Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

30/11/16

Ο ΑΓΙΟΣ  ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ
Εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησι»
Ο Άγιος Φιλάρετος, ζούσε κατά τους χρόνους, που στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε ο Κωνσταντίνος και η Ειρήνη, περί το έτος 780 μ.Χ. Γεννήθηκε λίγο μετά το 700 μ.Χ. Καταγόταν από τα μέρη της Παφλαγονίας και από την πόλη Άμνειαν. Ήταν επίσημος και κατείχε το αξίωμα του Υπάτου. Ήταν όμως ο μακάριος και πραγματικά φιλάρετος. Ήταν και πολύ πλούσιος. Είχε πολλά ζώα. Είχε χωράφια, αμπέλια και άλλα κτήματα. Επίσης είχε πολλούς δούλους και υπηρέτες. Η γυναίκα του, η Θεοσεβή, ήταν ευγενική. Φοβόταν και σεβόταν τον Κύριο. Είχαν ένα αγόρι τον Ιωάννη και δύο θυγατέρες, την Υπατία και την Ευανθία. Ο Φιλάρετος ήταν πολύ ελεήμων, και φιλόξενος. Κάθε μέρα έδιδε άφθονα από τα πλούτη του στους φτωχούς, στους πεινασμένους, στους γυμνούς, στις χήρες και στα ορφανά. Η φήμη του ακούστηκε σ” όλη την Ανατολή. Έρχονταν, λοιπόν, οι φτωχοί και όσοι είχαν ανάγκην. Έπαιρναν από αυτόν άλλος χρήματα, άλλος ζώα, άλλος άλλο τι, ανάλογα με την ανάγκη που είχε ο καθένας. Το σπίτι του ευλογημένου Φιλαρέτου, ήταν πηγή ανεξάντλητος. Και όσο αυτός έδιδε με πρόσωπο χαρούμενο, τόσο ο πλουσιόδωρος Κύριος, πλήθυνε τα αγαθά του περισσότερο.
Γίνεται φτωχός
Ο μισόκαλος όμως φθόνησε την αρετή του Φιλαρέτο. Ο Φιλάρετος όμως πτώχευσε. Πτώχευσε διότι έδιδε κατά την συνήθειά του κάθε ημέρα ελεημοσύνη. Μοίραζε τα κτήνη του και την περιουσία του. Άλλα και διότι κλέφτες και κακοποιοί τον έκλεβαν και οι δυνατότεροι του άρπαζαν την περιουσία. Δεν του έμειναν, παρά ένα ζευγάρι βόδια, ένας όνος, μια αγελάδα με το μοσχαράκι της και μερικά μελίσσια. Τα χωράφια του τα άρπαξαν με το έτσι θέλω οι γεωργοί και οι γείτονες, γιατί είδαν, ότι όταν πτώχευσε δεν μπορούσε να τα καλλιεργήσει. Έτσι λοιπόν άλλοι με τη βία και άλλοι παρακαλώντας, του τα πήραν όλα και δεν του άφησαν τίποτε παρά το σπίτι, όπου κατοικούσε. Από αυτά όλα, που έπαθε ο Φιλάρετος δεν λυπόταν καθόλου.
Δίδει το βόδι από το ζευγάρι του
Μια μέρα ο Φιλάρετος επήρε το ζευγάρι του και επήγε στο χωράφι του, που του είχε απομείνει, να εργαστεί. Έχει κοντά ατό χωράφι του εργαζόταν ένας άλλος γεωργός φτωχός με το βόδι του. Έξανα το βόδι του ψόφησε. Ο δύστυχος λυπήθηκε πάρα πολύ, γι” αυτό που έπαθε, διότι ήταν φτωχός πολύ, αλλά και χρεωμένος. Έτρεξε αμέσως στο Φιλάρετο, να του πει τη συμφορά του και τουλάχιστον να τον παρηγορήσει γιατί ήξερε, ότι δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να τον βοηθήσει. Ο ελεήμων όμως, άνθρωπος, όταν είδε τον γείτονά του δακρυσμένο, τον συμπόνεσε. Αμέσως ξέζεψε το βόδι του και του το χάρισε.
Χαρίζει και το άλλο βόδι
Μετά πέντε ημέρες, εκεί που έβοσκε το βόδι του γεωργού, έφαγε φαρμακερό βότανο και ψόφησε. Αμέσως ο γεωργός πήρε εκείνο το βόδι που του χάρισε ο Φιλάρετος και το πήγε στο σπίτι του, λέγοντας:
—Για την αμαρτία που έκανα, παίρνοντάς σου το βόδι, αδίκησα τα παιδιά σου. Ο Θεός με τιμώρησε, για την αδιακρισία μου και μου θανάτωσε και το άλλο το δικό μου. Αλλά ο Φιλάρετος του έδωσε και το άλλο το δικό του και του λέγει:
—Πάρε και αυτό και δούλευε, γιατί εγώ σκοπεύω να πάω σε άλλο τόπο μακρινό και δεν το χρειάζομαι.
Έχω κρυμμένα χρήματα πολλά
Στο σπίτι όμως του Φιλαρέτου, κλαίγανε η γυναίκα του και τα παιδιά του γιατί πλέον ήταν φτωχοί και δεν είχαν ούτε το ζευγάρι για να καλλιεργήσουν την γη τους και να βγάλουν το ψωμί τους. Όμως τους Άγιος τους παρηγόρησε και τους είπε:
—Μη στενοχωρείστε. Έχω χρήματα κρυμμένα σε ένα τόπο τόσα πολλά, ώστε εκατό χρόνια να ζήσετε, και να ντύνεστε. Εγώ είχα προβλέψει αυτή τη φτώχεια μας και όταν πωλούσα τα ζώα, φύλαγα τα χρήματα.
Αυτά τους τα έλεγε με τέτοια βεβαιότητα, διότι προέβλεπε με την χάριν του Αγίου Πνεύματος, σαν προορατικός, σαν προφήτης, εκείνο, που έμελλε να γίνει ύστερα, όπως και έγινε. Κατόπιν ο Άγιος ο ελεήμονας έδωσε και το άλογο και την αγελάδα του με το μοσχαράκι της σε δύο φτωχούς. Και από το υστέρημα του πάλι ο Άγιο έδινε ελεημοσύνη στους φτωχούς
Φιλοξενεί θαυμαστώς την Βασιλική αποστολή
Τον καιρό εκείνο, βασίλευε η φιλόχριστος Ειρήνη και ο υιός της, Κωνσταντίνος, (780-794). Η βασίλισσα και ο υιός της σκέφθηκαν να διαλέξουν την πιο ωραία και ενάρετη κόρη, για σύζυγο του βασιλέως. Έστειλαν, λοιπόν, αξιωματικούς εις πάσαν πόλιν και χώραν για να βρουν την πιο ωραία και καλή με χριστιανική ανατροφή. Αφού πήγαν σ” όλες τις πόλεις, ήλθαν και στην Άμνεια. Όταν είδαν οι βασιλικοί άνθρωποι το ωραίο σπίτι του Φιλάρετου, νόμισαν ότι κανενός μεγάλου άρχοντος θα είναι. Διέταξαν τους υπηρέτες τους να καταλύσουν εκεί. Ο Φιλάρετος, όταν τους είδε να έρχονται, πήρε το ραβδί του και προϋπάντησε τους ξένους με μεγάλη χαρά, λέγοντας:
—Σας ευχαριστώ που καταδεχτήκατε να καταλύσετε στο φτωχικό μας.
Έπειτα διέταξε τη γυναίκα του να ετοιμάσει με επιμέλεια φαγητό για να φάνε οι ξένοι.
Η γυναίκα του όμως του λέγει:
—Μια κότα δεν άφησες, δυστυχισμένε, στο σπίτι σου. Τι να τους ετοιμάσω;
Ο Άγιος όμως της λέγει:
—Άναψε συ το τζάκι, στόλισε το μεγάλο τρίκλινο και καθάρισε την ελεφαντένια τράπεζα εσύ και ο Θεός θα μας στείλει τώρα και φαγητά, όσα θέλομε.
Ετοίμασε, λοιπόν, η γυναίκα του όλα, όπως της είπε. Και ω του θαύματος! Οι πρώτοι της χώρας, έφεραν από την ιδιαίτερη πόρτα, αρνιά, κριάρια, κότες, περιστέρια, παλιό κρασί και ότι άλλο χρειαζόταν ένα μεγάλο τραπέζι.
Ζητούσαν νύμφη για τον Βασιλέα
Έφαγαν και ευχαριστήθηκαν οι φιλοξενούμενοι. Την επόμενη ημέρα θέλησαν να δουν την οικογένεια του Φιλάρετου. Έτσι στολίσθηκαν τα κορίτσια και με τάξη, ήλθαν και προσκύνησαν τους ξένους, με σχήμα θαυμάσιο. Οι βασιλικοί ξένοι, όταν είδαν το κάλλος των κοριτσιών, την ευταξία τους, τους τρόπους τους, θαύμασαν και ευχαριστήθηκαν που βρήκαν ότι ζητούσαν. Άρχισαν αμέσως να εξετάζουν την ηλικία, να μετρούν το σώμα, το πόδι του καθενός σύμφωνα με την παραγγελία, που είχαν. Όλα ήσαν τέλεια. Και η μορφή ομοίαζε με την εικόνα που βαστούσαν. Τότε τους πήραν όλους, με μεγάλη χαρά: Τον γέροντα Φιλάρετο, την σύζυγο του Θεοσεβή, τον πρώτο υιό του, τον Ιωάννη, την θυγατέρα του Υπατία, που ήταν χήρα με τις δυο θυγατέρες της, την Μαρία και την Μαρανθία και με όλους αυτούς τους συγγενείς των, εν όλω τριάντα άτομα, έφυγαν για τα Ανάκτορα.
Πως βρέθηκε ο κρυμμένος θησαυρός
Όταν έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη αμέσως την μεν πρώτη την Μαρία, στεφανώθηκε ο βασιλεύς, την δε δεύτερη, ένας άρχοντας, πατρίκιος το αξίωμα, και την άλλη εγγονή του Αγίου, την θυγατέρα της άλλης του κόρης, την έστειλαν εις τον βασιλέα των Λογγοβάρδων, τον Αργούσην. Αυτός είχε ζητήσει να του στείλουν από την Κωνσταντινούπολη μία κόρη ως σύζυγο. Έγιναν, λοιπόν, οι γάμοι με μεγάλη χαρά. Κάλεσε ο βασιλεύς, όλους τους συγγενείς του Φιλαρέτου, και τους έδωσε από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο, τόπους πολλούς, να ορίζουν δικούς τους. Τους έδωσε ακόμη κτήματα, ενδυμασίες, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους, μαργαριτάρια και σπίτια πολλά να κατοικούν κοντά στο παλάτι. Τότε θυμήθηκαν όλοι τα λόγια του γέροντος Φιλαρέτου, που τους έλεγε, ότι έχει θησαυρό κρυμμένο και τον μακάριζαν και τον ευχαριστούσαν, που τους προξένησε τόση ευτυχία. Ο δε Άγιος γέροντας, αφού έλαβε από τον βασιλέα πολλά δωρήματα, δεν λησμόνησε τις δωρεές του Θεού, ούτε άφηκε την πρώτη του συνήθεια, αλλά τον ευχαριστούσε με λόγια και έργα πάντοτε.
Στο Μοναστήρι της κρίσεως για τον τάφο του
Ζούσε στο παλάτι ο Φιλάρετος όλη την ημέρα. Δεν θέλησε ποτέ όμως να φορέσει μεταξωτό ένδυμα, η χρυσή ζώνη. Ούτε αξίωμα θέλησε να πάρει από το βασιλιά. Μόνον, επειδή τον παρεκάλεσε ο βασιλεύς και η βασίλισσα, εδέχθη με βία μεγάλη το αξίωμα του Υπάτου.
Ήλθε όμως καιρός και ο Κύριος απεκάλυψε εις τον Φιλάρετο το τέλος της ζωής του. Επήρε, λοιπόν, τον υπηρέτη αυτόν, που κρατούσε τα βαλάντια της ελεημοσύνης και πήγαν κρυφά σ” ένα Μοναστήρι της πόλεως που ονομάζονταν «της Κρίσεως». Έχει έμεναν παρθένες μοναχές. Ζήτησε από την ηγουμένη μνήμα πελεκητό καινούργιο. Εκείνη απόρησε. Τότε ο Άγιος της λέγει:
—Μετά δέκα ημέρες φεύγω από την ζωή αυτή και πηγαίνω στην άλλη Βασιλεία. Θέλω δε να ενταφιαστεί σ” αυτό το μνήμα το άθλιο σώμα μου. Στον υπηρέτη είπε να μην αποκαλύψει σε κανέναν τίποτε.
Οι τελευταίες υποθήκες του
Όταν έφθασε στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος. Κατά την ενάτη ημέρα κάλεσε όλους τους συγγενείς του και τους είπε:
—Τέκνα μου, ο Βασιλεύς με κάλεσε να υπάγω προς αυτόν σήμερα. Αυτοί νόμισαν ότι λέγει για τον γαμβρό του και του λέγουν:
—Πως μπορείς να πας, αφού είσαι εξασθενημένος από την αρρώστια;
—Αυτοί, τους λέγει, που θα με σηκώσουν με θρόνο χρυσό, είναι εδώ δεξιά μου, αλλά σεις δεν τους βλέπετε.
Τότε κατάλαβαν τι σήμαιναν τα λόγια του και άρχισαν να κλαίνε. Ο Άγιος όμως τους έκανε νόημα να σιωπήσουν κι άρχισε να τους συμβουλεύει:
—Γνωρίζετε, παιδιά μου, καλά τη ζωή μου. Έκανα την ελεημοσύνη από τον κόπο μου και όχι από αδικίες και αρπαγές. Ενθυμείσθε τα πλούτη που είχα πρώτα, και την φτώχεια που μου ήλθε ύστερα. Και πάλιν βλέπετε τον τελευταίο πλούτο, που μου απέστειλε ο Κύριος. Μήπως με είδατε ποτέ να δώσω σημασία στα πλούτη ή να γογγύσω στη φτώχεια; Είδατε ποτέ να αδικήσω κανέναν άνθρωπο; Λοιπόν το ίδιο να κάνετε και σεις, αν θέλετε την σωτηρία σας. Μη λυπηθείτε τα πλούτη που χάνονται, αλλά δίδετε στους φτωχούς. Στείλατε τα σε εκείνον τον κόσμο, που πηγαίνω κι εγώ και θα σας τα φυλάξει ο Θεός ακαίρεον, να τον βρείτε όταν έλθετε. Μην τον αφήσετε εδώ, για να τον χαίρονται άλλοι και σεις να υποφέρετε βάσανα αιώνια. Μοιράστε τον σε χήρες και ορφανά, σε φυλακισμένους και σε Εκκλησιές και μοναστήρια για να σας τον ανταποδώσει ο πλουσιόδωρος βασιλεύς, να αγάλλεσθε την ουράνιο βασιλεία ατελεύτητα.
Ο ύπνος του δικαίου
Τότε ευχήθηκε την γυναίκα του και όλους τους συγγενείς του. Έλαμψε όλο το πρόσωπο του, σαν ήλιος και έψαλλε χαρούμενος το, «ἔλεος καί κρίσιν ἄσομαι σοί Κύριε». Τελειώνοντας το ψαλμόν, διεχύθηκε τόση ευωδία στο σπίτι, σαν να είχαν χύσει μύρο πολύτιμο και να θυμίαζαν με πολλά αρώματα. Τότε είπε και το Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν» και το «Πάτερ ἠμῶν». Όταν όμως έλεγε «Γεννηθήτω τό θέλημά σου» παρέδωκε την άγια του ψυχή, εις χείρας του Θεού, γέροντας πλέον και πλήρης ημερών. Καίτοι ήτο πολύ γέρων, ούτε τα δόντια του είχε χάσει, ούτε το χρώμα του προσώπου του είχε αλλάξει. Ήταν ανθηρός και ωραίος στο πρόσωπο, σαν μήλο η σαν τριαντάφυλλο. Εκοιμήθη το 792 μ.Χ.
Θαυματουργεί στην κηδεία του
Τότε ήλθε ο βασιλεύς και όλη η Σύγκλητος και οι συγγενείς και έθαψαν το τίμιο σώμα του εις τον τάφο, τον οποίον ετοίμασε ο ίδιος. Έδωκαν εκείνην την ημέρα πολλή ελεημοσύνη στους φτωχούς, οι οποίοι ακολουθούσαν το άγιο Λείψανο και θρηνούσαν και έλεγαν στον Θεό.
—Γιατί, Κύριε, μας στέρησες τον τροφέα και ευεργέτη μας; Ποιος θα μας ντύσει; Ποιος θα πληρώσει τα χρέη μας; Ποιος θα συμπαθήσει ημάς τους φτωχούς και ασήμαντους; Μεταξύ αυτών ήταν και ένας δαιμονισμένος, που ακολουθούσε. Εφώναζε άστατα και προσπαθούσε να ρίξει το λείψανο κάτω. Όταν όμως έφθασαν στον τάφο, ο δαίμονας έριξε τον άνθρωπο κάτω και τον τάραξε πολύ. Τότε το δαιμόνιον έφυγε. Ο άνθρωπος έγινε υγιής με την προσευχή του Αγίου Φιλαρέτου. Όταν είδαν αυτό το θαύμα, όλοι δόξασαν το Θεό, που έδωσε τόση χάρι στο δούλο του. Κατόπιν ενταφίασαν τον Άγιο στην λάρνακα, που αγόρασε ο ίδιος στο Μοναστήρι της Κρίσεως.

