εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» εἴτε νὰ τοὺς πεῖ «δοῦλε πονηρὲ καὶ ὀκνηρέ, πορεύου εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον».
Στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς ποὺ ἐπιτρέπει τὸ εἰσιτήριό τους, τοὺς περιμένει ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, ὁ ἐλεήμων καὶ συμπαθὴς καὶ φιλάγαθος, ἀλλὰ καὶ ὁ δίκαιος Κριτής. Στὸ πρόσκαιρο ταξίδι μας στὴ γῆ Αὐτὸς μᾶς δείχνει σπλάγχνα οἰκτιρμῶν καὶ ἐλέους. Μᾶς συμπονᾶ, μᾶς θέλει νὰ ἀγωνιζόμαστε νόμιμα καὶ κάτω ἀπὸ τὴ δική Του ἐπίβλεψη καὶ θέλει νὰ μᾶς σφραγίσει τὸ εἰσιτήριό μας γιὰ τὸ ταξίδι μας χωρὶς ἐπιστροφὴ μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός. Μετὰ ὅμως τὸ προαποφασισμένο ἀπὸ Αὐτὸν ταξίδι μας μᾶς συναντᾶ ὄχι ὡς ἐλεήμων, ἀλλὰ ὡς Κριτὴς ἀδέκαστος. Ἔτσι, βάζει στὸ ζυγὸ τῆς δικαιοσύνης του ὅλα ὅσα ὁ ἕνας συνοδός, μας, ὁ ἐκ δεξιῶν μας, ἔχει καταγράψει καὶ ὅσα ὁ ἄλλος συνοδός μας, ὁ ἐξ ἀριστερῶν ἔχει στὰ βιβλία του, αὐτὸς ποὺ μᾶς θέλει στὸ σκοτάδι τῶν λυπηρῶν, καὶ παίρνει τὴν μεγάλη ἀπόφαση. Ὁ ταξιδιώτης μάταια καθικετεύει τὸν ἐκ δεξιῶν συνοδό του νὰ τὸν βοηθήσει. Τὸ εἰσιτήριο ἔχει σφραγισθεῖ καὶ δὲν ἀλλάζει. Ἂν ὅμως αὐτὸς ὁμολογήσει ὅτι ὁ ταξιδιώτης του ζητοῦσε ἐπίμονα τὸ θεῖο ἔλεος στὸ πρόσκαιρο ταξίδι του τότε βάζει ἕνα βαρίδι στὴ ζυγαριὰ τῆς θείας Δικαιοσύνης καὶ στὸν ταξιδιώτη ἀνοίγει ἡ πόρτα τῆς χαρᾶς μπροστὰ στὰ χαρούμενα μάτια του καὶ στὴν ἀπελπισία τοῦ ἐξ ἀριστερῶν του, ποὺ νικήθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς.
Τὸ συνωστισμὸ αὐτὸ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἀποφύγει. Εἶναι ὁ συνωστισμὸς τῆς ὥρας τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ξεκινήματος τοῦ αἰωνίου ταξιδιοῦ μας. Καλὸ καὶ συνετὸ γιὰ ὅλους μας εἶναι νὰ σφραγίσουμε ἀπὸ τώρα μὲ ἔργα πίστεως καὶ ἀγάπης τὸ εἰσιτήριο τοῦ ἀνεπίστροφου ταξιδιοῦ μας.
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Άγιος Ευγένιος, ο πολιούχος της Τραπεζούντας και προστάτης όλων των Ποντίων, εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου.

Ο Άγιος Ευγένιος, πολιούχος της Τραπεζούντας, αλλά και άγιος όλων των Ποντίων, μαρτύρησε για την πίστη του.
 Ο ποντιακός ελληνισμός που του έχτισε ναούς όπου κατέφυγε δεν τον ξεχνά.

Ο Άγιος Ευγένιος, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 21 Ιανουαρίου, γεννήθηκε, έζησε και μαρτύρησε στην Τραπεζούντα. Εκεί το 290 μ.Χ. ο δεύτερος –μετά τον ιδρυτή της, Απόστολο Ανδρέα– επίσκοπος της πόλης με τη μακραίωνη ιστορία, μαζί με τους μάρτυρες Κάνδιδο, Ουαλεριανό και Ακύλα φυλακίστηκε και υπέστη βασανισμούς από τους Ρωμαίους. Ο Άγιος Ευγένιος οδηγήθηκε σε βάναυσο θάνατο και έμεινε στην ιστορία του ελληνισμού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ως ημερομηνία γέννησής του αναφέρεται η 24η Ιουνίου, οπότε επίσης εορτάζεται από την Εκκλησία.