Θνῄσκει ὁ πᾶσαν ἀρετὴν φερωνύμως, Πάτερ φιλήσας, τόν γε μὴν οἶκτον πλέον.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Θείας πίστεως, περιουσίᾳ, διεσκόρπισας, τοῖς δεομένοις, τὸν προσόντα σοι πλοῦτον Φιλάρετε· καὶ εὐσπλαγχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγόν του ἐλέους ἐδόξασας· Ὃν ἱκέτευε, δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσί σε, ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.

25/11/16

Ὁ ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε» γεννήθηκε σέ μιά περιοχή κοντά στήν Τραπεζούντα τοῦ Πόντου γύρω στό 925-930 μ.Χ. ἀπό πιστούς καί ἐνάρετους γονεῖς, πού τοῦ ἔδωσαν χριστιανική ἀνατροφή. Ἄν καί ἡ οἰκογένειά του ἦ ταν πλούσια καί ἀρχοντική, ὁ ἴδιος δέ θαμπώθηκε ἀπό τά χρήματα καί τά ἀξιώματα, ἀλλά ἀγάπησε βαθιά τόν Θεό καί τό μόνο πού ἐπιθυμοῦσε ἦταν νά ἀφιερώσει σʼ Ἐκεῖνον τή ζωή του.
   Ὅταν ἦταν παιδί, δέν σπαταλοῦσε τό χρόνο του σέ ἀτέλειωτα παιχνίδια καί διασκεδάσεις, οὔτε ξόδευε χρήματα σέ φαγητά, ποτά ἤ ἀκριβά ροῦχα. Ἐκεῖνο πού λαχταροῦσε ἦταν νά ζεῖ ἑνωμένος μέ τόν Χριστό, νά μελετᾶ τά λόγια Του καί νά ἐπικοινωνεῖ μαζί Του μέ τήν προσευχή καί τά ἱερά Μυστήρια.
   Κάποτε πῆρε καί τή μεγάλη ἀπόφαση. Ὕστερα ἀπό εἰδική θερμή προσευχή, ἔφυγε ἀπό τό σπίτι του καί πῆγε στήν Ἱερά Μονή Χρυσῆς Πέτρας, ὅπου ζήτησε νά μείνει ὡς μοναχός. Συνέβη μάλιστα τότε ὁ ἡγούμενος νά λάβει μέ θαυμαστό τρόπο πληροφορία ἀπό τόν Θεό γιά νά ἐντάξει τόν νέο αὐτό στή μοναστική ἀδελφότητα. Πράγματι ἐκεῖ ἔγινε μοναχός κι ἔλαβε τό ὄνομα Νίκων (τό βαπτιστικό του ἦταν Νικήτας).
   Παρά τό νεαρό τῆς ἡλικίας του ὁ Νίκων ἔφτασε σέ ὕψη ἀρετῆς. Ἦταν ὑπόδειγμα ὑπακοῆς καί θυσιαστικῆς διακονίας. Ἀνέλαβε νά προμηθεύει τό Μοναστήρι μέ ξύλα καί νερό, ἐνῶ συχνά ἐργαζόταν καί στό μαγειρεῖο. Ὡστόσο, παρά τήν ἐξαντλητική ἐργασία του, νήστευε αὐστηρά, ἐνῶ δέν παρέλειπε ποτέ τήν προσευχή του. Μάλιστα προσευχόταν μέ τόση κατάνυξη, ὥστε τά μάτια του πλημμύριζαν ἀπό δάκρυα καί κατέβρεχαν τή γῆ. Ἔκλαιγε μέ τόσο μεγάλη ἔνταση, ὥστε μιά μέρα ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε:
   — Παιδί μου, γιατί κλαῖς τόσο πολύ στήν προσευχή σου;... Κάνεις τόσο ἀγώνα. Μή χάνεις τήν ἐλπίδα σου.
   — Γέροντα, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Δέν κλαίω μόνο γιά τίς δικές μου ἁμαρτίες. Κλαίω γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Πονῶ καί ὑποφέρω καθώς βλέπω ὅτι πολλοί ἄνθρωποι δέ φροντίζουν καθόλου τήν ψυχή τους καί δέ μετανοοῦν.
   Αὐτός ὁ θερμός πόθος τοῦ ὁσίου Νίκωνος γιά τή σωτηρία ψυχῶν ἄναψε στήν καρδιά του τό ζῆλο γιά τήν ἱεραποστολή. Ἔτσι, σέ ἡλικία 36 ἐτῶν κι ἐνῶ ἤδη εἶχε περάσει 12 χρόνια στό Μοναστήρι καί 3 χρόνια σέ ἕνα ἀπομονωμένο καί ἐρημικό τόπο, ξεκίνησε μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά του τό σπουδαῖο ἱεραποστολικό του ἔργο. Σέ ἐποχή δύσκολη, κατά τήν ὁποία οἱ ὁμοεθνεῖς του δέχονταν σοβαρές ἐπιδράσεις καί προσβολές ἀπό ἀλλοθρήσκους, (ὅπως π.χ. ἀπό Μουσουλμάνους καί Ἑβραίους), ὁ φλογερός ἱεροκήρυκας κατηχοῦσε τούς χριστιανούς καί τούς στήριζε στήν πίστη καί τήν ἐλπίδα πρός τόν ἀληθινό Θεό. Περιόδευσε τίς περιοχές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί στή συνέχεια κατέβηκε στήν Κρήτη, ὅπου ἔμεινε γιά 7 χρόνια. Κήρυξε ἀκόμα στήν Ἀθήνα, τήν Εὔβοια, τή Θήβα κι ἔπειτα πέρασε στήν Πελοπόννησο, τήν ὁποία ὄργωσε κυριολεκτικά ἀπό τό βορειότερο μέχρι τό νοτιότερο ἄκρο της: Κόρινθος, Ἄργος, Ναύπλιο, Μάνη, Καλαμάτα, Κυπαρισσία, Μεθώνη, Κορώνη ἦταν μερικοί ἀπό τούς σταθμούς τῆς δράσεώς του. Ἡ πόλη ὅμως πού ἔγινε δεύτερη πατρίδα του εἶναι ἡ Σπάρτη, στήν ὁποία ἔμεινε μέχρι τά τέλη τῆς ζωῆς του.
   Παντοῦ ὅπου πήγαινε ὁ Ὅσιος, κήρυττε τή μετάνοια, γι᾽ αὐτό καί ὀνομάστηκε Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε». Καί πράγματι, τό κήρυγμά του ἔβρισκε ἀπήχηση στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, πού τόν ἔβλεπαν ὡς προφήτη, ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ. Ζωηρή ἐντύπωση προκαλοῦσαν καί τά θαύματα πού ἔκανε καί τά ὁποῖα στερέωναν ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων. Στή Σπάρτη ὁ ζηλωτής διδάσκαλος ζήτησε ἀπό τούς χριστιανούς νά κτίσουν ἕνα ναό στό ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἔτσι ὥστε ἡ πόλη νά ἔχει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν προστασία Του. Οἱ κάτοικοι τό δέχθηκαν ὁλοπρόθυμα καί βοηθοῦ σαν μέ κάθε τρόπο, εἴτε μέ ὑλική προσφορά εἴτε μέ προσωπική ἐργασία. Καί βέβαια στό ὅλο ἔργο πρωτοστατοῦσε καί ἐργαζόταν ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Νίκων.   Φυσικά κατά τή διάρκεια τῆς πολυετοῦς διακονίας του ὁ φλογερός ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου ἀντιμετώπισε πολλές δυσκολίες καί ἀντιδράσεις. Τίς ὑπέμεινε ὅμως μέ πίστη καί ὑπομονή καί ὁ Θεός ποτέ δέν τόν ἐγκατέλειψε. Ὅταν πλέον προαισθάνθηκε ὅτι πλησιάζει τό τέλος του, κάλεσε κοντά του τούς συνεργάτες του, τούς ἀπηύθυνε τίς τελευταῖες συμβουλές του κι ἀφοῦ τούς εὐλόγησε, ὕψωσε τό βλέμμα του στόν οὐρανό καί παρέδωσε τήν ψυχή του στόν λατρευτό του Κύριο Ἰησοῦ.
   Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 26 Νοεμβρίου καί ἑορτάζεται μέ ἐξαιρετική λαμπρότητα στήν πόλη τῆς Σπάρτης, τῆς ὁποίας εἶναι πολιοῦχος καί θαυματουργός προστάτης. Ἐπίσης, στήν περιοχή τῆς Μάνης ὑπάρχει καί χωριό μέ τό ὄνομα «Ἅγιος Νίκων» (πρώην «Πολιάνα») πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος γιά ἕνα διάστημα ἔμενε σέ μιά σπηλιά ἀνατολικά τοῦ χωριοῦ.
   Ἕνας ἦταν ὁ πόθος πού εἶχε ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε» καί γιά τόν ὁποῖο ἐργάστηκε σέ ὅλη του τή ζωή: νά ὁδηγηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στή μετάνοια καί τή σωτηρία. Μακάρι κι ἡ δική μας καρδιά νά φλέγεται ἀπό τόν ἴδιο πόθο, τό ἴδιο φρόνημα, τήν ἴδια εὐχή: νά σωθοῦν οἱ πάντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Αὐτό ἄς εἶναι ἡ προσευχή καί τό ὅραμά μας.

Η συνείδηση και η γνώση του εαυτού μας



«Δεν υπάρχει μεγαλύτερος νικητής στην γη, παρά εκείνος, που ενίκησε τον ίδιο τον εαυτό του και κυριαρχεί επάνω στα πάθη του».

Να μην είσαι φοβισμένος εξ αιτίας κάποιου, ούτε φυσικά και από τον ίδιο τον εαυτό σου. Στα βάθη της υπαρξεώς μας ζη ένα κριτής, ο οποίος δεν μας εξαπατά και η φωνή του είναι πολύ σπουδαιότερη από την γνώμη όλου του κόσμου.

Στην ψυχή του αμαρτωλού, ο οποίος δεν ελέγχεται από την συνεί­δησί του, ενωρίτερα ή αργότερα, θα έλθουν όμως στιγμές, που η φωνή της συνειδήσεώς του θα διαμαρτυρηθή με όλη την δύναμί της. Αυτές είναι στιγμές βασανιστικές, στιγμές οι οποίες θα κρατήσουν χρόνια και οι οποίες θα είναι μόνο η αρχή, χωρίς τέλος. Αλλοίμονο σ᾿ εκείνον, ο οποίος κλίνει περισσότερο προς το κακό και στο βάθος της ψυχής του φωλιάζει η αμαρτία.


Άνθρωπος λέγεται μόνο εκείνος που ξέρει τον εαυτό του. Για να γνωρίσης τον εαυτό σου, είναι η δυσκολώτερη και η ωφελιμώτερη γνώσις. Ο εγωισμός μεγαλύνει πάντοτε, εσφαλμένα βέβαια, τον εαυτό μας και τα χαρίσματά μας πρώτα στα ιδικά μας μάτια! Δεν είναι τίποτε ευκολώτερο από το να απατάσαι από τον ίδιο τον εαυτό σου και καπνιζόμενος με την κενοδοξία να νομίζης ότι είσαι κάτι, ενώ δεν είσαι τίποτε.

Μη καταπιάνεσαι να κρίνης τους άλλους, όσο να εξετάζης τον ίδιο τον εαυτό σου…δεκαπλασίασε το κλάμμα και τον στεναγμό της καρδίας σου για τις αμαρτίες σου, διότι είναι δυνατόν αυτές να είναι δέκα φορές χειρότερες από ο,τι εσύ πιστεύεις και ταπείνωσε εκατό φορές την δήθεν καλωσύνη των καλών σου έργων, διότι ίσως πράγματι να είναι έτσι. Αυτή η διδασκαλία περιλήφθηκε από τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο.

Βίαζε να γνωρίσης τον εαυτό σου και τότε θα γνωρίσης πολλά πράγματα. Όποιος βλέπει τις αμαρτίες του θα ιδή να μπαίνη μέσα του η ειρήνη του Θεού. Πολλοί θέλουν να ξέρουν τι γίνεται στις ξένες χώρες, αλλά τι ευρίσκεται στην ψυχή τους δεν θέλουν να εξετάσουν.


Δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από το να γνωρίζης την αδυναμία και αμάθειά σου. Το πρώτο σημείο της σοφίας σου είναι να αναγνωρίσης τα λάθη σου. Η γνώσις του εαυτού μας και των σφαλμάτων μας είναι η αρχή της σωτηρίας μας. Όποιος εγνώρισε τις αμαρτίες του, έφθασε στο μέσον του δρόμου για την δικαίωσί του, αλλά όποιος όμως δεν τις εγνώρισε, εκείνος ακόμη δεν άρχισε ούτε την νηστεία, ούτε την προσευχή.

Για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, πρέπει να καλούμε κάθε ημέρα την ψυχή μας σε δικαστήριο και να ζητούμε λογαριασμό για την ζωή και την συμπεριφορά του απέναντί μας, απέναντι του κόσμου και απέναντι του Θεού. Να μη κοιμούμεθα, προτού να σκεφθούμε τις αμαρτίες τις οποίες επετελέσαμε στον διάβα της ζωής μας.


Δεν υπάρχει μεγαλύτερος νικητής στην γη, παρά εκείνος, που ενίκησε τον ίδιο τον εαυτό του και κυριαρχεί επάνω στα πάθη του.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός για τον άνθρωπο από τον ίδιο τον άνθρωπο και από τίποτε δεν πρέπει να φοβάται ο άνθρωπος, όσο από τον ίδιο τον εαυτό του. Όποιος εξουσιάζει τις αισθήσεις του, αυτός διέρχεται την ζωή του με ειρήνη.

Η απόκτησις της ειρήνης δεν πρέπει να αναζητηθή πρώτα μεταξύ των ανθρώπων, αλλά πρώτα στο σώμα σου, στο πνεύμα σου και στην ψυχή σου. Εάν δεν γίνης βασιλεύς επάνω στις επιθυμίες και τους λογι­σμούς σου, δεν θα κληρονομήσης την Βασιλεία των Ουρανών.

Επειδή δημιουργήθηκες ελεύθερος και κλήθηκες στην ελευθερία, μην ανέχεσαι να γίνης δούλος των ακαθάρτων παθών σου.



από το βιβλίο: «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ, ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ, (1910-1989)



Πηγή: vimaorthodoxias

12/11/16

ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ

Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου καί σύ ποίει ὁμοίως».
18τήν παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, καί πού εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί ζωντανότερες παραβολές τοῦ Κυρίου μας, παρουσιάζονται βασικά τρία πρόσωπα, τρία μοντέλα.
* Τό πρῶτο εἶναι μοντέλο ἐγκληματικότητας συνηθισμένο στήν ἐποχή μας, ἡ ὁποία τείνει νά γίνει ἐποχή τοῦ ἐγκλήματος καί τοῦ αἵματος.
* Τό δεύτερο εἶναι μοντέλο ἀδιαφορίας, πιό συνηθισμένο ἀπό τό πρῶτο στήν ἐποχή μας, τό ὁποῖο χαρακτηρίζεται γιά τόν φιλοτομαρισμό καί τόν ἄκρατο ἀτομικισμό.
* Καί τό τρίτο εἶναι μοντέλο ἀγάπης, πού τόσο σπανίζει στήν ἐποχή μας.
Τό πρῶτο μοντέλο τῆς ἐγκληματικότητας, στήν παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, τό ἐκπροσωποῦν οἱ ληστές.
Τό μοντέλο αὐτό ὑπάρχει καί στίς μέρες μας. Εἶναι βέβαια κάπως διαφορετικό, πιό σύγχρονο, πιό μοντέρνο. Ληστές ὑπάρχουν καί σήμερα πάρα πολλοί. Δέν ἔχουν ὅμως τά λημέρια τους στήν ἔρημο ἤ σέ ἀπομακρυσμένες βουνοπλαγιές. Τά ἔχουν μέσα στίς πόλεις, σέ πολυκατοικίες, δίπλα μας, χωρίς ἐμεῖς νά τό ὑποψιαζόμαστε.
Ἡ ὄψη τους δέν εἶναι πάντοτε ἄγρια. Φορᾶνε διάφορες μάσκες. Ἄλλοτε φορᾶνε μάσκες ὑλικές, καί πηγαίνουν ὡς μασκοφόροι γιά νά ληστέψουν τράπεζες καί ταμιευτήρια. Ἄλλοτε φορᾶνε μάσκες πνευματικές καί ἔρχονται ὕπουλα γιά νά ληστέψουν ὄχι πράγματα ὑλικά, ἀλλά θησαυρούς πολύ ἀνώτερους: Ληστεύουν τήν πίστη, ληστεύουν τήν ἠθική, ληστεύουν τά ἰδανικά τοῦ Ἔθνους.
Θύματά τους ἰδιαίτερα οἱ νέοι μας, πού μαγεύονται εὔκολα καί παραδίδονται γιά νά τούς ληστέψουν οἱ ἄθεοι καί οἱ ὑλιστές, καί αὔριο οἱ ἴδιοι νά γίνουν χειρότεροι ληστές καί νά καταντήσουν κακοποιά στοιχεῖα.
Τό δεύτερο μοντέλο, τῆς ἀδιαφορίας, τό ἐκπροσωποῦν οἱ δύο ἄνθρωποι τοῦ ναοῦ, ὁ ἱερέας καί ὁ λευίτης. Ἡ ἀδιαφορία τους εἶναι κλασσική. Περνοῦν καί οἱ δύο, πλησιάζουν, γίνονται μάρτυρες τοῦ φρικτοῦ θέματος, μά παραμένουν ἀπαθεῖς θεατές.
Ἡ ἀδιαφορία μας εἶναι ἡ μεγάλη αἰτία, πού αὐξάνει στίς μέρες μας τό ὑλικό καί τό πνευματικό ἔγκλημα. Ἡ ἀνοχή μας εἶναι ἡ μεγάλη ἐνοχή μας. Οἱ σκέψεις, πού ὁδηγοῦν στήν ἀδιαφορία, σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι σκέψεις ἐγκληματικές. Νά μερικές τέτοιες σκέψεις:
– Τί μέ νοιάζει ἐμένα;
– Ἐγώ θά βγάλω τό φίδι ἀπό τήν τρύπα;
– Ἐγώ θά σώσω τήν κατάσταση;
– Δέν βαριέσαι! Δέν μέ μέλει! Ἄς νοιαστοῦν ἄλλοι ...
Καί ἔτσι μέ τήν ἀδιαφορία μας κάνουμε τούς κακοποιούς νά ὀργιάζουν περισσότερο, τούς ἐγκληματίες νά κινοῦνται πιό ἐλεύθερα, τούς διαφθορεῖς νά διαφθείρουν τήν κοινωνία ἀνενόχλητοι, τούς κράχτες τῆς ἀθεΐας καί τοῦ ὑλισμοῦ νά διακηρύττουν ἐλεύθερα τίς ἰδέες τους.
Ἡ ἀδιαφορία μας εἶναι τό χωράφι στό ὁποῖο φυτρώνουν οἱ σπόροι τοῦ ἐγκλήματος καί τῆς διαφθορᾶς.
Ἀλλά μέσα στήν παραβολή δέν ὑπάρχει μονάχα τό ἀπαίσιο μοντέλο τοῦ ἐγκλήματος, οὔτε μονάχα τό σκοτεινό μοντέλο τῆς ἀδιαφορίας. Ὑπάρχει καί τό φωτεινό μοντέλο τῆς ἀγάπης, τό ὁποῖο ἐκφράζει ὁ Καλός Σαμαρείτης πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν Κύριό μας, Ἰησοῦ Χριστό.
Ἄς δοῦμε στήν συνέχεια ποιά εἶναι τά στάδια μέ τά ὁποῖα ἐκφράζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου πρός τόν πλησίον του. «Καί ἰδών αὐτόν ἐσπλαγχνίσθη...».
Πρῶτα-πρῶτα τόν σπλαχνίσθηκε. Τόν εἶδε καί ράγισε ἡ καρδιά του.
Καί ὁ Θεός σπλαχνίστηκε τόν κόσμο γι’ αὐτό καί πλησίασε τόν ἄνθρωπο καί ἔδειξε τήν ἀνυπέρβλητη ἀγάπη του.
Συμπόνια καί εὐσπλαχνία θέλει καί ὁ κόσμος σήμερα. Ληστές πολλοί, διαφθορεῖς πολλοί, ἀδιάφοροι πολλοί. Πονετικοί καί σπλαχνικοί ἄνθρωποι, λίγοι.
Ἡ συμπόνια τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου δέν ἔμεινε μονάχα συναισθηματική, ἔγινε καί πρακτική:
«Καί προσελθών κατέδησε τά τραύματα αὐτοῦ ...».
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Θεράπευσε τόν σωματικό πόνο, μά πιό πολύ θεράπευσε τόν ψυχικό πόνο καί τίς πληγές τῆς ἁμαρτίας.
Καί σήμερα οἱ σωματικές πληγές, οἱ οἰκογενειακές πληγές καί οἱ κοινωνικές πληγές εἶναι ἐκτεθειμένες, ποιός θά πλησιάσει;
Στήν συνέχεια, ὁ Καλός Σαμαρείτης, ἐπούλωσε τίς πληγές τοῦ ἑτοιμοθάνατου ὁδοιπόρου, «ἐπιχέων ἔλαιον καί οἶνον». Λάδι καί κρασί. Λάδι πού μαλακώνει, κρασί πού τσούζει, μά καθαρίζει.
«Ἔλαιον καί οἶνον» προσέφερε καί ὁ Χριστός, ὁ Καλός Σαμαρείτης. Λάδι ἡ διδασκαλία Του. Οἶνος, κρασί, τό Αἷμα Του, τό ὁποῖο «καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. 1, 7).
«Ἔλαιον καί οἶνον» ζητοῦν καί οἱ πληγές τῆς ἐποχῆς μας. Μαλακό, ἀλλά πολλές φορές καί σκληρό λόγο. Δέν θεραπεύεται μία πληγή ἄν δέν καυτηριασθεῖ. Καυτηριασμός, ἔλεγχος τοῦ κακοῦ, μά καί παρήγορος λόγος, διδαχή, οἰκοδομή, κατήχηση.
Καί δέν ἀρκέστηκε μονάχα νά δέσει τίς πληγές Καλός ὁ Σαμαρείτης. Στή συνέχεια τόν πῆρε στόν ὦμο του καί τόν ἀνέβασε πάνω στό δικό του ζῶο «ἐπί τό ἴδιον κτῆνος».
Ἐδῶ κρύβεται τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι «ὁ αἵρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 1, 29). Ἐπάνω του σήκωσε τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔγινε ὁ Διάκονος ὑπέρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. Ποῦ εἶναι σήμερα οἱ ἄνθρωποι γιά νά διακονήσουν, νά ὑπηρετήσουν τούς ἄλλους; Κανένας δέν θέλει νά γίνει χαμάλης τῆς ἀγάπης, ἀχθοφόρος τοῦ καθήκοντος.
Καί ὅταν σήκωσε τόν πληγωμένο ποῦ τόν πῆγε; Στό πανδοχεῖο.
Πανδοχεῖο ἀγάπης καί σωτηρίας εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Σ’ αὐτήν ἦρθε νά ὁδηγήσει ὁ Χριστός τόν ἄνθρωπο. Στό πανδοχεῖο, ἐκεῖ πρέπει κι ἐμεῖς νά ὁδηγήσουμε τόν συνάνθρωπό μας.
Ἀγάπη δέν εἶναι νά δείξεις μόνο γιά μιά στιγμή τό ἐνδιαφέρον σου καί μετά νά ἀδιαφορήσεις. Ἀγάπη εἶναι νά ὁδηγήσεις τελικά τόν συνάνθρωπό σου σέ σταθερή, σέ μόνιμη πνευματική ζωή, στήν Ἐκκλησία. 
Το παράδειγμα τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ἄς μιλήσει, ἐπιτέλους, στὶς καρδιὲς μας, κυρίως στὶς μέρες μας, ποὺ ἡ ἀνάγκη γιὰ ἔμπρακτη καὶ ὄχι θεωρητικὴ ἀγάπη εἶναι περισσότερο ἐπιτακτικὴ ἀπὸ ποτέ. Μόνο μιὰ τέτοια ἀγάπη μπορεῖ νὰ γίνει το εἰσιτήριο γιὰ την κατάκτηση της αἰώνιας ζωῆς.
Ἡ προτροπή τοῦ Χριστοῦ στό τέλος τῆς παραβολῆς πρέπει νά μᾶς συγκινήσει καί νά μᾶς προβληματίσει: «Πορεύου καί σύ ποίει ὁμοίως».