Ο Χριστιανισμός τον 4ο αιώνα μ.Χ. είχε εξαπλωθεί σε όλη την επικράτεια του Πόντου. Όμως στα χρόνια του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου, τον 3ο αιώνα, ήταν ακόμα δύσκολη η παραδοχή μιας νέας για τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο πίστης.

Οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός εκείνη την περίοδο είχαν εξαπολύσει δριμείς διωγμούς κατά των χριστιανών. Το 290 μ.Χ. οι Εθνικοί της Τραπεζούντας είχαν καταγγείλει και τους τέσσερις διδασκάλους του λόγου του Χριστού στον έπαρχο της Καππαδοκίας Λυσία και της Αρμενίας Αγρικόλαο.

Ο Ακύλας, ο Κάνδιδος και ο Ουαλεριανός φυλακίστηκαν και πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι και ψάλλοντας ύμνους στον Θεό. Το πρωί στην ανάκριση, μπροστά στον έπαρχο Λυσία, για μια ακόμη φορά ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν στον τόπο των βασανιστηρίων.

Ο Άγιος Ευγένιος κατάφερε να κρυφτεί στο δάσος, όμως φανερώθηκε στους Ρωμαίους με την παρότρυνση του ίδιου του Χριστού, ο οποίος παρουσιάστηκε μπροστά του και τον κάλεσε να αναγγείλει την πίστη του.

Τότε ο Άγιος βγήκε από την σπηλιά όπου είχε βρει καταφύγιο και άρχισε να ψάλλει και να υμνεί τον Θεό. Μια γυναίκα που μάζευε ξύλα στην περιοχή τον κατέδωσε.

Ο Άγιος οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθησε τη μοίρα των τριών ομοθρήσκων του.
 Στο κάλεσμα του έπαρχου Λυσία να προσφέρει θυσία στους θεούς των ειδωλολατρών για να σώσει τη ζωή του, ο Ευγένιος δεν ανταποκρίθηκε και ξανά ομολόγησε την πραγματική του πίστη.
 Η παράδοση λέει ότι ο Άγιος Ευγένιος μπήκε σε έναν ειδωλολατρικό ναό μαζί με τον Λυσία, και με τη δύναμη της προσευχής θρυμμάτισε τρία αγάλματα.
 Το πλήθος που τους ακολουθούσε ήταν έκπληκτο. Ο ίδιος ο Ευγένιος, ειρωνευόμενος τον Λυσία, επέμενε στα πιστεύω του.

Τους φυλακισμένους χριστιανούς τους μαστίγωσαν με μαστίγιο από δέρμα βοδιού για να σκιστούν οι σάρκες τους, και μετά με αναμμένες λαμπάδες τους έκαψαν τις πληγές. Ύστερα οι τέσσερις μάρτυρες ρίχτηκαν σε μια μεγάλη κάμινο – και τότε έγινε το θαύμα. Τρεις ημέρες αργότερα, οι μάρτυρες βρέθηκαν σώοι και αβλαβείς. Οι δήμιοι που πήγαν να ελέγξουν την κατάσταση είδαν το θαύμα με τα μάτια τους και ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό.

Ο Λυσίας, παραβλέποντας τη θεία δύναμη, διέταξε τον αποκεφαλισμό των τριών μαρτύρων και τη σταύρωση του Ευγένιου. Τα τρία αποκεφαλισμένα σώματα, που είχαν παραμορφωθεί από τα βασανιστήρια και ήταν δύσκολο να αναγνωριστούν, ως εκ θαύματος βρέθηκαν στον τόπο της καταγωγής του καθενός και ετάφησαν από τους χριστιανούς με ιδιαίτερες τιμές.

Ο Άγιος Ευγένιος, που εκείνη την ώρα ήταν κρεμασμένος στο σταυρό, μέσα στη φυλακή, από θαύμα απελευθερώθηκε και θεραπεύτηκαν οι πληγές του.

Οι συγκρατούμενοί του, άφωνοι από το μεγαλείο του θαύματος, ασπάστηκαν και αυτοί τον Χριστιανισμό.

Ο Λυσίας απέδωσε το θαύμα της θεραπείας στις μαγικές ικανότητες του Ευγένιου και διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
 Στον τόπο του μαρτυρίου, όπου και ετάφη ο Άγιος, αργότερα κτίστηκε ο γνωστός ναός του Αγίου Ευγενίου.