3/11/16

Ἡ ἁμαρτία τῆς γλώσσας εἶναι ἡ συνηθέστερη καὶ ἡ πιὸ συχνὴ ἁμαρτία.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


ἁμαρτία τῆς γλώσσας εἶναι ἡ συνηθέστερη καὶ ἡ πιὸ συχνὴ ἁμαρτία.
 «Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ», λέει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος (Ἰακ. 3,2).
 Ὅταν ἕνας μετανοημένος ἄνθρωπος ξεκινᾶ νά βαδίσει τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ – ὅταν ἀρχίζει νά ζεῖ σύμφωνα μὲ τίς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ – πρέπει νά πασχίζει νά ἀποφύγει νά ἁμαρτήσει μὲ τή γλῶσσα.
 Αὐτὸς ἦταν ὁ κανόνας πού ἔβαλε στόν ἑαυτὸ του ὁ μετα­νοημένος προφήτης Δαβίδ.
 Ἰδιαιτέρως μάλιστα ὑποσχέθηκε νά παραμείνει σιωπηλὸς ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν του:
 «Ἀποφάσισα νά βάλω φραγμὸ στό στόμα μου καὶ νά μὴ μιλῶ ὅταν ὁ ἁμαρτωλὸς βρεθεῖ μπροστά μου» (Ψαλ. 38,1).

Νά ἕνας θαυμάσιος κανόνας γιά ὅποιον θέλει νά θεραπευτεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του. Ὅταν τὸν κατηγοροῦν
, ἐκεῖνος δέν ἀπαντᾷ 
 ὅταν συκοφαντεῖται, παραμένει σιωπηλός.
Πράγματι, ποιό τὸ νόημα ἂν μιλήσεις σὲ ἕναν ἐξοργισμένο ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος δέν ἔχει δίκαιο καὶ δέν ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπ’ τὸν ἑαυτὸ τοῦ;
 Ἂν τοῦ μιλήσεις γιά τὸ κακό, θὰ τὸν ἐξοργίσεις ἀκόμη, περισσότερο.
 Ἂν τοῦ μιλήσεις γιά τὸ καλό, θὰ τὸν κάνεις χλευαστή τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων.
Μπροστὰ στόν Πιλάτο ὁ Χριστὸς παρέμεινε ὁλωσδιόλου σιωπηλός.
 Ὁ Πιλᾶτος τοῦ εἶπε: «Οὐκ ἀποκρίνη οὐδέν;» 
Τὶ μπορεῖ νά ἀπαντήσει Ἐκεῖνος σὲ σένα,
 ὅταν δέν ἔχεις αὐτιὰ νά τὸν ἀκούσεις,
 ἢ νοῦ γιά νά τὸν κατανοήσεις;
Νά, λοιπόν, ἡ σιωπὴ τοῦ δικαίου μπροστὰ στόν ἄδικο ἔχει τή δύναμη νά ἐπηρεάσει κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο.
 Ὁ τελευταῖος ἀπομένει μόνος,
 γιά νά ἑρμηνεύσει τή σιωπή τοῦ δικαίου καὶ ἔχει τή δυνατότητα νά δώσει ἑρμηνείᾳ πού ὠφελεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ ἐνῶ ὁποιαδήποτε ἄλλη καλὴ ἢ κακὴ ἀπαντήση, θὰ τὴν παρανοήσει πρὸς τὸ χειρότερο, καταδι­κάζοντας ἄλλους καὶ δικαιώνοντας τὸν ἑαυτὸ του.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μαθαίνει, ἐγκρατευόμενος, νά κυριαρχεῖ στή γλῶσσα του.
Ἰησοῦ Χριστέ, Κύριε καὶ Θεὲ μας,
 Σῦ ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδειξες μὲ τὸ παράδειγμά Σου πῶς καὶ πότε πρέπει νά μιλοῦμε, 
Σῦ μᾶς ἔδειξες μὲ τὸ παράδειγμά Σου ἐπίσης πῶς καὶ πότε πρέπει νά παραμένουμε σιωπηλοί.
 Βοήθησε μας, διὰ τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος,
 νά μὴν ἁμαρτάνουμε μὲ τή γλῶσσα.