Η 21η Ιανουαρίου του 290 μ.Χ. δεν ξεχάστηκε από τους συντοπίτες του, τους Έλληνες του Πόντου, και από όλο τον χριστιανικό κόσμο.
 Ο Άγιος Ευγένιος είναι πολιούχος της Τραπεζούντας και του αποδίδονται πολλά θαύματα που βοήθησαν την πόλη στο διάβα των αιώνων.

Ο ναός του μετά την Άλωση της Τραπεζούντας από τους Τούρκους, το 1461 μ.Χ., μετατράπηκε σε τζαμί.
 Σήμερα διασώζεται το κτήριο της εκκλησίας φέρνοντας αναμνήσεις στους επισκέπτες για το έντονα χριστιανικό παρελθόν της πόλης και όλου του Πόντου.

10/1/17

Ο Κοινοβιακός Βίος και ο Άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης (424 - 529)

O άγιος Θεοδόσιος «ο κοινοβιάρχης» καταγόταν επίσης από την Καππαδοκία, από το χωριό Μογαρισσό, πού ήταν κοντά από τα Κόμανα, τόπος εξορίας του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Μικρός μελέτησε πολύ την Αγία Γραφή και νεαρός ήρθε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και έπειτα να μονάσει (451). Αρχικά στο κοινόβιο των Σπουδαίων, στην περιοχή του πύργου του Δαυίδ, για περισσότερη όμως ησυχία αναχώρησε κι’ εκείνος, όπως και ο άγιος Σάββας, προς το νότο, κι’ έφθασε σε κάποιο σπήλαιο μεταξύ βηθλεέμ και της μονή αγίου Σάββα, στο οποίο σύμφωνα με την παράδοση διανυκτέρευσαν οι μάγοι, όταν επέστρεψαν από την προσκύνηση του Κυρίου. Εκεί έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα ασκούμενος κι’ έπειτα αποφάσισε να ιδρύσει κοινόβιο του τύπου του αγίου Θεοκτίστου και αγίου Γερασίμου.
    Η σχέση του κοινοβίου αυτού με την Λαύρα του Αγίου Σάββα ήταν η ίδια με τη σχέση των δύο προαναφερθέντων κοινοβίων και της Λαύρας του Αγίου Ευθυμίου. Τους αρχαρίους μοναχούς παρέπεμπε ο Άγιος Σάββας στο Θεοδόσιο, τον οποίο ονόμαζε «Ηγούμενο παίδων», ενώ τον εαυτό του θεωρούσε «Ηγούμενο ηγουμένων». Εξακολουθούσε δηλαδή να είναι και αυτό το κοινόβιο ένα προκαταρκτικό στάδιο προετοιμασίας, για όσους ήθελαν να γίνουν αναχωρητές. Οι «εσωτερική» του όμως διοργάνωση ήταν διαφορετική απ’ αυτή του κοινοβίου του Αγίου Θεοκτίστου και Αγίου Γερασίμου, και αυτό οφειλόταν κυρίως στην τοποθεσία του. Βρισκόταν σε σχετικά εύφορο τόπο, κοντά κάπως προς τον κόσμο με θέα προς τη Βηθλεέμ, Ιερουσαλήμ, Όρος Ελαιών, Σαραντάριο Όρος, και κατ’ ανάγκη η ζωή των μοναχών έπρεπε να συνδεθεί περισσότερο με το λαό.
    Παράλληλα με την άσκηση για την προσωπική τους τελοιποίηση, επιδίδονταν οι μοναχοί και σε εργασία προς όφελος του πλησίον. Η εργασία ήταν απαραίτητος όρος της εδώ μοναχικής ζωής. Στην είσοδο του κοινοβίου υπήρχε η επιγραφή: «μηδείς ράθυμος εισίτω» (δηλαδή, κανείς οκνηρός να μην εισέρχεται). Υπήρχαν εργαστήρια για ποικίλα εργόχειρα, από την πώληση των Οποίων συντηρούνταν η μονή, αλλά και οι ξενώνες, τα πτωχοκομεία, γηροκομία και νοσοκομεία. Η Μονή έτσι είχε το χαρακτήρα ιερής εργαζόμενης πόλης. Υπήρχε και «φροντιστήριο» (Σχολή), στην ποία εκπαιδεύονταν μοναχοί. Απ’ εδώ έπαιρναν ηγουμένους για άλλες μονές και από εδώ εξήλθαν πολλοί επίσκοποι και πατριάρχες της Εκκλησίας (Μόδεστος, Σωφρόνιος).