13/10/16

ΟΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΝΕΑ Η ΕΠΙΒΑΤΙΝΗ

Η Οσία άκμασε στα μέσα του 10ου αιώνα, ήταν ίσως το πρώτο παιδί της οικογένειας.
Από τους γονείς μονάχα το όνομα του πατέρα της διασώζεται.
 Ονομαζόταν Νικήτας. Δυστυχώς, το όνομα της μητέρας της, που τόσα πολλά προσέφερε στη χριστιανική αγωγή της Παρασκευής, παρέμεινε άγνωστο.
 Οι γονείς της ήταν φιλόθεοι και ευσεβείς και κοσμούσαν το βίο τους με ελεημοσύνες και αρετές. Επιθυμούσαν για τα παιδιά τους ως βάση ανατροφής να είναι η σεμνότητα, η ευλάβεια και η σωφροσύνη, στολίσματα λαμπρά που θα τα στόλιζαν μαζί με τη σχολική παιδεία, που τους παρείχαν πλούσια. Γι’ αυτό και τα παιδιά τους τα ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Χριστού, τα άσκησαν από μικρή ηλικία σε όλα τα καλά και θεάρεστα έργα.
Στην Ανατολική Θράκη δύο πόλεις έριζαν σχετικά με την Οσία, οι Επιβάτες, τόπος καταγωγής της, ωραία κωμόπολη στα θρακικά παράλια της Προποντίδας και η επίσης όμορφη Καλλικράτεια, τόπος κοίμησής της. Η αγάπη των πιστών των δύο αυτών κωμοπόλεων στην Οσία ήταν τόσο μεγάλη, που την ήθελαν αποκλειστικά δική τους αγία και προστάτιδα, σε τέτοιο βαθμό, που οι ερευνητές που καταπιάνονταν να γράψουν το βίο της άλλοτε να την αναφέρουν ως Επιβατινή και άλλοτε ως Καλλικρατεινή. Της είχαν δε αφιερώσει μεγαλοπρεπείς ναούς. Όλοι οι βιογράφοι συμφωνούν άτι η οσία Παρασκευή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ελληνόφωνη περιοχή των Επιβατών της Ανατολικής Θράκης, που βρισκόταν στη θάλασσα της Προποντίδας 25 μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Διαφωνούν όμως στη χρονολογία γέννησης και θανάτου, καθώς και στον τόπο κοίμησής και στη συγγένεια της με τον όσιο Ευθύμιο, επίσκοπο Μαδύτου, Ο Ευστρ. Δράκος αναφέρει ότι η Οσία γεννήθηκε και πέθανε στην Καλλικράτεια κατά το 12ο αιώνα.
Και οι δύο γονείς της προέρχονταν από πλούσια και επίσημη οικογένεια, διακρίνονταν για την ευγένεια, τη μετριοφροσύνη και τη μεγάλη τους αρετή. Όλες τις αρετές τους τις χρησιμοποίησαν σε έργα φιλανθρωπίας και κοινής ωφελείας. Πίστευαν βαθιά και το έλεγαν: «Ότι δεν έχει διά τα τέκνα μας καμίαν αξίαν να επιδεικνύουν μόνο την έπαρσιν ξηράς μαθήσεως, άνευ των ηθικών αρετών, αι οποίαι αποτελούσιν τον χαρακτήρα και την τιμήν μιας χριστιανικής παρθενικής ζωής. Διότι «σταγών αρετής μείζων ωκεανού σοφίας»». Αυτά τα ευγενή αισθήματα μετέδωσαν στα δύο τους παιδιά, τον Ευθύμιο και την Παρασκευή, και τους ενέπνεαν να κάνουν έργα φιλανθρωπίας, να είναι φιλεύσπλαχνα σ’ αυτούς που πάσχουν και όλα αυτά τους τα μάθαιναν από τη μικρή τους ηλικία.
Η Παρασκευή πλάστηκε κατά το πρότυπο των γονιών της, Σ’ αυτήν μεταδόθηκαν όλα τα φιλεύσπλαχνα και φιλάνθρωπα αισθήματά τους. Τόσο, ώστε κάποια μέρα καταστενοχωρήθηκε, όταν βρέθηκε με την παιδαγωγό της σε κάποια εξοχή, και εκεί συνάντησε μια κοπέλα ρακένδυτη. Την πόνεσε πολύ και θέλησε να της δώσει χρήματα, αλλά με λύπη παρατήρησε ότι δεν είχε μαζί της. Για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι ήταν καλό να φορούσε κοσμήματα. Έφερε όμως χρυσό σταυρό πάνω της. Αμέσως χωρίς δισταγμό κινήθηκε, για να το βγάλει και να το δώσει στη φτωχή κοπέλα, αλλά η παιδαγωγός δεν την άφησε: «Δεν είναι ορθόν να δώσης ως ελεημοσύνην τον σταυρόν σου» της είπε. Η δε Παρασκευή απάντησε: «Ο σταυρός μάς εδίδαξε την ελεημοσύνην, δεν αρμόζει τόση στέρησις, εν μέσω κοινωνίας εχούσης αρχηγόν τον Χριστόν. Μια τοιαύτη κοινωνία έπρεπε να αγνοεί την ένδειαν» και αμέσως έδωσε στη νέα το σταυρό.
Η Παρασκευή από τη μικρή της ηλικία συνόδευε τακτικά τη μητέρα της στην εκκλησία. Κάποια φορά, όταν ήταν δέκα ετών, εκκλησιάστηκαν στο ναό της Παναγίας Θεοτόκου. Εκεί άκουσε την περικοπή του Ευαγγελίου που έλεγε: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτόν και ακολουθείτω μοι», η καρδιά της κυριεύτηκε από θεία αγάπη. Άρχισε αμέσως ν’ αρνιέται τον εαυτό της και να κάνει πράξη τα λόγια του Χριστού.
Πολλές φορές έδωσε τα φορέματά της στους φτωχούς. Μάλιστα, σε βαρύ χειμώνα έβγαλε το πανωφόρι της στη μέση του δρόμου και το έδωσε σε νεαρό κορίτσι που έτρεμε από το κρύο. Όλα όσα έκανε τότε στο πατρικό της σπίτι ήταν σημεία και προοίμια και αρχές τής μετά απ’ αυτά αρετής και τελειότητάς της. Οι γονείς ήταν ευτυχισμένοι που έβλεπαν τα παιδιά τους να προκόβουν στην κατά Χριστό ζωή και παρακαλούσαν το Θεό να τα διατηρεί πάντοτε υπάκουα στους νόμους Του και στις εντολές Του.
Από μικρή ηλικία νέοι με περιουσία, κοινωνική θέση και αξιώματα τη ζήτησαν για σύντροφο της ζωής τους. Η Παρασκευή αρνιόταν. Ο πατέρας και η μητέρα της έλεγαν: «Ότι η περίοδος των αρνήσεων έπρεπε να τελειώνη» και την παρακαλούσαν να αποκατασταθεί πριν πεθάνουν. Της έλεγαν: «Ορφανό κορίτσι, τότε τί θα απογίνης;» Η Παρασκευή πάντοτε απέφευγε αυτή τη συζήτηση· τους έλεγε: «Ο ουράνιος Πατήρ ζει, προστατεύει και επιβλέπει πάντοτε. Όταν πιστεύει τις και ζει υπό τας εντολάς Του και τον έχη υπεράνω του, πλησίον του και εντός του, πώς θα μείνη ορφανός;». Και για να ενθαρρύνει τους γονείς της πρόσθετε: «Διατί σκέπτεσθε περί θανάτου σας; Αι ημέραι του ανθρώπου εξαρτώνται από τον Θεόν». Η τόσο μεγάλη ψυχική αρετή της Παρασκευής είχε αντανάκλαση στο νεανικό της πρόσωπο και την καθιστούσε ωραιότατη. Πολλές φορές της έλεγαν οι φίλες της: «Είσθε τόσο πλούσιοι εσείς! Τί θα απογίνη τόση περιουσία, εάν, όπως λέγεις, δεν θέλεις ν’ αποκατασταθής;». Και η Παρασκευή απαντούσε δείχνοντας φτωχούς και παιδιά ξυπόλυτα: «Υπάρχει περιουσία τόση ώστε να εξαρκέση εις τας ανάγκας και τας στερήσεις τόσων δυστυχών υπάρξεων;». Και γι’ αυτό το σκοπό αποφάσισε να απομακρυνθεί από τους γονείς της, αλλά και επειδή άναψε μέσα στην καρδιά της ο θείος πόθος και δεν μπορούσε να περιμένει.
Άφησε τους γονείς, τους δούλους της κι όλους τους συγγενείς και αναχώρησε από την πατρίδα της. Η Παρασκευή, αφού παραμέρισε όσα συγκροτούν τον φθειρόμενο άνθρωπο, έβαλε αρχή να οικοδομήσει τον εαυτό της κατά Χριστόν και να τον ανακαινίσει. Μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη. Προσκύνησε πολλούς ναούς και πολλών αγίων λείψανα και έλαβε τις ευχές και ευλογίες αγίων ανδρών και γυναικών, οι οποίοι βρίσκονταν εκεί. Κι αφού απόλαυσε όλα τα θεία καλά, τα οποία είχε τότε η Κωνσταντινούπολη, έφυγε και πήγε αντίκρυ στη Χαλκηδόνα. Εκεί ζήτησε να πλουτίσει τις ευσεβείς εντυπώσεις της και να βαθύνει το ζήλο της και την πίστη. Αλλά και από τη Χαλκηδόνα πάλι αναχώρησε και ήλθε στην Ηράκλεια του Πόντου. Έτσι περιδιάβαινε από τόπο σε τόπο για να βρει το νοητό της νυμφίο Χριστό, όπως η ασματική νύμφη. Δηλαδή, για να βρει αγίους και αγίες, να διδαχθεί την αρετή και τόπο κατάλληλο, για να λατρέψει και να ευχαριστήσει το Χριστό.