    Οι μοναχοί του κοινοβίου ήταν 700 περίπου, όχι μόνο έλληνες, αλλά των άλλων εθνοτήτων. Γι’ αυτό οι ναοί της μονής ήταν τέσσερις. Σ’ αυτούς ψαλλόταν η ακολουθία του όρθρου ξεχωριστά ανάλογα με τη διάλεκτο των μοναχών και έπειτα γινόταν στο «καθολικό» η λειτουργία με όλους μαζί τους μοναχούς στην ελληνική γλώσσα. Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο τρόπος ζωής των μοναχών του κοινοβίου του Αγίου Θεοδοσίου.
    Σχετικά με τη διοργάνωση του μοναχισμού στην Παλαιστίνη στα τέλη του Ε΄ αιώνα, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι υπήρχε το αξίωμα του «επόπτου» όλων των μονών, ο οποίος εκλεγόταν από όλους τους μοναχούς και διοριζόταν από τον Πατριάρχη. Είχε τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη ή Εξάρχου ή Επιτρόπου του Πατριάρχη. Βοηθούσε τον Πατριάρχη στην διεύθυνση όλων των μοναχών, επιτηρούσε στην εκλογή των ηγουμένων, διεβίβαζε τις ανάγκες των μοναχών στον Πατριάρχη ή και στον αυτοκράτορα.
    Όσον αφορά το θεσμό του ηγουμένου, αυτό εκλεγόταν από την αδελφότητά του και ήταν υπεύθυνος για την εσωτερική διοίκηση της Μονής. Καθήκοντά του ήταν η κάλυψη των πνευματικών και των υλικών αναγκών των μοναχών του, δηλαδή η συντήρησή τους, αλλά και η διδασκαλία τους. Η κτιριακή συντήρηση της μονής ανήκε επίσης στον ηγούμενο. Βοηθός του ηγουμένου στον πνευματικό τομέα ήταν ο οικονόμος. Συνήθως σ’ αυτόν παραδιδόταν ο μοναχός, όταν στο κοινόβιο, άλλοτε όμως και σε κάποιον πεπειραμένο γέροντα.
    Η μοναχική κίνηση στην Παλαιστίνη βοήθησε στη διάδοση του Χριστιανισμού και στην ανάπτυξη των θεολογικών γραμμάτων. Τα μοναστήρια ήταν κέντρα προσευχής και μελέτης, κι εστίες αντιγραφής πολλών χειρογράφων. Σ’ αυτά συντέθηκαν οι ύμνοι, πού μέχρι σήμερα ψάλλουμε στην εκκλησία, και διαμορφώθηκαν σταδιακά το τυπικό των ακολουθιών, οι νηστείες κι οι γιορτές. Στον τρόπο ζωής του μοναχισμού της Παλαιστίνης είχαν οπωσδήποτε επίδραση οι διατάξεις του μοναχισμού της Αιγύπτου και της Καππαδοκίας, κυρίως όμως οι διατάξεις του Μεγάλου Βασιλείου.
    Στο τέλος του Ε΄ αιώνα, μετά το θάνατο του Πατριάρχου Σαλλουστίου, εκλέχτηκε πατριάρχης ο Ηλίας Α΄ (494-516), πού προερχόταν από τη Λαύρα του Αγίου Ευθυμίου. Αυτός είναι ο ιδρυτής του μοναστηρίου της Θεοτόκου κοντά στο Ναό της Αναστάσεως. Σ’ αυτό συγκεντρώθηκαν οι μοναχοί του τάγματος των «Σπουδαίων», πού κατοικούσαν μέχρι τώρα στο μετόχι της περιοχής του πύργου του Δαυίδ, κι αυτό απετέλεσε στο εξής το κέντρο της «Αγιοταφιτικής Αδελφότητος». Στη θέση του βρίσκεται σήμερα η Μεγάλη Παναγία και το μοναστήρι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Επικοινωνούσε εσωτερικά με το Ναό της Αναστάσεως.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 
    Στις 11 Ιανουαρίου 529 πέθανε ο άγιος Θεοδόσιος. Την ημέρα του θανάτου του τελείται και η μνήμη του. Διάδοχός του υπήρξε ο ηγούμενος Σωφρόνιος, με ενέργειες του οποίου διευρύνθηκε το Κοινόβιο και χτίστηκε νέα εκκλησία της Παναγίας.
    Μετά από τέσσερα έτη, ήτοι στις 5 Δεκεμβρίου του 532, πέθανε και ο άγιος Σάββας σε ηλικία 94 ετών, αφού προηγουμένως προαισθάνθηκε το θάνατό του, περιόδευσε σε όλα τα άγια προσκυνήματα και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων τοποθέτησε το λείψανό του στη θέση πού είναι σήμερα ο τάφος του. Οι Σταυροφόροι το μετέφεραν στην Βενετία απ’ όπου επεστράφη στην εκκλησία των Ιεροσολύμων το 1965.