Η Παρασκευή, μόλις έφτασε στην Ηράκλεια, συνάντησε το ναό της Θεοτόκου και με πνευματική χαρά μπήκε μέσα σ’ αυτόν, έπεσε στο χώμα και τον κατέβρεξε με τα δάκρυά της. Προσευχόταν στην Παναγία, την οδηγό της σωτηρίας των ανθρώπων, να την οδηγήσει και να τη φωτίσει τι να κάνει. Στο ναό της Θεοτόκου έμεινε πέντε ολόκληρα χρόνια. Ασκήθηκε σε κάθε είδος αρετής, αγωνίσθηκε με προσευχές ολονυκτίες, με νηστείες, με κτυπήματα στο στήθος και με δάκρυα. Ο ύπνος της ήταν λίγος. Κοιμόταν στη γη χωρίς στρώμα. Πάνω απ’ όλα ήταν να θαυμάζει κανείς το ταπεινό της ήθος και τη μετριοφροσύνη μέσω των οποίων καθάρισε την καρδιά της από όλα τα κοσμικά και έχοντας μόνο προς το Θεό στραμμένους τους λογισμούς της και τα φρονήματά της και όλη την επιθυμία και την αγάπη της.
Η Παρασκευή ποθούσε να πάει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Γι’ αυτό παρακαλούσε θερμά την Παναγία να την αξιώσει να τους επισκεφθεί. Η δέησή της εισακούστηκε. Αφού, λοιπόν, πρώτα ασκήθηκε στις αρετές στο ναό της Θεοτόκου – ο Θεός οικονόμησε -βρέθηκαν κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί και την πήραν στη συνοδεία τους και έτσι πήγε στα Ιεροσόλυμα. Αφού απόλαυσε την αγιότητα των ιερών τόπων, τους οποίους περπάτησαν τα άγια πόδια του Κυρίου, πέταξε από εκεί σαν πουλί και πήγε στην έρημο του Ιορδάνη, βρήκε γυναικείο μοναστήρι και έμεινε σ’ αυτό. Εκεί, μόνο στο θεό μιλούσε: «Σε νυμφίε μου ποθώ και σε ζητούσα αθλώ», έλεγε. Δεόταν και ικέτευε το Χριστό να τη διαφυλάξει άτρωτη από την επήρεια του πονηρού. Το Χριστό είχε και πνοή και ζυγό και οδηγό και σωτήρα και ευεργέτη και νυμφίο. Σ’ αυτόν την παρθενική λαμπάδα των αρετών πρόσφερε. Πόσους πειρασμούς δεν της έφερε ο διάβολος και με πόσους αγώνες αυτή τον πολέμησε και τον νίκησε! Το ένδυμά της ήταν ένα και μόνο και αυτό παλιό και σχισμένο, στρώμα της μία ψάθα. Χωρίς τροφή, νερό και ύπνο περνούσε τις μέρες της εβδομάδας. Μια φορά Σάββατο και Κυριακή έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό. Τα μάτια της ήταν πηγή το δακρύων το στόμα της φιάλη αρωματική. Από τα χείλη της έβγαιναν ακατάπαυστα ύμνοι με ευωδία πνευματική. Χαρά γι’ αυτήν η ώρα του θανάτου, του δίκαιου Χριστού η δευτέρα παρουσία, το αδέκαστο δικαστήριο. Έχαιρε για αυτά που προσδοκούσε, τα οποία ήταν αθεώρητα: «Ελπίς γαρ βλεπομένη ουκ εστίν ελπίς· ο γαρ βλέπει τις, τί και ελπίζει; ει δε ο ον βλέπομεν ελπίζομεν, δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα». Τρεφόταν με τις αθάνατες τροφές και όχι με άρτους και φαγώσιμα φτιαγμένα με καρυκεύματα που φθείρονται. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι Θεού», έλεγε. Απέβαλε τη γυναικεία ασθένεια και ντύθηκε με τη δύναμη του Θεού. Και όταν ο πονηρός ενοχλούσε τις ασθενικές ανίσχυρες φαντασίες μεταμορφούμενος πότε σαν φίδι, πότε σαν σκορπιός, πότε σαν λιοντάρι και αρκούδα και άλλα άγρια θηρία, η Παρασκευή έκανε το σημείο του Σταυρού και αυτός γινόταν άφαντος και, όπως τον ιστό της αράχνης, έτσι διέλυε αυτόν και τις πονηριές του. Και πάνω σε όλα τα καλά έλαμπε πάντοτε η αγάπη της για όλα τα δημιουργήματα του Θεού και η κορυφή των αρετών της ήταν η μετριοφροσύνη και η ταπείνωση.
Μια νύκτα, την ώρα που προσευχόταν, της φανερώθηκε κάποιος νέος, Λαμπρός στην όψη και με ήρεμη φωνή της είπε: «Ω καλλιπάρθενε, ο επί σωτηρίας των ανθρώπων και σταυρωθείς και θανών και αναστάς Θεός των αγγέλων και των ανθρώπων Κύριος Ιησούς Χρίστος, σε την σταυρωθείσαν τω κοσμώ και θανούσαν και αναστάσαν ταις των αρετών εργασίαις κελεύει σοι εξελθείν σε της έρημου ταύτης και προς την πατρώα σου επανελθείν, κακείσε τελειωθήναι και προς αυτόν αναλύσαι και συν αυτώ είναι» και μετά χάθηκε. Η Παρασκευή υπάκουσε στο θείο πρόσταγμα. Αφού πέρασε στην έρημο του Ιορδάνη πέντε χρόνια, έφυγε από εκεί σε ηλικία 25 χρονών, και πήγε στην Ιόππη. Από εκεί επιβιβάσθηκε σε πλοίο και επανήλθε στην πατρίδα της όπου και επιδόθηκε με περισσότερο ζήλο στην ανακούφιση των πτωχών και ασθενών. Λέγεται ότι σχημάτισε και ευσεβή ένωση «Φιλόπτωχο Αδελφότητα», της οποίας οι αδελφές περισυνέλεγαν ορφανά και απροστάτευτα παιδιά και τα φρόντιζαν με πολλή επιμέλεια και στοργή.
Οι γονείς της πέθαναν ευχαριστημένοι από τον ενάρετο και άγιο βίο της κόρης τους. Η Παρασκευή, αφού εργάσθηκε ψυχικά και σωματικά στην πατρίδα της, δεν κάθισε για πολύ. Ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί προσκύνησε τον περιβόητο και περίλαμπρο ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, έπειτα πήγε σε μοναστήρια και ναούς όπου συναναστράφηκε και συνομίλησε με άγιους άνδρες και άγιες γυναίκες και επισκέφθηκε ευαγή ιδρύματα. Πρόσφερε πολλά θρησκευτικά αφιερώματα και μοίρασε την περιουσία των γονιών της τρέφοντας πεινασμένους, ποτίζοντας διψασμένους και ντύνοντας γυμνούς σύμφωνα με τη διδασκαλία του μεγάλου Διδασκάλου. Τελευταία πήγε στο ναό της Βλαχέρνας όπου υπήρχε η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, γονατιστή με δάκρυα στα μάτια της έλεγε: «Έως κατώκουν την έρημον, σε έσχον, Κυρία, συνόμιλον· νυν δε εν τω κοσμώ ειμί· τίνα άλλον βοηθόν έξω εκτός σου, πανάμωμε Δέσποινα. Συ μοι γενού τη ταπεινή συνοδοιπόρος και κυβερνήτις και οδηγός».
Τελείωσε τα προσκυνήματα και επέστρεφε με το πλοίο στην πατρίδα της, καταπονημένη και εξασθενημένη σωματικά.
Τότε ξανάλθε στο νου της η οπτασία του νέου με την ήρεμη φωνή να της λέει:
«Σε την σταυρωθείσαν τω κοσμώ και θανούσαν και αναστάσαν ταις των αρετών εργασίαις κελεύει σοι εξελθείν σε της έρημου ταύτης και προς την πατρίδα σου επανελθείν, κακείσε τελειωθήναι και προς αυτόν αναλύσαι και συν αυτώ είναι» και μετά χάθηκε.
Η υγεία της στο πλοίο χειροτέρεψε όταν ενέσκηψε μεγάλη τρικυμία.
 Με κόπους και πολλούς κινδύνους αγωνίζονταν οι ναύτες να αράξουν το πλοίο σε ασφαλή τοποθεσία.
 Η Παρασκευή, αισθανόμενη τον κίνδυνο, φώναζε δυνατά «καλή κράτει» και μέχρι σήμερα, κατά την παράδοση, ο τόπος φέρει αυτό το όνομα.
 Ονομάσθηκε Καλλικράτεια.
Όταν το πλοίο προσάραξε στη ξηρά, έμεινε στην περιοχή και μόνασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλλικράτεια.
 Αγωνιζόμενη εκεί τους συνηθισμένους της αγώνες, πέρασε δύο έτη και όταν έφθασε στην τελειότητα της αρετής και σε μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, κοιμήθηκε και τελείωσε όσια το δρόμο της πρόσκαιρης αυτής ζωής.
 Έφυγε με ειρήνη για την αιώνια και κατεσκήνωσε στις ουράνιες σκηνές, όπου είναι η κατοικία όλων των ευφραινομένων.
Κατ’ άλλους όμως, μόλις κατέβηκε από το πλοίο, παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Κύριο σε ηλικία μόλις 27 ετών, ικετεύοντας τον παντοδύναμο Θεό να τρέχει σε βοήθεια όλων όσων επικαλούνται το όνομά της.
Σήμερα το λείψανο της Οσίας βρίσκεται στο Ναό των Τριών Ιεραρχών, στο Ιάσιο της Ρουμανίας.
Απολυτίκιον της Οσίας. Ήχος α΄.
Της χαμαιζήλου τρυφής σοφώς την απόλαυσιν, υπεριδούσα προς Θεία ήρθης σκηνώματα,και των ιάσεων τοις πιστοίς πηγήν κατέλιπες,το ιερόν σου σκήνος Μήτερ πανεύφημε,Επιβατών το καύχημα το σεπτόν, και βεβαία Προστάτις Παρασκευή. Μη παύση θερμώς Χριστώ τω Θεώ, Υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσα.

6/10/16

ΟΤΑΝ ΕΛΘΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ , Η ΖΩΗ ΑΛΛΑΖΕΙ


“Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτε άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει ο Χριστός.
Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα. Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.
Ο Χριστός είναι σ΄ όλες σου τις σκέψεις, σ΄ όλα σου τα έργα. Έχεις την χάρι και μπορείς όλα να τα υποφέρεις για τον Χριστό. Ακόμη μπορεί να πάσχεις και αδίκως. Να υποφέρεις αδικίες για τον Χριστό και μάλιστα με χαρά. Όπως έπαθε Εκείνος, το ίδιο κι εσύ μπορείς να πάσχεις αδίκως. Διάλεξες τον Χριστό για να μην πάθεις; Τι λέει ο Απόστολος Παύλος; “Χαίρω εν τοις παθήμασί μου”. Αυτή είναι η θρησκεία μας. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί μόνο στον θείο έρωτα. Έτσι θα την αγαπήσει κι Εκείνος.
Όταν έλθει ο Χριστός στην καρδιά, η ζωή αλλάζει. Ο Χριστός είναι το πάν. Όποιος ζει μέσα του τον Χριστό, ζει πράγματα που δεν λέγονται, άγια και ιερά. Ζει εν αγαλλιάσει. Αυτά είναι αλήθεια. Τα έχουνε ζήσει άνθρωποι, ασκητές στο Άγιον Όρος. Συνεχώς με λαχτάρα ψιθυρίζουν την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ…”.
Όταν μπει ο Χριστός στην καρδιά, τα πάθη εξαφανίζονται. Δεν μπορείς ούτε να βρίσεις, ούτε να μισήσεις, ούτε να εκδικηθείς, ούτε, ούτε, ούτε… 
Πού να βρεθούν τα μίση, οι αντιπάθειες, οι κατακρίσεις, οι εγωισμοί, τα άγχη, οι καταθλίψεις. Κυριαρχεί ο Χριστός. Και η λαχτάρα του ανεσπέρου φωτός. Αυτή η λαχτάρα σε κάνει να αισθάνεσαι ότι ο θάνατος είναι η γέφυρα, που θα την περάσεις σε μια στιγμή, για να συνεχίσεις τη ζωή του Χριστού. Εδώ στη γη έχεις ένα εμπόδιο, γι αυτό χρειάζεται η πίστη. Αυτό το εμπόδιο είναι το σώμα. Ενώ μετά το θάνατο η πίστη καταργείται και βλέπεις τον Χριστό, όπως βλέπεις τον ήλιο. Στην αιωνιότητα, βέβαια, θα τα ζεις όλα πιο έντονα.
Όταν, όμως, δεν ζεις με τον Χριστό, ζεις μες στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια, δεν ζεις σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. 
Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δυο-τρία παξιμάδια». 
Κι όμως, αν ζεις σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ΄ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο, είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στη λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.
Πολύ θα παρηγορηθεί η ψυχούλα μας, όταν λαχταρήσουμε τον Κύριο. Δεν θ΄ ασχολούμαστε τότε με τα καθημερινά και τα χαμερπή. Θ΄ ασχολούμαστε με τα πνευματικά και τα ανώτερα, θα ζούμε στον κόσμο τον πνευματικό. Όταν ζεις στον κόσμο τον πνευματικό, ζεις σ΄ άλλο κόσμο, σ΄ αυτόν που αρέσκεται και λαχταράει η ψυχή σου. Δεν αδιαφορείς, όμως, και για τον άνθρωπο, θέλεις κι αυτός να βρει τη σωτηρία, το φως, τον αγιασμό. Να μπουν όλοι στην Εκκλησία.

24/9/16

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ Η ΜΗΛΕΣΙΩΤΙΣΣΑ


Ταπείνωση τῆς Παναγίας
Τί ἀνύψωσε τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα; Ἡ ταπείνωση. Ὁ Θεὸς «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λκ. 1, 48), καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἐπιβραβευμένη ταπείνωσή Της τὴνμακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές. Καὶ ἐσὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα προσπάθησε νὰ ἀποκτήσεις ταπείνωση. Ὁ Θεὸς στοὺς ταπεινοὺς δίνει τὴ χάρη, ἐνῶ στοὺς ὑπερήφανους ἀντιτάσσεται.
Ἡ Παναγία εὐεργετεῖ
Ἡ Παναγία εἶναι καὶ σήμερα ζωντανή. Καὶ ὄχι μόνο ζεῖ, ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ καὶ θεραπεύει τὶς ψυχὲς καί, ἂν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς, καὶ τὰ σώματα ἐκείνων τῶν πιστῶν ποὺ προσεύχονται σ’Αὐτήν. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ Ἅγιοι ζοῦν καὶ μετὰ τὸ θάνατο…
Ὑπεραγία Θεοτόκε Παρθένε! Ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Υἱοῦ Σου, ποὺ μεταλαμβάνω τόσο συχνά, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἔχω μὲ Σένα συγγένεια!
Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου! Ἀπὸ Σένα ἔλαβε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ μεταλαμβάνω εἶναι ἴδια μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς.
Πῶς μπορῶ νὰ μὴν ἀγαπάω Ἐσένα, καὶ πιὸ πολὺ τὸν Υἱό Σου, δικό Σου καὶ δικό μου Θεό; Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Δῶσε μου νὰ ἔχω συγγένεια μὲ Σένα ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πολλὲς φορὲς μεταλαμβάνω ἀνάξια, ἀλλὰ νὰ πλησιάσω καὶ τὸ δικό Σου βαθμὸ τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλπίδας, νὰ ὁμοιάσω Ἐσένα στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα. 
Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Ἔχω μεγάλη ἀνάγκη καὶ θέλω νὰ ἀποκτήσω καρδιὰ καθαρή! Τὰ πάντα γιὰ Σένα εἶναι δυνατά, Ὑπερευλογημένη· μπορεῖς νὰ παρακαλέσεις τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Σου νὰ μοῦ χαρίσει καρδιὰ καθαρή, ὅπουκατοικεῖ πίστη, ἐλπίδα, καὶ ἀγάπη. Κάνε το, Πανάχραντε!
Τί σημαίνουν τὰ θαύματα ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας; Σημαίνουν ὅτι ἡ Δέσποινα Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Σωτῆρα μας, πάντα ἀκούει τὶς προσευχὲς ποὺ μὲ πίστη καὶ ταπεινὴ καρδιὰ, Τῆς ἀπευθύνονταιἐνώπιον τῶν εἰκόνων της. Καὶ σὲ μερικὲς ἀπ’ αὐτὲς δείχνει φανερὰ σημάδια τῆς παρουσίας της. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ πόση εὐλάβεια πρέπει νὰ συμπεριφέρονται οἱ πιστοὶ πρὸς τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας! Ἡ ἀόρατη χάρη της εἶναι παροῦσα σὲ κάθε εἰκόνα της, ἰδίως ἂν αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἁγιογραφήθηκε μὲ τὸ χέρι ἑνὸς εὐλαβοῦς ἀνθρώπου.
Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε! Μηλεσιώτισσα  Μὲ τὶς πρεσβεῖες Σου, τὴν εὐσπλαχνία Σου, ἔχω ἠρεμία καὶ χαρὰ μέσα μου· ἡ ψυχή μου εἶναι ἐλεύθερη καὶ ἀνάλαφρη, στὴν καρδιά μου ἔχω εἰρήνη καὶ ἡσυχία. Μὲ ὑπεράσπισες, ἐμένα τόν μετανοοῦντα ἄθλιο καί τόν ἁμαρτωλό, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ τοῦ Θεοῦ μας καὶ Τὸν ἔκανες νὰ μὲ σπλαχνιστεῖ, ἐμένα τὸν χειρότερο ἀπ’ ὅλους. Φανερὴ εἶναι ἡ χάρη Σου γιὰ τὴν ψυχή μου μετὰ τὴ δοξολογία ποὺ ψάλλαμε μπροστὰ στὴν εἰκόνα Σου, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν! 21 Ὀκτωβριοῦ 1858.
Ὕμνησε τὴν Παντάνασσα, μὴν ξεχάσεις Αὐτὴν ποὺ σὲ εὐεργέτησε, μὴν ξεχάσεις νὰ εὐχαριστήσεις «τὴν ὑπέρμαχο στρατηγόν», ποὺ σὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ δεινά.
Ἡ Παναγία φέρνει γαλήνη
Τὸ ἔλεος τῆς Παναγίας. Στὶς 24 Φεβρουαρίου ἤμουν στὴ Ραμπόβ. Συμμετεῖχα στὴν κηδεία τῆς συζύγου τοῦ ἱερέα Σοκολόβ. Ὅταν μπῆκα μέσα σὲ μὶα ἐκκλησία ἀπ’ αὐτὲς ποὺ βρίσκονται στὸ νεκροταφεῖο,εἶχα στὴν καρδιά μου θλίψη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ὀλιγοπιστία καὶ τὴν ὁποία προκαλεῖ τὸ πνεῦμα τῆς κακίας. Ἔριξα τὸ βλέμμα μου στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τύχβιν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀπ’αὐτὴν τὰ μάτια μου. 
Τὸ πρόσωπό Της ἦταν γαλήνιο, ταπεινὸ καὶ γεμᾶτο ἀγάπη. Εἶπα μέσα μου: «Πόση γαλήνη καὶ ἡσυχία, ποὺ δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὑπάρχουν στὸ πρόσωπό Σου, Ἄχραντε Παρθένε!», καὶ σὰν νὰ ἄκουσα ἀπ’ Αὐτὴν μὶα ἀπάντηση, ποὺ πολὺ καθαρὰ ἀντήχησε στὴν καρδιά μου: «Τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ἔχεις εἰρήνη καὶ ἡσυχία στὴν καρδιά σου; Δὲ γνωρίζεις ποῦ πρέπει νὰ ψάχνεις γιὰ νὰ τὰ βρεῖς;» Μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιά μου στράφηκα σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς εἰρήνης καὶ ἀμέσως ἀπέκτησα τὴν ποθητὴ ἡσυχία…
Δέσποινα Θεοτόκε! Παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, Σὲ δοξολογοῦμε καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε! Τὰ βάσανα τῆς καρδιᾶς μας τὰ μεταμορφώνεις σὲ γαλήνη καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν σὲ ἡσυχία τῆς χάριτος τοῦΘεοῦ! Ἀσταθὴς καὶ πονηρὴ καρδιά μου! Νὰ μὴν τολμήσεις ποτὲ νὰ ἀμφισβητήσεις τὶς φανερὲς εὐεργεσίες τῆς Βασίλισσας τῶν Οὐρανῶν!
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσευχήθηκα ἀπὸ τὴν καρδιά μου στὴ Βασίλισσα ὅλου τοῦ κόσμου, αἰσθάνθηκα στὴν ψυχὴ ἀνακούφιση. Καὶ στὸ ἑξῆς μὴ μὲ ἀφήνεις, Παντάνασσα.
Ἐξύμνηση τῆς Παναγίας
Μητέρα τῆς δικῆς μας Εἰρήνης, Μητέρα τῆς δικῆς μας Χαρᾶς, Μητέρα τῆς δικῆς μας Ἐλπίδας καὶ δικῆς μας Ἀγάπης. Μητέρα Αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει, Αὐτοῦ ποὺ οὐσιώνει τὰ πάντα. Μητέρα Ἄχραντε, τὸ ὕψος τῆς δικῆς σου ἁγνότητας δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ ἡ δική μας ἀκάθαρτη ψυχή.
Μητέρα Παμμακάριστε, τήν ἀγαθότητά σου δέν μπορεῖ νά συλλάβει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Μητέρα πάντων τῶν χριστιανῶν, οἱ εἰκόνες σου εἶναι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χωριὸ καὶ μαρτυροῦν τὴ γρήγορη βοήθεια ποὺ προσφέρεις σὲ μᾶς. Νὰ εἶσαι καὶ γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τρισάθλιο γρήγορη βοήθεια καὶ προστάτρια στοὺς πόνους, στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς!
Πῶς νὰ προσευχόμαστε στὴν Παναγία
Νὰ φανταστεῖς ὅτι στέκεσαι μπροστὰ στὴ βασίλισσα καὶ τὴν παρακαλεῖς νὰ πραγματοποιήσει κάποιες δικές σου ἐπιθυμίες. Μὲ τί δέος καὶ τί σεβασμὸ θὰ τὸ ἔκανες! Σκέψου τώρα ὅτι και αὐτή εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως καί ἐσύ. Σκέψου τώρα πῶς πρέπει νὰ στέκεσαι μπροστὰ στὴ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, μὲ τί δέος καὶ τί εἰλικρίνεια! Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ μεγαλωσύνη της καὶ ἀπερίγραπτη ἡ τελειότητα. «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν» (Ψαλ. 44, 14). Αὐτὴ εἶναι τόσο κοντὰ στὸ Θεό. Πρόσεχε, νὰ προσεύχεσαι σ’ Αὐτὴν μὲ ἀνάλογο δέος, μὲ καθαρήκαὶ συντετριμμένη καρδιά.